Κεφάλαιο 8 Ολοκληρωµένη Αντιµετώπιση των Φυτοπαράσιτων

Κεφάλαιο 8
Ολοκληρωµένη Αντιµετώπιση
των Φυτοπαράσιτων
Παρά τα µειονεκτήµατα της χηµικής καταπολέµησης των φυτοπαράσιτων και τις
αρνητικές επιπτώσεις της στα αγροοικοσυστήµατα, αλλά και στο περιβάλλον γενικότερα,
και παρά τα ενθαρρυντικά επιτεύγµατα των ερευνητικών φορέων στην προσπάθεια
εξεύρεσης εναλλακτικών µεθόδων φυτοπροστασίας χωρίς παρενέργειες, τα φυτοφάρµακα
συνεχίζουν να διαδραµατίζουν το σηµαντικότερο ρόλο στην προστασία της φυτικής
παραγωγής, ενώ αναγνωρίζεται διεθνώς η ανάγκη συνέχισης της ευρείας χρησιµοποίησής
τους. Αυτό φαίνεται αναπόφευκτο για το παρόν και, τουλάχιστον, το άµεσο µέλλον
εξαιτίας των αυξανόµενων επισιτιστικών αναγκών του πληθυσµού της γης και των υψηλών
απαιτήσεων του σύγχρονου καταναλωτή, για την ικανοποίηση των οποίων η χηµική
καταπολέµηση είναι η πιο άµεσα αποτελεσµατική µέθοδος προστασίας της γεωργικής
παραγωγής στο µέγιστο ποσοστό των περιπτώσεων.
Έτσι σήµερα στην επιστήµη της φυτοπροστασίας γίνεται συνεχής προσπάθεια προς
δύο κατευθύνσεις:
- Την αποτελεσµατική χρήση των φυτοφαρµάκων µε την καλύτερη δυνατή
αξιοποίηση των διαθέσιµων εναλλακτικών µεθόδων φυτοπροστασίας και µε τις
ελάχιστες παρενέργειες των φυτοφαρµάκων στον άνθρωπο (καλλιεργητή,
καταναλωτή), στο αγροοικοσύστηµα και στο περιβάλλον γενικότερα και
- Την έρευνα για εύρεση εναλλακτικών µεθόδων φυτοπροστασίας µε σκοπό
της σταδιακή αντικατάσταση των φυτοφαρµάκων για ένα οικονοµικά και οικολογικά
αποδεκτό αποτέλεσµα.
Με το σκεπτικό αυτό η έννοια της καταπολέµησης εχθρών και ασθενειών των
φυτών παίρνει ευρύτερες διαστάσεις. Η µέθοδος της καταπολέµησης ασφαλείας ή
θεραπείας, της εφαρµογής δηλαδή ενός ή περισσοτέρων φυτοφαρµάκων εναντίον ενός
µεµονωµένου φυτοπαράσιτου για την πρόληψη ή την καταστολή της προσβολής του, δεν
θεωρείται πια επιστηµονικά σωστή µολονότι συνεχίζει ακόµα να έχει πλατειά εφαρµογή
στην πράξη της φυτοπροστασίας. Με τα σηµερινά δεδοµένα και απαιτήσεις επιβάλλεται
για κάθε αγροοικοσύστηµα να υπάρχει µια νέα στρατηγική για την αντιµετώπιση των
εχθρών και ασθενειών των καλλιεργούµενων φυτών συνολικά µε µια συντονισµένη,
πολυδιάστατη και ορθολογικά προγραµµατισµένη µεθοδολογία, γνωστή σαν
Ολοκληρωµένη Αντιµετώπιση (ή Ολοκληρωµένη ∆ιαχείριση) των Φυτοπαράσιτων
(Integrated Pest Management, IPM).
Για την κατάστρωση και εφαρµογή µιας τέτοιας µεθοδολογίας σε δεδοµένο
αγροοικοσύστηµα είναι απαραίτητο να µελετηθούν οι οικολογικοί παράγοντες, η
καλλιεργητική τεχνική, οι ιδιότητες των καλλιεργούµενων φυτών και των εχθρών τους
(βλέπε Σχήµα 2), καθώς και το σύνολο των µεθόδων αντιµετώπισης των εχθρών αυτών
(βλέπε 1. Γενικές έννοιες) που είναι τεχνικά και οικονοµικά εφικτές ώστε όλοι οι χειρισµοί
1
του καλλιεργητή στο αγροοικοσύστηµα να εξασφαλίζουν την προστασία της παραγωγής µε
τρόπο οικονοµικά ικανοποιητικό και οικολογικά αποδεκτό.
Στα φυσικά οικοσυστήµατα, που αποτελούν σύµπλοκα µεγάλου αριθµού ειδών,
φυτικών και ζωικών, υπάρχουν µηχανισµοί αυτορρύθµισης και διατήρησης της βιολογικής
ισορροπίας. Σε ένα αγροοικοσύστηµα όµως η βιολογική ισορροπία διαταράσσεται
δραστικά µε την µονοκαλλιέργεια. Έτσι όλες οι καλλιεργητικές τεχνικές πρέπει να
εντάσσονται στη µεθοδολογία της Ολοκληρωµένης Αντιµετώπισης των Φυτοπαράσιτων µε
σκοπό τη διατήρηση µιας τέτοιας ισορροπίας ώστε οι πληθυσµοί των παράσιτων της
καλλιέργειας να είναι τόσο χαµηλοί που η ζηµία που καθένα από αυτά προκαλεί στην
καλλιέργεια να βρίσκεται κάτω από το οικονοµικό όριο. Το µοντέλο που θα εξασφαλίζει
µια τέτοια οικολογική ισορροπία, οικονοµικά αποδοτική και περιβαλλοντικά αποδεκτή, θα
πρέπει να είναι διαφορετικό για κάθε είδος καλλιέργειας και συνθήκες περιβάλλοντος.
Με την ολοκληρωµένη µέθοδο λοιπόν επιδιώκεται η µικρότερη δυνατή διατάραξη
του οικοσυστήµατος ώστε να διατηρηθούν κατά το δυνατό οι φυσικοί µηχανισµοί που στα
φυσικά οικοσυστήµατα ελέγχουν τους πληθυσµούς των βλαβερών για τη γεωργία ειδών.
Επιπλέον, όταν οι πληθυσµοί των ειδών αυτών σηµειώνουν εξάρσεις, τότε
χρησιµοποιούνται οι πιο εκλεκτικές από τις διαθέσιµες µεθόδους καταπολέµησης (βλέπε
Κεφάλαιο 1).
Όταν είναι ανάγκη να χρησιµοποιηθεί φυτοφάρµακο επιλέγεται και πάλι το
περισσότερο εκλεκτικό ώστε, αν είναι δυνατό, να µειωθεί µόνο ο πληθυσµός του
φυτοπαράσιτου που σηµείωσε έξαρση χωρίς να ενοχληθούν άλλα είδη, ούτε τα είδη εκείνα
που είναι δυνητικά ζηµιογόνα, εφ’ όσον τότε βρίσκονται σε επίπεδο πληθυσµού κάτω από
το οικονοµικό όριο, ούτε βέβαια τα ωφέλιµα είδη, εκείνα δηλαδή που ελέγχουν τον
πληθυσµό των φυτοπαράσιτων.
Τα πλεονεκτήµατα της ολοκληρωµένης µεθόδου έχουν ήδη αναφερθεί: περιορίζει
σηµαντικά τους κινδύνους για τον άνθρωπο και το περιβάλλον από τα φυτοφάρµακα και,
συνήθως, περιορίζει το κόστος της φυτοπροστασίας. Όµως η µέθοδος αυτή έχει και
απαιτήσεις από τα οποίες οι κύριες είναι:
α. Καλή γνώση των βιολογικών, οικολογικών και καλλιεργητικών παραµέτρων του
αγροοικοσυστήµατος καθώς και
β. Ειδικευµένο και ευσυνείδητο προσωπικό για την παρακολούθηση των
παραµέτρων αυτών και την τροποποίηση τους, σε όποιες είναι δυνατό.
Εξαιτίας των απαιτήσεων αυτών οι ολοκληρωµένες µέθοδοι καταπολέµησης
αναπτύσσονται σταδιακά στις διάφορες καλλιέργειες.
Αρχικά, ιδιαίτερη επιτυχία σηµειώθηκε παγκόσµια στην ολοκληρωµένη
αντιµετώπιση εχθρών των δενδρωδών καλλιεργειών µε επίκεντρο τη βιολογική
καταπολέµηση του τετράνυχου των οπωροφόρων Panonychus ulmi.
Σε φυσικά οικοσυστήµατα, ανάµεσα στους βιολογικούς εχθρούς των ακάρεων
Tetranychidae πρωτεύουσα θέση κατέχουν αρπακτικά ακάρεα της οικογένειας
Phytoseiidae. Σε καλλιέργειες µηλιάς στην Ευρώπη, στη Νέα Ζηλανδία και σε περιοχές της
Β. Αµερικής το αρπακτικό άκαρι Typhlodromus pyri διατηρεί το P.ulmi σε χαµηλά, µη
ζηµιογόνα επίπεδα εφ’ όσον οι παραγωγοί χρησιµοποιούν εκλεκτικά γι’ αυτό
2
φυτοφάρµακα εναντίον της καρπόκαψας της µηλιάς, Carpocapsa pomonella και των
άλλων, δευτερεύουσας σηµασίας εντοµολογικών εχθρών (αφίδες, ψύλλες, Operophthera
brumata) καθώς και εναντίον των µυκητολογικών ασθενειών (φουζικλάδιο, ωίδιο).
Πρόσφατα µάλιστα το T. pyri έχει αναπτύξει ανθεκτικότητα σε οργανοφωσφορικά
(azinphos methyl) και καρβαµιδικά (carbaryl) εντοµοκτόνα στην Αγγλία (εργασίες του
συγγραφέα) και άλλες περιοχές, και έτσι έχει καταστεί δυνατό να συµπεριληφθούν στα
προγράµµατα Ολοκληρωµένης Αντιµετώπισης φυτοφάρµακα που παλιότερα δεν ήταν
εκλεκτικά για τα αρπακτικά.
Παρόµοια µε το T. pyri χρησιµοποιούνται ευρύτατα πια σε συστήµατα
ολοκληρωµένης αντιµετώπισης τα συγγενή του είδη Typhlodromus occidentalis στις
∆υτικές Πολιτείες των ΗΠΑ και το Αmblyseius fallacis στις Β.Α. Πολιτείες για την
καταπολέµηση και πάλι τετρανύχων στη δενδροκοµία. Ειδικά στην περίπτωση του A.
fallacis οι καλλιεργητές µηλιάς έχουν τη δυνατότητα να εισάγουν τα δεδοµένα της φυτείας
τους σε ένα τερµατικό µικροϋπολογιστή µέσα από την εκµετάλλευσή τους και να πάρουν
στιγµιαία απάντηση για χειρισµούς ολοκληρωµένης καταπολέµησης από τη βάση
δεδοµένων του Κέντρου Έρευνας Παρασιτοκτόνων του Πανεπιστηµίου του Michigan,
εφόσον βέβαια ο υπολογιστής τους έχει σύνδεση µε τη βάση αυτή. Καθοριστικός
παράγοντας στην περίπτωση αυτή είναι η υπάρχουσα αναλογία αρπακτικών προς
φυτοφάγα ακάρεα στη φυτεία. Αν µια αντιπροσωπευτική δειγµατοληψία δείξει υψηλή
αναλογία αρπακτικών δεν χρειάζεται κανένας χειρισµός. Αν η αναλογία των αρπακτικών
είναι πολύ µικρή τότε απαιτείται επέµβαση µε µισή ή ολόκληρη δόση ενός εκλεκτικού
ακαρεοκτόνου όπως cyhexatin ή tetradifon.
Έτσι στα προγράµµατα αυτά µειώθηκε δραστικά η εφαρµογή ψεκασµών, ειδικά
εντοµοκτόνων και ακαρεοκτόνων, µε συνέπεια την ελάττωση του κόστους των
φυτοφαρµάκων για κάθε καλλιεργητική περίοδο αλλά και της επιβάρυνσης του
καταναλωτή και του περιβάλλοντος µε τοξικά υπολείµµατα. Υπάρχει βεβαίως σ’ αυτή την
περίπτωση η ανάγκη στενής παρακολούθησης των πληθυσµών από ειδικευµένο προσωπικό
είτε της ίδιας της εκµετάλλευσης είτε έξω από αυτήν (κυρίως ιδιωτικές εταιρείες
συµβούλων, δηµόσιοι φορείς).
Ιδιαίτερη επιτυχία σε προγράµµατα ολοκληρωµένης καταπολέµησης έχουν
σηµειωθεί σε θερµοκήπια, τα οποία αποτελούν σχετικά κλειστά οικοσυστήµατα µε
δυνατότητες τροποποίησης των συνθηκών. Από τη δεκαετία toy 1970 χρησιµοποιούνται σε
πλατειά εµπορική κλίµακα για την καταπολέµηση του τετράνυχου, Tetranychus urticae, το
αρπακτικό άκαρι Phytoseiulus persimilis (Phytoseiidae) και για την καταπολέµηση του
αλευρώδη, Trialeurodes vaporariorum, το υµενόπτερο παράσιτο Encarsia formosa
(Aphelinidae). Αργότερα εισήχθησαν στην εφαρµογή της Ολοκληρωµένη Αντιµετώπισης
των φυτοπαράσιτων στα θερµοκήπια πληθώρα άλλων εντόµων και ακάρεων, ως αρπακτικά
και παράσιτα των φυτοφάγων
Σηµαντικό µειονέκτηµα σ’ αυτή την περίπτωση αποτελεί το γεγονός ότι στο τέλος
κάθε αυξητικής περιόδου το αγροοικοσύστηµα καταστρέφεται µε την αφαίρεση ολόκληρης
της καλλιέργειας (π.χ. αγγουριάς) και των υπολειµµάτων της και έτσι είναι απαραίτητο για
τα νέα φυτά να γίνει νέα εισαγωγή αρπακτικών και παράσιτων. Αυτό βέβαια είναι πάντοτε
τεχνικά δυνατό εφ’ όσον οι βιολογικοί αυτοί παράγοντες καταπολέµησης διατίθενται
3
σήµερα στο εµπόριο σε µορφή που µπορεί να χειριστεί ο παραγωγός ευκολότερα από τα
φυτοφάρµακα. Όµως οι εισαγωγές των ωφέλιµων επιβαρύνουν το κόστος της καλλιέργειας.
Λεπτοµερή στοιχεία για την σύγκριση κόστους για τον παραγωγό της χηµικής
µεθόδου καταπολέµησης και της ολοκληρωµένης αντιµετώπισης δεν είναι δυνατόν να
παρατεθούν εδώ. Πάντως είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι εφ’ όσον είναι γνωστές οι ιδιότητες
των παραγόντων που παίζουν καθοριστικό ρόλο στη φυτοπροστασία σε ένα
αγροοικοσύστηµα και εφ’ όσον στην εκµετάλλευση υπάρχει προσωπικό ικανό να
παρακολουθεί την εξέλιξη των παραγόντων αυτών, η ολοκληρωµένη αντιµετώπιση των
φυτοπαράσιτων θα πρέπει να συµφέρει οικονοµικά για τους λόγους που προαναφέρθηκαν,
µε την προϋπόθεση βέβαια ότι η προτίµηση και οι τιµές του εµπορίου για προϊόντα που
προέρχονται από τέτοια παραγωγική διαδικασία, αντισταθµίζουν το επιπλέον κόστος.
4