ΑΠΟ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΤΗΣ ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ

ΑΠΟ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙ Σ ΤΗΣ ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛ Α
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 1
ΒΗΜΑ, 20/02/2011, συνέντευξη στον ΓΙΑΝΝΗ Ν.ΜΠΑΣΚΟΖΟ
«Αν η ποίηση είχε τη δύναμη να μας κάνει καλύτερους, θα το είχε πετύχει εδώ και αιώνες. Η επιρροή
της όμως περιορίστηκε στο να εμπλουτίζει τους έμμετρους μονολόγους» λέει η Κική Δημουλά
Μετά τη βράβευσή της με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, η ποιήτρια μιλάει για τη σημασία (ή
όχι) μιας τέτοιας τιμής, για τον ρόλο της ποίησης σε περίοδο κρίσης και κατάθλιψης, για τους λόγους που
εξακολουθεί να γράφει η ίδια και για τα πράγματα στα οποία αξίζει να ελπίζουμε
Ακόμη ένα βραβείο για την πολυβραβευμένη ακαδημαϊκό Κική Δημουλά πιθανόν να μη σημαίνει πολλά
για την ίδια. Ίσως όμως να σημαίνει κάτι παραπάνω για την ποίηση και τους αναγνώστες της. Πάντα
μελαγχολική αλλά όχι απαισιόδοξη, σε αυτή τη συζήτηση η ποιήτρια μας ξεναγεί στη σχέση της με την
ποίηση και τον κόσμο σήμερα. Χαρακτηρίζει την ποίηση «ένα άτοκο δάνειο για τους χρεοκοπημένους» και
«μια ελπίδα για όσους δεν έχουν καμία ελπίδα». Αν έχει να μας δώσει μια συμβουλή, αυτή είναι ότι οι
μακροχρόνιες κρίσεις μάς κάνουν ανθεκτικούς, μας δοκιμάζουν. Και συστήνει, το λιγότερο, σεβασμό προς
όσους υποφέρουν περισσότερο. Τέλος, πιστεύει ότι η ποίηση μπορεί να μας κάνει πιο επινοητικούς, πιο
καχύποπτους, να ξαναδούμε τις σχέσεις μας και τις ανασφαλείς εκδηλώσεις μας, να γίνουμε πιο
απελπισμένα πιστοί στην αγάπη.
- Κυρία Δημουλά, βραβευθήκατε για το σύνολο του έργου σας. Είναι μια τιμή για εσάς; Επηρεάζει άραγε το
έργο σας;
«Ασφαλώς είναι μια μεγάλη τιμή για μένα, αλλά συγκρατώ τον πανηγυρισμό μου με την προειδοποιητική
σκέψη ότι από αυτόν που βραβεύεται ως ο καλύτερος υπάρχει σίγουρα ο καλύτερός του. Και αυτό είναι το
ξόρκι μου εναντίον πάσης επάρσεως και παντός εφησυχασμού. Προσπαθώ εν τω μεταξύ να μη σκέπτομαι
ότι αυτή η μεγάλη διάκριση που μου δίνει η χώρα ίσως χαράζει κλειστά πια σύνορα μεταξύ της γόνιμης
περιόδου και της άγονης ίσως ετούτης υπερήλικης που διανύω. Αντίθετα, προσπαθώ να ελπίζω ότι αυτή η
αναγνώριση, που απονέμεται έστω στην αγάπη μου για την ποίηση, ίσως ενθαρρύνει τις προσπάθειές μου
να γράψω κάποιο ακόμη γηραιό ποίημα, μακιγιαρισμένο με τη μαγική δύναμη της αναθρώσκουσας
νεότητας».
- Είστε λίγο απαισιόδοξη, αν και πιστεύω ότι οι φίλοι της ποίησής σας περιμένουν πολλά ακόμη από εσάς.
Άραγε σημαίνει κάτι για την ελληνική κοινωνία αυτό το βραβείο σας;
«Για το πώς η κοινωνία προσλαμβάνει τα θέματα της τέχνης γενικά, αυτό εξαρτάται από το πόσο ζυμωμένη
είναι η ψυχή της με την πίστη ότι η τέχνη, και η ποίηση εν προκειμένω, δεν πρόκειται να επιβάλει περικοπές
στη φυγή που μας παρέχει. Ότι δίνει δάνειο, άτοκο μάλιστα, σε κάθε χρεοκοπημένο θάρρος. Δεν ξέρω,
αλήθεια, τι ποσοστό της κοινωνίας έχει ανάγκη από αυτό το ζωτικό δάνειο. Συναντώ πάντως αρκετούς
ανθρώπους, συγκινημένους και ευγνώμονες προς την ποίηση ότι τους αλλάζει τη ζωή. Και δεν δυσκολεύομαι
να τους απογοητεύσω λέγοντάς τους πως, περίεργο, η δική μου η ζωή δεν αλλάζει παρά μόνο τις ώρες που
κόβω εξαντλητικές βόλτες έξω από την ποίηση, μήπως και βγει».
- Δηλαδή σε αυτή την εποχή της περιρρέουσας μελαγχολίας και της προϊούσας κατάθλιψης η ποίηση έχει,
τελικά, κάτι να πει εκεί έξω στον κόσμο;
«Βέβαια. Έχει να αντιπροσφέρει τη δική της κατάθλιψη, που, καθώς ανήκει σε ένα τέταρτο, ανάερο γένος
ανακουφιστικής αοριστίας, ίσως προσλαμβάνεται από τον κόσμο ως λυτρωτική ομοιότητά του, κάτι σαν
κοντινή θερμή συγγενής των προβλημάτων του· τέλος πάντων, σαν φευγαλέος σύμμαχος της μελαγχολίας
του αλλά και εμπνευστής της γενναιότητας που απαιτεί αυτή η τάχα ηττοπαθής μελαγχολική διάθεση. Δεν
είναι ηττοπαθής, είναι ερευνήτρια».
- Έχετε πει πως «η νίκη ανήκει στους ηττημένους».Είναι αυτό μια παρηγοριά προς όσους υποφέρουν από τη
σημερινή κρίση, με το μνημόνιο, τις μειώσεις μισθών, την καλπάζουσα ανεργία κτλ.;
«Ναι, το έχω πει, επειδή θεωρώ ότι αποτελεί ζωτική νίκη το να αντέξεις την ήττα, χωρίς να συντριβείς
πηδώντας κάτω, στην παραίτησή σου. Και μπορεί αυτό το πιστεύω μου να λειτουργήσει και ως εκγύμναση
της αντοχής για παν απειλητικό απρόοπτο και για κάθε αναμενόμενη εξόντωση της βεβαιότητάς μας από το
επιθετικό αβέβαιο. Όσο και αν δεν έχω πληγεί υπέρμετρα από την πραγματικότητα των περικοπών, ο
1
σεβασμός μου μνημονεύει συχνά το κουράγιο των βαρέως πληγέντων. Αλλά ξέρω ότι αυτό περισσότερο
αποτελεί μεγάλα λόγια παρά συνδρομή».
- Αν θυμάμαι καλά, έχετε πει επίσης «αρνούμαι να γίνω οδηγός έστω κι ενός ανθρώπου, όταν δεν ξέρω πού
πάω».Και όμως σας ακολουθούν χιλιάδες ενθουσιασμένοι από την ποίησή σας.
«Μάλλον προσπαθώ να ανακόψω τον ενθουσιασμό των ανθρώπων που ίσως βλέπουν σε μένα έναν
λυτρωτή των ανησυχιών τους. Αλλά μπορεί και να μην περιμένουν από μένα τίποτε άλλο παρά μόνο τον
ελευθερωτή της δυσκολίας που έχουν να διατυπώσουν τα βάσανά τους, έτσι φυλακισμένα που μένουν σε
μια άφωνη ζωή. Να τα ελευθερώσω, έστω φυλακίζοντάς τα πάλι, αλλά μέσα στην οικειότητα που νιώθουν
για τη δική μου φωνή. Το προτιμούν. Αλλά ξέρω ότι δεν ζητάνε ακριβώς αλλαγή. Μια φυγή θέλουν, να
φύγουν από αυτό που τους συμβαίνει και να πάνε σε αυτό που συμβαίνει σε μένα- και ας είναι ίδιο με αυτό
από το οποίο θέλουν να διαφύγουν. Το ξέρουν, όπως μάλλον γνωρίζουν και το μάταιο της μετατόπισής τους,
χωρίς ίσως να έχουν διαβάσει αυτούς τους προειδοποιητικούς στίχους του Καβάφη: ”΄Ετσι που τη ζωή σου
ρήμαξες εδώ/ στην κώχη τούτη την μικρή, σ΄ όλην τη γη την χάλασες”».
- Με την επίκληση του Καβάφη με βάζετε στον πειρασμό να σας ρωτήσω τι είναι τελικά η ζωή μας; Μια
παγίδα, μια απάτη ή τι άλλο;
«Τι είναι η ζωή μας; Ίσως μια αποτυχούσα εκδικήτρια του θανάτου. Σίγουρα όμως είναι μια φιλόδοξη παγίδα,
στην οποία δυστυχώς δεν πέφτει η αθανασία. Τι άλλο να είναι η ζωή μας; Εκτός από αυτό που μας δόθηκε
προσωρινά και εκτός από το εντελώς ασυλλόγιστο ανεξήγητο, να ξεχνάμε δηλαδή ότι με σύμβαση αορίστου
χρόνου μάς προσλαμβάνει η ζωή στα μάγια της, καθηλώνοντάς μας να την αγαπάμε με παράφρονα ένταση.
Αλλά φαίνεται ότι κάθε μεγάλη αγάπη τη θρεπτική τροφή της την αντλεί κρεμασμένη στον άδειο μαστό της
προσωρινότητας. Τι άλλο λοιπόν είναι η ζωή μας εκτός από μια ανταρσία κατά του θανάτου και τι άλλο από
τη σχιζοφρενική ανυπομονησία του θανάτου να πατάξει αυτή τη ανταρσία; Ξέρω, είστε έτοιμος, κύριε
Μπασκόζο, να μου φωνάξετε ότι τα είπαν άλλοι».
- Ο καθένας τα λέει με τον δικό του τρόπο και τους δίνει το δικό του βάρος. Τελικά, πιστεύετε ότι η ποίηση
μπορεί να μας κάνει καλύτερους; Να γίνει, π. χ., η φιλοσοφία της καθημερινής μας ζωής;
«Όχι βέβαια καλύτερους. Ίσως λίγο πιο επινοητικούς, πιο καχύποπτους, πιο τσιμπούρια επάνω στις σχέσεις
μας και πιο τσιγκούνηδες στις εκδηλώσεις μας από ανασφάλεια, και πάλι από ανασφάλεια πιο εφευρετικούς
στις ποικιλίες του μίσους, και πιο απελπισμένα πιστούς στο ύστατο θείο ξεγέλασμα: την αγάπη. Αν η ποίηση
είχε τη δύναμη να μας κάνει καλύτερους, θα το είχε πετύχει εδώ και αιώνες. Η επιρροή της όμως
περιορίστηκε στο να εμπλουτίζει τους έμμετρους μονολόγους. Και αν μας προκαλεί κάθε τόσο μια έκσταση,
αυτή είναι τόσο στιγμιαία όσο εκστατικούς μάς αφήνει για λίγο ένα μόνον άστρο που επιζεί σε ολόκληρο
σκοτεινό ουρανό».
- Γιατί γράφετε; Για να ξορκίσετε ίσως τον θάνατο;
«Γιατί γράφω... Γιατί άπαξ και συνέβη θέλει να ξανασυμβεί, μετά ξανασυνέβη και ξανά και πάλι, είτε σαν
προγραμματισμένο να επικρατήσει, είτε σαν εθισμός στην πιο ηδυπαθή δυνατότητά μου, ίσως και την πιο
άοπλη από όλες. Γράφω γιατί δεν συνέβη να το διακόψει κάτι βασανιστικότερα αστάθμητο. Όχι, δεν ξορκίζω
τον θάνατο. Προσαρτώ την αποστροφή μου γι΄ αυτόν στην αποστροφή που νιώθει γι΄ αυτόν η ποίηση, αλλά
και καθετί που τιμωρήθηκε να είναι αβέβαιο, σύντομο, μηδέ του συναρπαστικού εξαιρουμένου- και ας του
άξιζε διαφορετική μοίρα. Τον ξορκίζω βέβαια τον θάνατο, αλλά με την έννοια ότι γράφοντας προσπαθώ να
διατηρήσω άλιωτα όσα περιγράφω, σαν να μην έχουν πεθάνει, σαν να έχουν πάει ένα μακρινό ταξίδι, στην
αναλλοίωτη μορφή τους».
- Κάτι τελευταίο. Έχουν κατά καιρούς ακουστεί πολλά σχόλια για τα κρατικά βραβεία. Έχετε κάποια
παρατήρηση για την καλυτέρευση του θεσμού;
«Δεν μπορώ να φανταστώ την καλυτέρευση του όποιου θεσμού, αφού λειτουργός του είναι ο απείθαρχος
ανθρώπινος παράγοντας. Έτσι, σχετικά με τα βραβεία έχω περιοριστεί στη στασιμότητα του ερωτήματός
μου. Γιατί άραγε πρέπει να ξαναβραβεύεται ένας δημιουργός- τι βλάσφημη κλεμμένη εξουσία-, αφού έλαβε
το μέγιστο βραβείο από τη φύση να μπορεί να μαστορεύει αναπαυτική τη διαφορετικότητά του ώστε να
2
κάθεται επάνω της και να ξεκουράζεται η περιπλανώμενη αγωνία της ύπαρξης; Ναι, σύμφωνοι, τα είπαν και
άλλοι».
- Ζείτε μέσα στη συνάφεια των ανθρώπων, στην πολιτική, στα ψέματα, στα κουτσομπολιά, στην κρίση. Τι
από αυτά σας αγγίζει, σας εμπνέει ή σας απωθεί;
«Όλα αυτά που απαριθμείτε με ωθούν να ψάξω μέσα, βάθος βάθος μου, να δω αν τα φιλοξενώ όλα αυτά ή
μερικά. Να βρω αν, από πρόθυμη συγγένεια μαζί τους, τα φιλοξενώ ή από υπακοή στη φύση που μου
επέβαλε να τα εμπεριέχω. Ότι τα καταπνίγω όσο γίνεται, ναι, αυτό μπορεί να λέγεται και πολιτισμός, είναι
πάντως κάτι που, αν μη τι άλλο, αποτρέπει τον εμφύλιο αλληλοφαγωμό».
- Τι θα λέγατε σε αυτούς που μας κυβερνούν, σε αυτούς που εξουσιάζουν την ελληνική κοινωνία; Έχετε να
τους δώσετε μια σοφή ποιητική συμβουλή;
«Σοφή συμβουλή, όχι. Ανεφάρμοστη, ναι. Γι΄ αυτό και δεν έχω καν μπει στον κόπο να την αποστηθίσω».
- Βαδίζουμε σε μια μακρόχρονη κρίση. Ελπίζετε σε κάτι;
«Μα πιστεύω ότι οι μακροχρόνιες κρίσεις δίνουν μεγάλη εξουσία στην ελπίδα. Και δεν χρειάζεται να ξέρουμε
σε τι ελπίζουμε. Η αοριστία είναι που μας βοηθάει να υπομείνουμε. Αν μας έλεγαν ότι θα στενάζουμε επί
πέντε ημέρες, αυτός ο προσδιορισμός θα έκανε αβίωτο και αυτό το μικρό διάστημα. Η υπομονή παίρνει
κουράγιο μη γνωρίζοντας πόσα χιλιόμετρα δοκιμασίας τής μέλλονται».
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 2
Της Όλγας Σελλά ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 20-3-2011
Έβαλε τη σύγχρονη ποίηση στις λίστες των μπεστ σέλερ. Τα βιβλία της ποιήτριας Κικής Δημουλά
κάνουν πάντα πολλές εκδόσεις και πουλάνε χιλιάδες αντίτυπα. Και συνεχίζει να απολαμβάνει από το ευρύ
κοινό θερμές εκδηλώσεις θαυμασμού και αγάπης. Παράλληλα, έχει δεχθεί πολύ σκληρές επιθέσεις από
κριτικούς, αλλά και ομότεχνούς της. Σπανιότερα γι' αυτήν καθαυτή την ποίησή της, και συχνότερα για
δημόσιες δηλώσεις της […]. Συνήθως η Κική Δημουλά στενοχωριέται σιωπηλά. Αυτή τη φορά αποφάσισε να
μοιραστεί τις σκέψεις της και τις πικρίες της - κάτι που δεν κάνει συχνά. Με χιούμορ, με ευγένεια, με
ευαισθησία και ειλικρίνεια ταυτοχρόνως: «Και τα βραβεία μ' αρέσουν και η προβολή. Είμαι ένας
κανονικότατος άνθρωπος. Και πολύ συνηθισμένος».
- Η επωνυμία και η δημοφιλία έγιναν αφορμή να χάσετε ή να κερδίσετε φίλους;
- Έγιναν αφορμή, για να είμαι ακριβής, να κερδίσω κάμποσους εχθρούς και να διατηρήσω κάμποσους
φίλους. Δεν ξέρω αν απέκτησα άλλους και δεν ξέρω αν το κοινό στο οποίο αρέσει η ποίησή μου μπορεί να
έχει μέσα τη δημιουργία μιας φιλίας. Είναι δύσκολο, αλλά είναι μια εγκαρδιότητα που τη συναντώ στο δρόμο
και που έχει μια σημασία για μένα. Γιατί, αν ξαφνικά εξαφανιζόταν ο κόσμος κι έμεναν δύο άνθρωποι επάνω
στη Γη, κι αν ο ένας ήταν ο πλέον προικισμένος ποιητής, θα έγραφε; Δεν θα έγραφε. Η σκέψη είναι ότι
κάποιοι, κάποτε θα με διαβάσουν.
- Στην Ακαδημία μπήκατε το 2002. Πώς αποτιμάτε αυτή την εμπειρία; Σας έχει δώσει χαρές, λύπες ή μόνο
υποχρεώσεις;
- Δεν μου έδωσε όσες υποχρεώσεις θα έπρεπε, γιατί σ' αυτές δεν μπορώ να ανταποκριθώ. Και το βάσανό
μου, ευθύς εξαρχής, ήταν τι θα κάνω εγώ εκεί. Όμως, έχω τη χαρά να έχω συναντήσει σ' αυτό τον χώρο
πολύ σοφούς ανθρώπους. Κι αυτό μου δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τη ζωή, διότι μεγαλώνει την
ανεπάρκειά μου. Ο χώρος είναι τις περισσότερες ώρες απειλητικός, καθώς είμαι μπροστά σε πράγματα που
δεν γνωρίζω. Αυτό δεν συνιστά αυτογνωσία, διότι αυτή την έχω ανεπτυγμένη στο έπακρον και πριν απ' την
Ακαδημία... Συνιστά όμως ταπεινότητα, μια σεμνότητα και έναν σεβασμό προς αυτούς τους ανθρώπους, οι
οποίοι μόχθησαν για να φτάσουν εκεί. Εγώ δεν μόχθησα για να γράψω δέκα ποιήματα... Γι' αυτό και
αναρωτιόμουν γιατί πρέπει οι ποιητές να βραβεύονται από το κράτος, αφού έχουν ήδη βραβευτεί με ένα
χάρισμα το οποίο κυκλοφορεί έξω και κάνει τη δουλειά του. Βέβαια, αυτή η άποψη έχει αξία και βάρος, αν
διατυπώνεται από κάποιον που δεν έχει ακόμη γευτεί τον πειρασμό του βραβείου, και όχι από έναν
ασυγχώρητα... χορτάτο, όπως θεωρούμαι. Δεν λέω, βέβαια, ότι δεν μ' αρέσουν τα βραβεία ούτε ότι γύρισα
και κανένα πίσω... Είναι μια ηθική σκέψη αυτή που κάνω. Αναγνωρίζω στους γιατρούς, στους φιλοσόφους,
3
στους αρχαιολόγους ότι έσκυψαν πάρα πολύ πάνω από τα πράγματα που έπρεπε να μάθουν. Εγώ δεν
έμαθα τίποτα σκύβοντας πάνω από την ποίηση. Έμαθα να προσέχω.
- Νιώθετε συχνά την έκπληξη ή ακόμη και τη δυσανεξία των ομοτέχνων σας για επιτυχία που απολαμβάνετε
εξαιτίας της ποίησης;
- Αν, χρυσή μου, εκπλήσσονται, θα πει ότι δεν έχουν αιτιολογήσει πως καλώς μου δίνονται τα βραβεία.
Βέβαια, κι ένας άνθρωπος που σε εκτιμάει, επίσης μπορεί να εκπλαγεί που αναγνωρίζεται η δουλειά σου και
σου δίνεται ένα βραβείο. Εγώ είμαι στιγματισμένη ως καταχραστής βραβείων, σχεδόν ότι τα αρπάζω.
- Και το φετινό Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας πώς το υποδεχτήκατε;
- Ένιωσα σαν να με ψήφισαν όλοι για να στενοχωρηθώ. Με τάραξε το παζάρεμα των αρνήσεων και των
θελήσεων που έγινε. Ένα βραβείο έχει μια αξία, όταν δίδεται ομόφωνα. Διότι η θέληση των μισών -μαζί με τη
διπλή ψήφο του προέδρου της επιτροπής- νομίζω ότι τελικά καταντάει να εκφράζει μια αντιδικία μεταξύ των
άλλων μελών και με κάνει να παραπονιέμαι. Γιατί οι αρνήσεις που εκφράστηκαν δεν στηρίχτηκαν και
δημόσια σε μία άποψή τους γι' αυτό που κάνω. Δηλαδή δεν άκουσα κάποιον από τους αρνητές να λέει ότι
«δεν πρέπει να της δοθεί το βραβείο, γιατί αυτό που κάνει δεν είναι ποίηση, αλλά είναι αντιγραφή και
λογοκλοπή». Τέλος πάντων, όπου υπάρχει ανθρώπινος παράγων, τα πράγματα λερώνουν.
- Πώς το εξηγείτε;
- Λέγεται ενόχληση. Ενοχλεί πάρα πολύ ότι είμαι αγαπητή στον κόσμο. Και βεβαίως αυτό υποτιμά
αφάνταστα την ποίησή μου, γιατί της δίνει μια χροιά λαϊκούρας, ευκολίας. Αφού τη συμπαθούν τόσο πολλοί,
πρέπει να είναι κάτι εύκολο...[ …].
- Θεωρείτε ότι έχετε μεγάλη ανοχή και ανεκτικότητα με τους ανθρώπους;
- Το έχω σκεφτεί πολλές φορές. Ίσως είναι και κληρονομικό. Στα παιδικά μου χρόνια...
- Στην Κυψέλη;
- Πάντα στην Κυψέλη - εκεί μεγάλωσα, εκεί έζησα σ' όλη μου τη ζωή. Εκεί ήταν το πατρικό μου, εκεί ήταν το
συζυγικό μου και το τωρινό, δίπλα απ' το συζυγικό μου. Όλη η ζωή μου είναι εκεί, τεσσάρων ετών πήγα.
Είναι αυτά που λέω ότι πολύ δύσκολα μεταφέρεται κανείς παραπέρα από το παραπλεύρως... Θυμάμαι
λοιπόν να χτυπάει την πόρτα μια γειτόνισσα, να της πιάνει κουβέντα και η μάνα μου να διστάζει να πει ότι
έχει το φαΐ στη φωτιά. Κι έχω δει πολλές φορές τη μάνα μου να ολοφύρεται, γιατί είχε καεί το φαΐ από την
αδυναμία της να πει στη γειτόνισσα τι συμβαίνει. Αυτό το κληρονόμησα στο έπακρον και σε κακοηθέστερη
μορφή. Το να κάψεις ένα φαγητό, δεν πειράζει. Το να κάψεις τον εαυτό σου, πειράζει. Η ευγένεια και η
μεγάλη οικειότητα δίνουν άλλη υπόσταση στα πράγματα. Η απόσταση είναι ένα σοφό εύρημα της
αυτοσυντήρησής μας.
- Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης η αυριανή, η 21η Μαρτίου, η Εαρινή Ισημερία κάθε χρόνου. Γιορτάζεται άρα η
ποίηση;
- Δεν γνωρίζω την ποίηση παρά μόνον εξ όψεως και από πολύ μακριά, χωρίς να είμαι διόλου σίγουρη ότι
αυτή είναι. Έτσι, τη γιορτάζω κατά μόνας κάθε μέρα, με το να την επιζητώ και να την ψάχνω κάθε μέρα, επί
χρόνια, σβήνοντας κι ανάβοντας τα... πολυετή κεράκια στα καθημερινά γενέθλιά της. Ωστόσο, φέτος σπάζω
τον κανόνα: αποδέχτηκα την πρόταση της Εταιρείας Συγγραφέων να διαβάσουμε κάποιοι ποιητές, στο
Public της πλατείας Συντάγματος, ποιήματα του Ελύτη και μόνον, μια και είναι σ' εκείνον αφιερωμένο το
2011.
- Με ποιον τρόπο πλησιάζει κανείς την ποίηση;
- Η ποίηση πρέπει να μαγέψει. Είναι η μαγεία κριτήριο της αξίας του έργου; Για μένα είναι. Χθες το βράδυ
είχα ανοίξει το βιβλίο του Ελύτη, και μου συνέβη όλη τη νύχτα να χοροπηδάνε στο κεφάλι μου, ακατάλληλοι
στίχοι, κακοί στίχοι... Πάντως, επιθυμία κάποιων στίχων να γραφτούν. Δηλαδή η επιρροή του καλού ήταν
πολύ μεγάλη επάνω μου. Ενώ μάλλον σε νέκρα βρίσκεται ο εγκέφαλός μου αυτή την εποχή. Αλλά όλη η
νύχτα ήταν βρικολακιασμένη από αυτή την επιθυμία.
4
- Μία από τις κατηγορίες που σας προσάπτουν είναι ότι έχετε ένα συγκεκριμένο στυλ να εκφράζεσθε. Τι
απαντάτε;
- Αυτό είναι το στυλ μου. Δεν το καλλιεργώ, αλλά ούτε το καταπολεμώ, γιατί δεν έχω ένα άλλο. Αυτό μπορώ
να κάνω, κι έτσι μπορώ να φερθώ. Μη μου πεις ότι αφηνόμαστε στις συμπεριφορές μας χωρίς να έχουμε
κάνει μια προσπάθεια να τις τιθασεύσουμε... Το μίσος μου το τιθασεύω. Διότι υπάρχει και μέσα μου. Αλλά
κάποια στάχτη του ρίχνω στα μάτια και είναι λιγότερο βλαβερό, και για μένα την ίδια. Στυλ, βεβαίως στυλ.
Αλλά όχι εκείνο λειτουργεί με κανόνες. Αυτό δεν ξέρω να το κάνω. [ …].
- Τι σας ανησυχεί περισσότερο στη σημερινή Ελλάδα;
- Αυτή την εποχή έχουμε μια εξαιρετικότητα, που δεν είχα ξαναζήσει: την οικονομική κρίση. Γεννήθηκα το
1931 και έζησα την περίοδο που τα χρήματα ήταν εκατομμύρια. Θυμάμαι τη μάνα μου να μου δίνει μερικά
εκατομμύρια να πάρω σοκολάτα. Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω την κατάσταση. Το σημερινό λοιπόν
είναι ένα καινούργιο βίωμα, που με αφορά, που με θίγει, στο μικρό μέτρο ακόμα, αλλά με απασχολεί πολύ τι
κάνουν αυτοί οι άνθρωποι που θίγονται απολύτως; Οι άνεργοι, αυτοί που βλέπουν το μισθό τους να
μειώνεται... Αυτό δεν είναι αστείο. Με απασχολούν πολύ οι άνθρωποι που πλήττονται και θα επιβαρυνθεί η
ζωή τους και η ποιότητά της και δεν ξέρω πώς θ' αντιδράσει ο κόσμος. Κατά τ' άλλα η εποχή με ανησυχεί,
όπως θα με ανησυχούσε και κάθε άλλη.
- Τι ελπίζετε να καταφέρει η γενιά των εγγονιών σας που η δική σας δεν κατάφερε;
- Το μόνο που ελπίζω, και είμαι βεβαία ότι θα καταφέρει, είναι να προσαρμοστεί. Πιστεύω ότι τα πάντα
προσαρμόζονται, προκειμένου να επιζήσει η ζωή.
- Είναι λίγο συμπιεσμένη ελπίδα...
- Ναι, είναι. Αλλά, τι να ελπίζω; Δεν μπορώ να φανταστώ τους νέους ούτε λιγότερο δυναμικούς, ούτε πιο
ολιγαρκείς. Δεν είναι ολιγαρκής ο άνθρωπος. Θέλει πολλά, αυτή είναι η φύση του: να θέλει. Νομίζω ότι είναι
μια περίοδος που δεν μπορεί να εξυπηρετήσει αυτή την τάση του. Κι έχω την εντύπωση ότι θα κρατήσει
πάρα πολύ.
- Και τι φοβάστε ότι η γενιά των εγγονιών σας έχασε οριστικά;
- Νομίζω ότι έχει χάσει το αίσθημα της ασφάλειας. Κάποτε ήμασταν ήσυχοι για κάποια πράγματα.
Σπουδάζουμε, άρα... Τώρα δεν υπάρχει «σπουδάζουμε, άρα...». Έκλεισε. Το σύνθημα της παλαιότερης
γενιάς ήταν «τα εφόδια». Τώρα, η εγγονή μου πάει στη Φιλολογία. Τι είναι αυτό, είναι εφόδιο; Γιατί δεν αρκεί
η καλλιέργεια. Ουδείς έζησε καλλιεργημένος και μόνον! Έζησε και χορτάτος!
- Καθώς ωριμάζετε, εμπιστεύεστε πιο εύκολα ή πιο δύσκολα τους ανθρώπους;
- Όχι, απλώς δεν χρειάζομαι να τους εμπιστευτώ. Ξέρω πόσο δύσκολο είναι να μείνουν οι άνθρωποι
σταθεροί στις συμπεριφορές τους. Αντιλαμβάνομαι ότι γνώμονας και ρυθμιστικός παράγων είναι η αστάθεια,
γιατί αυτό βοηθάει τον άνθρωπο να ελίσσεται και να επιβιώνει.
- Τι σας ξεκουράζει;
- Με ξεκουράζει πάρα πολύ να αισθανθώ, σπανίως, ότι κάτι που έγραψα είναι πολύ καλό ή καλό. Με
ξεκουράζουν πολύ τα εγγόνια μου να τα βλέπω. Διότι χωρίς να το ξέρω και χωρίς να το ξέρουν τους παίρνω
νεότητα.
- Τι σας λείπει περισσότερο;
- Δύο πράγματα μου λείπουν. Ας μη φανεί μελοδραματικό το ένα: μου λείπει ο Δημουλάς. Δεν μου λείπει
ένας άνδρας ή ένας εραστής. Μου λείπει ο Άθως Δημουλάς. Και μου λείπει πάρα πολύ ο χρόνος. Ο
περισσότερος χρόνος να ζήσω. Μόλις πάτησα το ποδαράκι μου στο ωραίο «8», είμαι πανικόβλητη. Ούτε μ'
αρέσει ο θάνατος ούτε θέλω να πεθάνω.
5