close

Enter

Log in using OpenID

12ο 12th - the ECTN Association Portal

embedDownload
ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ Μ.Π.Σ. “ΙΑΤΡΙΚΗ ΧΗΜΕΙΑ”
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
12
ο
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΧΗΜΕΙΑΣ
ΙΑΤΡΙΚΗ ΧΗΜΕΙΑ:
Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων
12-15 Απριλίου 2011
Συνεδριακό και Πολιτιστικό Κέντρο
Πανεπιστημίου Πατρών
CONFERENCE PROGRAM
and A B S T R A C T B O O K
FOURTEEN YEARS GRADUATE PROGRAM
“MEDICINAL CHEMISTRY”
UNIVERSITY OF PATRAS
12
th
CONFERENCE
MEDICINAL CHEMISTRY
MEDICINAL CHEMISTRY:
Drug Discovery and Design
April 12-15, 2011
Conference and Cultural Center
University of Patras, Patras, Greece
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ Μ.Π.Σ. “ΙΑΤΡΙΚΗ ΧΗΜΕΙΑ”
ΔΙΑΤΜΗΜΑΤΙΚΟ METAΠTYXIAKO ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
«ΙΑΤΡΙΚΗ ΧΗΜΕΙΑ: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη
Φαρμακευτικών Προϊόντων»
University of Patras
12ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΧΗΜΕΙΑΣ
PROGRAM
and
ABSTRACTS
April 12-15, 2011
Conference and Cultural Centre,
University of Patras, Greece
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ Μ.Π.Σ. “ΙΑΤΡΙΚΗ ΧΗΜΕΙΑ”
Κεντρικοί Ομιλητές
James D. Watson, Nobel in Medicine and Physiology (2011)
Andrew V. Schally, Nobel in Medicine and Physiology (2010)
Δημήτριος Νανόπουλος (2009)
Jean-Marie Lehn, Nobel in Chemistry (2008)
Kυριάκος Νικολάου (2007)
Αριστείδης Πατρινός (2006)
Χαράλαμπος Γαβράς (2005)
Κωνσταντίνος Σέκερης (2004)
Μιχάλης Μαραγκουδάκις (2003)
Χρήστος Πλατσούκας (2002)
Αθανάσιος Γιάννης (2001)
Βάσω Αποστολοπούλου (2000)
ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
ΟΙ ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΕΣ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ Μ.Π.Σ. “ΙΑΤΡΙΚΗ ΧΗΜΕΙΑ”
1997-2011
ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΑ 14ΕΤΙΑΣ
ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΣΠΟΥΔΩΝ
“Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων”
ΤΜΗΜΑΤΑ ΧΗΜΕΙΑΣ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗΣ
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
ΕΝΑ ΦΥΤΩΡΙΟ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΠΟΛΟΣ ΕΛΞΗΣ
ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ
ΈΝΑ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
ΣΤΗΝ ΧΗΜΙΚΗ, ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΪΑΤΡΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ
ΚΑΙ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
Συμπληρώνονται εφέτος δεκατέσσερα χρόνια λειτουργίας (1997-2011) για το Διατμηματικό
Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων»
των Τμημάτων Χημείας και Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Πατρών. Το Πρόγραμμα έχει να επιδείξει
μια αξιοζήλευτη εκπαιδευτική και ερευνητική δραστηριότητα με πολύ υψηλές επιδόσεις στην Ελλάδα και
Διεθνώς στην Εκπαίδευση, Έρευνα, Τεχνολογία και Καινοτομία.Το Πρόγραμμα, έχει βραβευθεί πρόσφατα
με την απονομή του Τίτλου Euromaster, μετά από αξιολόγηση, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ECTN.
Οι ερευνητές του, Διεθνούς Κύρους και Εμβέλειας, έχουν πραγματοποιήσει σημαντικά ερευνητικά
επιτεύγματα τα οποία έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον διακεκριμένων ερευνητών για συνεργασίες και
αξιοποίηση Προϊόντων και Μεθόδων σε Τεχνολογίες Αιχμής, όπως: 1. Καινοτομικές Φαρμακευτικές
Συνθέσεις Υψηλής Τεχνολογίας και Μεγάλης Σημασίας στην Ιατρική, και 2. Σημαντικές για την Ιατρική
Επιστήμη, Βιοχημικές Μελέτες και Διαγνωστικές Μεθόδοι σε επίπεδο βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας.
Ειδικότερα οι ερευνητές του Προγράμματος με την συμβολή των μεταπτυχιακών φοιτητών τους έχουν
αναπτύξει νέες Τεχνολογίες στον Σχεδιασμό, Σύνθεση, Προσομοίωση, Ανάλυση και Φαρμακολογική
Αξιολόγηση Βιομορίων, με στόχο Νέα Φαρμακευτικά Προϊόντα και Μεθόδους, και μια σημαντική
ερευνητική δραστηριότητα τα τελευταία χρόνια, γεγονός το οποίο έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον
διακεκριμένων Ερευνητών από Ελλάδα και Εξωτερικό για συνεργασία.
Στα δεκατέσσερα χρόνια λειτουργίας του Προγράμματος έχουν απονεμηθεί διακόσια τέσσερα
(204) Μεταπτυχιακά Διπλώματα Ειδίκευσης (ΜΔΕ) και εικοσιέξι (26) Διδακτορικά Διπλώματα (ΔΔ) σε
ισάριθμους αποφοίτους. Οι απόφοιτοι με Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης είτε συνεχίζουν για
Διδακτορικό Δίπλωμα είτε όπως προκύπτει από καταγραφή απασχόλησής των, έχουν εξαιρετική
απορρόφηση ως εξειδικευμένα στελέχη σε σχετικούς εργασιακούς χώρους στο Δημόσιο και Ιδιωτικό
Τομέα, ενώ πολλοί εξ αυτών συνεχίζουν μεταδιδακτορικές έρευνες σε κορυφαία Πανεπιστήμια. Το
Πρόγραμμα διαθέτει εξοπλισμό Υψηλής Τεχνολογίας, γεγονός το οποίο έχει συμβάλλει στο πολύ υψηλό
επίπεδο Έρευνας και Τεχνολογίας που έχει αναπτύξει.
Το Πρόγραμμα έχει οργανώσει δώδεκα (12) Συνέδρια με Διεθνή Συμμετοχή τα οποία
συνδυάζονται με την απονομή των Μεταπτυχιακών Διπλωμάτων Ειδίκευσης που γίνεται κάθε χρόνο στην
διάρκεια του Μαρτίου από το 2000 που έγινε και η πρώτη απονομή. Το Πρόγραμμα έχει καθιερώσει
επίσης και τιμά στην διάρκεια του Συνεδρίου έναν διακεκριμένο Ερευνητή που συνεργάζεται με το
Πρόγραμμα ή έχει συμβάλλει στην Βιοϊατρική Έρευνα. Οι μέχρι τώρα προσκληθέντες και τιμηθέντες είναι
κατά σειράν: James D. Watson Nobel Ιατρικής και Φυσιολογίας (2011), Andrew V. Schally, Nobel
Ιατρικής και Φυσιολογίας (2010), Δημήτριος Νανόπουλος, Ακαδημαϊκός, Πανεπιστήμιο Texas AM στις
ΗΠΑ (2009), Jean Marie Lehn, Nobel Χημείας (2008), Κυριάκος Νικολάου, Scripps Research Institute,
San Diego, ΗΠΑ (2007), Άρης Πατρινός, (2006), Χαράλαμπος Γαβράς, Βoston University, ΗΠΑ (2005),
Κωνσταντίνος Σέκερης, (2004), Μιχάλης Μαραγκουδάκις, (2003), Χρήστος Πλατσούκας, (2002),
Αθανάσιος Γιάννης, (2001) και Βάσω Αποστολοπούλου, Πανεπιστήμιο Μελβούρνης, Αυστραλία (2000).
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
Η Μεταπτυχιακή Έρευνα αποτελεί το θεμέλιο για Πρόοδο και Ανάπτυξη της χώρας. Το
συγκεκριμένο Διατμηματικό Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα “Ιατρικής Χημείας” υποστηριζόμενο από
διακεκριμένους ερευνητές στην Ελλάδα και το Εξωτερικό με το σπουδαίο ερευνητικό και καινοτομικό έργο
του προβάλλει το Πανεπιστήμιό μας στην Ελληνική Πανεπιστημιακή Κοινότητα και Διεθνώς. Οι απόφοιτοί
του με τα εφόδια από την απόκτηση εξειδικευμένων γνώσεων στελεχώνουν έναν σημαντικό τομέα της
Ελληνικής Οικονομίας, όπως είναι η Φαρμακευτική Βιομηχανία, καθώς και άλλους Τομείς Υγείας και
συμβάλλουν στην Πρόοδο, Καινοτομία και Ανάπτυξη επ’ ωφελεία του Κοινωνικού Συνόλου.
Ιωάννης Ματσούκας
Καθηγητής Χημείας
Διευθυντής ΜΠΣ “Ιατρική Χημεία”
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
Πρόλογοι
Forewords
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
FOREWORD
WELCOME TO THE MEDICINAL CHEMISTRY GRADUATE PROGRAM
FROM BASIC TO APPLIED RESEARCH
EUROMASTER LABELED PROGRAM (ECTN ASSOCIATION)
John M. Matsoukas
Professor of Chemistry
University of Patras, Greece
Head of Medicinal Chemistry Program
“Medicinal Chemistry: Drug Discovery and Design”
The Graduate Program “Medicinal Chemistry: Drug Discovery and Design” of the University of Patras has
completed its 14th year of operation. The program is a joint collaboration of the two Departments, Chemistry and
Pharmacy, with the participation of the Departments of Medicine and Biology. Program has been successful so far
with outstanding research and academic activities in the field of Medicinal Chemistry, attracting the interest of world
leading scientists for participation and research collaboration. Main research interests of Program are focused on the
Organic and Peptide Synthesis of Biomolecules, Rational Design with Aided Computer and Modeling Methods,
Biological Evaluations in Vitro and in Vivo, Molecular Biology, Molecular Medicine, Toxicology, Biomedical
Analysis, Pharmacognocy, Pharmacokinetics, Research Methods. The program has organized since 2000, twelve (12)
Medicinal Chemistry Conferences with International participation. The Program honors each year a distinguished
scientist for important contribution to Biomedical Research and Science.
Over two hundred Masters and PhD students have graduated from the Program since 2000 which offered in
particular 175 titles for the Master and 25 titles for the PhD Degree, all of the graduates with successful careers in the
Academia, Public or Industrial Sector. Program provides highly trained students to the benefit of the European
Economy and Society. Program is giving emphasis to the research which is carried out during the last two semesters
after a courses semester. Innovative Products and Methods from the graduate students are published annually in high
stand journals. Patent applications with lead drugs and methods in Cancer, Hypertension, Multiple Sclerosis and other
diseases have been also submitted to local and National Patent Agencies.
So far the Program has honored outstanding scientists in the field: James D. Watson, Nobel of Medicine and
Physiology, Cold Spring Harbor Laboratory (2011), Andrew V. Schally, Nobel of Medicine and Physiology,
University of Miami, USA (2010), Dimitrios Nanopoulos,University of Texas, USA (2009), Jean- Marie
Lehn, Nobel of Chemistry, Louis Pasteur University, College de France (2008), Kyriakos Nikolaou, Scripps
Research Institute, USA (2007), Aristidis Patrinos Synthetic Geonomics, USA (2006), Charalambos
Gavras, Boston University, USA (2005), Konstantinos Sekeris, University of Athens (2004), Michael
Maragoudakis, University of Patras (2003), Chris Platsoukas, Temple University, USA (2002), Athanasios
Giannis, University of Leipzig, Germany (2001), Vasso Apostolopoulou,Austin- Burnet Research Institute, Australia
(2000).
Graduate Research is the Key for Progress and Development in European and Worldwide dimension. This
program is among the top in Greece and Europe for Academic results and achievements and an example in the country
in relating basic with applied research.
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
FOREWORD
Andrew V. Schally, Ph.D., MDhc (Multi), DSc hc
Miller School of Medicine, University of Miami, FL
Nobel Prize in Physiology or Medicine, 1977
It was my honor and pleasure last year to participate in the 11th annual Medicinal Chemistry Conference in
Patras and present the story of the hypothalamic luteinizing hormone releasing hormone (LHRH) also known as GnRH
(gonadotropin releasing hormone). LHRH is the main link between the brain, the pituitary and the gonadal
(reproductive) functions. The isolation and structural determination of LHRH, synthesis of LHRH and its analogs, the
development of depot preparations, and first basic studies on prostate cancer with agonists of LH-RH were all carried
out in my laboratory between 1970 and 1981. Later I participated in the first clinical study with LH-RH agonists in
men with prostate cancer. The analogs of LHRH have many clinical applications in endocrinology, gynecology,
urology, pediatrics and oncology.
An interesting international collaboration on LHRH analogs was started with the group of Prof. John
Matsoukas. In connection with this, I want again to stress the importance not only of collaboration between various
disciplines like chemistry, biology, medicine and pharmacology for progress in research but also of international
cooperation in science and medicine. During many past years, we have been able to witness the significant impact of
international collaboration between my laboratory, hospitals and academic institutions in various countries including
Greece, the land of Alcmaeon, Hippocrates and Aristotle. Much valuable basic and clinical work was carried out and
subsequently published in top journals.
This year, the program committee has organized another conference in medicinal chemistry at the University
of Patras. Dr. James D. Watson, the winner of the 1962 Nobel Prize in Physiology or Medicine was invited as the
guest of honor and plenary speaker for this 12th Medicinal Chemistry Conference. I want to congratulate the program
committee for following in the splendid tradition of previous conferences. I also congratulate the students who will be
presenting their research achievements. I applaud to the international collaboration for the progress of science and
humanity.
I wish all participants the best of success.
Andrew V. Schally, Ph.D., MDhc (Multi), DSc hc
Miller School of Medicine, University of Miami, FL
Nobel Prize in Physiology or Medicine, 1977
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
FOREWORD
Chris D. Platsoucas, Ph.D., D.Sc. (h.c.)
Old Dominion University
I am very pleased that the Program of Postgraduate Studies in Medicinal Chemistry of the University of
Patras has received this academic year the Euromaster label of excellence by the E.U. This is a great achievement of
major significance which is awarded only after an extensive scientific review. This award reflects the excellence of
the Medicinal Chemistry Program and the recognition and respect that the Program receives by the international
scientific community. The Euromaster label will further enhance research collaboration and other scientific
interactions between the University of Patras and universities in the E.U. and other parts of the world. I note that this is
the first graduate program in Greece to receive such a distinction.
I would like to congratulate, the faculty members of the Program and the University of Patras for initiating
and maintaining such a vibrant and productive graduate program. Also, I would like to congratulate the over 200
Ph.D. and Masters Students who have graduated from the Program over the last 11 years. It is indeed remarkable the
work that has been accomplished. The impact of this Program is very extensive both for the continuing development of
biomedical research in Greece and for providing highly trained scientists for the further development of the Greek
economy. Many of the graduates of the Program have continued/are continuing their studies or are pursuing research
careers in Greece, other European countries or in the U.S. As a graduate myself from the Department of Chemistry of
the University of Patras more than thirty five years ago, I am delighted for this great success. Also, I am very pleased
that I have been associated with the Program as a member of the Advisory Committee from the time it was founded.
The Graduate Program in Medical Chemistry in its 12th year has been developed to an outstanding Program.
A major strength of this Program is its truly interdisciplinary nature and extents across Chemistry, Pharmacology,
Biology and Medicine. This type of interdisciplinary programs are very timely and likely to be very fruitful. They
have substantially increased our understanding of the molecular and cellular basis of human disease and this permits
the development of new molecular and cellular approaches for diagnosis and treatment of human disease.
With all best wishes for continuing success,
Chris D. Platsoucas, Ph.D., D.Sc. (h.c.)
Dean, College of Sciences
Director, Center for Molecular Medicine
Professor of Biological Sciences
Old Dominion University
Norfolk, VA 23529
USA
Tel 757-683-3277
Fax 757-623-3720
[email protected]
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
FOREWORD
ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
Μιχαήλ Μαραγκουδάκις
Τμήμα Ιατρικής, Πανεπιστήμιο Πατρών
Η σημερινή εικόνα των Πανεπιστημίων της χώρας μας θα ήταν τελείως διαφορετική αν υπήρχαν πολλά
Μεταπτυχιακά Προγράμματα όπως αυτό της Ιατρικής Χημείας που λειτουργεί με το ίδιο ενθουσιασμό διδασκόντων
και διδασκομένων τα τελευταία 10 χρόνια.
Πιστεύω ότι για να αλλάξει η ζοφερή εικόνα που παρουσιάζουν τα Ελληνικά Πανεπιστήμια είναι απαραίτητο
οι εμπνευσμένοι Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, ιδιαίτερα αυτοί που έχουν παραστάσεις και διεθνή αναγνώριση, να
συμμετέχουν στη προσπάθεια για σοβαρή μεταπτυχιακή εκπαίδευση και στην δημιουργία νησίδων Επιστημονικής
Αριστείας.
Ο άλλος παράγοντας που θα βοηθούσε καθοριστικά στη πραγματοποίηση αυτού του στόχου είναι η
γεναιόδωρη και συνεχής χρηματοδότηση της μεταπτυχιακής έρευνας. Αυτό είναι απαραίτητο για την ανάπτυξη
σύγχρονης ερευνητικής υποδομής και αύξηση του ερευνητικού δυναμικού της χώρας.
Είναι χρέος της πολιτείας και των ανθρώπων του πνεύματος προς τη νέα γενιά να ανοίξουν σ’αυτή το δρόμο
της επιστήμης. Η γενιά αυτή δικαιολογημένα αγανακτεί για την αβεβαιότητα της επαγγελματικής τους αποκατάσταση
στην πρωτοφανή οικονομική κρίση και την κρίση αξιών σε όλα τα επίπεδα.
Ο δρόμος της επιστήμης πρέπει και μπορεί να προταθεί σαν ένα καινούργιο μοντέλο ζωής, επειδή η επιστήμη
συνδέεται ενδογενώς με την αξιοπρέπεια, την ανιδιοτέλεια, την ταπεινοφροσύνη και την αναζήτηση της αλήθειας.
Επιπλέον το Πανεπιστήμιο δεν έχει μόνο υποχρέωση να εκπαιδεύει ικανούς επιστήμονες και ώριμους πολίτες
με αξίες και ιδανικά αλλά και να συμβάλλει στην ανάπτυξη και ευημερία της κοινωνίας. Η συνεισφορά των
Πανεπιστημίων στην ανάπτυξη καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών πληροφορικής, τηλεπικοινωνιών, Βιοϊατρικής
κ.λ.π. είναι γνωστή. Είναι βέβαιο ότι η υπέροχη κληρονομιά της Ελλάδος, το ταλέντο και η εργατικότητα των νέων
ανθρώπων, όταν τους δοθούν τα κίνητρα και οι ευκαιρίες, θα συνεισφέρουν στην πρόοδο της οικονομίας και στην
απομόνωση της βίας και της καταστροφής.
Ο Οικονομικός Δυναμισμός, η Παραγωγικότητα, η Ποιότητα Μόρφωσης και Αισθητικής, η Ποιότητα των
ανθρωπίνων σχέσεων θα εξασφαλίσει την καλύτερη ποιότητα ζωής και θα συμβάλλει στο Διεθνές Κύρος, την
Ασφάλεια και την Αξιόπρεπεια της Χώρας.
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ Μ.Π.Σ. ΙΑΤΡΙΚΗ ΧΗΜΕΙΑ
Αποφοιτήσαντες από το ΜΠΣ “Ιατρική Χημεία” με Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης και
Επιβλέποντες (1998-2011)
Σύνολο: 204
Πρώτη Σειρά: Εγγραφέντες το 1998/Αποφοιτήσαντες το 2000
Αναστασιάδου Μ. Επιβλέπων: Θ.Τσεγενίδης
Αυγέρος Σ. Επιβλέπων: Δ. Παπαϊωάννου
Βαρούνη Σ. Επιβλέπων: Κ.Πούλος
Γκιάτας Ν. Επιβλέπων: Ι.Ματσούκας
Γούλας Σ. Επιβλέπων: Δ. Γάτος
Δεράος Σ. Επιβλέπων: Ι.Ματσούκας
Ζώγα Α. Επιβλέπων: Π. Κορδοπάτης
Κορακάκης Γ. Επιβλέπων: Γ. Σταυρόπουλος
Κουμεντάκος Σ. Επιβλέπων: Π. Κορδοπάτης
Λυμπερόπουλος Α. Επιβλέπων: Γ. Πάϊρας
Μάνεση Α. Επιβλέπων: Π. Κορδοπάτης
Μηλιτσοπούλου Μ. Επιβλέπων: Δ. Παπαϊωάννου
Μητροπούλου Θ. Επιβλέπων: Ν. Καραμάνος
Παναγιωτοπούλου Μ. Επιβλέπων: Σ. Παπαϊωάννου
Παναγόπουλος Α. Επιβλέπων: Κ. Μπάρλος
Σαρηγιάννης Ι. Επιβλέπων: Γ.Σταυρόπουλος
Σηφακάκη Κ. Επιβλέπων: Θ. Τσεγενίδης
Σκαρίμπα Ε. Επιβλέπων: Κ. Μπάρλος
Σταυροπούλου Κ. Επιβλέπων: Δ. Παπαϊωάννου
Τάταρη Μ. Επιβλέπων: Κ. Πούλος
Τζοβόλου Δ. Επιβλέπων: Ν. Καραμάνος
Χαζηαποστόλου Μ. Επιβλέπων: Σ. Παπαϊωάννου
Δεύτερη Σειρά: Εγγραφέντες το 1999/Αποφοιτήσαντες το 2001
Βακαλοπούλου Π. Επιβλέπων: Γ. Σταυρόπουλος
Ζώμπρα Κ. Επιβλέπων: Π. Κορδοπάτης
Καλαϊτζή Β. Επιβλέπων: Κ. Μπάρλος
Κάπου Α. Επιβλέπων: Σ. Νικολαρόπουλος
Καρέτσου Ε. Επιβλέπων: Ε. Παπαδημητρίου
Κατακάλου Χ. Επιβλέπων: Κ. Μπάρλος
Κατσουγκράκη Π. Επιβλέπων: Ν. Καραμάνος
Κυρίκου Ι. Επιβλέπων: Κ. Πούλος
Κωνσταντοπούλου Κ. Επιβλέπων: Δ. Γάτος
Λάππας Ι. Επιβλέπων: Δ. Γάτος
Λεπενιώτη Α. Επιβλέπων: Ι. Ματσούκας
Μαστρογιάννη Ο. Επιβλέπων: Ν. Καραμάνος
Νικολακοπούλου Π. Επιβλέπων: Π. Κορδοπάτης
Τσιακόπουλος Ν. Επιβλέπων: Δ. Παπαϊωάννου
Πολυγένης Δ. Επιβλέπων Θ. Τσεγενίδης
Χουβαρτάς Σ. Επιβλέπων: Χ. Καμούτσης
Τρίτη Σειρά: Εγγραφέντες το 2000/Αποφοιτήσαντες το 2002
Αγόρος Κ. Επιβλέπων: Χ. Καμούτσης
Αδαμόπουλος Π. Επιβλέπων: Κλ. Μπάρλος
Ανδρούτσου Μ. Επιβλέπων: Ι. Ματσούκας
Γάτος Π. Επιβλέπων: Δ. Παπαϊωάννου
Δεράος Γ. Επιβλέπων: Ι. Ματσούκας
Καστρούνη Ε. Επιβλέπων: Κ. Πούλος
Κλιάφα Ε. Επιβλέπων: Ε. Παπαδημητρίου
Λύγδας Χ. Επιβλέπων: Π. Κορδοπάτης
Τέταρτη Σειρά: Εγγραφέντες το 2001/Αποφοιτήσαντες το 2003
Βαμβάτσικος Κ. Επιβλέπων: Δ. Γάτος
Γασπαρινάτου Χ. Επιβλέπων: Χ. Καμούτσης
Δημητρέλλος Β. Επιβλέπων: Ν. Καραμάνος
Ζανιά Π. Επιβλέπων: Γ. Σταυρόπουλος
Ζουριδάκης Μ. Επιβλέπων: Ν. Καραμάνος
Καραχάλιου Δ. Επιβλέπων: Δ. Γάτος
Καρκούλιας Γ. Επιβλέπων: Ν. Καραμάνος
Κασκάνη Χ. Επιβλέπων: Κ. Πούλος
Κελαϊδώνης Κ. Επιβλέπων: Ι. Ματσούκας
Κυρίτσης Ν. Επιβλέπων: Δ. Παπαϊωάννου
Μαγουλάς Γ. Επιβλέπων: Δ. Παπαϊωάννου
Μπελεκούκιας Κ. Επιβλέπων: Γ. Σταυρόπουλος
Παπακωνσταντίνου Μ. Επιβλέπων: Γ. Σταυρόπουλος
Προύσαλης Κ. Επιβλέπων: Θ. Τσεγενίδης
Σίδερης Σ. Επιβλέπων: Ε. Παπαδημητρίου
Σταυροπούλου Χ. Επιβλέπων: Ν. Καραμάνος
Φράγκου Α. Επιβλέπων: Δ. Γάτος
Μάρκος Σ.Επιβλέπων: Δ. Γάτος
Νικολινάκου Α. Επιβλέπων: Γ. Πάϊρας
Νταλταγιάννη Χ. Επιβλέπων: Γ. Σταυρόπουλος
Παπαγεωργίου Γ. Επιβλέπων: Π. Κορδοπάτης
Παπαδημητρίου Π. Επιβλέπων: Σ. Νικολαρόπουλος
Ρουμελιώτη Π. Επιβλέπων: Θ. Τσεγενίδης
Στάμου Α. Επιβλέπων: Γ. Πάϊρας
Τζαβάλας Σ. Επιβλέπων: Θ. Τσεγενίδης
Τσέλιος Θ. Επιβλέπων: Θ. Τσεγενίδης
Φουρτούνα Μ. Επιβλέπων: Π. Κορδοπάτης
Πέμπτη Σειρά: Εγγραφέντες το 2002/Αποφοιτήσαντες το 2004
Hussein A.Επιβλέπων: Χ. Καμούτσης
Αναστασοπούλου Μ. Επιβλέπων: Ι. Ματσούκας
Ανδριοπούλου Π. Επιβλέπων: Γ. Πάϊρας
Γαρνέλης Θ. Επιβλέπων: Δ. Παπαϊωάννου
Γούλα Η. Επιβλέπων: Δ. Γάτος
Ζάντε Χ. Επιβλέπων: Θ.Τσεγενίδης
Ζαχαράκης Ν. Επιβλέπων: Ν. Τσοπάνογλου
Θεοδωροπούλου Π. Επιβλέπων: Χ. Φλωρδέλλης
Κατσάρα Μ. Επιβλέπων: Ν.Καραμάνος-I. Ματσούκας
Λαμπροπούλου Ε. Επιβλέπων: Χ. Φλωρδέλλης
Μακροδούλη Ε. Επιβλέπων: Γ. Σταυρόπουλος
Μανιουδάκη Μ. Επιβλέπων: Ε. Παπαδημητρίου
Πανταζάκα Ε. Επιβλέπων: Δ.Παπαϊωάννου
Παπαναστασίου Ι. Επιβλέπων: Ι. Ματσούκας
Παππά Χ .Επιβλέπων: Δ Γάτος
Πετρίδου Έ. Επιβλέπων: Δ Παπαϊωάννου -Γ. Τσιβγούλης
Σάκκουλα Ε. Επιβλέπων: Ν. Τσοπάνογλου
Συνοδινός Λ. Επιβλέπων: Γ.Πάϊρας
Τσίπα Χ. Επιβλέπων: Κ. Πούλος
Φωτεινόπουλος Γ. Επιβλέπων: Γ. Σταυρόπουλος
Χαρμπίλα Α. Επιβλέπων: Κ. Μπάρλος
Έκτη Σειρά: Εγγραφέντες το 2003/Αποφοιτήσαντες το 2005
Βασιλείου Ζ. Επιβλέπων: Δ. Γάτος
Γαλανάκης Π. Επιβλέπων: Γ. Σπυρούλιας
Θεοδωρακοπούλου Ό. Επιβλέπουσα: Ε. Παπαδημητρίου
Καραθανασοπούλου Ι. Επιβλέπων: Ν. Καραμάνος
Λεβεντάκου Β. Επιβλέπων: Θ. Τσεγενίδης
Μουλκιώτη Χ. Επιβλέπουσα: Ε. Παπαδημητρίου
Μποζονέλος Κ. Επιβλέπων: Δ. Δράϊνας
Ρεσβάνη Α. Επιβλέπων: Ι. Ματσούκας
Φρυλίγγου Ε. Επιβλέπων: Ι. Ματσούκας
Φωτεινόπουλος Γ. Επιβλέπων: Γ. Σταυρόπουλος
Χριστοδούλου Μ. Επιβλέπων: Δ. Παπαϊωάννου
Χριστόπουλος Π. Επιβλέπουσα: Α. Μουζάκη
Χρυσάνθη Δ. Επιβλέπων: Π. Κορδοπάτης
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
Έβδομη Σειρά: Εγγραφέντες το 2004/Αποφοιτήσαντες το 2006
Αθανασίου Μ. Επιβλέπουσα: Φ. Λάμαρη
Αθανασοπούλου Ε. Επιβλέπων: Π. Κορδοπάτης
Αναστασόπουλος Χ. Επιβλέπων:Γ. Σταυρόπουλος
Βασιλόπουλος Ι. Επιβλέπων: Δ. Γάτος
Γιαννούσα Σ. Επιβλέπων: Θ. Τσεγενίδης
Δάλκας Γ. Επιβλέπων: Γ. Σπυρούλιας
Ζαχαριάδου Σ. Επιβλέπων: Γ. Τσιβγούλης
Θωμοπούλου Α. Επιβλέπων: Π. Κορδοπάτης
Καρακώστα Ε. Επιβλέπων: Π. Κορδοπάτης
Καρρά Θ. Επιβλέπων: Κ. Μπάρλος
Κατσουλάκου Ε. Επιβλέπων: Π. Κορδοπάτης
Όγδοη Σειρά: Εγγραφέντες το 2005/Αποφοιτήσαντες το 2007
Γκλεζάκος Π. Επιβλέπων: Γ. Σταυρόπουλος
Ευαγγελοπούλου Α. Επιβλέπουσα: Β. Μαγκαφά
Κατσιάρας Β. Επιβλέπων: Κ. Μπάρλος
Κέππα Π. Επιβλέπων: I. Mατσούκας
Λαιμού Δ. Επιβλέπων: Θ. Τσέλιος
Μπαριάμης Σ. Επιβλέπων: Δ. Παπαϊωάννου
Νταής Α. Επιβλέπων: Δ. Γάτος
Ντασκαγιάννη Σ. Επιβλέπων: Ν. Καραμάνος
Ένατη Σειρά: Εγγραφέντες το 2006/Αποφοιτήσαντες το 2008
Αναγνωστόπουλος Π. Επιβλέπων: Χ. Φλωρδέλλης
Βεργανελάκη Α. Επιβλέπων: Θ. Τσεγενίδης
Δεληγιάννη Ε. Επιβλέπων: Χ. Φλωρδέλλης
Κατσιαρίδης Α. Επιβλέπων: Δ. Παπαϊωάννου
Μιχαλάτου Μ. Επιβλέπων: Θ. Τσέλιος
Μπατιστάτος Μ. Επιβλέπων: Σ. Νικολαρόπουλος
Κοκκινογούλη Β. Επιβλέπων: Δ. Παπαϊωάννου
Κοκόλη Σ. Επιβλέπων: Γ. Πάϊρας
Κοσμίδης Α. Επιβλέπων: Π. Κορδοπάτης
Κουτσανδρέα Ε. Επιβλέπων: Σ. Νικολαρόπουλος
Λαλιώτη Ν. Επιβλέπων: Γ. Πάϊρας
Ματσούκας Μ. Επιβλέπων: Θ. Τσέλιος
Νανούρη Κ. Επιβλέπων: Θ. Τσεγενίδης
Παππά Ε. Επιβλέπουσα: Β. Μαγκαφά
Σελασίδη Φ. Επιβλέπων: Γ. Πάϊρας
Σκιαδά Μ. Επιβλέπουσα: Β. Μαγκάφα
Χολέβα Α. Επιβλέπων: Ι. Ματσούκα
Ξένου Ε. Επιβλέπουσα: Α. Μουζάκη
Παπαστρατάκος Α. Επιβλέπων: Χ. Φλωρδέλλης
Σαδίκογλου Ε. Επιβλέπουσα: Ε. Παπαδημητρίου
Σκορδά Δ. Επιβλέπων: Θ. Τσεγενίδης
Σοφέτης Α. Επιβλέπων: Θ. Ζαφειρόπουλος
Στρούμπου Α. Επιβλέπων: Κ. Πούλος
Τάτση Α. Επιβλέπων: Π. Κορδοπάτης
Ντέλλος Φ. Επιβλέπων: Γ. Σταυρόπουλος
Σταυρινού Ε. Επιβλέπων: Ι. Ματσούκας
Τσάρκος Ι. Επιβλέπων: Π. Κορδοπάτης
Τσόλκα Ό. Επιβλέπων: N. Τσοπάνογλου
Δεκατη Σειρά: Εγγραφέντες το 2007/Αποφοιτήσαντες το 2009
Mwanasaka M. Επιβλέπων: Π. Κορδοπάτης
Ζαμπάτης Δ. Επιβλέπων: Ν. Τσοπάνογλου
Ζαχαρίας Ν. Επιβλέπων: Ι. Ματσούκας
Καραβία Ε. Επιβλέπων: Θ. Τσεγενίδης
Κασπίρης Α. Επιβλέπων: Χ. Φλωρδέλλης
Κουζέλης Γ. Επιβλέπων: Δ. Βύνιος
Κροκίδης Μ. Επιβλέπων: Δ. Παπαϊωάννου
Λαμπούση Κ. Επιβλέπων: Π. Κορδοπάτης
Περδικάρης Γ. Επιβλέπων: Ε. Παπαδημητρίου
Πολυζώη Β. Επιβλέπουσα: Α. Μουζάκη
Μανιά Μ. Επιβλέπων: Δ. Γάτος
Ενδέκατη Σειρά: Εγγραφέντες το 2008/Αποφοιτήσαντες το 2010
Ζιωβας Μ. Επιβλέπων: K. Πούλος
Κοντοπίδη Γ. Επιβλέπων: Δ. Γάτος
Λάλα Μ. Επιβλέπων: Σ. Νικολαρόπουλος
Λουτσίδου Α. Επιβλέπων: Γ. Σπυρούλιας
Μπουλντά Α. Επιβλέποντες: Δ. Παπαϊωάννου, Κ.Αθανασόπουλος
Νερούτσος Ε. Επιβλέπων: Ι. Ματσούκας
Πάππος Ι. Επιβλέπων: Ν. Τσοπάνογλου
Συμεού Χ. Επιβλέπων: Χ. Φλωρδέλλης
Ταταράκη Δ. Επιβλέπων: Κ. Μπάρλος
Δωδέκατη Σειρά: Εγγραφέντες το 2009/Αποφοιτήσαντες το 2011
Πετρόπουλος Χ. Επιβλέπων: Β. Μαγκαφά
Μαργιάννη Ε. Επιβλέπων: Φ. Λάμαρη
Παπανίκου Α. Επιβλέπων: Δ. Γάτος
Καρανταλής Β. Επιβλέπων: Δ. Αλεξόπουλος
Μανής Π. Επιβλέπων: Κ. Μπάρλος
Γιάννου Α. Επιβλέπων: Ε. Παπαδημητρίου
Πλώτας Π. Επιβλέπων: Κ. Γεωργακόπουλος, Ι. Ματσούκας
Συμεού Χ. Επιβλέπων: Χ. Φλωρδέλλης
Χατζηχαραλάμπους Β. Επιβλέπων: Δ. Γάτος
Elmubarak M. A. Επιβλέπων: Χ. Κοντογιάννης
Τσουλουγκιάν Β. Επιβλέπων: Θ. Τσέλιος
Μαντζούκας Σ. Επιβλέπων: Φ. Λάμαρη
Μανωλάκου Σ. Επιβλέπων: Ι. Χαμπαίος
Πανταζίδου Γ. Επιβλέπων: Ι. Ματσούκας
Παπαϊωάνου Ι. Επιβλέπων: Μ. Μαραγκός
Αποφοιτήσαντες από το ΜΠΣ “Ιατρική Χημεία” με Διδακτορική Διατριβή και Επιβλέποντες (1998-2011)
Σύνολο: 26
Γούλας Σ. Επιβλέπων: Δ. Γάτος, 2003
Λυμπερόπουλος Α. Επιβλέπων: X. Φλωρδέλλης, 2003
Δεράος Σ. Επιβλέπων: Ι. Ματσούκας, 2004
Ζώγα Α. Επιβλέπων:Ι. Ματσούκας, 2004
Κυρίκου Ι. Επιβλέπων: Κ. Πούλος, 2004
Τσιακόπουλος Ν. Επιβλέπων: Δ. Παπαϊωάννου, 2004
Βακαλοπούλου Π. Επιβλέπων: Γ. Σταυρόπουλος, 2005
Μάνεση Αναστασία Επιβλέπων Θ. Ζαφειρόπουλος 2005
Ζώμπρα Α. Επιβλέπων:Π. Κορδοπάτης, 2006
Καρκούλιας Γ. Επιβλέπων:Χ. Φλωρδέλλης, 2006
Μαγουλάς Γ. Επιβλέπων: Δ. Παπαϊωάννου, 2006
Μαστρογιάννη Ο. Επιβλέπων:Χ. Φλωρδέλλης, 2006
Παπακωνσταντίνου Μ. Επιβλέπων: Χ. Φλωρδέλλης, 2006
Σαρηγιάννης Ι. Επιβλέπων: Γ. Σταυρόπουλος, 2006
Husein A.Επιβλέπων: X. Καμούτσης, 2007
Δεράος Γ. Επιβλέπων: Ι. Ματσούκας, 2007
Ζανιά Π. Επιβλέπων: Χ. Φλωρδέλλης, 2007
Κάπου Α. Επιβλέπων: Π. Κορδοπάτης, 2007
Κασκάνη Χ. Επιβλέπων: Κ. Πούλος, 2007
Ανδρούτσου Μ. Επιβλέπων: Ι. Ματσούκας, 2008
Κατσάρα Μ. Επιβλέπων: Ι. Ματσούκας, 2008
Βασιλείου Ζ. Επιβλέπων: Δ. Γάτος, 2009
Γαρνέλης Θ. Επιβλέπων: Δ. Παπαϊωάννου, 2009
Φρυλίγγου Ε. Επιβλέπων: Ι. Ματσούκας, 2009
Ρεσβάνη Α. Επιβλέπων: Ι. Ματσούκας, 2010
Κελαϊδώνης Κ. Επιβλέπων: Ι. Ματσούκας, 2011
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
Aναλυτικό Πρόγραμμα
Conference Program
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ Μ.Π.Σ. “ΙΑΤΡΙΚΗ ΧΗΜΕΙΑ”
EUROMASTER LABELED PROGRAM (ECTN ASSOCIATION)
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΕΛΕΤΗΣ ΕΝΑΡΞΗΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
Τετάρτη 13 Απριλίου 2011, 19:00
•
Προσφώνηση από Πρυτανικές Αρχές του Πανεπιστημίου Πατρών.
•
Παρουσίαση του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών
“Ιατρική Χημεία” από το Διευθυντή του
Προγράμματος, Καθηγητή κ. Ιωάννη Ματσούκα “ΜΠΣ Ιατρική Χημεία: Δεκατέσσερα Χρόνια Αριστείας –
Euromaster”.
•
Παρουσίαση του Έργου του Καθηγητή James D. Watson, και της Ανακάλυψης της Διπλής Έλικας DNA.
•
Στιγμιότυπα από την Απονομή Βραβείου Nobel στον James D. Watson.
•
Απονομή Τίτλων Τιμής στον Καθηγητή James D. Watson από την Πόλη των Πατρών, το Πανεπιστήμιο και το
Μ.Π.Σ. “Ιατρική Χημεία”.
•
Συναυλία Μίμη Πλέσσα
Με τη συμμετοχή της Πολυφωνικής Χορωδίας Πατρών, υπό τη Διεύθυνση του Σταύρου Σολωμού και της
Ορχήστρας Νυκτών Εγχόρδων του Δήμου Πατρέων, υπό τη Διεύθυνση του Θανάση Τσιπινάκη. Συμμετέχουν οι
σολίστες Φωτεινή Δάρρα, Σπύρος Κλείσσας και Ιώ Νικολάου.
•
Απονομή Τιμητικών Διακρίσεων σε Διακεκριμένους Ερευνητές και σε Αριστούχους Μεταπτυχιακούς Φοιτητές του
Προγράμματος.
Τρίτη 12 Απριλίου 2011, 18:00 – 20:00
Ημερίδα αφιερωμένη στις εξελίξεις για την αντιμετώπιση του Καρκίνου
Προεδρείο: Κούκουρας Δημήτρης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Χειρουργική Κλινική ΠΓΝΠ
Επιπτώσεις από τη θεραπευτική αντιμετώπιση του Καρκίνου του Μαστού.
Adimchi Onyenadum, Ογκολόγος - Παθολόγος ΠΓΝ ΠΑΤΡΩΝ
Η προοπτική της γονιμότητας στη γυναίκα με Καρκίνο.
Γεωργόπουλος Νεοκλής, Ενδοκρινολόγος ΠΓΝ ΠΑΤΡΩΝ
Δουλεύοντας με Ογκολογικούς Ασθενείς. Δυσκολίες, συναισθήματα, διλήμματα του / της γιατρού.
Σπυροπούλου Δέσποινα, Ακτινοθεραπεύτρια- Ογκολόγος ΠΓΝ ΠΑΤΡΩΝ
Ευτυχώς που σε συνάντησα! Η αξία της αλληλοβοήθειας στη γυναίκα με Καρκίνο του Μαστού.
Τζιομάκη Κλαίρη – Κοινωνική Λειτουργός «ΑΛΜΑ ΖΩΗΣ Ν. Αχαΐας»
Πορευόμενη με τον Καρκίνο Μαστού.
Ανδρεά - Αποστολοπούλου Μαρία, Εθελόντρια «ΑΛΜΑ ΖΩΗΣ Ν. Αχαΐας»
Το Συνέδριο είναι Αφιερωμένο στη Μεταπτυχιακή Έρευνα και στην Έρευνα για τον Καρκίνο
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
Τετάρτη 13 Απριλίου 2011
09:00-09:30
ΕΓΓΡΑΦΕΣ
Προεδρείο: Ν. Γρηγοριάδης, Α. Μουζάκη
09:30-09:45
Θ. Κατσίλα – Κ. Ταμβακόπουλος, Division of Pharmacology – Pharmacotechnology, BRAA, Athens
“Σταθερά πεπτιδικά ανάλογα της GNRH: Εν δυνάμει Προϊόντα στη θεραπεία του καρκίνου”
“Stable GNRH analogues: Potential drugs in the treatment of cancer”
09:45-10:00
Α. Μπακανδρίτσος, Department of Materials Science, University of Patras
“Η επίδραση των Νανοεπιστημών στη Βιοϊατρική: Αντιμετωπίζοντας τον Καρκίνο”
“Impact of Nanoscience on Biomedical applications: Fighting Cancer”
10:00-10:15
Δ. Ζαμπάτης, Leibniz Institute for Molecular Pharmacology, Berlin, Germany
“Βιολογική λειτουργία και σημαντικότητα του σηματοδοτικού πεπτιδίου του PAR1”
“Biological function and significance of the PAR1 signal peptide”
10:15-10:30
Μ. Χριστοδούλου, Department of Internal Medicine and Research Institute – Attikon University
General Hospital
“Ρυθμιστικά Τ – Λεμφοκύτταρα σε ασθενείς με Καρκίνο”
“Regulatory T cells in Cancer patients”
10:30-10:45
Α. Σταυρακούδης, Department of Economics, University of Ioannina
“Αλληλεπιδράσεις πεπτιδίου / πρωτεΐνης σε Ανοσολογικά Σύμπλοκα”
“Peptide / protein interactions in Immunogical Complexes”
10:45-11:00
Α. Λουρμπόπουλος – Ν. Γρηγοριάδης, Laboratory of Experimental Neurology and Neuroimmunology,
B’ Dept. of Neurology, AHEPA University Hospital, Thessaloniki
“Ανοσορύθμιση στη Σκλήρυνση κατά Πλάκας μέσω της Μικρογλοίας;”
“Immunoregulation in Multiple Sclerosis through Brain Microglia?”
11:00-11:15
Δ. Καλαβριζιώτη – Α. Μουζάκη, Division of Hematology, Faculty of Medicine, University of Patras
“Ανάλογα επιτόπων της Μυελίνης στη Σκλήρυνση κατά Πλάκας: Στόχος Θεραπευτικό Εμβόλιο”
“Myelin Epitope Analogues in Multiple Sclerosis: Towards Vaccine Therapies”
11:15-11:30
Γ. Συκιώτης, Harvard Reproductive Endocrine Sciences Center, Boston
“Αποκρυπτογράφηση γενετικών νοσημάτων στην γονιδιωματική Εποχή: Το μοντέλο της ανεπάρκειας GNRH”
“Deciphering genetic disease in the genomic era: The model of GNRH Deficiency”
11:30-11:45
Π. Βεργίνης, Laboratory of Autoimmunity and Inflammation, University of Crete
“Ανάλογα της Πρωτεΐνης MOG στην Σκλήρυνση κατά Πλάκας: Ρυθμιστικά Κύτταρα”
“MOG Analogues in Multiple Sclerosis: Regulatory Cells”
11:45-14:30
Διάλειμμα - Poster Session
Προεδρείο: Α. Γεροθανάσης, Π. Παπαθανασόπουλος, Γ. Σπυρούλιας
15:00-15:15
Α. Τζάκος, Department of Chemistry, University of Ioannina
“Ανάπτυξη Βιοδραστικών μορίων για φαρμακευτικούς στόχους”
“Drugging undruggable targets: sculpting ligand selectivity for difficult oncogenic targets”
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
Τετάρτη 13 Απριλίου 2011
15:15-15:30
Δ. Καλογιάννη – Θ. Χριστόπουλος, Department of Chemistry, University of Patras
“Οπτική ανίχνευση ειδικών αλληλουχιών DNA και RNA με την χρήση Νανοσφαιριδίων”
“Specific DNA and RNA sequences in nanoparticles”
15:30-15:45
Α. Παπαλόης, Experimental – Research Center, ELPEN Pharmaceuticals
“Βιοϊατρική Έρευνα νέων προϊόντων και θεραπειών με Κλινικές Εφαρμογές”
“Biomedical Research in the development of new Therapies with Clinical Applications”
15:45-16:00
Θ. Μακατσώρης, Clinical Oncology, University of Patras
“Εξατομικευμένη Θεραπεία του Καρκίνου στην Γονιδιωματική Περίοδο”
“Personalized Cancer Treatment in the Genomic Era”
16:00-16:15
Ν. Δημησιάνος – Π. Παπαθανασόπουλος, Neurology Clinic, University of Patras
“Θεραπεία της Σκλήρυνσης κατά Πλάκας: Νέοι και μελλοντικοί θεραπευτικοί Παράγοντες”
“Multiple Sclerosis Therapy: New and future Agents”
16:15-16:30
Μ. Ανδρούτσου – Ι. Ματσούκας, Department of Chemistry, University of Patras
“Διαδερμική Χορήγηση Φαρμάκων: Νέα προοπτική Σαρτανών στην Υπέρταση”
“Transdermal Drug Delivery: New Sartan perspective in treating Hypertension”
16:30-19:00
Διάλειμμα - Poster Session
19:00
Τελετή Έναρξης Συνεδρίου
Συναυλία Μίμη Πλέσσα
Πέμπτη 14 Απριλίου 2011
Προεδρείο: Δ. Βλαχάκος, Ν. Μοσχονάς
09:00-09:20
Ι. Ματσούκας, Department of Chemistry, University of Patras
“Μιμητές Πεπτιδίων, νέα γενιά: Στοχεύοντας την Σκλήρυνση κατά Πλάκας και την Υπέρταση”
“Peptide mimetics, a new generation of drugs: Fighting Multiple Sclerosis and Hypertension”
09:20-09:40
Μ. Κατσάρα – Β. Αποστολοπούλου, Immunology and Vaccine Laboratory AMREP, Australia
“Θεραπευτικές προσεγγίσεις στην Σκλήρυνση κατά Πλάκας: Είμαστε στη σωστή κατεύθυνση;”
“Therapeutic Aspects for Multiple Sclerosis: Are we heading in the right direction?”
09:40-10:00
Μ. Γεωργίτση – Γ. Πατρινός, Laboratory of Molecular Biology and Immunology,
Department of Pharmacy, University of Patras
“Μεταλλάξεις στον παράγοντα KLF1 προκαλούν κληρονομική παραμονή της εμβρυϊκής αιμοσφαιρίνης”
“Mutations in the erythroid factor KLF1 cause hereditary persistence of fetal hemoglobin”
10:00-10:20
K. Μπάρλος, Department of Chemistry, University of Patras
“Νέος Μηχανισμός διασύνδεσης Αλυσίδων Ινσουλίνης: Καταπολέμηση Διαμορφωτικών Ασθενειών”
“A new mechanism in Insulin Chain combination: Fighting Conformational Diseases”
10:20-10:40
Δ. Βλαχάκος, Nephrology Division, Attikon University Hospital, Athens
“Το σύστημα Ρενίνης – Αγγειοτενσίνης: Μια καινούρια ματιά για ένα παλιό ορμονικό σύστημα”
“The Renin – Angiotensin System in Cardiovascular Medicine: A fresh look in an old hormonal system”
10:40-11:00
Α. Γραβάνης, Foundation of Research and Technology IESL – FORTH, University of Crete
“Νευροστεροειδείς αγωνιστές του υποδοχέα του παράγοντα NGF με νευροπροστατευτικές δράσεις”
“Neurosteroidal agonists of nerve growth factor NGF receptors with neuroprotective properties”
11:00-11:20
Ν. Μοσχονάς, Molecular Biology, Department of Medicine, University of Patras
“Επιτεύγματα και προοπτικές της γονιδιωματικής του ανθρώπου στην Μοριακή Ιατρική”
“Achievements and prospects of human genomics in Molecular Medicine”
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
Πέμπτη 14 Απριλίου 2011 – Tuesday April 14, 2011
12:30-13:30
Διάλεξη James D. Watson – Lecture by Professor James D. Watson
“Discovering the Double Helix”
13:30-15:30
Διάλειμμα - Poster Session
Προεδρείο – Chairmen: Χ. Κοντογιάννης, Γ. Λιαπάκης, Θ. Τσέλιος
15:30-15:45
Α. Τρογκάνης, Department of Biological Applications and Technology, University of Ioannina
“Μια καινούργια Μέθοδος για τον προσδιορισμό ελεύθερης και ολικής Λ-Kαρνιτίνης σε δείγματα ορού
βασισμένη στην Φασματοσκοπία NMR”
“A new method for the determination of free and total L-Carnitine serum samples based on NMR
Spectroscopy”
15:45-16:00
Γ. Λιαπάκης, Department of Pharmacology, Faculty of Medicine, University of Crete
“Διαφορετική Ρύθμιση της κυτταρικής σηματοδότησης από τον CRF1”
“Differential regulation CRF1 mediated signaling”
16:00-16:10
Α. Ρεσβάνη – Γ. Αγγελής, Department of Chemistry, University of Patras
“Μη-πεπτιδικοί ανταγωνιστές της Αγγειοτενσίνης ΙΙ του ΑΤ1 υποδοχέα: Θεραπεία της υπέρτασης”
“Non-peptide ANG II ΑΤ1 receptor antagonists: Treating hypertension”
16:10-16:20
Μ – Τ. Ματσούκας – Θ. Τσέλιος, Department of Chemistry, University of Patras
“Διαμορφωτική μελέτη του Αναστολέα της Ρενίνης, Aliskiren: Νέο όπλο στην Υπέρταση”
“Conformational elucidation of Aliskiren, a potent rennin inhibitor: Fighting Hypertention”
16:20-16:30
Κ. Αναγνωστόπουλος, Laboratory of Physiology, Medical School, Patras University, Manchester University
Hospitals
“Ανατρέποντας την Καρδιακή Φυσιολογία”
“Bringing upside down in Cardiovascular Physiology”
16:30-16:40
Μ. Κροκίδης, Laboratory of Biochemistry, School of Medicine, University of Patras
“Αλληλεπίδραση νέων φθοροκετολιδίων με το Βακτηριακό Ριβόσωμα”
“Interaction of new fluoroketolide Antibiotic with the Bacterial Ribosome”
16:40-16:50
Μ. Α. Παπανδρέου, Department of Biology, University of Patras
“Αντιοξειδωτική και Αντι-αμυλοειδική δράση πλούσιου σε πολυφαινόλες εκχυλίσματος άγριων μύρτιλλων:
in vitro και in vivo μελέτες”
“Differential antioxidant and anti-amyloid effects of a blueberry polyphenol-rich extract: in vitro and
in vivo studies”
16:50-17:00
Κ. Ποταμίτης – Π. Ζουμπουλάκης, Institute of Organic and Pharmaceutical Chemistry, National Hellenic
Research Foundation”
“In silico ανίχνευση νέων αναστολέων της συνθετάσης της τρυπανοθειόνης”
“In silico screening towards novel trypanothione synthetase inhibitors”
17:00-17:10
Β. Καρανταλής – Δ. Αλεξόπουλος, Department of Cardiology, University Hospital of Rion
“Νέες Θεραπευτικές Προσεγγίσεις στις Καρδιαγγειακές Ασθένειες: Επεμβατική Καρδιολογία”
“New Therapeutics Developments in Cardiovascular Diseases: Interventional Cardiology”
17:10-17:20
Π. Πλώτας – Κ. Γεωργακόπουλος, Department of Medicine, University of Patras
“Κινολόνες: Ιατρικές Εφαρμογές”
“Quinolones: Medical Applications”
Βράβευση Καλύτερης Αναρτημένης Ανακοίνωσης
21:30
Δείπνο Συνεδρίου
Παρασκευή 15 Απριλίου 2011 – Friday April 15, 2011
9:30-14:00
Εκπαιδευτική Επίσκεψη Μεταπτυχιακών Φοιτητών και Επισκεπτών σε R&D Μονάδες
Χημικής και Φαρμακευτικής Τεχνολογίας. – Visit to R&D Pharmaceutical Units.
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
12ο Συνέδριο «Ιατρική Χημεία: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων», 12-15Απριλίου, 2011
Περιλήψεις Διαλέξεων
Abstracts Lectures
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 25
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 26
JAMES D. WATSON
ΟΜΙΛΙΑ ΑΠΟΔΟΧΗΣ ΤΟΥ ΒΡΑΒΕΙΟΥ ΝΟΜΠΕΛ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ
ΣΟΥΙΔΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ, STOCKHOLM CONCERT HALL,
10 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1962
DISCOVERY OF DNA DOUBLE HELIX
James D. Watson
Μεγαλειότατε, Εξοχότατοι, Διακεκριμένοι Προσκεκλημένοι, Κυρίες και Κύριοι,
Ο Francis Crick και ο Maurice Wilkins μου ζήτησαν να μιλήσω εκ μέρους και των τριών μας. Αλλά
καθώς είναι δύσκολο να μεταφέρω τα προσωπικά συναισθήματα των άλλων, πρέπει να μιλήσω για τον
εαυτό μου. Αυτό το απόγευμα είναι σίγουρα η δεύτερη πιο συναρπαστική στιγμή της ζωής μου. Η
πρώτη ήταν η ανακάλυψη της δομής του DNA. Εκείνη την στιγμή ξέραμε πως ένας νέος κόσμος είχε
ανοιχτεί και ένας παλιός που έμοιαζε μάλλον μυστικιστικός ήταν πλέον παρελθόν. Η ανακάλυψή μας
έγινε χρησιμοποιώντας μεθόδους Φυσικής και Χημείας για την κατανόηση της Βιολογίας.
Είμαι βιολόγος ενώ οι φίλοι μου Maurice και Francis είναι φυσικοί. Είμαι ο κατά αρκετά μικρότερος
και η συμβολή μου σε αυτό το έργο μπορούσε να γίνει μόνο με την βοήθεια των Maurice και Francis.
Εκείνο τον καιρό, κάποιοι βιολόγοι δεν μας έβλεπαν με πολλή συμπάθεια επειδή θέλαμε να βρούμε μια
βιολογική αλήθεια χρησιμοποιώντας φυσικές μεθόδους. Αλλά ευτυχώς, κάποιοι φυσικοί σκέφτηκαν πως
μέσα από τις τεχνικές της Φυσικής και της Χημείας, μια πραγματική συνεισφορά στη Βιολογία θα
μπορούσε να επιτευχθεί. Η σοφία αυτών των ανθρώπων στο να μας ενθαρρύνουν ήταν εξαιρετικά
σημαντική για την επιτυχία μας. Ο Καθηγητής Bragg, Διευθυντής μας στο εργαστήριο Cavendish και
ο Καθηγητής Niels Bohr συχνά εξέφραζαν την πίστη τους πως η Φυσική θα βοηθήσει την Βιολογία.
Το γεγονός πως αυτοί οι σπουδαίοι άνθρωποι πίστευαν σε αυτή την προσέγγιση, έκανε πιο εύκολο σε
εμάς το να προχωρήσουμε.
Το τελευταίο πράγμα που θέλω να πω, είναι πως η καλή επιστήμη ως τρόπος ζωής είναι κάποιες φορές
δύσκολη. Συχνά είναι δύσκολο να έχεις σιγουριά για το πώς εξελίσσεται το μέλλον. Πρέπει ως εκ
τούτου να πιστεύουμε ακράδαντα στις ιδέες μας, συχνά σε σημείο που μπορεί να είναι κουραστικό,
ενοχλητικό, ακόμη και αλαζονικό προς τους συναδέλφους μας. Ήξερα ότι πολλοί θεωρούσαν,
τουλάχιστον όταν ήμουν νέος, πως είμαι ανυπόφορος. Ορισμένοι επίσης πίστευαν ότι ο Maurice ήταν
πολύ περίεργος, και άλλοι συμπεριλαμβανομένου και εμού, πιστεύαμε πως ο Francis ήταν κατά
καιρούς δύσκολος. Ευτυχώς εργαζόμασταν μεταξύ σοφών και ανεκτικών ανθρώπων, οι οποίοι
κατανόησαν το πνεύμα της επιστημονικής ανακάλυψης και τις προϋποθέσεις που απαιτούνταν για την
επίτευξή της.
Θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντικό, ειδικά για εμάς που ο καθένας ξεχωριστά τιμάται σήμερα, να
θυμόμαστε ότι η Επιστήμη δεν στέκεται από μόνη της, αλλά είναι δημιουργική “ανθρώπινη”
συνεργασία. Πρέπει να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε στο ανθρωπιστικό πνεύμα και κλίμα που είχαμε
την τύχη να μεγαλώσουμε. Έτσι, θα βοηθήσουμε να εξασφαλιστεί ότι η Επιστήμη μας συνεχίζεται και
ότι ο Πολιτισμός μας θα επικρατήσει. Σας ευχαριστώ πολύ για αυτή την πολύ μεγάλη Τιμή.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 27
JAMES D. WATSON
ACCEPTANCE SPEECH FOR THE NOBEL PRIZE IN MEDICINE AND PHYSIOLOGY 1962
SWEDISH ACADEMY, STOCKHOLM CONCERT HALL,
10 DECEMBER 1962
DISCOVERY OF DNA DOUBLE HELIX
James D. Watson
Your Majesties, Your Royal Highnesses, Your Excellencies, Ladies and Gentlemen,
Francis Crick and Maurice Wilkins have asked me to reply for all three of us. But as it is difficult to
convey the personal feeling of others, I must speak for myself. This evening is certainly the second most
wonderful moment in my life. The first was our discovery of the structure of DNA. At that time we
knew that a new world had been opened and that an old world which seemed rather mystical was gone.
Our discovery was done using the methods of physics and chemistry to understand biology.
I am a biologist while my friends Maurice and Francis are physicists. I am very much the junior one
and my contribution to this work could have only happened with the help of Maurice and Francis. At
that time some biologists were not very sympathetic with us because we wanted to solve a biological
truth by physical means. But fortunately some physicists thought that through using the techniques of
physics and chemistry a real contribution to biology could be made. The wisdom of these men in
encouraging us was tremendously important in our success. Professor Bragg, our director at the
Cavendish and Professor Niels Bohr often expressed their belief that physics would be a help in
biology. The fact that these great men believed in this approach made it much easier for us to go
forward.
The last thing I would like to say is that good science as a way of life is sometimes difficult. It often is
hard to have confidence that you really know where the future lies. We must thus believe strongly in our
ideas, often to point where they may seem tiresome and bothersome and even arrogant to our colleagues.
I knew many people, at least when I was young, who thought I was quite unbearable. Some also thought
Maurice was very strange, and others, including myself, thought that Francis was at times difficult.
Fortunately we were working among wise and tolerant people who understood the spirit of scientific
discovery and the conditions necessary for its generation.
I feel that it is very important, especially for us so singularly honored, to remember that science does not
stand by itself, but is the creation of very human people. We must continue to work in the humane spirit
in which we were fortunate to grow up. If so, we shall help insure that our science continues and that our
civilization will prevail. Thank you very much for this very deep honor.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 28
L01: Discovering the Double Helix
James D. Watson
Cold Spring Harbor Laboratory, NY, U.S.A
Key to the finding of the double helix was the realization on the morning of February 28, 1953 that A-T
and G-C base pairs have appropriate shapes for holding together the two chains of the DNA molecules
as a regular double helix. The two glycosidic bonds of a purine-pyrimidine pair are not only the same
distance apart in the A-T and G-C pairs but are related to each other by a diad and can thus be fitted in
the double helix either way around. This feature allows all four bases to occur in both chains. Base pair
symmetry, moreover, dictates that the two chains run in opposite 5’-3’ and 3’- 5’ directions.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 29
L02: IN VITRO ΚΑΙ IN VIVO ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΝΟΣ ΣΤΑΘΕΡΟΥ ΑΝΑΛΟΓΟΥ ΤΗΣ GNRH ΓΙΑ ΤΗΝ
ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΣΤΑΤΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΝΔΟΚΡΙΝΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΡΑΧΩΝ
Θ. Κατσίλα1, Ε. Μπαλάφας2, Γ. Λιαπάκης3, P. Limonta4, M. M. Marelli4, Κ. Γκουντέλιας3, Δ. Λαιμού5, Θ. Τσέλιος5, Ν.
Κωστομητσόπουλος2, Ι. Ματσούκας5 και Κ. Ταμβακόπουλος1
1
Τομέας Φαρμακολογίας - Φαρμακοτεχνολογίας, IIBEAA, Αθήνα
2
Κέντρο Πειραματικής Χειρουργικής, ΙΙΒΕΑΑ, Αθήνα
3
Τμήμα Φαρμακολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης
4
Department of Endocrinology, Physiopathology and Applied Biology, Università degli Studi di Milano
5
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Πατρών
Οι αγωνιστές του υποδοχέα της γοναδοεκλυτίνης (GnRH - Ι) χρησιμοποιούνται ευρέως στην κλινική για την καταπολέμηση
του καρκίνου του προστάτη κι έτερων ενδοκρινικών διαταραχών. Ωστόσο, οι εν λόγω αγωνιστές παρουσιάζουν φτωχό
φαρμακοκινητικό προφίλ, λόγω της πεπτιδικής τους φύσης, καθιστώντας συχνά απαραίτητη την επαναλαμβανόμενη
χορήγηση ή/ και τη χρήση εξειδικευμένων φαρμακοτεχνικών μορφών. Συνεπώς, η ανάπτυξη καινοτόμων πεπτιδικών
αναλόγων με ενισχυμένη σταθερότητα in vivo θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση εναλλακτικών θεραπευτικών
προσεγγίσεων. Το παρόν έργο αφορά στη φαρμακολογική αξιολόγηση ενός βιοδραστικού πεπτιδίου, του αναλόγου 1, [DesGly10, Tyr5(OMe), D-Leu6, Aze-NHEt9]GnRH, συγκριτικά με το leuprolide. Η πεπτιδική σταθερότητα αξιολογήθηκε
παρουσία νεφρικών μεμβρανών μύα σε σύζευξη με την εφαρμογή υγρής χρωματογραφίας - δίδυμης φασματομετρίας μάζας
(LC-MS/MS), εξασφαλίζοντας την ταυτοποίηση και ποσοτικοποίηση των κύριων μεταβολικών προϊόντων. Το ανάλογο 1
υπήρξε σημαντικά πιο σταθερό, συγκριτικά με το leuprolide. Τα ευρήματα που αφορούν στην in vitro και in vivo πεπτιδική
σταθερότητα εμφάνισαν σημαντική θετική γραμμική συσχέτιση, ενθαρρύνοντας την ανάπτυξη ενός κλινικά σχετικού
φαρμακοκινητικού μοντέλου μύα. Η αποτελεσματικότητα (efficacy) προσδιορίστηκε, χρησιμοποιώντας την τεστοστερόνη ως
βιοδείκτη (φαρμακολογική απόκριση). Το ανάλογο 1 (αγωνιστής του υποδοχέα της GnRH - Ι) με συγγένεια πρόσδεσης στο
εύρος των nanomolar, προκάλεσε την εξαρτώμενη - της - δόσης οξεία απελευθέρωση της τεστοστερόνης σε μύες, δράση η
οποία παρεμποδίστηκε κατόπιν χορήγησης του cetrorelix (ανταγωνιστής του υποδοχέα της GnRH - Ι). Μελέτες
επαναλαμβανόμενης χορήγησης σε μύες υπέδειξαν πως το ανάλογο 1 ήταν καλώς ανεκτό, με αποτελεσματικότητα παρόμοια
εκείνης του leuprolide, στη βάση της μείωσης των επιπέδων της τεστοστερόνης (πλάσμα και όρχεις μύα) και ιστοπαθολογικά
ευρήματα. Επιπρόσθετα, το ανάλογο 1 εμφάνισε σημαντική αντιπολλαπλασιαστική δράση, παρόμοια του leuprolide, σε
LNCaP (androgen-dependent prostate cancer) κύτταρα. Στη βάση του φαρμακοκινητικού πλεονεκτήματος, το ανάλογο 1 (ή
έτερα ανάλογα στη βάση αυτού του καινοτόμου σχεδιασμού) αναμένεται να πλεονεκτεί θεραπευτικά για την καταπολέμηση
του καρκίνου και των ενδοκρινικών διαταραχών.
IN VITRO AND IN VIVO EVALUATION OF A STABLE GNRH ANALOGUE FOR THE TREATMENT OF
PROSTATE CANCER AND ENDOCRINE DISORDERS
T. Katsila1, E. Balafas2, G. Liapakis3, P. Limonta4, M. M. Marelli4, K. Gkountelias3, D. Laimou5, T. Tselios5, N.
Kostomitsopoulos2, J. Matsoukas5, and C. Tamvakopoulos1
1
Division of Pharmacology-Pharmacotechnology, BRFAA, Athens
2
Center for Experimental Surgery, BRFAA, Athens
3
Department of Pharmacology, University of Crete
4
Department of Endocrinology, Physiopathology and Applied Biology, Università degli Studi di Milano
5
Department of Chemistry, University of Patras
Gonadotropin-releasing hormone (GnRH - Ι) receptor agonists are widely used in the clinic for the treatment of prostate
cancer and endocrine disorders. However, such agonists are characterized by poor pharmacokinetic properties due to their
peptidic nature, often requiring repeated administration or special formulations. Therefore, the development of novel peptide
analogues with enhanced in vivo stability could potentially provide therapeutic alternatives. The pharmacological evaluation
of a bioactive peptide [Des-Gly10, Tyr5(OMe), D-Leu6, Aze-NHEt9]GnRH, analogue 1, is presented herein and compared
with leuprolide. Peptide stability was evaluated using mouse kidney membrane preparations, followed by a liquid
chromatography-tandem mass spectrometry-based approach that afforded identification and quantification of its major
metabolites. The analogue was significantly more stable in vitro in comparison with leuprolide. In vitro and in vivo stability
results correlated well, encouraging us to develop a clinically relevant pharmacokinetic mouse model, which facilitated
efficacy measurements using testosterone as a biomarker (pharmacologic response). Analogue 1, an agonist of the GnRH
receptor with a binding affinity in the nanomolar range, caused testosterone release in mice that was acutely dose-dependent,
an effect blocked by cetrorelix (GnRH receptor antagonist). Repeated dosing studies in mice demonstrated that analogue 1
was well tolerated and had potency similar to that of leuprolide, based on plasma and testis testosterone reduction and
histopathological findings. Analogue 1 also shared with leuprolide similar significant antiproliferative activity on androgendependent prostate cancer (LNCaP) cells. On the basis of pharmacokinetic advantages, we expect that analogue 1 (or
analogues based on this new design) will be therapeutically advantageous for the treatment of cancer and endocrine disorders.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 30
L03: Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΝΑΝΟΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΣΤΗ ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗ: ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΡΚΙΝΟ
Αριστείδης Μπακανδρίτσος
Τμήμα Επιστήμης των Υλικών, Πανεπιστήμιο Πατρών
Η πρόοδος στο χειρισμό και στην κατανόηση των ιδιοτήτων της ύλης στη νανοκλίμακα έχει συμβάλει στην ανάπτυξη νέων,
υποσχόμενων τεχνικών ανίχνευσης βιολογικών δεικτών, απεικόνισης ιστών και θεραπευτικών μεθόδων. Οι νέες εξελίξεις
έχουν πυροδοτήσει τη στροφή ενός μέρους της ερευνητικής δραστηριότητας στο χώρο της υγείας προς αυτήν την
διεπιστημονική προσέγγιση, και ειδικότερα όσον αφορά στην αντιμετώπιση του καρκίνου, ο οποίος παραμένει ένα από τα
συχνότερα αίτια θανάτων στον ανεπτυγμένο κόσμο. Η αποτελεσματικότητα των συμβατικών θεραπειών και μεθόδων
χορήγησης φαρμάκων πολλές φορές δυσχεραίνεται από την ανάπτυξη κυτταρικών μηχανισμών αντίστασης στη
χημειοθεραπεία και από τις σοβαρές παρενέργειες στα υγιή κύτταρα. Για τους λόγους αυτούς, η στοχευμένη και ελεγχόμενη
χορήγηση θεραπευτικών ουσιών αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους στόχους. Οι νανοεπιστήμες και η νανοτεχνολογία
παρέχουν σήμερα τα μέσα για εναλλακτικούς τρόπους αντιμετώπισης αυτών των ζητημάτων και βελτιώσης της
αποτελεσματικότητας της θεραπείας μέσω της χρήσης νανοϋλικών (μετάλλων, ημιαγωγών, μαγνητικών και ανθρακογενών
υλικών), τα οποία έχουν τροποποιηθεί μεθοδικά σε έξυπνους και πολυ-λειτουργικούς νανοφορείς θεραπευτικών ουσιών. Στα
πλαίσια αυτής της παρουσίασης θα συζητηθούν αντιπροσωπευτικά παραδείγματα και αποτελέσματα αυτού του ερευνητικού
πεδίου.
magnetic core
Au shell
Polycarboxylate
Antibiofouling polymeric
segments
drug
IMPACT OF NANOSCIENCE ON BIOMEDICAL APPLICATIONS: FIGHTING CANCER
Aristeidis Bakandritsos
Department of Materials Science, University of Patras
Advances in manipulation and understanding the properties of nanomaterials have resulted in new and promising methods in
biomarker detection, tissue imaging and therapy. This has propelled research towards a multidisciplinary approach of disease
treatment and of cancer in particular, since cancer remains amongst the most frequent causes of death in the developed world.
The effectiveness of conventional treatment and drug administration technologies has often been limited by drug resistance of
cancer cells and severe side effects on normal cells. Therefore, one of the major challenges is the targeted and controlled
delivery of therapeutics in order to suppress their systemic distribution and the restriction of drug-resistance development.
Nowadays, advances in nanoscience and nanotechnology provide new tools to tackle such issues and increase the treatments’
efficacy through the utilization of nanomaterials (metals, semiconductors, magnetic phases or carbon), which have been
specially engineered into smart/multifunctional hybrid drug nanocarriers. Representative examples and results from this
research field will be discussed in the presentation.
REFERENCES
1. Farokhzad, O. C.; Langer R. ACS Nano 2009, 3(1), 16-20.
3. Kaiser, J. Science 2009, 326, 218-220.
4. Duncan, R. Nat. Rev. Cancer 2006, 6 (9), 688-701.
5. Nam, J.; Won, N.; Jin, H.; Chung, H.; Kim, S. J. Am. Chem. Soc. 2009, 131 (38),13639-13645.
6. Yong, K.-T.; Roy, I.; Swihart, M.T.; Prasad, P.N. J. Mater. Chem. 2009, 19 (27), 4655-4672.
7. Mahmoudi, M.; Sant, S.; Wang, B.; Laurent, S.; Sen, T. Adv. Drug Deliv. Rev. article in press
doi:10.1016/j.addr.2010.05.006.
8. Bakandritsos, A.; Mattheolabakis, G.; Chatzikyriakos, G.; Szabo, T.; Tzitzios, V.; Kouzoudis, D.; Couris, S.; Avgoustakis,
K. Adv. Function. Mater. DOI: article in press doi:10.1002/adfm.201002112.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 31
L04: Ο ΥΠΟΔΟΧΕΑΣ PAR1 ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΕΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟ ΚΑΙ ΑΠΟΚΟΠΤΟΜΕΝΟΣΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΟ
ΠΕΠΤΙΔΙΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΟΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΟΥ mRNA ΤΟΥ
ΥΠΟΔΟΧΕΑ
Δ. Zαμπάτης1, N. Tσοπάνογλου2, R. Schuelein1
1
2
Leibniz Institute for Molecular Pharmacology, Berlin, Germany
Medicine School of Patras-Department of Pharmacology, Patras, Greece
Οι υποδοχείς που ενεργοποιούνται από πρωτεάσες (PAR) αποτελούν μία υποοικογένεια των G-πρωτεϊνών οι οποίες
ενεργοποιούνται με την αποκοπή ενός εξωκυτταρικού τμήματος τους από πρωτεάσες όπως η θρομβίνη και η θρυψίνη .Τα
ένζυμα αυτά κόβουν το Ν-τελικό άκρο του υποδοχέα το οποίο εν συνεχεία λειτουργεί ως επικολλώμενος συνδέτηςαγωνιστής που ενεργοποιεί τον υποδοχέα. Τέσσερεις τύποι τέτοιων υποδοχέων είναι γνωστοί (PAR1, PAR2, PAR3 και
PAR4).Για τον PAR1 είναι γνωστό ότι περιέχει ένα σημείο αποκοπής στη θέση 41-42 στο Ν-τελικό άκρο όπου δρα η
θρομβίνη και ενεργοποιεί τον υποδοχέα.Σύμφωνα με μοντέλα πρόβλεψης ο PAR1 επίσης περιέχει ένα αποκοπτόμενο
σηματοδοτικό πεπτίδιο(1-21) στο Ν-τελικό άκρο που πιθανόν να μεσολαβεί στην κυκλοφορία του υποδοχέα στην μεμβράνη
του ενδοπλασματικού δικτύου,το πρώτο στάδιο στην ενδοκυτταρική μεταφορά του. Ωστόσο ήταν άγνωστο αν το
σηματοδοτικό πεπτίδιο είναι όντως λειτουργικό. Παρουσιάζουμε για πρώτη φορά ότι ο PAR1 περιέχει πράγματι ένα
λειτουργικό σηματοδοτικό πεπτίδιο που μεσολαβεί τη στοχοθέτηση του στο EΔ όπου και αποκόπτεται. Επιπλέον, το
σηματοδοτικό πεπτίδιο είναι σημαντικό για την σύνθεση ενός λειτουργικού υποδοχέα στην πλασματική μεμβράνη
(βιοσύνθεση υποδοχέα). Επιπλέον, φαίνεται ότι το σηματοδοτικό πεπτίδιο σταθεροποιεί τη δευτεροταγή δομή του mRNA
και συνεπώς τα επίπεδα μεταγραφής του υποδοχέα δεδομένου ότι απουσία του οδηγεί σε μη ή χαμηλά ποσοστά έκφρασης.
THE PROTEASE – ACTIVATED RECEPTOR 1POSSESSES A FUNCTIONAL AND CLEAVED SIGNAL
PEPTIDE WHICH IS ESSENTIAL FOR RECEPTOR BIOSYNTHESIS AND mRNA EXPRESSION
D. Zampatis1, N. Tsopanoglou2, R. Schuelein1
1
2
Leibniz Institute for Molecular Pharmacology, Berlin, Germany
Medicine School of Patras-Department of Pharmacology, Patras
The Protease-activated receptors (PARs) are a subfamily of G-protein coupled receptors that are activated by cleavage of
their extracellular domain by serine proteases such as thrombin and trypsin. These proteases cleave the amino terminus of the
receptor, which in turn uncovers a tethered ligand that transactivates the receptors. PARs are highly expressed in platelets,
but also in endothelial cells, myocytes and neurons. There are four (4) known PARs (PAR1, PAR2, PAR3 and PAR4). In the
case of the PAR1 receptor, it is known that thrombin cleaves between amino acid 41-42 in its extracellular domain to activate
the receptor. According to prediction programs, the PAR1 receptor also possesses a cleavable signal peptide in its amino
terminus (residues 1-21) which might mediate targeting of the receptor to the membrane of the endoplasmic reticulum (ER);
the first step of the intracellular transport of the receptor. However, it was unknown whether this signal peptide is functional.
We show for the first time that the PAR1 receptor indeed contains a functional signal peptide which mediates ER targeting
and insertion of the receptor and is cleaved following the ER insertion process. Moreover, the signal peptide is essential for
establishing a functional receptor at the plasma membrane (receptor biosynthesis).Furthermore, it seems that the signal
peptide stabilizes the mRNA secondary structure and consequently the transcription levels of the receptor since its absence
leads to non or low expression rates.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 32
L05: ΤΑ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΑ Τ ΛΕΜΦΟΚΥΤΤΑΡΑ (ΤΡΥΘ) ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ (ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΑ
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ)
A. Κουμαριανού, Μ.I. Χριστοδούλου, Α. Γιαγκίνη, Ε. Λιακατά, Α. Σταυροπούλου, Ν. Ξηρός, Δ. Πεκτασίδης,
Γ. Δημητριάδης, Α. Μ. Δημόπουλος, Β. Παππά.
Β’ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική – Μονάδα Έρευνας Πανεπιστημίου Αθηνών Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο
«Αττικόν»
Τα Τρυθ κύτταρα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανοσολογική ομοιόσταση καταστέλλοντας τον πολλαπλασιασμό και
τη λειτουργία των δραστικών Τ (Τδρ) και άλλων ανοσοκυττάρων. Έτσι, εμπλέκονται σε ευρύ φάσμα κλινικών οντοτήτων,
όπου η ρύθμιση των ανοσολογικών αποκρίσεων είναι σημαντική, όπως αλλεργίες, λοιμώξεις, αυτοάνοσες ασθένειες, και
νεοπλασίες. Κατά την ανάπτυξη του όγκου, σχετικά αντιγόνα παρουσιάζονται στο ανοσολογικό σύστημα μέσω των
αντιγονοπαρουσιαστικών κυττάρων, ενεργοποιώντας τα «παρθένα» Τ-κύτταρα να γίνουν CD8+-κυτταροξικά λεμφοκύτταρα,
τα οποία, ωστόσο, φαίνονται ανίκανα να απορρίψουν τον όγκο [1, 2]. Τα κύτταρα αυτά είναι πολύ λιγότερο από το
αναμενόμενο αποτελεσματικά, πιθανά εξαιτίας της καταστολής των ανοσοαπαντήσεων έναντι του όγκου από τα Τρυθ
κύτταρα [3]. Εντούτοις, ο ακριβής μηχανισμός της ανοσοαπάντησης και της ανοσοπαθολογίας κατά την ανάπτυξη της
νεοπλασίας, αλλά και της επίδρασης της θεραπείας δεν είναι πλήρως κατανοητά. Για τη μελέτη της λειτουργικής ικανότητας
των Τρυθ κυττάρων στην περιφέρεια ασθενών με καρκίνο, πριν και μετά την έναρξη της χημειοθεραπείας (ΧΘΠ)
συλλέχθησαν δείγματα περιφερικού αίματος από ασθενείς με καρκίνο, οι οποίοι ελάμβαναν από στόματος ΧΘΠ,
απομονώθηκαν οι πληθυσμοί των Τδρ και Τρυθ κυττάρων και μετρήθηκε η ικανότητα καταστολής και πολλαπλασιασμού
τους. Προκαταρτκικά αποτελέσματα από το εργαστήριό μας υποδεκνύουν ότι η από στόματος ΧΘΠ στους ασθενείς με
καρκίνο συντελεί στη μείωση της αναλογίας των Τρυθ/Τδρ κυττάρων, ενώ η ικανότητα καταστολής των Τρυθ κυττάρων
τείνει να μειώνεται και η ικανότητα πολλαπλασιασμού των Τδρ κυττάρων να αυξάνει μετά από αυτά τα θεραπευτικά
σχήματα. Απαραίτητη είναι η περαιτέρω διερεύνηση του πιθανού ρόλου των ΧΘΠ σχημάτων στην ανοσοαπάντηση έναντι
του όγκου.
REGULATORY T CELLS (TREGS) IN CANCER PATIENTS (PRELIMINARY DATA)
A. Koumarianou, M.I. Christodoulou, A. Giagini, E. Liakata, A. Stavropoulou, N. Xiros, D. Pectasides,
G. Dimitriadis, A. M. Dimopoulos, V. Pappa.
2nd Department of Internal Medicine and Research Institute - “Attikon” University General Hospital
Tregs play a pivotal role in immune homeostasis by suppressing the proliferation and function of effector T (Teff)
lymphocytes, as well as other immunocytes. Thus, they are implicated in various clinical entities, where the regulation of
immune responses might be relevant, including allergies, infections, autoimmune diseases, and tumor immunity. In cancer
development tumor-associated antigens are presented to the immune system by professional antigen-presenting-cells priming
naïve-T-cells to become antigen-specific CD8+-cytotoxic-lymphocytes that, though, are unable to reject the tumor [1, 2].
These cells are far less effective than expected possibly due to an immunosuppressive effect counteracting the anti-tumor
immune responses addressed by Tregs [3]. Though, the key elements in the interaction of host anti-tumor immunity, tumor
immunopathology and therapy are still not well understood. To examine the functional capacity of Tregs in the periphery of
patients with cancer, before and after receiving chemotherapy (CTX), peripheral blood samples were collected from cancer
patients receiving per-os (PO) CTX, Teff and Treg populations were isolated and their suppressive and proliferative activity
were measured. Our preliminary data indicate that PO-CTX in cancer patients results in a decline in the Treg/Teff ratio, while
Treg suppressive capacity tends to decrease and Teff proliferative activity to increase, after such therapeutic schemes. Further
investigation of a possible role of CTX schemes in anti-tumor immune responses is required.
REFERENCES
1. Nomura, T. and S. Sakaguchi, Naturally arising CD25+CD4+ regulatory T cells in tumor immunity. Curr Top Microbiol
Immunol, 2005. 293: p. 287-302.
2. Sakaguchi, S. Naturally arising Foxp3-expressing CD25 CD4 regulatory T cells in immunological tolerance to self
and non-self. Nat Immunol, 2005. 6: p.345–352.
3. Ke, X., et al., Roles of CD4+CD25(high) FOXP3+ Tregs in lymphomas and tumors are complex. Front Biosci, 2008.
13: p. 3986-4001.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 33
L06: ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΩΝ ΠΕΠΤΙΔΙΟΥ/ΠΡΩΤΕΙΝΗΣ ΣΕ ΑΝΟΣΟΛΟΓΙΚΑ ΣΥΜΠΛΟΚΑ ΜΕ
ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΕΙΣ ΜΟΡΙΑΚΗΣ ΔΥΝΑΜΙΚΗΣ
Α. Σταυρακούδης
Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Η ανακάλυψη νέων αποτελεσματικών φαρμάκων είναι μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της εποχής μας. Για έναν τέτοιο
σκοπό έχουν συννενωθεί πολλές προσπάθειες τόσο από τη βιομηχανία και τα πανεπιστήμια όσο και από δημίσιους και
ιδιωτικούς φορείς της κοινωνίας. Η προσομοίωση μοριακής δυναμικής είναι είναι χρήσιμο εργαλείο για αυτό το σκοπό, όσο
αναφορά την καλύτερη κατανόηση της πολύπλοκης δομής των βιολογικών συστημάτων, ιδιαίτερα των ευλιγισίας της δομής
των βιολογικών μορίων.1 Εδώ, θα παρουσιαστούν μερικές πρόσφατες αφαρμογές των προσομοιώσεων μοριακής δυναμικής
στην ανοσολογία. Παράδειγμα αποτελούν οι αλληλεπιδράσεις, pMHC/TCR συμπλόκων,2 νέα ευρήματα στη δομή του
συμπλόκου πεπτιδίου/H-2Kb,3 ή πως η δέσμευση από TCR ενός πεπτιδίου/MHC συμπλόκου αλλάζει την ισορροπία cis/trans
ενός πεπτιδικού δεσμού.4 Τέλος, θα παρουσιαστούν κάποια νέα ευρήματα στον τρόπο δέσμευσης αντισώματος/πρωτεϊνης
ενός συμπλόκου που σχετίζεται με τη μαλάρια. 5
EXPLORING PEPTIDE/PROTEIN INTERACTIONS IN IMMUNOGICAL COMPLEXES WITH MOLECULAR
DYNAMICS SIMULATIONS
A. Stavrakoudis
Department of Economics, University of Ioannina
Discovering new effective drugs is one of the biggest scientific challenges of our time. This target has become a field for
joint efforts from both industry and academia as well as from both public and private sectors of the society. Molecular
dynamics simulation is a valuable tool towards an understanding of the complex structure of biological systems, especially in
the study of the flexibility of the biological molecules such as peptides or proteins.1 A short but in-depth review of recent
applications of MD simulations in immunology will be discused in the current presentation. For example, the dynamics of the
pMHC/TCR interactions,2 some new insights on peptide/H-2Kb interactions,3 or how TCR binding of a peptide/MHC
complex can alter the cis/trans equilibrium of a peptide bond at the pMHC/TCR interface.4 Moreover, some recent advances
of the antibody/protein interactions will be highlighted.5
REFERENCES
1. Stavrakoudis, A. Curr Comput-Aided Drug Des 2010, 6, 207.
2. Stavrakoudis, A. Cell Biochem Biophys 2011, in press, doi:10.1007/s12013-011-9151-2.
3. Stavrakoudis, A; Tsoulos, I.G.; Uray, K.; Hudesz, F.; Apostolopoulos, V. J. Mol. Model. 2011, in press,
doi:10.1007/s00894-010-0884-4.
4. Stavrakoudis, A. FEBS Lett. 2011, 585, 485.
5. Stavrakoudis, A.; Tsoulos, I.G.; J. Chem. Theory Comput. 2011, 7, 515.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 34
L07: Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΟΓΛΟΙΑΣ ΣΤΗΝ ΦΛΕΓΜΟΝΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Α. Λουρμπόπουλος, Ν. Γρηγοριάδης
Εργαστήριο Πειραματικής Νευρολογίας και Νευροανοσολογίας, Β’ Νευρολογική Κλινική Α.Π.Θ., Γ.Π.Ν.Θ. ΑΧΕΠΑ,
Θεσσαλονίκη
Η μικρογλοία παραδοσιακά θεωρείται ως η καταστρεπτική κυτταρική συνιστώσα στις εκφυλιστικές και φλεγμονώδεις
διεργασίες του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΚΝΣ), οδηγώντας μονόδρομα σε απομυελίνωση και πιθανόν αξονοπάθεια
στην Πολλαπλή Σκλήρυνση (ΠΣ) και το πειραματικό της μοντέλο της, την Πειραματική Αυτοάνοση Εγκεφαλομυελίτδα
(ΠΑΕ). Εντούτοις, πρόσφατα δεδομένα δείχνουν πως η μετάβασή της από την αδρανή (resting) μικρογλοία στην πιο
ενεργοποιημένη (ramified) δεν συνεπάγεται απαραίτητα τοξικότητα αλλά μπορεί να συμβαδίσει και με νευροπροστασία. Πιο
ειδικά, καθώς η μικρογλοία θεωρείται ως ένα εξαιρετικά δυναμικό κύτταρο που αντιδρά στην οποιαδήποτε μεταβολή του
περιβάλλοντός του, μπορεί υπό την επίδραση αντι-φλεγμονωδών κυτταροκινών (IL-4, IL-13, IL-10 και TGF-β) να συμβάλει
στην επούλωση και ιστική ανακατασκευή του ΚΝΣ (Colton et al 2009, Napoli and Neumann 2010). Παράλληλα, τα
κυκλοφορούντα μακροφάγα μπορούν να ενεργοποιηθούν είτε προς την κλασσική φαγοκυτταρική οδό (με επαγωγή του iNOS
μορίου – Μ1 τύπος) ή προς την λεγόμενη «εναλλακτική» οδό (με επαγωγή του Arginase-1 μορίου – Μ2 τύπος) η οποία είναι
επουλωτική/προστατευτική. Μάλιστα, πρόσφατα μόλις καταδείχθηκε πως το ποσοστό των Μ2 μακροφάγων καθορίζει την
σοβαρότητα της ΠΑΕ, δηλ. υψηλό ποσοστό Μ2 να οδηγεί σε ήπια νόσο και αντιστρόφως (Mikita et al 2011). Επιπρόσθετα,
πειραματικά δεδομένα από το εργαστήριό μας αποδεικνύουν πως με κατάλληλες παρεμβάσεις είναι εφικτή η αύξηση του
ποσοστού των Μ2 μακροφάγων/μικρογλοίας (Lourbopoulos et al αδημοσίευτες παρατηρήσεις). Τα αποτελέσματά μας
υποστηρίζουν ένα νέο πιθανό φαρμακευτικό/ανοσοτροποποιητικό στόχο στην ΠΑΕ και την ΠΣ, πέρα από αυτόν της
Τh1/Τh2 ρύθμισης των λεμφοκυττάρων, δηλαδή τη φαρμακευτική ρύθμιση των Μ1/Μ2 μακροφάγων.
THE ROLE OF MICROGLIA IN CENTRAL NERVOUS SYSTEM INFLAMMATION
A. Lourbopoulos, N. Grigoriadis
Laboratory of Experimental Neurology and Neuroimmunology, B' Dept. of Neurology, AHEPA University Hospital,
Thessaloniki
Microglia has been traditionally considered as a destructive cellular component of inflammatory and degenerative processes
throughout the Central Nervous System (CNS) , leading to demyelination and possibly axonopathy in both Multiple Sclerosis
(MS) and the animal model of the disease, the Experimental Autoimmune Encephalomyelitis (EAE). However, recent
studies indicate that transition of resting to activated ramified microglia is not per se neurotoxic process but may be
neuroprotective-one, as well. Since microglia is a highly dynamic cell, reactive to almost any tissue changes, it can support
repair and tissue reconstruction in the presence of anti-inflammatory cytokines (IL-4, IL-13, IL-10 and TGF-β) (Colton et al
2009, Napoli and Neumann 2010). In addition, peripheral macrophages when activated, may acquire either the "classical,
proinflammatory" activation state (inducing the iNOS pathway - M1 type) or the "alternative, anti-inflammatory" state
(inducing the Arginase-1 pathway - M2 type), the latter being reparative/anti-inflammatory. Most importantly, a recent study
indicates that the M2 ratio determines the EAE severity, i.e. high M2-ratio thereby resulting in mild EAE and vise versa
(Mikita et al 2011). In addition, experimental data from our laboratory indicate for the first time that via appropriate
interventions increased percentage of M2 macrophages/microglia in EAE is feasible (Lourbopoulos et al, unpublished
observations). Therefore, our data along with others, support a new possible therapeutic/immunomodulating target for EAE
and MS, beyond the one of Th1/Th2 lymphocytic shift, ie the regulation of M1/M2 macrophages.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 35
L08:ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΑΝΟΣΟΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΠΕΠΤΙΔΙΚΩΝ ΑΝΑΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΜΥΕΛΙΝΗΣ
ΣΤΗ ΣΚΛΗΡΥΝΣΗ ΚΑΤΑ ΠΛΑΚΑΣ (ΣΚΠ)
1
Καλαβριζιώτη Δ, 1Ρόδη Μ, 2Φρυλίγγου Ε, 3Δημησιάνος Ν, 3Παπαθανασόπουλος Π, 2Τσέλιος Θ,
2
Ματσούκας Ι & 1Μουζάκη Α
1
Ερευνητικό Εργαστήριο Αιματολογικού Τμήματος Παθολογικής Κλινικής, Τμήμα Ιατρικής
2
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Πατρών
3
Νευρολογική Κλινική-ΠΓΝΠ, Πανεπιστήμιο Πατρών
Η ΣΚΠ είναι μια προοδευτικά εκφυλιστική ασθένεια του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ), που χαρακτηρίζεται από
τοπικά διηθήματα μακροφάγων και Τ κυττάρων, παραγωγή αυτοαντισωμάτων, απομυελινοποίηση και απώλεια της
νευρολογικής λειτουργίας. Πρόκειται για μια αυτοάνοση ασθένεια, που πυροδοτείται κυρίως από Th1 και Th17 CD4+ Τ
λεμφοκύτταρα αντιγονοειδικά για το ΚΝΣ, που χαρακτηρίζονται από την έκκριση προφλεγμονωδών κυτταροκινών, κυρίως
IFN-γ, TNF-α και IL-17. Επιπλέον, η ΣΚΠ χαρακτηρίζεται από μείωση του πληθυσμού των CD4+CD25+Foxp3+ και Th2 (IL4, IL-5) /Th3 (TGF-β) /Tr1 (IL-10) ρυθμιστικών ή ανοσοκατασταλτικών κυττάρων. Συνεπώς, στη ΣΚΠ υπάρχει μια
ανισορροπία μεταξύ των σκελών της ανοσοαπόκρισης, οπότε μια θεραπευτική προσέγγιση επιδιώκει την επαναφορά της
ισορροπίας, με μια αλλαγή από το Th1/Th17 προς το Th2/Th3/Tr1 κυτταρικό/κυτταροκινικό πρότυπο. Σύγχρονες
θεραπευτικές προσεγγίσεις στη ΣΚΠ περιλαμβάνουν το σχεδιασμό και τη χρήση πεπτιδικών αναλόγων επιτόπων της
βασικής πρωτεΐνης της μυελίνης (MBP), της πρωτεολιπιδικής πρωτεΐνης (PLP) και της γλυκοπρωτεΐνης της μυελίνης των
ολιγοδενδροκυττάρων (MOG) ώστε να χρησιμοποιηθούν ως ανοσορυθμιστικά φάρμακα.
Στην παρούσα μελέτη εξετάστηκε in vitro η ανοσολογική δραστικότητα πεπτιδικών αναλόγων της μυελίνης συνδεδεμένων
με ή χωρίς μαννάνη. Έχουν προηγηθεί in vivo μελέτες των ίδιων πεπτιδίων σε ζωϊκό μοντέλο επαγώμενης αυτοάνοσης
εγκεφαλομυελίτιδας (ΕΑΕ), προκειμένου να αποτιμηθεί η επίδρασή τους στην εξέλιξη της νόσου και η τοξικότητά τους, με
θετικά αποτελέσματα. Συγκεκριμένα, εξετάστηκε η επίδραση 1 MBP και 4 MOG πεπτιδικών αναλόγων στην έκφραση και
λειτουργία διαφόρων τύπων T ρυθμιστικών κυττάρων, σε καλλιέργειες περιφερικών μονοπύρηνων κύτταρων (ΠΜΚ)
ασθενών με ΣΚΠ και υγιών μαρτύρων, καθώς και η έκκριση των κυτταροκινών (προ-φλεγμoνώδεις, type-1, IL-2, IL-17A,
TNF-α, IFN-γ, IL-6 και αντι-φλεγμονώδεις, type-2, IL-4, IL-10, και TGF-β). Αποτελέσματα από 28 ασθενείς και 18
μάρτυρες έδειξαν ότι 2 από τα 5 πεπτίδια που μελετήθηκαν (σε συγκέντρωση 10 pg/ml/106 ΠΜΚ) έδωσαν θετικά
αποτελέσματα στην ομάδα των ασθενών υπό θεραπεία με natalizumab (Ν=14). Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε μείωση της
Th1 και Th17 απόκρισης, αλλαγή του προφίλ των κυτταροκινών από type-1 σε type-2 και αύξηση των Τ ρυθμιστικών
κυττάρων. Αντίθετα, στην ομάδα των μαρτύρων, τα ίδια πεπτίδια αύξησαν την Th1 και Th17 απόκριση καθώς και το λόγο
type-1/type-2.
STUDY OF THE IMMUNOMODULATORY EFFECTS OF MYELIN PEPTIDE ANALOGS IN MULTIPLE
SCLEROSIS (MS)
1
Kalavrizioti D, 1Rodi M, 2Friligou I, 3Dimisianos N, 3Papathanasopoulos P, 2Tselios T, 2Matsoukas J & 1Mouzaki A
1
Division of Hematology, Dpt. of Internal Medicine, Faculty of Medicine
2
Department of Chemistry, University of Patras
3
Neurology Clinic, University Hospital of Patras
MS is a progressive degenerative disease of the central nervous system (CNS), characterized by local macrophage and T-cell
infiltration and autoantibody production that lead to demyelination and loss of neurologic function. MS is an autoimmune
disease triggered by Th1 and Th17 CD4+ T helper cells that secrete pro-inflammatory cytokines, mainly IFN-γ, TNF-α and
IL-17. Moreover, MS is characterized by a reduction in the populations of CD4+CD25+Foxp3+ and Th2 (IL-4) /Th3 (TGF-β)
/Tr1 (IL-10) regulatory or immunosuppressive cells. Thus, in MS there is an imbalance between the effector and suppressor
arms of the immune response, and an effective therapy would result in correcting this imbalance, shifting the proinflammatory Th1/Th17 cell/cytokine profile to the anti-inflammatory Th2/Th3/Tr1. Current therapeutic approaches in MS
include the design and use of peptide epitopes of myelin such as myelin basic protein (MBP), proteolipid protein (PLP) and
myelin glycoprotein of oligodendrocytes (MOG), as immunoregulatory drugs.
In this study, we tested in vitro the activity of peptide analogs of myelin conjugated or not with mannan. These peptides have
been studied in vivo in a rat animal model of experimental autoimmune encephalomyelitis (EAE) to evaluate their toxocity
and effect on disease progression, with positive results. More specifically, we tested the effect of 1 MBP and 2 MOG peptide
analogs on the quantity and function of various T regulatory cell populations in cultures of peripheral blood mononuclear
cells (PBMC) from MS patients and healthy subjects (controls), and on the secretion patterns of type-1, pro-inflammatory
cytokines (IL-2, IL-17A, TNF-α, IFN-γ, IL-6) and type-2, anti-inflammatory cytokines (IL-4, IL-10, TGF-β). Results from 28
patients and 18 controls showed that 2/5 peptides (at a concentration of 10 pg/ml/106 PBMC) had a positive effect on PBMC
from patients receiving natalizumab treatment (N=14). Culture with these peptides, resulted in a decrease of the Th1 and
Th17 responses, a reduction of ratio of type-1/type-2 cytokines, and an increase in Treg numbers and function. In contrast,
the same peptides augmented the Th1 and Th17 responses of control PBMC and, also, increased the type-1/type-2 cytokine
ratio of control PBMC.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 36
L09:
ΑΠΟΚΡΥΠΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΓΕΝΕΤΙΚΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ ΣΤΗ ΜΕΤΑΓΟΝΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: ΤΟ
ΜΟΝΤΕΛΟ ΤΗΣ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ GNRH
Γ. Π. Συκιώτης1,2, N. Pitteloud1,3 και W. F. Crowley Jr.1
1
2
Harvard Reproductive Endocrine Sciences Center, Massachusetts General Hospital, Boston
Ενδοκρινολογικό Τμήμα & Εργαστήριο Γενικής Φαρμακολογίας, Τμήμα Ιατρικής, Πανεπιστήμιο Πατρών
3
Department of Endocrinology, University of Lausanne Medical Center, Lausanne
Οι νευροενδοκρινικοί μηχανισμοί που ρυθμίζουν την έναρξη της εφηβείας και επιφέρουν την αναπαραγωγική ικανότητα
παραμένουν ένα από τα μείζονα άλυτα μυστήρια στη βιολογία. H έναρξη της σεξουαλικής ωρίμανσης και η απόκτηση της
ικανότητας για αναπαραγωγή σχετίζονται με την ενεργοποίηση του ορμονικού άξονα υποθάλαμου-υπόφυσης-γονάδων στην
εφηβεία. Η εκλυτική των γοναδοτροπινών ορμόνη (gonadotropin-releasing hormone, GnRH) λειτουργεί ως «φάρος της
αναπαραγωγής»: η έκκρισή της κατά ώσεις από τους υποθαλαμικούς GnRH νευρώνες διεγείρει τα γοναδοτρόφα κύτταρα της
υπόφυσης να εκκρίνουν γοναδοτροπίνες. Αυτές με τη σειρά τους προάγουν την παραγωγή στεροειδών του φύλου και τη
γαμετογένεση στις γονάδες, που ευθύνονται για τις φαινοτυπικές μεταβολές που σχετίζονται με τη σεξουαλική ωρίμανση και
για την ικανότητα της αναπαραγωγής. Οι ασθενείς με συγγενή μεμονωμένη ανεπάρκεια GnRH προσφέρουν στους ερευνητές
μία μοναδική ευκαιρία ανακάλυψης γονιδίων και οδών μεταγωγής σήματος που συμμετέχουν στη σεξουαλική ωρίμανση και
την αναπαραγωγή. Αν και σπάνια (1/10.000 άτομα) η ανεπάρκεια GnRH έχει αποδειχθεί μία πρισματική ασθένεια που έχει
επιτρέψει την ανακάλυψη πάνω από 12 γονιδίων που εμπλέκονται στον νευροενδοκρινικό έλεγχο της αναπαραγωγής.
Παραδοσιακά, η ανεπάρκεια GnRH θεωρείτο ένα απλό μονογονιδιακό νόσημα που προκαλείται σε κάθε ασθενή από μία
μεμονωμένη γενετική βλάβη που αφορά μία συγκεκριμένη διεργασία του αναπαραγωγικού άξονα. Αυτές οι απλοϊκές
αντιλήψεις ξεπεράστηκαν τα τελευταία χρόνια από μελέτες μας που έδειξαν ότι: (i) Ασθενείς με ανεπάρκεια GnRH μπορούν
να έχουν ο καθένας βλάβες σε πολλαπλά επίπεδα του αναπαραγωγικού άξονα. (ii) Η ανεπάρκεια GnRH είναι ένα πολύπλοκο
γενετικό νόσημα όπου ο κάθε ασθενής μπορεί να έχει πολλαπλές γενετικές βλάβες σε διαφορετικά γονίδια σχετιζόμενα με
την ασθένεια. (iii) Γενετικές βλάβες που σχετίζονται με ανεπάρκεια GnRH ανευρίσκονται επίσης σε γυναίκες με λειτουργική
υποθαλαμική αμηνόρροια, μία συχνότερη, ηπιότερη και επίκτητη μορφή ανεπάρκειας GnRH. Αυτές οι πρόοδοι έχουν
σημασία για την κατανόηση του νευροενδοκρινικού ελέγχου της αναπαραγωγής αλλά και για τη μοντελοποίηση της
γενετικής βάσης άλλων σύνθετων νοσημάτων.
DECIPHERING GENETIC DISEASE IN THE GENOMIC ERA: THE MODEL OF GNRH DEFICIENCY
G. P. Sykiotis1,2, N. Pitteloud1,3 and W. F. Crowley Jr.1
1
2
Harvard Reproductive Endocrine Sciences Center, Massachusetts General Hospital, Boston
Division of Endocrinology & Department of Pharmacology, University of Patras Medical School, Patras
3
Department of Endocrinology, University of Lausanne Medical Center, Lausanne
The neuroendocrine mechanisms regulating the onset of puberty and conferring reproductive capacity remain one of the
major unsolved biological mysteries. The onset of sexual maturation and the acquisition of reproductive capacity are
associated with the activation of the hypothalamic-pituitary-gonadal (HPG) hormonal axis during puberty. Gonadotropinreleasing hormone (GnRH) serves as the “pilot light of reproduction”: its pulsatile secretion from hypothalamic neurons
stimulates the pituitary gonadotropes to release gonadotropins. These in turn promote sex steroid production and
gametogenesis in the gonads, bringing about the phenotypic changes associated with sexual maturation as well as the ability
to reproduce. Patients with congenital isolated deficiency of GnRH afford translational researchers a unique opportunity to
uncover genes and signaling pathways responsible for sexual maturation and reproduction. Although rare (1/10.000 people)
GnRH deficiency has proven to be a prismatic disorder that has facilitated the discovery of more than a dozen genes
implicated in the neuroendocrine control of reproduction. Traditionally, GnRH deficiency was considered a simple
monogenic disorder caused in each patient by a single genetic defect affecting a specific process in the activity of the HPG
axis. These simplistic notions were surpassed in the last few years through our investigations showing that: (i) Patients with
GnRH deficiency can each have defects at multiple levels of the HPG axis. (ii) GnRH deficiency is a complex genetic disease
with each patient harboring multiple genetic defects across different disease-associated genes. (iii) Genetic defects linked to
GnRH deficiency are also present in women with functional hypothalamic amenorrhea, a common, milder and acquired form
of GnRH deficiency. These advances have implications for elucidating the neuroendocrine control of reproduction but also
for modeling the genetics of other complex diseases.
REFERENCES
1. Sykiotis, GP; et al. Sci Transl Med 2010, 2, 32rv2.
2. Sykiotis, GP; et al. Proc Nat Acad Sci U S A 2010, 107, 15140.
3. Sykiotis, GP; et al. J Clin Endocrinol Metab 2010, 95, 3019.
4. Caronia, LM; Martin, C; Welt, CK; Sykiotis, GP;
et
al.
New
Engl
J
Med
2011,
364,
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 37
215.
L10:
Ο ΚΡΙΣΙΜΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ ΜΥΕΛΙΚΗΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ ΣΤΗΝ
ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΛΑΠΛΗΣ ΣΚΛΗΡΥΝΣΗΣ
M. Ιωάννου1,4, Θ. Αλισσάφη1,4, Β. Μαστοροδήμος2, Α. Πλαϊτάκης2, Γ. Δεράος3
Ι. Ματσούκας3, Δ. Μπούμπας1,4, Π. Βεργίνης1,4
1
Εργαστήριο αυτοανοσίας και φλεγμονής, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ιατρική σχολή
2
Τμήμα Νευρολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ιατρική σχολή
3
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Πάτρας
4
Ιντσιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας, ΄Ιδρυμα Τεχνολογίας και ΄Ερευνας
Ένα από τα βασικότερα ζητήματα στην αυτοανοσία, είναι η αποκατάσταση της ομοιόστασης και της αυτοανοχής. Αν και
υπάρχει ποικιλία θεραπευτικών στόχων, ένας μεγάλος αριθμός ασθενών με αυτοάνοσα νοσήματα αποτυγχάνει να
ανταποκριθεί σε αυτες. Γι’ αυτό το λόγο είναι αναγκαία η δημιουργία νέων ανοσοθεραπειών που θα στοχεύουν πιο
εξειδικευμένα στην καταστολή της φλεγμονής και στην αποκατάσταση της ομοιόστασης. Τα κατασταλτικά κύτταρα
μυελικής προέλευσης (Μyeloid derived suppressor cells)- MDSCs αποτελούν ελκυστικό στόχο για τον σχεδιασμό νέων
θεραπειών στην αυτοανοσία. Σε αυτή την εργασία, μελετήσαμε τον ρόλο των MDSCs σε ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση
(MS) καθώς και στο αντίστοιχο ζωϊκό μοντελο της αυτοάνοσης ενγκεφαλομυελίτιδας (ΕΑΕ) στα ποντίκια. Συγκεκριμένα,
δείξαμε ότι τα MDSCs είναι αυξημένα στην περιφέρεια των ασθενών με ενεργή νόσο, ενω συσσωρεύονται στα περιφερικά
λεμφικά όργανα των ζώων με ΕΑΕ λίγο πριν αυτά εισέλθουν στην φάση της ύφεσης. Απομόνωση των MDSCs από ασθενείς
με πολλαπλή σκλήρυνση έδειξε ότι αυτά τα κύτταρα μπορούν να καταστείλουν την ενεργοποίηση και τον πολλαπλασιασμό
των αυτόλογων CD4+ κυττάρων ex vivo. Ομοίως, ο αντίστοιχος πληθυσμός MDSCs στα ποντίκια με ΕΑΕ κατέστειλε τα
αυτοδραστικά Th1 και Th17 κύτταρα και μείωσε σημαντικά τα συμπτώματα της ασθένεια. Συλλογικά, τα δεδομένα αυτής
της μελέτης αποκαλύπτουν ότι τα MDSCs κατέχουν κεντρικό ρόλο στην ρύθμιση της ανοσολογικής απόκρισης στην
πολλαπλή σκλήρυνση και δυνητικά στην θεραπεία διαφόρων αυτοάνοσων ασθενειών.
CRUCIAL ROLE OF GRANULOCYTIC MYELOID-DERIVED SUPPRESSOR CELLS IN THE REGULATION
OF THE CENTRAL NERVOUS SYSTEM AUTOIMMUNE DISEASE
M. Ioannou1,4, T. Alissafi1,4, V. Mastorodemos2, A. Plaitakis2, G. Deraos3, I. Matsoukas3, D. Boumpas1,4, P. Verginis1,4
1
Laboratory of Autoimmunity and Inflammation, University of Crete, Medical School
2
Department of Neurology, University of Crete, Medical School
3
Department of Chemistry, University of Patras
4
Institute of Molecular Biology and Biotechnology, Foundation for Research and Technology
One of the main unresolved issues in autoimmune diseases is the restoration of immune homeostasis and self-tolerance.
Although the variety of therapeutic targets is enormous, a large number of patients with autoimmune syndromes fail to either
respond to current therapy or to achieve long-lasting remission after its cessation. The goal therefore, would be to develop
novel therapeutic protocols that could cure and not only palliate autoimmunity, by resolving inflammation and establishing
lasting tolerance. Myeloid-derived suppressor cells (MDSCs) encompass a newly described population of cells that potently
suppress immune responses, rendering them an attractive target for cell-based therapy in autoimmune diseases. Extensive
studies have explored the role of MDSCs in the regulation of immune responses during cancer and infections. However, their
potential in regulating autoimmune responses, and most importantly their contribution in human autoimmunity remain
elusive. Herein, we demonstrate that MDSCs are enriched in the periphery of subjects with active MS, and largely
accumulated prior to disease remission, in the peripheral lymphoid compartments of mice with experimental autoimmune
encephalomyelitis (EAE). Importantly, MDSCs from MS patients suppressed the activation and proliferation of autologous
CD4+ T cells ex vivo. Similarly, the granulocytic subset of mouse MDSCs suppressed encephalitogenic Th1 and Th17
immune responses, significantly delayed EAE onset and ameliorated EAE upon in vivo transfer. Both human and mouse
MDSCs upregulated expression of the inhibitory molecule programmed death 1 ligand (PD-L1), with the latter exerting their
suppressive function in a PD-L1-dependent fashion. Collectively, these data reveal a pivotal role of MDSCs in the natural
regulation of multiple sclerosis and has implications in the treatment of autoimmune disease.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 38
L11:
ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΒΙΟΔΡΑΣΤΙΚΩΝ ΜΟΡΙΩΝ ΓΙΑ ΑΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΤΟΥΣ ΚΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟΥΣ
ΟΓΚΟΓΕΝΕΙΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥΣ ΣΤΟΧΟΥΣ.
A. G. Tzakos
Department of Chemistry, University of Ioannina
Human Cancer Biobank Center, University of Ioannina
Τελευταία παρατηρείται σημαντική Παγκόσμια επιβράδυνση στην ανάπτυξη νέων αποτελεσματικών αντικαρκινικών
φαρμάκων, παρά τις έντονες προσπάθειες που καταβάλλονται τόσο από Πανεπιστημιακά Ιδρύματα όσο και από
Φαρμακοβιομηχανίες. Δεδομένης της πολυπλοκότητας, σε πολλές δε περιπτώσεις της άγνοιας, των μηχανισμών εμφάνισης
και εξέλιξης των διαφόρων καρκίνων, είναι πλέον επιτακτική η ανάγκη να στραφούμε σε νέους φαρμακευτικούς ογκογενείς
στόχους. Η τρισδιάστατη προσέγγιση που ακολουθούμε θα αναπτυχθεί: Σε πρώτη φάση χρησιμοποιούμε in silico
προσεγγίσεις (συστημική βιολογία) προκειμένου να προσδιορίσουμε χαρακτηριστικά γνωρίσματα που διαφοροποιούν
σχετιζόμενες με μη σχετιζόμενες με τον καρκίνο πρωτεΐνες. Στην συνέχεια ακολουθεί in silico σάρωση χημικών
βιβλιοθηκών. Ακολουθεί βιολογική αξιολόγηση χημικών μορίων σε βιοχημικά και βιοφυσικά δοκίμια. Βελτιστοποίηση των
δραστικότερων χημικών μορίων επιτυγχάνεται με χημειο-ενζυμικές προσεγγίσεις. Επιτυχή παραδείγματα από την
συγκεκριμένη προσέγγιση θα αναπτυχθούν.
DRUGGING UNDRUGGABLE TARGETS: SCULPTING LIGAND SELECTIVITY FOR DIFFICULT
ONCOGENIC TARGETS
A. G. Tzakos
Department of Chemistry, University of Ioannina
Human Cancer Biobank Center, University of Ioannina
We currently witness a decline in the development of efficient new anticancer drugs, despite salient efforts and rigorous
research conducted by academic institutions and pharmaceutical industry worldwide in all fronts of cancer drug discovery.
Given the inherent complexity of cancer biology, it is now considered that modern cancer drug discovery should optionally
be shifted from traditional targets (enzyme or receptors) to uncharted areas of so called “undruggable targets”. To challenge
this we have established a three dimensional approach: We start with an in silico systems-biology protocol to define key
features discriminating cancer-related proteins from non-cancer proteins. We then use an in silico approach to identify lead
molecules from in house or commercially available small molecule libraries. We then screen the best candidates through a
battery of biochemical and biophysical assays. Optimization of the lead molecules follows through modern chemoenzymatic
approaches. Successful examples will be presented from our recent work.
REFERENCES
1. Kounnis, V., Ioachim E., Svoboda E., Tzakos A., Sainis, I., Thalhammer T., Steiner G., Briasoulis E., Journal of
OncoTargets and Therapy, 2011
2. Sainis I, Fokas D, Vareli K, Tzakos AG, Kounnis V, Briasoulis E., Marine Drugs, 2010
3. Tzakos A., Fokas D., Johannes C., Moussis V., Hatzimichael E., Briasoulis E., Molecules, 2011
4. Roukos DH, Tzakos A, Zografos G., Expert Rev Anticancer Ther. 2009 Oct;9(10):1413-6.
5. Janga SC, Tzakos A. Mol Biosyst. 2009 12, 1536-48.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 39
L12: ΟΠΤΙΚΗ ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΕΙΔΙΚΩΝ ΑΛΛΗΛΟΥΧΙΩΝ DNA ΚΑΙ RNA ΜΕΣΩ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑΣ
ΜΕ ΤΑΙΝΙΑ ΞΗΡΩΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΕΓΧΡΩΜΑ ΝΑΝΟΣΦΑΙΡΙΔΙΑ
Δ. Καλογιάννη, Θ. Χριστόπουλος
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Πατρών
Στις μέρες μας, υπάρχει ολοένα και αυξανόμενο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη δοκιμασιών με ταινίες ξηρών αντιδραστηρίων
για την ανάλυση νουκλεϊκών οξέων (DNA και RNA), οι οποίες επιτρέπουν την οπτική ανίχνευση της αλληλουχίας-στόχου.
Οι δοκιμασίες αυτές χαρακτηρίζονται από απλότητα, δεν απαιτούν ειδική οργανολογία ούτε υψηλά εξειδικευμένο
προσωπικό, καθώς ελαχιστοποιούν και τα απαραίτητα στάδια εκπλύσεων και επωάσεων. Η μοριακή αναγνώριση μέσω
υβριδοποίησης αποτελεί την πιο κατάλληλη τεχνική για την ανίχνευση νουκλεϊκών οξέων. Η οπτική ανίχνευση, δια γυμνού
οφθαλμού, βασίζεται σε ισχυρά έγχρωμα σφαιρίδια, όπως νανοσφαιρίδια χρυσού, πολυστυρενίου και άνθρακα και
ολοκληρώνεται εντός λίγων λεπτών, 10 – 15 min. Αναπτύχθηκαν δοκιμασίες με ταινίες ξηρών αντιδραστηρίων
χρησιμοποιώντας και τα τρία είδη σφαιριδίων για την ανίχνευση και ταυτοποίηση αλληλουχιών DNA και RNA, μέσω
υβριδοποίησης. Πιο συγκεκριμένα, νανοσφαιρίδια χρυσού, έγχρωμα νανοσφαιρίδια (μπλε ή κόκκινα) πολυστυρενίου και
νανοδομές άνθρακα συζευγνύονται με ολιγονουκλεοτίδια-ανιχνευτές ειδικά ως προς την αναλυόμενη αλληλουχία-στόχου, ή
ειδικό αντίσωμα, και χρησιμοποιούνται ως ιχνηθέτες για την οπτική ανίχνευση του στόχου. Κατά τη ροή τους κατά μήκος
μιας διαγνωστικής μεμβράνης, οι ιχνηθέτες αυτοί δεσμεύονται σε μια ζώνη ακινητοποίησης, παρουσία της αλληλουχίαςστόχου και ένα οπτικό αποτέλεσμα επιτυγχάνεται, καθώς δημιουργείται μια έγχρωμη ζώνη, εντός λίγων λεπτών. Μία
δεύτερη έγχρωμη ζώνη σχηματίζεται προς επιβεβαίωση της σωστής λειτουργίας του αισθητήρα. Η δοκιμασία μέσω ταινίας
ξηρών αντιδραστηρίων εφαρμόστηκε για την οπτική ανίχνευση μονόκλωνου DNA, δίκλωνου DNA, RNA και οπτική
γονοτύπηση μονονουκλεοτιδικών πολυμορφισμών στο ανθρώπινο γονιδίωμα.
OPTICAL DETECTION OF SPECIFIC DNA AND RNA SEQUENCES VIA NANOPARTICLE-BASED DIPSTICK
TESTS
D. Kalogianni, T. Christopoulos
Department of Chemistry, University of Patras
Currently there is a growing interest in the development of dipstick tests for nucleic acid analysis (DNA and RNA) that
enable visual detection of the target sequence. These tests are simple, do not require special equipment or highly qualified
personnel, while eliminate the several necessary washing and incubation steps. The molecular recognition through
hybridization represents the most appropriate technique for nucleic acid detection. The visual detection through the naked
eye, with the dipstick test is based on strongly colored particles, such as gold, polystyrene or carbon nanoparticles and is
completed within a few minutes, 10 – 15 min. We have developed dipstick tests using all the three types of particles for the
detection and confirmation of target DNA or RNA, via hybridization. More specifically, gold nanoparticles, colored (red or
blue) polystyrene particles and carbon nano-strings are functionalized with oligonucleotide probes that are specific for the
target analyzed or a specific antibody and used as reporters for the optical detection of the target. Flowing through a
diagnostic membrane, these reporters are captured on a capture line, in the presence of the target and a visual result is
achieved, by the formation of a colored line, within a few minutes. A second colored line is formed to confirm the proper
function of the sensor. The dipstick test is applied for the optical detection of single-stranded DNA, double-stranded DNA,
RNA and visual genotyping of Single Nucleotide Polymorphisms (SNPs) in human genomic DNA.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 40
L13: O ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ, ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΝΕΩΝ
ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΩΝ ΜΕ ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Απόστολος Ε. Παπαλόης
Δρ. Βιολόγος
Διευθυντής, Ερευνητικού – Πειραματικού Κέντρου ELPEN A.E.
Διδάσκων, Ιατρικής και Νοσηλευτικής, Πανεπιστημίου Αθηνών
Η ανάπτυξη νέων φαρμάκων ή θεραπειών μέσω της ευρύτερης βιοϊατρικής έρευνας, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό
απο διαφορετικού τύπου υποδομές. Τα αρχικά στάδια ανάπτυξης ξεκινούν με μια καινοτόμο ιδέα που έρχεται να
απαντήσει σε ουσιαστικές κλινικές ανάγκες. Βεβαίως όλα τα παραπάνω απαιτούν ισχυρή οικονομική υποστήριξη.
Είναι επομένως απολύτως σημαντικό, να κατανοήσουμε όσο καλύτερα μπορούμε τη μεθοδολογία της έρευνας. Τα
βασικά επομένως βήματα ανάπτυξης είναι :
1 – Το στάδιο της ιδέας ή του σπόρου : Eίναι το στάδιο κατά το οποίο θα γίνει η πρόταση μιας λογικής ιδέας, με την
χρήση της οποίας, θα γίνει η προσπάθεια να επιλυθεί ένα γνωστό – και όσο το δυνατόν – καλά ορισμένο, κλινικό
πρόβλημα.
2 – Τα αρχικά στάδια : Είναι το στάδιο κατά το οποίο η ιδέα θα παρουσιαστεί ως απτό μοντέλο (π.χ. σχεδιασμός
του μορίου σε υπολογιστή και αρχική σύνθεση, κατασκευή πρωτοτύπων) και θα ακολουθήσουν οι αρχικές
πειραματικές δοκιμές σε ζωϊκά πρότυπα.
3 - To προ-κλινικό στάδιο : Πρόκειται για την δοκιμή σε ζωϊκά πρότυπα με καλά σχεδιασμένες ομάδες (ασφάλεια,
αποτελεσματικότητα, συνθήκες κλπ) και προχωρά μέχρι και την Φάση Ι των κλινικών δοκιμών. Η συνάφεια των
προ-κλινικών δοκιμών και της Φάσης Ι, είναι αδιάσπαστη.
4 – Τα στάδια κλινικών μελετών : Πρόκειται για τις γνωστές μας Φάσεις κλινικών μελετών Ι Ι και Ι Ι Ι.
Όλη η παραπάνω περιγραφόμενη διαδικασία, απαιτεί εξαιρετικά προσεχτικό σχεδιασμό και μεθοδολογία. Στην
πραγματικότητα είναι σχέδιο στρατηγικής. Είναι ένα μάθημα ατομικής και ομαδικής υπευθυνότητας. Είναι μάθημα
ζωής.
THE ROLE OF MODERN EXPERIMENTAL BIOMEDICAL RESEARCH IN THE DEVELOPMENT OF NEW
PRODUCTS AND THERAPIES WITH CLINICAL APPLICATIONS
Apostolos E. Papalois
Biologist, PhD
Director, Experimental – Research Center, ELPEN Pharmaceuticals
Academic Staff, University of Athens, School of Medicine & Department of Nursing
Drug development in the medical arena is dependent on a variety of support structures. The introduction of a new
molecule or drug ideally begins with innovation responding to clinical need. Along the way, the drug is subject to
scientific, clinical, engineering, and regulatory scrutiny and may be lost to the target community by recognition of a
lack of validity, safety, or effectiveness, or by mismanagement of its development. It is critical to understand the
method by which new drugs or therapies with clinical applications are funded in the period between idea and
product launch.
1 – Seed stage : a logical mechanical, physiologic and engineering approach to well – defined clinical problem and
need for which current solutions remain imperfect.
2 - Early stage : proof of concept as represented by computer modeling, prototype development with in vitro testing
or early animal validation.
3 - Pre-clinical stage : demonstrated safety and efficacy in animal models with progression to phase I testing
demonstrating safety in humans.
4 - Pre- launch stage : phase 2 and phase 3 trials demonstrating efficacy and ultimately effectiveness under tightly
controlled circumstances.
Research is a daily lesson of strategy, of personal and team responsibility. Lesson of Life.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 41
L14: ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΣΤΗΝ ΓΟΝΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ
Θ. Μακατσώρης, Χ. Καλόφωνος
Ογκολογικό Τμήμα, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Πατρών
Σημαντικές εξελίξεις στις βασικές επιστήμες έχουν δημιουργήσει την ευκαιρία για μεγάλη πρόοδο στη θεραπεία του
καρκίνου. Διάφορες γενομικές προσεγγίσεις έχουν επηρρεάσει πολλαπλές πλευρές του καρκίνου: την ταξινόμηση των
όγκων, προγνωστικούς παράγοντες, προβλεπτικούς παράγοντες ανταπόκρισης στη θεραπεία, την ανακάλυψη νέων
φαρμάκων, στρατηγικές για έλεγχο της πορείας της νόσου, καθώς επίσης και την προδιάθεση για την ανάπτυξη καρκίνου.
Η τεχνική της ανάλυσης του γονιδιώματος με μικροσυστοιχίες έχει ενδυναμώσει την ικανότητά μας να ταξινομήσουμε τις
διάφορες υποκατηγορίες κακοήθων όγκων. Στον καρκίνο του μαστού αυτό έχει οδηγήσει στη δημιουργία υποκατηγοριών
που έχουν διαφορετικά κλινικά και βιολογικά χαρακτηριστικά, ακόμα και διαφορετική επιβίωση των ασθενών.
Η ανακάλυψη ογκογονιδίων που εμπλέκονται στην καρκινογένεση έχει οδηγήσει στην ανακάλυψη στόχων για νέα
αντικαρκινικά φάρμακα. Διάφορα νέα φάρμακα, μικρά μόρια, και μονοκλωνικά αντισώματα, που επιδρούν σε προϊόντα
ογκογονιδίων έχουν εξελιχθεί. Υπάρχει σημαντική πρόοδος στη δημιουργία μικρών μορίων που αναστέλλουν την
ενζυματική δραστηριότητα ογκογονιδίων όπως το ABL, KIT, EGFR, και ERBB2. Νέες δραστικές θεραπείες είναι διαθέσιμες
για πολλούς συμπαγείς όγκους, που περιλαμβάνουν τον καρκίνο μαστού, το μη-μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα και τους
στρωματικούς όγκους του γαστρεντερικού. Καθώς ο θεραπευτικός παράγοντας στοχεύει σε μία συγκεκριμένη κυτταρική
πρωτεΐνη, γενομικές αλλαγές στο γονίδιο που κωδικοποιεί αυτή την πρωτεΐνη μπορούν να επηρρεάσουν σημαντικά την
ανταπόκριση στη θεραπεία.
Όλα τα παραπάνω έχουν οδηγήσει στην εφαρμογή στοχευουσών θεραπειών, ανάλογα με τα μοριακά χαρακτηριστικά του
όγκου, και σε μερικές περιπτώσεις ακόμη και με τα γενετικά χαρακτηριστικά του ασθενούς, με αποτέλεσμα την
εξατομίκευση της θεραπείας του καρκίνου. Η επιτυχία της εξατομικευμένης θεραπείας εξαρτάται από την ύπαρξη
αξιόπιστων διαγνωστικών εξετάσεων οι οποίες θα προσδιορίσουν τους ασθενείς που μπορεί να ωφεληθούν από τις
στοχεύουσες θεραπείες.
PERSONALIZED CANCER TREATMENT IN THE GENOMIC ERA
T. Makatsoris, H. Kalofonos
Division of Medical Oncology, University of Patras Medical School
Major advances in basic science have created an opportunity for significant progress in the treatment of cancer. Several
genomic approaches have affected multiple aspects of cancer: tumor classification, prognostic markers, predictive indicators
of drug response, the development of new drug therapies, strategies for monitoring disease, and susceptibility to cancer.
The advent of microarray-based profiling has substantially increased the power to subclassify cancers. In breast cancer this
has contributed to the development of a classification with the different subtypes having markedly different clinical and
biologic features, including patient survival.
The identification of oncogenes involved in the initiation and progression of tumors has generated targets for the
development of new anticancer drugs. Several new agents, small molecules, and monoclonal antibodies directly affecting
oncogene products have been developed. Considerable progress has been made in producing small molecules capable of
inhibiting the enzymatic activity of ABL, KIT, EGFR, and ERBB2. New effective treatments are available for many solid
tumors, including breast cancer, non-small cell lung cancer and gastrointestinal stromal tumors. As the therapeutic agent is
targeted at a particular cellular protein, genomic alterations in the gene encoding that protein can be major determinants of
response.
All the above have led to the implementation of targeted treatments according to the molecular profile of the tumor, and in
some occasions, according to the patient’s genetic characteristics, leading to the development of personalized cancer
medicine. The success of personalized medicine depends on having accurate diagnostic tests that will identify patients who
may have benefits from targeted therapies.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 42
L15: ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΛΑΠΛΗΣ ΣΚΛΗΡΥΝΣΗΣ: ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗΣ
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ
Ν. Δημησιάνος1, Α. Μουζάκη2, Π. Παπαθανασόπουλος1
1
2
Νευρολογική Κλινική, Πανεπιστήμιο Πατρών
Τμήμα Αιματολογίας, Τομέας Παθολογίας, Πανεπιστήμιο Πατρών
Η Πολλαπλή Σκλήρυνση (ΠΣ) είναι μια φλεγμονώδης, αυτοάνοση νόσος του κεντρικού νευρικού συστήματος, στην οποία
αυτοαντιδρώντα Τ- λεμφοκύτταρα διαπηδούν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και πυροδοτούν έναν ανοσολογικό
καταρράκτη, που οδηγεί σε απομυελίνωση, νευραξονική βλάβη και τελικά συσσώρευση νευρολογικού ελλείμματος. Η
θεραπεία της ΠΣ διακρίνεται στη θεραπεία των υποτροπών (ώσεων), που πραγματοποιείται με τη χορήγηση υψηλών δόσεων
κορτιζόνης για βραχύ χρονικό διάστημα, στη συμπτωματική αντιμετώπιση των διαφόρων νευρολογικών επιπλοκών
(σπαστικότητα, ακράτεια, παροξυσμικά φαινόμενα, κ.α.) και στην προφυλακτική θεραπεία με ειδικά φάρμακα (disease
modifying therapies- DMTs), που αποσκοπούν στην ανοσορρύθμιση και στην πρόληψη των υποτροπών. Σήμερα, τα
φάρμακα που διαθέτουμε για την προφυλακτική θεραπεία περιλαμβάνουν τις ιντερφερόνες (IFNβ- 1α και IFNβ-1β), την
οξική γλατιραμέρη, το μονοκλωνικό αντίσωμα ναταλιζουμάμπη και τη μιτοξανδρόνη. Μετά από σχεδόν 2 δεκαετίες χρήσης
αυτών των φαρμάκων, όλα σε ενέσιμη μορφή, ήρθε η εποχή της από του στόματος θεραπείας, με δύο νέα φάρμακα, τη
φινγκολιμόδη και την κλαδριβίνη. Η φινγκολιμόδη έλαβε έγκριση από τον FDA τον Σεπτέμβριο του 2010 και στην Ευρώπη
τον Ιανουάριο του 2011 για τη θεραπεία της ΠΣ με εξάρσεις και υφέσεις. Παράλληλα, νέες προφυλακτικές θεραπείες
δοκιμάζονται με ενθαρρυντικά αποτελέσματα, παρέχοντας προοπτική για πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση της ΠΣ στο
μέλλον.
MULTIPLE SCLEROSIS THERAPY: PRESENT AND FUTURE AGENTS
N. Dimisianos1, A. Mouzaki2, P. Papathanasopoulos1
1
2
Neurology Clinic, University of Patras
Division of Haematology, Department of Internal Medicine, University of Patras
Multiple Sclerosis (MS) is an inflammatory, autoimmune disease of the central nervous system, in which autoreactive Tcells cross the blood- brain barrier and trigger an immune cataract that leads to demyelination, axonal damage and
accumulation of neurological deficit. Treatment of MS consists of treating acute exacerbations with high doses of
methylprednizolone for a few days, symptomatic relief of complications (e.g. spasticity, bladder dysfunction, paroxysmal
symptoms, etc.) and prophylactic treatment with disease modifying therapies (DMTs) that aim at immune regulation and
attenuation of future relapses. Currently available prophylactic therapies include the interferons (IFNb-1a and IFNb-1b),
glatiramer acetate, the monoclonal antibody natalizumab and mitoxandrone. After almost 2 decades of use of these agents, all
in parenteral form, we have the advent of oral therapies, with two new drugs, fingolimod and cladribine. Fingolimod has been
approved by the FDA on September 2010 and in Europe on January 2011 for the treatment of relapsing- remitting MS. In the
meantime, many other treatments for MS are being tested with encouraging results, providing new perspectives for MS
therapy in the future.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 43
L16: ΔΙΑΔΕΡΜΙΚΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΦΑΡΜΑΚΩΝ: ΝΕΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΣΑΡΤΑΝΩΝ
Μ.Ε. Ανδρούτσου1, Α. Ρεσβάνη1, Δ. Καλαβριζιώτη2, Γ. Αγγελής1, Ι. Ματσούκας1
1
2
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Πατρών
Τμήμα Ιατρικής, Πανεπιστήμιο Πατρών
Η υπέρταση αποτελεί σημαντικό κλινικό πρόβλημα, αφού πλήττει μεγάλο μέρος του πληθυσμού και αποτελεί ανεξάρτητο
παράγοντα κινδύνου για συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, νεφρική ανεπάρκεια και αγγειακά
εγκεφαλικά επεισόδια.
Στην αγορά υπάρχουν αρκετά εγκεκριμένα φάρμακα με διαδερμική χορήγηση που αφορούν τη θεραπεία της νόσου του
Alzheimer (Rivastigmine-Exelon), του πόνου (Fentanyl-Durogesic), την ασθένεια του parkinson (Rotigotine-Neupro), τη
ρύθμιση των ορμονών (Estradiol-Estraderm) κ.α..
Σήμερα υπάρχουν αρκετά σκευάσματα κατά της υπέρτασης αλλά κανένα από αυτά δεν χορηγείται διαδερμικά (αναστολείς βαδρενεργικών υποδοχέων, σαρτάνες, ΑΜΕΑ καθώς και άλλοι συνδυασμοί φαρμάκων).
Τα Διαδερμικά Συστήματα Χορήγησης επιτρέπουν σε ορισμένες φαρμακευτικές ουσίες να διαπεράσουν τα στρώματα του
δέρματος και να εισχωρήσουν στο αίμα. Μία αργή "ενδοφλέβια έγχυση" είναι κατάλληλη για συστηματική εφαρμογή αφού
έχει ταχύτερη έναρξη δράσης, αποφεύγει το μεταβολισμού στο ήπαρ, έχει λιγότερες παρενέργειες (γαστρεντερικές
διαταραχές) και μεγαλύτερη διάρκεια δράσης με συνέπεια την προστασία του ασθενούς από εμφράγματα σε κρίσιμες ώρες
της ημέρας (συνήθως πρωινές ώρες).
Τα τελευταία δέκα χρόνια η ερευνητική δραστηριότητα της ομάδας μας περιλαμβάνει αφενός το μοριακό σχεδιασμό και
αφετέρου τη σύνθεση και βιολογική αποτίμηση καινοτόμων χημικών ενώσεων, με στόχο νέα αντιϋπερτασικά φάρμακα για
διαδερμική χορήγηση. Τα ανάλογα αυτά είναι σαρτάνες, εκλεκτικοί ανταγωνιστές του ΑΤ1 υποδοχέα της Αγγειοτενσίνης ΙΙ
(ΑΙΙ) και έχουν επιτύχει ικανοποιητική διαδερμική διαπερατότητα σε in vivo πειράματα με χρήση διαφόρων συστημάτων
διαπέρασης.
TRANSDERMAL DRUG DELIVERY: NEW SARTAN PERSPECTIVE
M.E. Androutsou1, A. Resvani1, D. Kalavrizioti2, G. Agelis1, J. Matsoukas1
1
Department of Chemistry, University of Patras
Department of Medicine, University of Patras
2
Hypertension is an important disease since a high percentage of the population presents high levels of blood pressure. It is an
independent risk factor for congestive heart failure, myocardial infaraction, renal failure and strokes.
Ιn the market are several transdermal therapeutic systems (TTS), known as patches for the treatment of Alzheimer
(Rivastigmine-Exelon), pain (Fentanyl-Durogesic), parkinson disease (Rotigotine-Neupro), hormone regulation (EstradiolEstraderm) etc.
To date there are various drugs for the treatment of hypertension but none of them is administered transdermally (betaadrenergic receptor blockers in combination with diuretics, ACE inhibitors or other drug therapy).
Transdermal delivery presents many advantages compared to other routes of administration. Administration with transdermal
delivery presents stable release through skin as well as stable levels of drug in plasma. Furthermore, the first pass effect is
avoided and long duration of drug release could be achieved, depending on the formulation of the patch. Consequently,
transdermal delivery is a novel route of administration in Modern Medicine and a safe antihypertensive treatment with long
duration.
During the last decade, in our laboratory we have developed several methods for the design, synthesis and biological
evaluation of specific and selective non peptide AII receptor antagonists for the treatment of hypertension with transdermal
delivery. These analogues are selective AT1 receptor antagonists of Angiotensin II (AII) and in vivo protocols shows efficient
transdermal penetration using different formulations.
REFERENCES
1. Zoumpoulakis, P, Politi, A, Grdadolnik, SG, Matsoukas, J, Mavromoustakos, T (2006) J Pharm Biomed Anal 40, 10971104
2. Agelis, G, Roumelioti, P, Resvani, A, Durdagi, S, Androutsou, M-E, Kelaidonis, K, Mavromoustakos, T, Matsoukas, J
(2010) J Comput-Aided Mol Des 24, 749-758
3. Agelis, G, Resvani, A, Matsoukas, M-T, Tselios, T, Kelaidonis, K, Kalavrizioti, D, Vlahakos, D, Matsoukas J (2011)
Amino Acids 40, 411-420
4. Wentrup, A, Oertel, W, Dodel, R (2008) Drug Design, Development and Therapy 2, 245-254
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 44
L17: ΜΙΜΗΤΕΣ ΠΕΠΤΙΔΙΩΝ, ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ: ΣΤΟΧΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΣΚΛΗΡΥΝΣΗ ΚΑΤΑ ΠΛΑΚΑΣ ΚΑΙ
ΤΗΝ ΥΠΕΡΤΑΣΗ
Ιωάννης Ματσούκας
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Πατρών
Τον Φεβρουάριο του 1989 στο Gordon Conference με αντικείμενο την πεπτιδορμόνη Αγγειοτενσίνη και το σύστημα Ρενίνης
– Αγγειοτενσίνης στο Los Angeles στις ΗΠΑ, ανακοινώθηκε από την Φαρμακευτική Εταιρία Dupont ότι ο πρώτος μη
πεπτιδικός αναστολέας της Αγγειοτενσίνης ήταν ήδη σε κλινική δοκιμή. Πεπτιδικοί ανταγωνιστές, όπως η Σαριλεσίνη και η
Σαραλασίνη, είχαν αποτύχει να γίνουν φάρμακα λόγω ακριβώς της πεπτιδικής των φύσης, η οποία τα καθιστούσε ασταθή
λόγω της υδρόλυσης των πεπτιδικών δεσμών. Σε εκείνο το Συνέδριο ανακοινώθηκε για πρώτη φορά η Λοζαρτάνη για να
ακολουθήσουν άλλες οκτώ Σαρτάνες μέχρι σήμερα οι οποίες αποτελούν τη νέα γενιά αντιυπερτασικών. Η ανακοίνωση για
την πρώτη Σαρτάνη ήταν το επιστέγασμα μιας ερευνητικής προσπάθειας πολλών δεκαετιών αφ’ ότου είχε ανακαλυφθεί και
αναφερθεί στην βιβλιογραφία πριν 80 χρόνια περίπου το σύστημα Ρενίνης – Αγγειοτενσίνη σαν το υπεύθυνο για τη ρύθμιση
της Αρτηριακής Πίεσης. Σταθμοί αυτής της μακροχρόνιας προσπάθειας ήσαν η ανακάλυψη της Καπτοπρίλης (Καποτέν)
από τον Μ. Ondetti το 1975 και της Λοσαρτάνης (Kozzar) από τον Timmermans το 1989.
Επιτόποι των Πρωτεϊνών MBP, PLP, MOG της πολυπρωτεΐνης Μυελίνης εμπλέκονται στην εμφάνιση της Σκλήρυνσης κατά
Πλάκας. Ανάλογο αυτών των Επιτόπων έχει διαπιστωθεί να καταστέλλουν την ασθένεια σε Πειραματικά Μοντέλα και να
ρυθμίζουν το ανοσοποιητικό σύστημα καθιστώντας τα, εν δυνάμει Φαρμακευτικά Προϊόντα εναντίον της Νόσου.
PEPTIDE MIMETICS A NEW GENERATION OF DRUGS: FIGHTING MULTIPLE SCLEROSIS
AND HYPERTENSION
John Matsoukas
Department of Chemistry, University of Patras
The discovery of Losartan a non peptide Angiotensin II Receptor antagonist was announced in 1989 during the Gordon
Research Conference on Angiotensin and Renin – Angiotensin – System (RAS). Breakthroughs in this evolution was the
discovery of Captopril by Miguel Ondetti (1975) and Losartan by Timmermans (1989). In this lecture the main steps
followed in our laboratories are mentioned which led to our Sartan, named Elsartan. Briefly the main steps are: 1. Peptide
(The tool), 2. Peptide Model (The ligand – receptor interaction), 3. Cyclic Peptide (The drug lead), 4. Non-peptide mimetic
(The Drug). Also the biological steps required for Clinical Trial approval, will be reported.
Immunodominant Epitopes of human proteins MBP, PLP, MOG of myelin sheath are implicated in Multiple Sclerosis.
Specific Analogues have been found to immune rats rendering them potential therapeutics vaccine drugs in the
Immunotherapy of Multiple Sclerosis. Furthermore, our cyclic MBP 83-99 peptides, for the first time to be reported as HLA
and MHC binders and more stable compared to linear counterparts, possess a series of important immunomodulatory
properties rendering them as putative drugs for treating multiple sclerosis and potentially other Th1 – mediated autoimmune
diseases. In the light of the results and findings in our research, the main immunodominant peptides and their head to tail
cyclic counterparts conjugated to reduced mannan have been selected to constitute a mixture cocktail drug for preclinical
investigation in preparation of New Drug Application (NDA) for Clinical Phase I and II studies in the Immunotherapy of
Multiple Sclerosis.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 45
L18: ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΕΣ ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ ΣΚΛΗΡΥΝΣΗΣ ΚΑΤΑ ΠΛΑΚΑΣ: ΣΤΟΧΕΥΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΣΩΣΤΗ
ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ;
Μ. Κατσάρα1,2, Ι. Ματσούκας2 και Β. Αποστολοπούλου1
1
Burnet Institute, Centre for Immunology, Immunology and Vaccine Laboratory, AMREP, Prahran, Australia
2
Τμήμα Χημείας, Τομέας Οργανικής Χημείας, Βιοχημείας, και Φυσικών Προϊόντων, Πανεπιστήμιο Πατρών
Πολλές ανοσοτροποποιητικές θεραπείες έχουν εγκριθεί για τη διαχείριση της σκλήρυνσης κατά πλάκας (ΣΚΠ), οι οποίες
αρχικά στοχεύουν στα αυτοαντιδρώντα Τ κύτταρα, τα οποία με τη σειρά τους εμπλέκονται στην παθολογία της ΣΚΠ. Οι
παραπάνω θεραπείες μειώνουν τη συχνότητα των ώσεων, εμποδίζοντας την περιαγγειακή φλεγμονή, τις εστίες
απομυελίνωσης και περαιτέρω την αξονική βλάβη. Παρά την διαθεσιμότητα πολλών φαρμακευτικών σκευασμάτων, υπάρχει
η ανάγκη για νέα δυνητικά ανάλογα για την ανοσοθεραπεία της ΣΚΠ. Ο σχεδιασμός τροποποιημένων πεπτιδικών αναλόγωναυτοαντιγόνων της μυελίνης-, αποτελούν θεραπευτική προσέγγιση της ΣΚΠ. Επομένως, σχεδιάστηκαν και συνετέθησαν
πεπτιδικά ανάλογα με τροποποιήσεις σε κύριες θέσεις πρόσδεσης του πεπτιδίου με τον υποδοχέα TCR και συζεύχθηκαν με
ανηγμένη μαννάνη. Μελετήθηκαν κυτταρικές και χυμικές αποκρίσεις με στόχο την εύρεση του καλύτερου αναλόγου ως
υποψήφιο για την ανοσοθεραπεία της ΣΚΠ. Μοριακός σχεδιασμός των τροποποιημένων αναλόγων βοήθησε στην καλύτερη
κατανόηση των αλληλεπιδράσεων van der Waals και των δεσμών υδρογόνου με το MHC τάξεως ΙΙ (I-As). Τρέχουσες
θεραπείες και ανοσοθεραπευτικές προσεγγίσεις για την ΣΚΠ θα συζητηθούν και θα συγκριθούν με τη δική μας
ανοσοθεραπευτική στρατηγική.
THERAPEUTIC ASPECTS FOR MS: ARE WE HEADING IN THE RIGHT DIRECTION?
M. Katsara1,2, J. Matsoukas2, and V. Apostolopoulos1
1
2
Burnet Institute, Centre for Immunology, Immunology and Vaccine Laboratory, AMREP, Prahran, Australia
Department of Chemistry, Section of Organic Chemistry, Biochemistry, and Natural Products, University of Patras
Several disease-modifying therapies are approved for the management of multiple sclerosis (RRMS) that primarily target
activated autoreactive T cells and their contribution to MS pathology. By preventing inflammation, demyelination and
subsequent axonal damage, these treatments reduce the frequency or relapses to differing extents. Despite the availability of
effective disease-modifying therapies, there is a need for new potential analogues for the immunotherapy of MS. Thus, the
design of peptide mutants of disease-associated myelin epitopes to alter immune responses offers a promising avenue for the
treatment of MS. Therefore, we designed and synthesised a number of peptide analogues by mutating the principal TCR
contacts residue and these peptides were conjugated to reduced mannan. Cellular and humoral responses were measured to
identify the best candidate peptide, and molecular modelling was used to reveal new H-bonding and van der Waals
interactions between peptide and MHC (I-As). Current treatments and immunotherapeutic approaches for MS will be
discussed and compared to our novel immunotherapeutic strategy.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 46
L19: ΜΕΤΑΛΛΑΞΕΙΣ ΣΤΟΝ ΜΕΤΑΓΡΑΦΙΚΟ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ KLF1 ΠΡΟΚΑΛΟΥΝ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ
ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΕΜΒΡΥΪΚΗΣ ΑΙΜΟΣΦΑΙΡΙΝΗΣ
Μ. Γεωργίτση & Γ. Π. Πατρινός
Εργαστήριο Μοριακής Βιολογίας και Ανοσολογίας, Τμήμα Φαρμακευτικής, Σχολή Επιστημών Υγείας, Πανεπιστήμιο Πατρών
Η Κληρονομική Παραμονή της Εμβρυϊκής Αιμοσφαιρίνης [Ηereditary Persistence of Fetal Hemoglobin (HPFH)]
χαρακτηρίζεται από συνεχιζόμενη έκφραση της εμβρυϊκής αιμοσφαιρίνης (HbF, α2γ2) στους ενήλικες, σε ποσοστό >2% της
συνολικής αιμοσφαιρίνης. Στην παρούσα μελέτη αποσαφηνίσαμε την αιτιολογία της HPFH σε μία μεγάλη οικογένεια από τη
Μάλτα, στην οποία δέκα από τα 29 μέλη της παρουσίαζαν HPFH με HbF: 3%-20%. Συνδυάζοντας μικροσυστοιχίες
μονονουκλεοτιδικών πολυμορφισμών (genome-wide SNP arrays) και ανάλυση σύνδεσης (linkage analysis), με προφίλ
γονιδιακής έκφρασης (gene expression profiling) φυσιολογικών και HPFH πρόδρομων ερυθροποιητικών κυττάρων [human
erythroid progenitors (HEPs)] από μέλη της οικογένειας, εντοπίσαμε την υποψήφια περιοχή 19p13.12-13 και την ύπαρξη
μετάλλαξης στο γονίδιο KLF1 (p.K288X), η οποία κωδικοποιεί πρωτεΐνη που έχει απολέσει το τμήμα πρόσδεσής της στο
DNA. Όλα τα μέλη της οικογένειας με HPFH ήταν φορείς της μετάλλαξης, η οποία δεν εντοπίστηκε στον γενικό πληθυσμό
της Μάλτας. Πειράματα αποσιώπησης του KLF1 και υπερέκφρασης του άγριου και μεταλλαγμένου KLF1 με ρετροϊούς lenti
σε φυσιολογικά ή/και HPFH HEPs, αλλά και πειράματα ανοσοκατακρήμνισης χρωματίνης (ChIP), κατέδειξαν ότι επιπλέον
του γνωστού ρόλου του KLF1 στην επαγωγή της έκφρασης του γονιδίου της β-σφαιρίνης (HBB) στην ενήλικη ζωή, ο KLF1
αναγνωρίζεται για πρώτη φορά ως σημαντικός επαγωγέας του γονιδίου BCL11A, που με τη σειρά του καταστέλλει την
έκφραση των εμβρυϊκών γονιδίων HBG1/HBG2. Συμπερασματικά, μεταλλάξεις στο γονίδιο KLF1 επηρεάζουν τα επίπεδα
της HbF και ενισχύουν το ρόλο του KLF1 ως σημαντικού ρυθμιστή στις αναπτυξιακές αλλαγές έκφρασης των γονιδίων
εμβρυϊκής και ενήλικης σφαιρίνης (globin switching). Καθώς η ενίσχυση της έκφρασης της HbF μπορεί να βελτιώσει τη
σοβαρότητα τόσο της β-μεσογειακής όσο και της δρεπανοκυτταρικής αναιμίας, η επανενεργοποίηση των HBG1/HBG2
στους πάσχοντες, μέσω της αναστολής της δράσης του KLF1, παρέχει μία εκλυστική προοπτική για μοριακή θεραπευτική
προσέγγιση των αιμοσφαιρινοπαθειών τύπου β. Τα παραπάνω δεδομένα, μαζί με πρόσφατα ανάλογα ευρήματα, έχουν
συγκεντρωθεί στη βάση δεδομένων HbVar (http://lovd.bx.psu.edu/home.php?select_db=KLF1), σύμφωνα με την προσέγγιση
microattribution, που για πρώτη φορά εφαρμόζεται με σκοπό τη συστηματική καταγραφή όλων των παρατηρούμενων
γενετικών αλλαγών στις αιμοσφαιρινοπάθειες.
MUTATIONS IN THE ERYTHROID TRANSCRIPTION FACTOR KLF1 CAUSE HEREDITARY PERSISTENCE
OF FETAL HEMOGLOBIN
M. Georgitsi & G. P. Patrinos
Laboratory of Molecular Biology and Immunology, Department of Pharmacy, School of Health Sciences, University of
Patras
Ηereditary Persistence of Fetal Hemoglobin (HPFH) is characterized by persistence of fetal hemoglobin (HbF, α2γ2) of over
2% in adults. Ten of 29 members from a unique Maltese family presented with HPFH (HbF: 3%-20%). Genome-wide SNP
array and linkage analysis data were combined with expression profile data of HPFH and normal primary erythroid
progenitors (HEPs). A candidate region was mapped on chromosome 19p13.12-13 and a nonsense mutation was identified in
the KLF1 gene (p.K288X) ablating the protein’s DNA binding domain. Only HPFH family members were p.K288X carriers;
p.K288X was absent in the general Maltese population. Expression profiling of HPFH HEPs revealed downregulation of
KLF1 target genes, including BCL11A. Lentiviral-mediated knockdown of KLF1 and overexpression of full-length and
truncated KLF1 in normal and/or HPFH HEPs, as well as ChIP experiments, showed that, in addition to its established role in
adult globin expression via the activation of HBB, KLF1 is a critical activator of the BCL11A gene, which represses fetal
HBG1/HBG2 expression in adults. These findings support the notion that KLF1 is a regulator of human fetal-to-adult globin
switching. The reactivation of HBG1/HBG2 genes in adults, via attenuation of KLF1 activity, provides novel lead for
molecular therapeutics of β-type hemoglobinopathies. These data, along with similar recent findings on the KLF1 gene, have
been now deposited into HbVar database (http://lovd.bx.psu.edu/home.php?select_db=KLF1), according to the
microattribution approach, which is implemented for the first time in an effort to systematically document all genetic
variation data in hemoglobinopathies.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 47
L20: ΝΕΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗΣ ΑΛΥΣΙΔΩΝ ΙΝΣΟΥΛΙΝΗΣ: ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ
ΔΙΑΜΟΡΦΩΤΙΚΩΝ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ
K. Μπάρλος
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Πατρών
Περισσότερες από 60% των ασθενειών οφείλονται σε εσφαλμένη δίπλωση ή διαμόρφωση πρωτεϊνών, κυρίως
μεταλλαγμένων. Παραδείγματα διαμορφωτικών ασθενειών είναι πέραν του γήρατος ο διαβήτης, πολλές μορφές καρκίνου και
το Alzheimer. Λόγω μεγάλης ομοιότητάς τους με τις φυσικές πρωτεΐνες οι λάθος διαμορφωμένες ή μεταλλαγμένες πρωτεΐνες
δεν αναγνωρίζονται από το ανοσοποιητικό σύστημα π.χ. από τον μηχανισμό αποικοδόμησης τους εντός του
ενδοπλασματικού δικτύου (ERAD). Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί με εκλεκτική τροποποίηση των πρωτεϊνών αυτών,
τέτοια, ώστε να γίνει δυνατή η αναγνώριση και αποικοδόμηση τους από το ανοσοποιητικό σύστημα. Τέτοια θα ήταν η
διασύνδεση τους με μία άλλη πρωτεΐνη ή πεπτίδιο. Η δυνατότητα αυτή δεν έχει μελετηθεί μέχρι σήμερα, λόγω της
επικρατούσας άποψης ότι η διασύνδεση πετιδίων και πρωτεΙνών είναι μία πολύ αργή διαδικασία στις πολύ μικρές
συγκεντρώσεις που θα ευρίσκονταν αυτές εντός του κυττάρου. Σε πρόσφατες μελέτες μας για την παραγωγή του
ινσουλινοειδούς πεπτιδίου ρηλαξίνη, παρατηρήσαμε την ταχύτερη και εκλεκτικότερη “in vitro” διασύνδεση πεπτιδικών
αλυσίδων που έχει αναφερθεί ποτέ και μάλιστα σε συγκεντρώσεις μmol. Το ίδιο παρατηρήσαμε όχι μόνο μεταξύ των
αλυσίδων των διαφόρων ινσουλινοειδών π.χ. της ίδιας της ινσουλίνης αλλά και μεταξύ πεπτιδικών αλυσσίδων τοσο
διαφορετικών μεταξύ τους όπως είναι π.χ. οι αλυσίδες της ρηλαξίνης και του IGF. Οι παρατηρήσεις μας αυτές οδηγούν όχι
μόνο σε αναθεώρηση των απόψεων περί του μηχανισμού διασύνδεσης των αλυσίδων της ινσουλίνης αλλά και σε βάσιμες
ελπίδες εξέλιξης πεπτιδίων πού θα δρουν σαν εκλεκτικοί σαρωτές μεταλλαγμένων και λάθος διαμορφωμένων πρωτεϊνών από
το κύτταρο. Αυτό θα οδηγήσει σε φάρμακα νέα γενεάς που δεν θα καταπολεμούν απλά αλλά θα αποτρέπουν την εμφάνιση
των ασθενειών.
A NEW MECHANISM IN INSULIN CHAIN COMBINATION: FIGHTING CONFORMATIONAL DISEASES
K. Barlos
Department of Chemistry, University of Patras
Protein misfolding, mainly of mutated proteins, is the reason for more than 60% of human diseases. Prominent examples are
besides aging, diabitis, several cancer types and Alzheimer. Because of the high similarity of the misfolded proteins to the
natural proteins these cannot be recognized by the human immune system e.g. from the endoplasmic reticulum associated
degradation (ERAD) system. The better recognition of the mutant proteins by the immune system could be achieved by their
selective modification, best by their combination with an other peptide or protein. This has not been studied until now
probably because of the common opinion that intermolecular protein-protein combination is a rather slow process in the low
concentration of the proteins in the cell. In our recent studies for the production of the insulin like peptide relaxin we
observed the fastest and more selective intermolecular “in vitro” peptide folding reported to date. This fast intermolecular
folding was observed not only in the case of the two chains of the same insulin like peptides but also between the chains of
very different peptides like relaxin and IGF. These observations lead to the postulation of a new mechanism of insulin chain
folding. In addition, it becomes obvious, that peptides can be developed which will combine fast with misfolded and mutant
proteins scavenging them selectively from the cell. This will lead to the development of a new generation of pharmaceuticals,
which will prevent and not cure the diseases.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 48
L21: ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΡΕΝΙΝΗΣ – ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΡΔΙΟΝΕΦΡΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ
Δημήτριος Β. Βλαχάκος
Αναπληρωτής Καθηγητής Παθολογίας και Νεφρολογίας
Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών
Υπεύθυνος Νεφρολογικής Μονάδας
Β’ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική
Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ
Μέχρι την βιομηχανική επανάσταση το προσδόκιμο επιβίωσης των ανθρώπων ήταν τα 35 χρόνια και για εκατομμύρια χρόνια
οι άνθρωποι ήσαν αναγκασμένοι νε εξασφαλίζουν τα προς το ζην με το κυνήγι και την γεωργία, να μετακινούνται
βαδίζοντας σε μεγάλες αποστάσεις, να μάχονται σώμα με σώμα για την υπεράσπιση ή κατάκτηση περιοχών και συχνά
υπέφεραν από διαρροϊκά σύνδρομα, όπως συμβαίνει και σήμερα σε πολλές μη ανεπτυγμένες χώρες. Επομένως η εξέλιξη του
ανθρώπινου είδους, βασίσθηκε σε συστήματα, που τείνουν να αυξήσουν τον όγκο του αίματος και την πίεση, ώστε να
προστατεύσουν τα άτομα από την υποογκαιμία, όπως συμβαίνει όταν αυτά ιδρώνουν, αιμορραγούν, έχουν γαστρεντερικές
απώλειες κλπ. Το σπουδαιότερο ρυθμιστικό σύστημα του καρδαγγειακού συστήματος είναι το Σύστημα ρενίνηςαγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ). Η ρενίνη, ένζυμο του νεφρού, αποτελεί το αρχικό ρυθμιστικό ένζυμο για τον
καταρράκτη του ΣΡΑΑ. Η αγγειοτασίνη ΙΙ -το δραστικό οκταπεπτίδιο του ΣΡΑΑ- είναι πλειοτρόπος ορμόνη και αποτελεί μετά την ενδοθηλίνη- το ισχυρότερο αγγειοσυσπαστικό μόριο του οργανισμού, κατακρατεί νάτριο και αυξάνει τον όγκο του
πλάσματος, δρα ως αυξητικός παράγοντας προκαλώντας υπερτροφία της καρδιάς και των αγγείων, προκαλεί οξειδωτικό
stress, ενεργοποιεί τα κύτταρα (μακροφάγα, Τ-λεμφοκύτταρα) προς παραγωγή μορίων φλεγμονής, αυξάνει την πηκτικότητα
του αίματος και όπως θα δούμε κατωτέρω προάγει την ερυθροποίηση.
Μετά τον 18ο αι. στις ανεπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες, η βελτίωση του βιωτικού επιπέδου, η εξασφάλιση τροφής και
ύδρευσης, η καταπολέμηση των λοιμώξεων και γενικότερα οι πρόοδοι στην τεχνολογία και τις επιστήμες επέτρεψαν την
παράταση του προσδόκιμου επιβίωσης στα 80 χρόνια. Τώρα όμως, τα ίδια συστήματα, που είχαν δημιουργηθεί για την
αύξηση της πίεσης και την διατήρηση της ζωής στις αρχέγονες συνθήκες, εμπλέκονται στην παθοφυσιολογία της υπέρτασης
και των καρδιαγγειακών παθήσεων, που αποτελούν πλέον την πρώτη αιτία θανάτου στις δικές μας κοινωνίες.
Επιπλέον, στο δεύτερο μισό του 20ου αι. γίναμε μάρτυρες μιας τρομακτικής επιδημίας παχυσαρκίας και σακχαρώδη
διαβήτη, σαν αποτέλεσμα του καθιστικού τρόπου ζωής και των καταστροφικών συνεπειών της ταχυφαγίας και των
αναψηκτικών, ώστε ένα στα τέσσερα παιδιά και ένας στους τρεις ενήλικες γύρω μας να είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι.
Επομένως, πάνω στην φυσική φθορά του χρόνου, κάθε όργανο πάσχει και από την μακρο- και μικροαγγειοπάθεια της
γενικευμένης αρτηριοσκλήρωσης και του διαβήτη, όπως είναι η στεφανιαία νόσος, τα εμφράγματα και η καρδιακή
ανεπάρκεια, η καρωτιδική νόσος και τα εγκεφαλικά επεισόδια, η περιφερική αγγειοπάθεια, η αμφιβληστροειδοπάθεια, η
περιφερική νευροπάθεια, η νεφροπάθεια και η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια. Δεν είναι λοιπόν περίεργο, πως οι καμπύλες
αύξησης των ποσοστών για την παχυσαρκία, τον διαβήτη, την καρδιακή και νεφρική ανεπάρκεια και την ένταξη των
ασθενών σε αιμοκάθαρση ταυτίζονται σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες (Αυστραλία, Ευρώπη, Αμερική).
Το καρδιονεφρικό σύνδρομο είναι ένας όρος που δημιουργήθηκε και χρησιμοποιείται την τελευταία δεκαετία, για να
περιλάβει ασθενείς, που πάσχουν ταυτόχρονα από καρδιακή και νεφρική ανεπάρκεια, απότοκες κοινών αιτίων, όπως η
γήρανση του πληθυσμού, η υπέρταση, το μεταβολικό σύνδρομο και ο σακχαρώδης διαβήτης. Είναι μία οντότητα, που θα μας
απασχολεί όλο και περισσότερο, αφού τα αίτια της αναμένεται να πλήξουν ολοένα και μεγαλύτερες πληθυσμιακές ομάδες.
Για την ορθή αντιμετώπιση των ασθενών με καρδιονεφρικό σύνδρομο απαιτείται αμοιβαία κατανόηση και συνεργασία των
νεφρολόγων και των καρδιολόγων.
Βάση της θεραπευτικής αντιμετώπισης του καρδιονεφρικού συνδρόμου είναι η χορήγηση φαρμάκων, που αναστέλλουν τον
άξονα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, όπως είναι οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου και οι ανταγωνιστές του
υποδοχέα της αγγειοτασίνης ή της ρενίνης. Αν και τα οφέλη από την χρήση αυτών των φαρμάκων στην επιβίωση και στην
βελτίωση της καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας είναι επιβεβαιωμένα με μεγάλες προοπτικές τυχαιοποιημένες
μελέτες, δεν πρέπει να παραγνωρίζονται οι δυσμενείς τους επιπτώσεις στους νεφρούς και τον μυελό των οστών, που έχουν
σαν αποτέλεσμα επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας και ανάπτυξη αναιμίας. Επομένως, η σωστή πρακτική είναι και
παραμένει η γνώση και υιοθέτηση των κατευθηντηρίων οδηγιών, με την φροντίδα όμως της εξατομίκευσης των
θεραπευτικών σχημάτων για την εξισσορόπηση των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων του κάθε φαρμάκου χωριστά και
όλων μαζί στον συγκεκριμμένο ασθενή, που θεραπεύουμε.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 49
THE RENIN-ANGIOTENSIN SYSTEM AND THE CARDIORENAL SYNDROME
D.V. Vlahakos, M.D.
Associate Professor of Medicine and Nephrology
Athens University Medical School
Director, Renal Unit
ΑΤΤΙΚΟΝ University Hospital
Athens
The life expectancy for millions of years was about 35 years of age and the people were obliged to work hard, walk for great
distance and fight to keep or conquer new lands. They also suffered from diarrhea, as it is the case in our days with people in
the Third World. Therefore, during evolution, many systems have been developed capable to maintain the perfusion pressure,
retain salt and water by the kidney and restore intravascular volume. Renin-Angiotensin System (RAS) comprises the most
important hormonal system for regulating cardiovascular homeostasis. Angiotensin II is the active octapeptide, which causes
vasoconstriction, salt retention directly and indirectly via aldosterone, acts as growth factor in a variety of cells, promotes
inflammation and coagulation and augments erythropoiesis.
After industrial revolution and over the past two centuries the standard of living improved, and a tremendous progress has
been seen in the field of science, technology and medicine. The life expectancy increased gradually to over 80 years of age
and now the same systems that supported blood pressure in conditions of hypovolemia are responsible for the development of
hypertension and are associated with cardiovascular morbidity and mortality. Therefore, the inhibition or the blockage of
such systems are used to control hypertension, improve quality of life and improve survival, in patients with myocardial
infarction and congestive heart failure, renal disease and diabetes mellitus.
Cardiorenal syndrome is a term used over the past 10 years to describe patients with simultaneous heart and renal disease due
to common causes. The basis for the development of this syndrome is the aging of the population and the epidemics of
obesity and diabetes. Inhibition of RAS is the basis of the treatment of patients with cardiorenal syndrome. Although the
cardiac survival improves, side effects from the use of RAS inhibitors include deterioration of renal function and
development of anemia. Studies are under way to evaluate how to adjust doses, maintain renal function and correct anemia in
an effort to further improve outcome.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 50
L22: ΝΕΥΡΟΣΤΕΡΟΕΙΔΕΙΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΑΥΞΗΤΙΚΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ
(NGF) ΜΕ ΝΕΥΡΟΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΝΕΥΡΟΑΝΑΓΕΝΝΗΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ
Α. Γραβάνης
Εργαστήριο Φαρμακολογίας, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Κρήτης,
Ίδρυμα Τεχνολογίας Έρευνας IESL-FORTH
Οι νευρώνες και τα γλοιακά κύτταρα παράγουν νευροστεροειδή, με ισχυρή νευροπροστατευτική και νευροαναγγενητική
δράση, η δε θορυβώδης ελάττωση των επιπέδων τους κατά τη γήρανση έχει συσχετιστεί με τον αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης
νευροεκφυλιστικών νόσων. Δείξαμε πρόσφατα ότι το σημαντικότερο και πρώτα ανακαλυφθέν των νευροστεροοεδών, η
δευδροεπιανδροστερόνη (DHEA), προστατεύει σε νανομοριακές συγκεντρώσεις τους νευρώνες από τον αποπτωτικό θάνατο
(Charalampopoulos et al, PNAS 2004), μετά την ισχυρή σύνδεση του σε ειδικές μεμβρανικές θέσεις σύνδεσης
(Charalampopoulos et al, FASEB J 2006), την ενεργοποίηση των προ-επιβιωτικών κινασώνν MEK1/2/ERK1/2 και
PI3K/Akt, την επαγωγή των μεταγραφικών παραγόντων CREB και NFkB και τον μεταγραφικό έλεγχο των αντιαποπτωτικών γονιδίων Bcl-2. Πρόσφατα περιγράψαμε την φύση των ειδικών θέσεων σύνδεσης της DHEA: πρόκειται για
τους υποδοχείς της σημαντικότερης νευροτροφίνης, του Νευρικού Αυξητικού Παράγοντα (NGF) (Lazaridis et al, PLoS
Biology 2011). Πράγματι, η DHEA ασκεί τις νευροπροστατευτικές δράσεις της μετά την άμεση ενεργοποίηση των
μεμβρανικών υποδοχέων του NGF, των TrkA και p75NTR, της επακόλουθης φωσφωρυλίωσης του TrkA και την επαγωγή
των σηματοδοτικών μονοπατιών των υποδοχέων του NGF: των κινασών Shc, Akt, and ERK1/2 του TrkA, και των
ενεργοποιητών TRAF6, RIP2 and RhoGDI του p75NTR. Η επιτυχής ενεργοποίηση των υποδοχέων του NGF οδηγεί στην
επιβίωση των θετικών στους ανωτέρω υποδοχείς αισθητικών και συμπαθητικών νευρώνων των ngf-/- μυών (Lazaridis et al,
PLoS Biology 2011). Τα ευρήματα αυτά αποτελούν την θεωρητική βάση για ενδιαφέρουσες θεραπευτικές εφαρμογές της
DHEA στη φαρμακολογία των νευροεκφυλιστικών νόσων. Εν τούτοις η DHEA δεν συνίσταται για χρόνια χορήγηση λόγω
του μεταβολισμού της in vivo σε οιστρογόνα και ανδρογόνα. Επιπλέον η πιθανή κλινική χρήση του NGF είναι εξίσου
προβληματική διότι ως πολυπεπτιδικός παράγων δεν διέρχεται τον αιματεγκεφαλικό φραγμό (ΑΕΦ). Πρόσφατα συνθέσαμε
σειρά 17 σπιρο ανάλογων της DHEA με ισχυρή νευροπροστατευτική και νευροαναγεννητική δράση, ελεύθερων
οιστρογονικών και ανδρογονικών ιδιοτήτων (Calogeropoulou et al, J Med Chem 2009). Τα ανωτέρω συνθετικά
νευροστεροειδή διέρχονται τον ΑΕΦ, αλληλεπιδρούν με τους υποδοχείς του NGF και μιμούνται πολλές των δράσεων των
NGF/DHEA. Ελέγχεται η in vivo δραστικότητα τους σε πειραματικά μοντέλα νευροεκφύλισης.
NEUROSTEROIDAL AGONISTS OF NERVE GROWTH FACTOR (NGF) RECEPTORS WITH
NEUROPROTECTIVE AND NEUROGENIC PROPERTIES
A. Gravanis
Dept. of Pharmacology, School of Medicine, University of Crete,
Foundation of Research & Technology IESL-FORTH
Neurosteroids, produced by neurons and glia, have been shown to exert strong neuroprotective and neurogenic properties,
while their decline during ageing is associated to neurodegenerative diseases. We have shown that endogenous neurosteroid
dehydroepiandrosterone (DHEA), protects neuronal cells against apoptosis at nanomolar concentrations (Charalampopoulos
et al, PNAS 2004), via binding to specific plasma membrane receptors (Charalampopoulos et al, FASEB J 2006), rapid
activation of prosurvival kinases MEK1/2/ERK1/2, and PI3K/Akt, the induction of transcription factors CREB and NFkB
and the transcriptional activation of anti-apoptotic Bcl-2 genes. Recently, we have described the nature of DHEA membrane
binding sites, which in fact are the receptors of the main neurotrophin, nerve growth factor (NGF) (Lazaridis et al, PLoS
Biology 2011). Indeed. DHEA exerts its neurotrophic effects by directly interacting with TrkA and p75NTR receptors of
NGF, efficiently inducing TrkA phosphorylation, and NGF receptor-mediated signaling; Shc, Akt, and ERK1/2 kinases
down-stream to TrkA receptors and TRAF6, RIP2 and RhoGDI interactors of p75NTR receptors, preventing the apoptotic
loss of NGF receptor positive sensory and sympathetic neurons in ngf-/- null mice (Lazaridis et al, PLoS Biology 2011).
These findings may have important pharmacological applications in the treatment of neurodegenerative diseases. DHEA
cannot be given long term, due to its in vivo conversion to estrogens and androgens. On the other hand, polypeptidic NGF
does not cross the brain blood barrier (BBB). We have recently synthesized 17 spiro analogs of DHEA with strong
neuroprotective effects and deprived of estrogenic or androgenic actions (Calogeropoulou et al, J Med Chem 2009). These
synthetic neurosteroids cross the BBB, interact with NGF receptors and mimic various actions of NGF. They are now tested
as potential therapeutic agents in various animal models of neurodegenerative diseases.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 51
L23: ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΓΟΝΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΗ ΜΟΡΙΑΚΗ
ΙΑΤΡΙΚΗ
Νίκος Κ. Μοσχονάς
Καθηγητής Ιατρικής Μοριακής Γενετικής, Τμήμα Ιατρικής, Πανεπιστήμιο Πατρών
Μετά την ανακάλυψη της δομής της διπλής έλικας του DNA, υπήρξαν δύο ακόμη κομβικά σημεία στην ιστορία της
μοριακής βιολογίας, η αξιοποίηση της τεχνολογίας του ανασυνδυασμένου DNA για τον προσδιορισμό της δομής, της
οργάνωσης και του ρόλου των γονιδίων σε φυσιολογικές και απλές παθολογικές καταστάσεις, και, πιο πρόσφατα η
αποκάλυψη της δομής και αρχιτεκτονικής των γονιδιωμάτων με τεχνολογίες υψηλής απόδοσης. Η συσχέτιση χιλιάδων
αλληλομόρφων γονιδίων με κληρονομικά και πολυπαραγοντικά νοσήματα έχει αυξήσει εκθετικά τον αριθμό των διαθέσιμων
διαγνωστικών μοριακών αναλύσεων και έχει συνεισφέρει στη σταδιακή αποκάλυψη της λειτουργίας των αντίστοιχων
πρωτεϊνών, γεγονός που διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για σχεδιασμό ολοένα και πιο αποτελεσματικών φαρμάκων.
Συγκεκριμένοι τύποι νουκλεοτιδικού πολυμορφισμού και αποκλείσεις στην οργάνωση του γονιδιώματος συσχετίζονται με
συχνά εμφανιζόμενες παθολογικές καταστάσεις ή με την διαφορετική ανταπόκριση των ατόμων σε φάρμακα, οδηγώντας
έτσι σε ακριβέστερη διάγνωση εξατομικευμένα σχεδιασμένη θεραπευτική αγωγή και κατά συνέπεια, βελτιωμένη ιατρική
φροντίδα. Η ολοένα πιο λεπτομερής περιγραφή του δικτύου των μοριακών μηχανισμών που διέπουν τον κυτταρικό
πολλαπλασιασμό, την ανάπτυξη και τη φυσιολογία, προσφέρει ιδέες και εισηγείται εφαρμογές νέων καινοτόμων
τεχνολογιών. Αυτά τα επιτεύγματα είναι όμως, μόνον η αρχή. Η μείωση του κόστους αλληλούχησης του DNA, η βελτίωση
των «-ομικών» τεχνολογιών ανάλυσης της γενετικής πληροφορίας στα διάφορα επίπεδα οργάνωσης και πολυπλοκότητας
των βιολογικών συστημάτων με τη βοήθεια της πληροφορικής και της υπολογιστικής βιολογίας, σε συνδυασμό με τα
επιτεύγματα της «στηριζόμενης σε υπόθεση» έρευνας, θα επιτρέψει ακόμη πιο ακριβή συσχέτιση του γενετικού και
επιγενετικού προτύπου με την κλινική εικόνα και την αποκάλυψη των μοριακών μηχανισμών που διέπουν τις συχνά
εμφανιζόμενες ασθένειες, στοιχεία που είναι απαραίτητα για πιο αποτελεσματική θεραπεία.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 52
L24: ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΑΤΟΧΟ ΤΟΥ ΒΡΑΒΕΙΟΥ NOBEL ΚΑΙ ΕΠΙΤΙΜΟ ΚΑΘΗΓΗΤΗ
JAMES WATSON
Θωμάς Μαυρομούστακος
Αναπληρωτής Καθηγητής Οργανικής Χημείας Πανεπιστημίου Αθηνών
Μία από τις ανακαλύψεις η οποία οδήγησε στην διεύρυνση της ανθρώπινης γνώσης στη γενετική και κληρονομικότητα
καθώς επίσης στην εξερεύνηση νέων οριζόντων για τη θεραπεία ασθενειών και εφαρμογών νέων προσεγγίσεων στην
νανοτεχνολογία είναι αναμφισβήτητα αυτή του DNA [1,2]. Σε αυτή την ανακάλυψη είχε σημαντική συνεισφορά το τιμώμενο
πρόσωπο μέσω της ερευνητικής του δραστηριότητα και μόχθου. Γι’ αυτή του την προσφορά τιμήθηκε με την ύψιστη των
επιστημονικών διακρίσεων, την απονομή του βραβείου Nobel το 1962 μαζί με τους συνεργάτες του F. Crick και Μ. Wilkins.
Στην τιμητική αυτή ομιλία προς το πρόσωπό του θα επιχειρηθεί μία ιστορική αναδρομή των συντελεστών που οδήγησαν σ’
αυτή την ανακάλυψη. Επίσης, θα αναλυθούν τα διδάγματα από τη γνώση της δομής της διπλής έλικας του DNA καθώς και
οι νέοι ορίζοντες που ανοίγονται στην επιστημονική γνώση ως απόρροια της ανακάλυψης αυτής.
(αριστερά) Το μοντέλο της διπλής έλικας του DNA κατασκευασμένο από τους πρωτεργάτες της ανακάλυψης.
(δεξιά) Έργα τέχνης σε εξωτερικό και εσωτερικό χώρο στα οποία χρησιμοποιείται η δομή της διπλής έλικας.
HONONARY LECTURE TO THE NOBEL PRIZE WINNER AND EMERITUS PROFESSOR JAMES WATSON
Thomas Mavromoustakos
Assoc. Professor of Organic Chemistry of the Athens University
One of the great discoveries that led to the human knowledge explosion and horizons in the scientific research related to
treatment of major human diseases and nanotechnology is without doubt that of the structure of the double helix of DNA
[1,2]. In this discovery, the honored person contributed significantly through his hard research work and effort. For this
effort, he has been honored with the highest scientific achievement sharing in 1962 the Nobel Prize with F. Crick and M.
Wilkins. In this lecture, an emphasis will be given to the factors that led to the DNA structure discovery and the future
prospects of the scientific knowledge as a result of this discovery.
REFERENCES
James D. Watson and Francis H. C. Crick, Nature 171, 737-738, 1953.
James D. Watson and Francis H. C. Crick, Nature 171, 964-967, 1953.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 53
L25: ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΚΥΤΤΑΡΙΚΗΣ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ CRF 1 ΜΕΤΑ ΑΠΟ
ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ ΔΥΟ ΕΞΩΚΥΤΤΑΡΙΩΝ ΑΜΙΝΟΞΕΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΥΣ
ΠΡΟΣΔΕΤΕΣ
Κ. Γκουντέλιας1, Θ. Τσέλιος2, Α. Γραβάνης1 και Γ. Λιαπάκης1
1
Εργαστήριο Φαρμακολογίας, Τμήμα Ιατρικής, Πανεπιστήμιο Κρήτης
2
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Πατρών
Ο εκλυτικός παράγοντας της κορτικοτροπίνης (CRF) είναι ένα πεπτίδιο 41 αμινοξέων που παίζει σημαντικό ρόλο στην
απάντηση του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) στο στρες. Απορύθμιση των CRF νευρωνικών κυκλωμάτων από
στρεσογόνα ερεθίσματα σχετίζεται στενά με την εμφάνιση άγχους και κατάθλιψης. Οι δράσεις του CRF στο ΚΝΣ
επιτελούνται κυρίως μέσω αλληλεπίδρασης του με τον τύπου 1 υποδοχέα του (CRF 1) και την επακόλουθη ενεργοποίηση
διαφορετικών κυτταρικών σηματοδοτικών οδών. Ο CRF1 αποτελείται από επτά διαμεμβρανικές περιοχές που ενώνονται
μεταξύ τους με τρεις εξωκυττάριους και τρείς ενδοκυττάριους βρόγχους. Στην μελέτη αυτή βρήκαμε ότι δύο αμινοξέα στον
εξωκυττάριο βρόγχο (EL2-κατάλοιπα) του CRF1 αλληλεπιδρούν με τα αμινοτελικά αμινοξέα 9-11 του CRF και τα
αντίστοιχα του σχετιζόμενου με αυτόν πεπτιδίου, σοβαγίνη. Επίσης βρήκαμε ότι σε αντίθεση με τον CRF η αλληλεπίδραση
των EL2-καταλοίπων με τα αμινοξέα 9-11 της σοβαγίνης είναι σημαντική για την CRF1-διαμεσολαβούμενη ενεργοποίηση
παραγωγής κυκλικού ΑΜΡ. Τα αποτελέσματα αυτά οδηγούν στην υπόθεση ότι η αλληλεπίδραση των EL2-καταλοίπων του
CRF1 με τα αμινοτελικά αμινοξέα 9-11 του CRF είναι πιθανόν σημαντική για την ενεργοποίηση κάποιας κυτταρικής
σηματοδοτικής οδού που είναι διαφορετική από εκείνη του cAMP. Πειράματα εν εξελίξει θα προσδιορίσουν τις
σηματοδοτικές οδούς που ρυθμίζονται από την αλληλεπίδραση των EL2-καταλοίπων με διαφορετικά πεπτίδια της
οικογένειας του CRF. Οι μελέτες αυτές θα θέσουν τη βάση για την ανάπτυξη CRF1-εκλεκτκών σηματοδοτικά-ειδικών
φαρμάκων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη διασαφήνιση του ρόλου του CRF1 στη παθοφυσιολογία του
άγχους και της κατάθλιψης και πιθανόν στη θεραπεία των ασθενειών αυτών.
DIFFERENTIAL REGULATION CRF1-MEDIATED SIGNALLING AFTER THE INTERACTION OF TWO
EXTRACELLULAR RESIDUES OF RECEPTOR WITH DIFFERENT LIGANDS
K. Gkountelias1, T. Tselios2, A. Gravanis1 and G. Liapakis1
1
Department of Pharmacology, Faculty of Medicine, University of Crete
2
Department of Chemistry, University of Patras
The corticotropin releasing factor (CRF) is a 41 amino acid peptide that plays an important role in modulating the response of
central nervous system (CNS) to stress. Dysregulation of CRF neuronal circuits from stressful stimuli is closely associated
with the appearance of anxiety and depression. The CNS actions of CRF are mediated mainly through its interaction with the
type 1 receptor (CRF1) and the subsequent activation of different signalling pathways. The CRF1 consists of seven plasma
membrane-spanning segments, connected with three extracellular and three intracellular loops. In this study we found that
two residues in the second extracellular loop (EL2-residues) of CRF1 interact with the amino-terminal residues 9-11 of CRF
and the corresponding ones of its related peptide, sauvagine. We also found that in contrast to CRF, the interaction of EL2residues with the amino acids 9-11 of sauvagine is important for CRF1-mediated stimulation of cAMP accumulation. These
results lead to the hypothesis that the interaction of EL2-residues of CRF1 with the amino-terminal residues 9-11 of CRF is
possibly important for the stimulation of a different than the cAMP signalling pathway. We are now performing experiments
to determine the signalling pathways, which are regulated by the interaction of EL2-residues with different peptides of CRF
family. These studies will put the basis for the development of CRF1-selective selective signalling-specific drugs, which
could be used for the elucidation of the role of CRF1 in the pathophysiology of anxiety and depression, and possibly for the
treatment of these diseases.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 54
L26: ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΔΡΑΣΤΙΚΩΝ ΜΗ ΠΕΠΤΙΔΙΚΩΝ
ΑΝTAΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΑNG II ME BAΣΗ TO 4(5)-BOYΤΥΛΟΪΜΙΔΑΖΟΛΙΟ
A. Resvani1, L. Borovicková2, J. Slaninová2, J. Matsoukas1 and G. Agelis1
1
2
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Πατρών
Department of Antimicrobial Peptides, IOCB AS CR, Prague
Η υπέρταση αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για την υγεία, καθώς είναι κρίσιμος παράγοντας θνησιμότητας και νοσηρότητας σε
παγκόσμιο επίπεδο. Παρά τον μεγάλο αριθμό των αντιυπερτασικών φαρμάκων, μικρό ποσοστό των ασθενών επιτυγχάνει τη
ρύθμιση της αρτηριακή πίεσης. Μια από τις σημαντικότερες κατηγορίες αντιυπερτασικών αποτελούν οι ανταγωνιστές του ΑΤ1
υποδοχέα της Αγγειοτενσίνης ΙΙ (Ang II).1
Στην παρούσα εργασία πραγματοποιήθηκε η σύνθεση και η βιολογική αποτίμηση ανταγωνιστών του ΑΤ1 υποδοχέα της Ang ΙΙ με
βάση το 4(5)-βουτυλοϊμιδαζόλιο. Τα συντιθέμενα ανάλογα χαρακτηρίζονται από την τροποποίηση στον προσανατολισμό των
υποκαταστατών του ιμιδαζολικού δακτυλίου σε σύγκριση με το losartan. Επιπροσθέτως, επιλέχτηκε το δραστικότερο ανάλογο 12
από το οποίο συντέθηκαν τα ανάλογα 5 και 6 με τη χρήση αντιδράσεων οξείδωσης, ως πιθανοί ενεργοί μεταβολίτες του,
αναλογικά με τον EXP 3174. Η in vitro βιολογική αποτίμηση των συντιθέμενων ενώσεων έδειξε ότι τα ανάλογα 1 και 6
παρουσιάζουν υψηλή αντιυπερτασική δράση (pA2 = 7.97, 7.83, αντιστοίχως) συγκρίσιμη με αυτή του losartan (pA2 = 8.16). Έτσι,
καταδεικνύεται αφενός ότι η αναδιάταξη των υποκαταστατών στον ιμιδαζολικό δακτύλιο του losartan δε μεταβάλλει σημαντικά
τη δραστικότητα και αφετέρου ότι η παρουσία της καρβοξυ-ομάδας στη θέση-2 του δακτυλίου αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για
τη δέσμευση στον ΑΤ1 υποδοχέα, σε αντίθεση με την απουσία ομάδας μικρού μεγέθους, ικανής να σχηματίσει δεσμό υδρογόνου
(7, pA2 = 6.2).3
SYNTHETIC STRATEGY AND BIOLOGICAL EVALUATION OF POTENT NON-PEPTIDE ANG II AT1
RECEPTOR ANTAGONISTS BASED ON 4(5)-BUTYLIMIDAZOLE
A. Resvani1, L. Borovicková2, J. Slaninová2, J. Matsoukas1 and G. Agelis1
1
2
Department of Chemistry, University of Patras
Department of Antimicrobial Peptides, IOCB AS CR, Prague
Hypertension is the leading risk factor for human morbidity and mortality. However, despite the large number of antihypertensive
agents, only a few patients achieve to control their blood pressure. Angiotensin II (Ang II) AT1 receptor antagonists are used
successfully in the treatment of hypertension and maintenance of homeostasis.
Herein, we describe an efficient synthesis and biological evaluation of AT1 Ang II receptor antagonists based on 4(5)butylimidazole. These analogues are characterized by different orientation in the substituents of the heterocyclic ring compared to
losartan. Additionally, we selected the most potent analogue 12 and the parent compounds 5 and 6 were synthesized through
oxidation reactions as its potential active metabolites analogous to EXP 3174. In vitro biological evaluation showed high
antihypertensive activity for analogues 1 and 6 (pA2 = 7.97, 7.83, respectively) comparable to losartan (pA2 = 8.16). This suggests
that reorientation of the substituents on the imidazole ring retained activity. On the other hand, a carboxy group at the 2-position
of the imidazole ring provides a crucial acidic or hydrogen-bonding point of attachment to the AT1 receptor, in contrast to the
absence of a small sized group which is capable of forming hydrogen bond (7, pA2 = 6.2).3
REFERENCES
1. Naik, P.; Murumkar, P.; Giridhar, R.; Yadav, M. R. Bioorg. Med. Chem. 2010, 18, 8418-8456.
2. Agelis, G.; Roumelioti, P.; Resvani, A.; Durdagi, S.; Androutsou, M-E.; Kelaidonis, K.; Mavromoustakos, Τ.; Matsoukas, J. J.
Comput.-Aided Mol. Des. 2010, 24, 749-758.
3. Wahhab, A.; Smith, J. R.; Ganter, R. C.; Moore, D. M.; Hondrelis, J.; Matsoukas, J.; Moore, G. J. Arzn.- Forsch./Drug
Research 1993, 43(II), 11, 1157-1168.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 55
L27: ΔΙΑΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΟΛΕΑ ΤΗΣ ΡΕΝΙΝΗΣ, ALISKIREN
Μ. – Τ. Ματσούκας1, Π. Ζουμπουλάκης2, Θ. Τσέλιος1
1
2
Τμήμα Χημείας, Τομέας Οργανικής Χημείας, Βιοχημείας και Φυσικών Προϊόντων, Πανεπιστήμιο Πατρών
Εργαστήριο Μοριακής Ανάλυσης, Ινστιτούτο Οργανικής και Φαρμακευτικής Χημείας, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών
Το aliskiren είναι ο πρώτος επιτυχής μη πεπτιδικός αναστολέας της πρωτεολυτικής διάσπασης του αγγειοτενσινογόνου σε
αγγειοτενσίνη Ι. Έχει πρόσφατα κυκλοφορήσει στην αγορά, σαν αντιϋπερτασικό φάρμακο, με πολλαπλές δράσεις και
ειδικότερα την αναστολή της δράσης της ρενίνης. Πειράματα 1D NMR έχουν πραγματοποιηθεί στο παρελθόν 1, αλλά δεν
υπάρχουν πληροφορίες για τα διαμορφωτικά χαρακτηριστικά του aliskiren σε διάλυμα. Στην παρούσα εργασία, η
διαμορφωτική συμπεριφορά του aliskiren μελετήθηκε σε H2O και σε διάλυμα Ν,Ν-διμεθυλφορμαμιδίου (DMF),
χρησιμοποιώντας 2D NMR πειράματα, καθώς και τεχνικές μοριακής δυναμικής. Πειραματικά δεδομένα που αφορούν τις
αποστάσεις μεταξύ απομακρυσμένων πρωτονίων των χαρακτηριστικών ομάδων του aliskiren συνδυάζονται με τεχνικές
μοριακής δυναμικής για την απόδοση των χαρακτηριστικών αυτών ομάδων στο χώρο, καθώς και την σύγκρισή τους με την
βιοδραστική διαμόρφωση, η οποία προκύπτει από την κρυσταλλική δομή του συμπλόκου aliskiren – ρενίνης2. Τα
αποτελέσματα υποδεικνύουν την ύπαρξη κυρτών διαμορφώσεων του μορίου και στους δύο διαλύτες, αλλά με διαφορετική
διευθέτηση των χαρακτηριστικών του ομάδων.
CONFORMATIONAL ELUCIDATION OF ALISKIREN, A POTENT RENIN INHIBITOR
M. – T. Matsoukas1, P. Zoumpoulakis2, T. Tselios1
1
2
University of Patras, Department of Chemistry
Laboratory of Molecular Analysis, Institute of Organic and Pharmaceutical Chemistry, National Hellenic Research
Foundation
Aliskiren is a non-peptidic molecule that specifically inhibits human renin. It has been newly introduced to the
pharmaceutical industry as a standalone antihypertensive drug with various effects, especially blockade of the renin receptor.
In previous studies, 1D NMR experiments have been performed on aliskiren, but no data is available in terms of its structural
characteristics in solution. In this report, the conformational behavior of aliskiren is studied in water (H2O) and N,Ndimethylformamide (DMF) solutions, through dynamic HR 600MHz NMR spectroscopy, by means of 2D-NMR
spectroscopy and Μolecular Μodeling techniques. These results are used to compare the conformation of aliskiren in
different solutions with the aliskiren-renin crystallized structure, in order to examine the structural characteristics of this
antihypertensive agent. Data extracted on the interatomic distances between distant protons of the molecule’s functional
groups are combined with molecular dynamics simulations for inspection and evaluation of the drug’s molecular properties.
Results indicate that the two different solvents impose a “curved” structure in both cases but a different orientation to the
pharmacophoric groups.
REFERENCES
1. Waldmeier F,Glaenzel U,Wirz B,Oberer L,Schmid D,Seiberling M,Valencia J,Riviere G-J,End P,Vaidyanathan
S.Absorption, distribution, metabolism, and elimination of the direct renin inhibitor aliskiren in healthy volunteers. Drug
Metab Dispos. 35;2007:1418-28
2. Rahuel J,Rasetti V,Maibaum J,Rueger H,Goschke R,Cohen NC,Stutz S,Cumin F,Fuhrer W,Wood JM,Grutter
MG.Structure-based drug design: the discovery of novel nonpeptide orally active inhibitors of human renin. Chem Biol.
7;2000:493-504
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 56
L28: EX VIVO DETAILED PATHOPHYSIOLOGICAL ASSESSMENT OF CARDIAC PERFORMANCE VIA
HIGH RESOLUTION, HIGH DEFINITION CCD ANALYSIS, OF THE ISOLATED HEART
C. Anagnostopoulos, E. Koumas, C. Grivas
Laboratory of Physiology. Medical School, Patras, Greece
Cardiac performance measurements on laboratory basis are essential for the evaluation of new pharmaceutical heart
treatments. They are mainly based on measurements of LV anatomical changes (Echo, CT, MRI) and heart’s pressure
changes (Echo, pressure sensors). In order to obtain more detailed cardiac physiological data-for electrical and optical
mapping purposes- CCD cameras have been used in connection with voltage sensitive dyes. However these are experimental
techniques that demand a high element of expertise and expensive equipment. We developed a new easy and fast CCD
analysis tool of the isolated beating heart and Aorta. It is based on commercial fast CCD camera technology, home-made
software, and real time image acquisition-analysis methods. Its significance relies on the facts that it allows both non-contact
and simultaneous examination of all cardiac parameters mentioned above.
A high resolution, high definition CCD camera is used to acquire images from the isolated beating heart. Subsequently
Image analysis software is used to eliminate noise and provide real time (RT) morpho-metric data (heart chamber’s and aortic
dimensions and movements) which are transformed to cardiac indexes in order to supply also RT continuous myocardial
contractility, heart rate, electrical spreading and regional dynamics numerical data.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 57
L29: ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ ΝΕΩΝ ΦΘΟΡΟΚΕΤΟΛΙΔΙΩΝ ΜΕ ΤΟ ΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟ ΡΙΒΟΣΩΜΑ
Μάριος Κροκίδης
Εργαστήριο Βιολογικής Χημείας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Πατρών
Σε μια προσπάθεια να αντιμετωπισθεί η ανθεκτικότητα που εμφανίζουν τα μικρόβια έναντι των αντιβιοτικών, συνεχείς
προσπάθειες για την εξεύρεση νέων βρίσκονται πάντα εν εξελίξει. Αποτέλεσμα τέτοιας προσπάθειας είναι και τα κετολίδια,
η νεώτερη κατηγορία μακρολιδίων. Τα κετολίδια παρουσιάζουν βελτιωμένη δραστικότητα ενάντια στελεχών που προκαλούν
ανθεκτικότητα στις μεθυλάσες (erm γονίδια) και θεωρείται οτι προσδένονται καλύτερα στο ριβόσωμα σε σχέση με τα
μακρολίδια. Στην παρούσα εργασία μελετάμε μία υποσχόμενη κατηγορία κετολιδίων, τα φθοροκετολίδια. Η δομή τους
ομοιάζει με εκείνη της σεθρομυκίνης, ενός εξίσου σημαντικού κετολιδίου, το οποίο βρίσκεται ήδη στο τελευταίο στάδιο
κλινικών δοκιμών, με επιπρόσθετο στοιχείο την παρουσία ενός ή δύο ατόμων φθορίου στους άνθακες 2 και 13 του
λακτονικού δακτυλίου. Σε in vivo πειράματα που περιλαμβάνουν ένα ευρύ πλήθος αγρίων και μεταλλαγμένων στελεχών, τα
αντιβιοτικά μας χαρακτηρίζονται από χαμηλότερες τιμές ΜIC σε σχέση με εκείνες της ερυθρομυκίνης και τελιθρομυκίνης.
In vitro μελέτες χρησιμοποιώντας συζευγμένο σύστημα μεταγραφής/μετάφρασης επιβεβαίωσαν τα προηγούμενα
αποτελέσματα όπως επίσης και πειράματα συναγωνισμού με ραδιενεργό ερυθρομυκίνη. Πειράματα χημικής προστασίας
στην περιοχή V του 23S rRNA κατέδειξαν ότι και τα τέσσερα φθοροκετολίδια προστατεύουν ισχυρά τις βάσεις A2058,
A2059 από τροποίηση με DMS. Το συγκεκριμένο αποτύπωμα υποδηλώνει ότι όλα τα νέα αντιβιοτικά καταλαμβάνουν την
κλασσική θέση των μακρολίδιων στην είσοδο του τούνελ εξόδου, αλλά η ακριβής θέση της πλευρικής αλκυλο-αρυλο ομάδας
ή επιπρόσθετες αλληλεπιδράσεις που σχετίζονται με τα άτομα του φθορίου απομένει να διευκρινιστεί. Κατανοώντας πώς η
πλευρική αλυσίδα και τα άτομα φθορίου των ανωτέρω κετολιδίων αλληλεπιδρούν με το ριβώσωμα, θα μας βοηθήσει να
αναπτύξουμε στρατηγικές βελτίωσης αυτής της σημαντικής κατηγορίας αντιβιοτικών.
INTERACTION OF NEW FLUOROKETOLIDE ANTIBIOTIC WITH THE BACTERIAL RIBOSOME
Marios Krokidis
Laboratory of Biochemistry, School of Medicine, University of Patras
In an effort to combat antibiotic resistance, a newer class of macrolides, known as ketolides, was developed. Ketolides show
improved activity against strains with inducible erm genes and are believed to exhibit a tighter binding to the ribosome
compared with the previous classes of macrolides. Here we present data concerning some novel promising drugs of this class
named fluoroketolides. Their structure is almost similar to that of cethromycin, another important ketolide been already in the
last clinical tests, plus the presence of one or two fluoride atoms at C-2 or C-13 of the lactone ring. In microbiological tests
involving a number of wild and mutant clinical pathogens, our drugs characterized by lower MIC values than those of
erythromycin and telithromycin. In vitro studies using a coupled transcription/translation system confirmed the previous data
as well as competition experiments with [14C]erythromycin. Chemical protection experiments in domain V of 23S rRNA
revealed that all fluioroketolides protected strongly nucleotides A2058, A2059 from dimethyl sulfate modification. This
footprint pattern, suggests that all new antibiotics occupy the classical macrolide site at the entrance of the exit tunnel, but the
exact position of the alkyl-aryl side chain or additional interactions concerning fluorine atoms remain to be cleared.
Understanding how the side chain and fluorine atoms of these novel ketolides interact with the ribosome will help to guide
the future research and development of this important class of antibiotics.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 58
L30: ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΑΝΤΙΟΞΕΙΔΩΤΙΚΗ & ΑΝΤΙ-ΑΜΥΛΟΕΙΔΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΠΛΟΥΣΙΟΥ ΣΕ ΠΟΛΥΦΑΙΝΟΛΕΣ
ΕΚΧΥΛΙΣΜΑΤΟΣ ΑΓΡΙΩΝ ΜΥΡΤΙΛΛΩΝ: IN VITRO & IN VIVO ΜΕΛΕΤΕΣ
Μ.Α. Παπανδρέου†, Μ. Τσαχάκη‡, Σ. Ευθυμιόπουλος‡, Δ. Κλήμη-Ζάκα§,
Μ. Μαργαρίτη†, Φ.Ν. Λάμαρη#,*
†
Τμήμα Βιολογίας, Παν/μιο Πατρών
Τμήμα Βιολογίας, Παν/μιο Αθηνών
§
Τμήμα Επιστήμης Τροφίμων & Ανθρώπινης Διατροφής, Παν/μιο Maine, Orono
#
Τμήμα Φαρμακευτικής, Παν/μιο Πατρών
‡
Στην εργασία αυτή μελετήθηκε η επίδραση του πλούσιου σε πολυφαινόλες εκχυλίσματος (PrB) των άγριων μύρτιλλων
(καρπών του φυτού Vaccinium angustifolium) μετά από ενδοπεριτοναϊκή χορήγηση 7 ημερών (αρσενικοί ενήλικοι Balb-c
μυς, 60 mg/kg): (α) στη γνωστική λειτουργία των μυών (χρήση του τεστ θετικής αποφυγής) και (β) στην αντιοξειδωτική
κατάσταση (προσδιορισμός της συγκέντρωσης του ασκορβικού οξέος, μηλονικής διαλδεϋδης, ανηγμένης γλουταθειόνης,
ενεργότητας κασπάσης-3) και στην ενεργότητα της ακετυλοχολινεστεράσης (AChE) σε ομογενοποίημα ολικού εγκεφάλου.
Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντική βελτίωση στη μνήμη-μάθηση των μυών, η οποία συνοδεύτηκε από μείωση της
λιπιδικής υπεροξείδωσης, αύξηση των επιπέδων ασκορβικού οξέος και της γλουταθειόνης και μείωση της ενεργότητας της
AChE και της κασπάσης-3. Προκειμένου να διευκρινιστούν περαιτέρω οι (νευρο)προστατευτικοί μηχανισμοί δράσης,
μελετήθηκαν οι αντιοξειδωτικές ιδιότητες του εκχυλίσματος PrB έναντι της H2O2-επαγώμενης οξειδωτικής βλάβης, σε 3
κυτταρικές σειρές. Το εκχύλισμα PrB ανέστειλε τον H2O2-επαγώμενο SH-SY5Y ενδοκυττάριο θάνατο (MTT δοκιμή) και
την παραγωγή ελευθέρων ριζών (DCF δοκιμή). Μετρίου βαθμού προστατευτική δράση παρατηρήθηκε για την CHOAPP770
κυτταρική σειρά, ενώ επιπρόσθετη βλάβη προκλήθηκε στα HEK293 κύτταρα, κατόπιν συγχορήγησης του PrB με 250 μΜ
H2O2. Επίσης μελετήθηκε η επίδραση του PrB στη συσσωμάτωση της αμυλοειδούς πρωτεΐνης Αβ1-40, in vitro, με χρήση της
μεθόδου της θειοφλαβίνης Τ, και στο μεταβολισμό της ΑΡΡ σε CHOAPP770 κυτταρικές σειρές. Οι πολυφαινόλες των άγριων
μύρτιλλων ανέστειλαν τη δημιουργία ινιδίων της Αβ, με ένα χρονο-εξαρτώμενο τρόπο, ενώ καμία μεταβολή δεν
παρατηρήθηκε στον μεταβολισμό της ΑΡΡ, όπως εδείχθη με ανοσοστύπωση κατά western. Με βάση τα ανωτέρω,
καταδεικνύονται αντι/προ-οξειδωτικές ιδιότητες των πολυφαινολών, ανάλογα με το σύστημα μελέτης, καθώς και η
ικανότητα τους να αναστείλουν τη συσσωμάτωση της Αβ, παρότι ο μεταβολισμός της ΑΡΡ παραμένει ανεπηρέαστος.
DIFFERENTIAL ANTIOXIDANT & ANTI-AMYLOID EFFECTS OF A WILD BLUEBERRY POLYPHENOLRICH EXTRACT: IN VITRO & IN VIVO STUDIES
M. Papandreou†, M. Tsachaki‡, S. Efthimiopoulos‡, D. Klimis-Zacas§, M. Margarity†, F. N. Lamari#,*
†
Dept. Biol., Univ. Patrαs
Dept. Biol., Univ. Athens
§
Dept. Food Science & Human Nutrition, Univ. Maine
#
Dept. Pharmacy, Univ. Patras
‡
In this study, the effects of a daily, 7-day, intraperitoneal (i.p.) administration of a polyphenol-rich extract (PrB) of
Vaccinium angustifolium (wild blueberries), on cognitive functions were examined in healthy adult (4 months old), male
Balb-c mice (n=8/group) by passive avoidance test. Whole brain homogenates were collected for examination of brain
oxidative markers, caspase-3 and acetylcholinesterase (AChE) activity. Results showed that PrB-treated mice exhibited a
significant improvement in learning and memory, accompanied by reduced lipid peroxidation products, higher total brain
antioxidant activity and reduced caspase-3 activity. Furthermore, salt- and detergent-soluble AChE activity was significantly
decreased. To further delineate the neuroprotective mechanisms, we investigated the antioxidant effects of PrB in three
different cell lines against H2O2-induced oxidative damage. PrB suppresses H2O2-initiated SH-SY5Y intracellular cell death
(MTT assay) and oxidation (DCF assay). Moderate effects were observed on CHOAPP770 cells, while further damage on
HEK293 cells was shown after co-treatment with 250 μΜ H2O2 and PrB. Since Amyloid Precursor Protein (APP) altered
metabolism, Aβ-overproduction/aggregation are key pathological hallmarks in AD, we further studied the effects of PrB on
Aβ-fibrillogenesis, in vitro, utilizing the thioflavine T assay, and on APP-metabolism in CHOAPP770 cells. Blueberry
polyphenols inhibited Aβ-aggregation in a time-dependent manner, while in CHOAPP770 cells, no alterations in APP
metabolism were observed as assessed by western blot. Taken together, our results suggest that blueberry polyphenols exhibit
antioxidant and/or pro-oxidant properties according to the cellular environment, inhibit Aβ-fibrillogenesis in vitro but have
no effect on APP metabolism.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 59
L31:
IN SILICO ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΝΕΩΝ ΑΝΑΣΤΟΛΕΩΝ ΤΗΣ ΣΥΝΘΕΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΤΡΥΠΑΝΟΘΕΙΟΝΗΣ
Κ. Ποταμίτης1, Π. Ζουμπουλάκης1, G. Maccari2, Θ. Καλογεροπούλου1, M. Botta2
1
Ινστιτούτο Οργανικής και Φαρμακευτικής Χημείας, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα
Department of Pharmaceutical Chemistry and Technology, Faculty of Pharmacy,
University of Siena
2
Η συνθετάση της τρυπανοθειόνης (Trypanothinone Synthetase, TryS) είναι το αποκλειστικό ένζυμο υπεύθυνο για τη
βιοσύνθεση της τρυπανοθειόνης στα παθογόνα για τον άνθρωπο παράσιτα Trypanosoma brucei, Trypanosoma cruzi και
Leishmania major. Επομένως, η αναστολή της δράσης της TryS θεωρείται μια ιδιαίτερα ελκυστική στρατηγική στην
αντιμετώπιση της λεισμανίασης. Ένα μοντέλο του υποδοχέα της TryS προερχόμενο από το παράσιτο Leishmania major
δημιουργήθηκε με βάση τις κρυσταλλικές δομές των ενζύμων της συνθετάσης – αμιδάσης της τρυπανοθειόνης (TSA)1 από
το Leishmania major και της συνθετάσης της γλουταθειονυλοσπερμιδίνης (GSPS) από το Ε. coli. Βασισμένο σε in silico
μελέτες πρόσδεσης (docking) της γλουταθειόνης στην TryS δημιουργήθηκε ένα μοντέλο φαρμακοφόρων, το οποίο
χρησιμοποιήθηκε ως φίλτρο ανίχνευσης πιθανών αναστολέων μέσα από εμπορικά διαθέσιμες βιβλιοθήκες μορίων.
IN SILICO SCREENING TOWARDS NOVEL TRYPANOTHIONE SYNTHETASE INHIBITORS
C. Potamitis1, P. Zoumpoulakis1, G. Maccari2, T. Calogeropoulou1, M. Botta2
1
Institute of Organic and Pharmaceutical Chemistry, National Hellenic Research Foundation, Athens
2
Department of Pharmaceutical Chemistry and Technology, Faculty of Pharmacy,
University of Siena
Trypanothinone Synthetase (TryS) is the sole enzyme responsible for the biosynthesis of trypanothione in the human
pathogenic parasites Trypanosoma brucei, Trypanosoma cruzi and Leishmania major. Therefore, TryS inhibition is
considered to be a particularly attractive strategy to fight leishmanial infections. A model of Leishmania major-TryS has been
produced, based on the crystal structures of Leishmania major – Trypanothione Synthetase Amidase (TSA)1 and E. coli –
glutathionylspermidine synthetase (GSPS). Based on the docked complex of the TryS with glutathione, a pharmacophore
model was generated. Pharmacophore-based in silico screening of commercially available compound libraries in combination
with molecular docking studies has led to the identification of putative inhibitor candidates.
REFERENCE
1. Fyfe, P.K.; Oza S.L.; Fairlamb A.H.; Hunter W. N. Leishmania Trypanothione Synthetase-Amidase Structute Reveals a
Basis for Regulation of Conflicting Synthetic and Hydrolytic Activities. J. Biol. Chem. 2008, 283, 17672-17680.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 60
L32: ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΜΕ ΟΠΤΙΚΗ ΣΥΝΕΚΤΙΚΗ ΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑ ΜΗΧΑΝΙΣΜΩΝ ΟΨΙΜΟΥ ΜΗ
ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟΥ ΕΜΦΡΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΟΥ ΜΕ ΕΝΔΑΓΓΕΙΑΚΗ ΠΡΟΘΕΣΗ
ΠΟΥ ΕΚΛΥΕΙ ΦΑΡΜΑΚΟ ΕΝΑΝΤΙ ΠΡΟΘΕΣΗΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΚΛΥΕΙ ΦΑΡΜΑΚΟ
Β. Καρανταλής, Π. Νταβλούρος, Ι. Ξανθοπούλου, Ε. Μαυρονάσιου, Γ. Τσίγκας, Δ. Αλεξόπουλος
Καρδιολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών
Οι μηχανισμοί εμφράγματος που αποδίδεται σε καθυστερημένη θρόμβωση του stent, δεν είναι μελετημένοι επαρκώς.
Πρόκειται για μία προοπτική μελέτη ασθενών με προγενέστερη αγγειοπλαστική με stent και νέο οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου,
μεταξύ Οκτωβρίου 2008 και Μαΐου 2010. Εάν το έμφραγμα αποδίδονταν αγγειογραφικά (και ηλεκτροκαρδιογραφικά σε
περίπτωση εμφράγματος με ανάσπαση ST -STEMI) στο προϋπάρχον stent, διενεργούνταν έλεγχος της ένοχης βλάβης με
OCT. Περιελήφθησαν στην μελέτη 17 ασθενείς ηλικίας 61.7±9.4 έτη με διάμεσο διάστημα μεταξύ της αρχικής
αγγειοπλαστικής και εμφράγματος 36 μήνες. Από τα 17 «ένοχα» stents, το οπτικό υλικό από τα 3 ήταν μη αναλύσιμο λόγω
πτωχής ποιότητας. Συνολικά αναλύθηκαν 1941 struts, (συνολικό μήκος 250mm). Το μέσο πάχος υπερπλασίας του έσω
χιτώνα (NIH), ήταν 234.9±227.92 μm, η μέση τιμή του δείκτη εκκεντρότητας του stent (stent eccentricity index -SEI)
0.93±0.027 και η μέση τιμή του δείκτη ασυμμετρίας ενδοθηλιοποίησης του έσω χιτώνα (neointimal unevenness score -NUS)
1.7±0.36. Ο συνολικός αριθμός των ακάλυπτων strut ήταν 294(15.4%). Ο συνολικός αριθμός των κακώς εναποθετημένων
(malapposed) strut ήταν 196(10.1%), με 78(39.8%) να είναι ταυτόχρονα ακάλυπτα. O συνολικός αριθμός των προεξεχόντων
strut ήταν 39(2%), με τα 15(38.5%) να είναι ταυτόχρονα ακάλυπτα. Θρόμβος παρατηρήθηκε σε 10(71.4%) stents (λευκός
θρόμβος σε 10 και ερυθρός σε 5), νεκρωτικός πυρήνας σε 3(21.4%), νεοαγγείωση σε 5(35.7%), και ρήξη του υπερπλαστικού
ιστού σε 8(57.1%) με ύπαρξη κοιλότητας κάτωθεν της ρήξης σε 7(87.5%) εξ αυτών. Η καθυστερημένη θρόμβωση του stent,
αποτελεί σημαντικό μηχανισμό εμφράγματος τόσο στα DES όσο και στα BMS. Η αποκάλυψη νεκρωτικού πυρήνα,
νεοαγγείωσης, και ρήξης υπερπλαστικού ιστού με σχηματισμό κοιλότητας και θρόμβου εντός των «ένοχων» stent με το
OCT, εισηγείται μηχανισμό ανάλογο με την ρήξη της κλασσικής αθηρωματικής πλάκας. Επίσης, η υψηλή επίπτωση
ακάλυπτων και κακώς εναποθετημένων strut, υπογραμμίζει την ανάγκη για βέλτιστη εναπόθεση των stent κατά την
αγγειοπλαστική.
MECHANISMS OF NON-FATAL STENT RELATED MYOCARDIAL INFARCTION LATE FOLLOWING
CORONARY STENTING WITH DES AND BMS: INSIGHTS FROM OPTICAL COHERENCE TOMOGRAPHY
V. Karantalis, P. - A. Davlouros, I. Xanthopoulou, E. Mavronasiou, G. Tsigkas, D. Alexopoulos
Cardiology Department, Patras University Hospital, Rion, Patras
The mechanisms of infarction that are attributed to delayed stent thrombosis, are not studied sufficiently. This is a prospect
study of patients with previous angioplasty with stent implantation and new myocardial infarction, between October 2008
and May 2010. In case the infarction was attributed angiographicly (and based on ECG abnormalities in case of infarction
with ST segment elevation - STEMI) to a previously implanted stent, the culprit lesion was studied with OCT. We included
17 patients aged 61.7± 9.4 years with median interval between the initial angioplasty and infarction 36 months. From the 17
"culprit" stents, 3 were not analysable due to poor image quality. The medium thickness of neointimal hyperplasia (NIH),
were 234.9± 227.92 mm, the medium of stent eccentricity index (SEI) was 0.93± 0.027 and the medium neointimal
unevenness score (NUS) was 1.7± 0.36. The total number of uncovered struts was 294 (15.4%). Total number of malapposed
struts was 196 (10.1%), with 78 (39.8%) of which were simultaneously uncovered. The total number of protruding struts was
39 (2%), 15 (38.5%) of which were simultaneously uncovered. Thrombus was observed in 10 (71.4%) stents (white clot in 10
and red in 5), necrotic core in 3 (21.4%), neovascularization in 5 (35.7%), and rupture of hyperplastic tissue in 8 (57.1%)
with presence of cavity in 7 (87.5%) of these. The delayed stent thrombosis, constitutes an important mechanism of
myocardial infarction both in DES and BMS. The presence of necrotic core, neovascularization, and rupture of hyperplastic
tissue with cavity formation and thrombus inside the "culprit" stent, suggests a mechanism not different from the rupture of
classic atheromatous plaque. Also, the high ratio of uncovered and malapposed struts underlines the need for optimal stent
positioning during angioplasty.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 61
L33: ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΑΝΑΛΥΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ ΟΦΛΟΞΑΣΙΝΗΣ ΣΕ
ΥΔΑΤΟΕΙΔΕΣ ΥΓΡΟ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟΠΙΚΗ ΧΡΗΣΗ
Π. Πλώτας1, Μ.Ε. Ανδρούτσου2, Ι. Ματσούκας2, Κ. Γεωργακόπουλος1
1
Οφθαλμολογική Κλινική, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Πατρών, Ελλάδα
2
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Πατρών, Ελλάδα
Σκοπός: Προσδιορισμός συγκεντρώσεων οφλοξασίνης σε υδατοειδές υγρό μετά από τοπική χορήγηση οφλοξασίνης 0,3%,
διαφορετικών δοσολογικών σχημάτων, πριν την φακοθρυψία σε χειρουργική επέμβαση καταρράκτη με χρήση UPLC/MS.
Μεθοδολογία: Οι ασθενείς επιλέχθηκαν τυχαία λαμβάνοντας οφλοξασίνη 0,3%, τέσσερις σταγόνες, μια ημέρα πριν την
χειρουργική επέμβαση (ομάδα Α) ή τέσσερις σταγόνες ανά 15 λεπτά (Ομάδα Β) 1 ώρα πριν από τη χειρουργική επέμβαση.
Κατά την έναρξη της χειρουργικής επέμβασης, ελήφθησαν ανά ασθενή 0,1 ml υδατοειδούς υγρού. Πραγματοποιήθηκε
προσδιορισμός της συγκέντρωσης της οφλοξασίνης στα εν λόγω δείγματα με χρήση υγρής χρωματογραφίας εξαιρετικά
υψηλής απόδοσης σε συνδυασμό με φασματομετρία μάζας. Κατασκευάστηκε πρότυπη καμπύλη σε εύρος συγκεντρώσεων
από 1,5 – 3,5 μg/μl για την οφλοξασίνη με χρήση εσωτερικού προτύπου. Ο συντελεστής συσχέτισης ήταν 0,999.
Αποτελέσματα: Η μέση συγκέντρωση οφλοξασίνης που προσδιορίστηκε στο υδατοειδές υγρό της ομάδας Α και Β ήταν
0.920+0.126 μg/ml και 1.035 + 0.11 μg/ml αντίστοιχα.
Συμπέρασμα: Αναπτύχθηκε μια απλή, γρήγορη, γραμμική και ακριβής αναλυτική τεχνική για τον προσδιορισμό της
Οφλοξασίνης σε υδατοειδές υγρό. Η οφλοξασίνη διήλθε στο υδατοειδές υγρό το ίδιο και με τα δύο δοσολογικά σχήματα και
σε επίπεδα υψηλότερα της ελάχιστης ανασταλτικής δόσης για τα συνήθη μικροβιακά αίτια ενδοφθαλμίτιδας.
A SIMPLE ANALYTICAL METHOD FOR AQUEOUS HUMOUR DETERMINATION OF TOPICALLY
ADMINISTRATED ANTIBIOTIC OFLOXACIN
P. Plotas1, M.E. Androutsou2, J. Matsoukas2, C. Gergakopoulos1
1
Department of Ophthalmology, University of Patras, Medical School, Greece
2
Department of Chemistry, University of Patras, Greece
Purpose: To determine aqueous humour concentrations after topical administration of 0.3% ofloxacin in different dosing
regimens before phacoemulsification surgery using UPLC/MS.
Patients and Method: Patients were randomly selected to receive ofloxacin 0.3% four times/day for one day prior to surgery
(Group 1) or four drops 15 min apart (Group 2) 1 h prior to the surgery. At the beginning of surgery, 0.1 ml of aqueous
humour was aspirated and the concentrations of ofloxacin were analyzed by Ultra-performance liquid chromatography
combined with mass spectrometry. The linearity was obtained in the concentration range of 1,5-3,5 μg/ml for ofloxacin using
an internal standard method. The square of the correlation coefficient was 0.999.
Results: The mean concentration of ofloxacin in the aqueous humour was 0.920+0.126 μg/ml in Group 1 and 1.035 + 0.11
μg/ml, in Group 2.
Conclusion: This analytical method is simple, fast, linear and precise for the determination of ofloxacin in aqueous humour.
Ofloxacin penetrated the aqueous humour equally in both dosing regimens during cataract surgery and reached and exceeded
the minimum inhibitory concentration levels for the most common ocular pathogens causing endophthalmitis.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 62
L34: ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΜΕΘΟΔΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΚΑΙ ΟΛΙΚΗΣ L-ΚΑΡΝΙΤΙΝΗΣ ΣΕ
ΔΕΙΓΜΑΤΑ ΟΡΟΥ ΒΑΣΙΣΜΕΝΗ ΣΤΗ ΦΑΣΜΑΤΟΣΚΟΠΙΑ 1H NMR
Κ. – Γ. Τσιαφούλης1, Β. Εξάρχου1, Π. Τζιόβα2, Ε. Μπαϊρακτάρη2, Ι. – Π. Γεροθανάσης3, Α. – Ν. Τρογκάνης4
1
Κέντρο NMR, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
3
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
4
Τμήμα Βιολογικών Εφαρμογών και Τεχνολογιών, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
2
Ο γρήγορος και ακριβής προσδιορισμός εξειδικευμένων μεταβολιτών οι οποίοι εμφανίζονται στα βιολογικά υγρά, αποτελεί
πολύ απαιτητική εργασία, η οποία είναι απαραίτητη τόσο στην ιατρική όσο και στη χημεία. Η L-καρνιτίνη (3-υδροξυ-4-Nτριμεθυλαμμωνιακο βουτυρικό οξύ) είναι ένας εξαιρετικά σημαντικός μεταβολίτης ο οποίος συμμετέχει σε πληθώρα
βιολογικών μονοπατιών και συνεπώς ο προσδιορισμός της είναι μεγάλης διαγνωστικής αξίας. Για τον ακριβή και γρήγορο
προσδιορισμό L-καρνιτίνης σε δείγματα ανθρώπινου ορού χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος του φιλτραρίσματος απλού κβάντου
στα φάσματα 1H NMR. Η μέθοδος στηρίχθηκε στην απλοποίηση του φάσματος και ειδικότερα στη διάκριση του σήματος
των Ν-μέθυλο πρωτονίων της L-καρνιτίνης, τα οποία επικαλύπτονται ισχυρά στο φάσμα 1H NMR του ορού. Τα ποσοτικά
αποτελέσματα τα οποία προσδιορίστηκαν με την προτεινόμενη μέθοδο, βρέθηκαν σε απόλυτη συμφωνία με τα
αποτελέσματα της ευρέως χρησιμοποιούμενης ενζυματικής μεθόδου. Η προτεινόμενη μέθοδος είναι ταχεία, ειδική,
ευαίσθητη και με καλά αναλυτικά χαρακτηριστικά (ακρίβεια, επαναληψιμότητα).
A NEW METHOD FOR THE DETERMINATION OF FREE AND TOTAL L-CARNITINE IN SERUM SAMPLES
BASED ON 1H-NMR SPECTROSCOPY
C. – G. Tsiafoulis1, V. Exarchou1, P. – P. Tziova2, E. Bairaktari2, I. – P. Gerothanassis3, A. – N. Troganis4
1
NMR Center, University of Ioannina
Medical School, University of Ioannina
3
Department of Chemistry, University of Ioannina
4
Department of Biological Applications and Technology, University of Ioannina
2
The rapid and accurate determination of specific metabolites present in biofluids is a very demanding task which is essential
in both medicine and chemistry. L-carnitine (3-hydroxy-4-N-trimethylammonium butyrate) is an important metabolite which
participates in a series of biological paths and therefore its determination is of diagnostic importance. A single quantum
coherence filtering 1H NMR methodology was used for the accurate and rapid determination of L-carnitine in human serum
samples. The methodology is based on spectral simplification, and specifically on the distinction of the N-methyl proton
signal of L-carnitine that is greatly overlapped in the 1H NMR spectrum of serum. The quantitative results provided by the
proposed method are in excellent agreement with those obtained by the enzymatic method, which is widely used. The
proposed method is rapid, selective, sensitive, and has good analytical characteristics (accuracy, reproducibility).
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 63
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 64
Περιλήψεις
Αναρτημένων Ανακοινώσεων
Abstracts Posters
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 65
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 66
P01: ΦΑΣΜΑΤΟΣΚΟΠΙΑ RAMAN ΣΕ ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΤΙΚΑ ΚΝΗΜΙΑΙΑ ΟΣΤΑ ΕΠΙΜΥΩΝ
Μ. Ζ. Βαρδάκη1, Χ. Γ. Κοντογιάννης1,2 και Μ. Γ. Όρκουλα1,*
1
Τμήμα Φαρμακευτικής, Πανεπιστήμιο Πατρών
2
ΕΙΧΗΜΥΘ/ΙΤΕ, Πάτρα
Στην παρούσα εργασία, μελετήθηκαν οι αλλαγές στην ποσότητα και στην ποιότητα οστεοπορωτικών κνημιαίων οστών με
Φασματοσκοπία Raman από θηλυκούς αρουραίους σε σύγκριση με υγιής. Η οστεοπόρωση προκλήθηκε με ωοθηκεκτομή.
Στα φάσματα που συλλέχθηκαν μετρήθηκε το ύψος της κορυφής των φωσφορικών (PO43-, v1) του βιοαπατίτη στα 959 cm-1,
των ανθρακικών στα 1070 cm-1 κάτω από την ευρεία μπάντα φωσφορικών-ανθρακικών στην περιοχή 1010-1100 cm-1, των
κορυφών της οργανικής μήτρας στα 855 cm-1 (υδροξυπρολίνη), 875 cm-1 και 920 cm-1 (προλίνη), καθώς και των τριών
κύριων κορυφών κάτω από την ευρεία μπάντα του αμιδίου Ι (1620-1710 cm-1), μετά από κατάλληλη αφαίρεση υποβάθρου
και διαχωρισμό κορυφών.
Ο λόγος βιοαπατίτη προς οργανικό υλικό [959 cm-1 / (855 cm-1 + 875 cm-1 + 920 cm-1)] μειώθηκε, υποδηλώνοντας μειωμένη
ποσότητα ανόργανου υλικού στα οστεοπορωτικά κνημιαία οστά σε σχέση με τα υγιή. Τα επίπεδα των ανθρακικών
παρέμειναν σταθερά το οποίο σημαίνει απουσία νεοδημιουργηθέντος οστού. Η αναλογία βιοαπατίτη προς το αμίδιο Ι του
οργανικού υλικού εμφάνισε αυξητική τάση ίσως λόγω φαινομένων πόλωσης λόγω του προσανατολισμού των ινών του
κολλαγόνου. Περαιτέρω ανάλυση της μπάντας του αμιδίου Ι των οστεοπορωτικών δειγμάτων δείχνει αλλαγή στη
μορφολογία της, το οποίο οφείλεται στην αλλαγή της αναλογίας μεταξύ των κορυφών που βρίσκονται κάτω από αυτή
υποδεικνύοντας αλλαγές στους δεσμούς μεταξύ των ινών του κολλαγόνου. Οι αλλαγές αυτές μαζί με την απώλεια
βιοαπατίτη οδηγούν στη μείωση της αντοχής και την αύξηση της ευθραυστότητας των οστών στην οστεοπόρωση.
RAMAN SPECTROSCOPY OF OSTEOPOROTIC RAT TIBIAE
M. Z. Vardaki1, C. G. Kontoyannis1,2 and M. G. Orkoula1,*
1
Department of Pharmacy, University of Patras
2
ICE/HT-FORTH, Patras, GREECE
In the present work, Raman Spectroscopy was employed to study changes in the amount and/or quality of bone were studied
in osteoporotic tibiae from female wistar rats compared to healthy controls. Osteoporosis was induced through ovariectomy.
The height of the primary phosphate band (PO43-, v1) for the mineral at 959 cm-1, the carbonate peak at 1070 cm-1 under the
combined phosphate-carbonate envelope 1010-1100 cm-1 spectral range, the matrix bands at 855 cm-1 (hydroxyproline), 875
cm-1 and 920 cm-1 (proline), as well as the three major peaks under amide I envelope (1620-1710 cm-1) were measured after
proper baselinining and deconvolution.
The mineral to matrix ratio [959 cm-1 / (855 cm-1 + 875 cm-1 + 920 cm-1)] was reduced, suggesting decreased mineral quantity
in the osteoporotic tibiae compared to controls. Carbonate levels remained stable which implies absence of new bone tissue
formation. The mineral to amide I envelope ratio exhibited an increasing trend suggesting that amide I cannot be used as
collagen metrics as it is subject to polarization effects. Further analysis of the amide I envelope shows that the band changes
shape following bone disease, which is a result of the change in the ratio of the peaks lying under the amide I envelope.
Therefore, changes in collagen cross-linking accompany reduction of mineral amount and lead to reduced strength and
increased fragility in osteoporosis.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 67
P02: ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΝΕΩΝ fac-[ M(NO/NS)(P)(CO)3] ΚΑΙ [ M(NO/NS)(P)2(CO)2]
ΣΥΜΠΛΟΚΩΝ (Μ = Re, 99mTc)
Β. Βασιλειάδης1, Χ. Τριάντης2, Θ. Τσοτάκος2, Δ. Παπαγιαννοπούλου1, Μ. Πελεκάνου3, Κ. Ραπτοπούλου4, Β. Ψυχάρης4,
Ι. Πιρμεττής2 και Μ. Παπαδόπουλος2
1
Τομέας Φαρμακευτικής Χημείας, Τμήμα Φαρμακευτικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
2
Ινστιτούτο Ραδιοϊσοτόπων και Ραδιοδιαγνωστικών Προϊόντων
3
Ινστιτούτο Βιολογίας
4
Ινστιτούτο Επιστήμης Υλικών, ΕΚΕΦΕ, «Δημόκριτος», Αθήνα
Τα καρβονυλικά σύμπλοκα ρηνίου και τεχνητίου, του τύπου fac-[99mTc/188Re(CO)3], μελετώνται εκτεταμμένα λόγω της
σπουδαιότητας των ραδιονουκλιδίων αυτών στην ανάπτυξη ραδιοφαρμάκων για διαγνωστικούς ( 99mTc) ή
ραδιοθεραπευτικούς (188Re) σκοπούς. Στην εργασία αυτή παρουσιάζεται η ανάπτυξη νέων ουδετέρων μικτών συμπλόκων
του ρηνίου και τεχνητίου της γενικής δομής fac-[99mTc/Re(NO/NS)(P)(CO)3] και [99mTc/Re (NO/NS)(P)2(CO)2] με την 8υδροξυκινολίνη (NO) ή την 8-θειοκινολίνη (NS) ως διδραστικό συναρμοτή, και τη τριφαινυλοφωσφίνη (Ρ) ως μονοδραστικό
συναρμοτή. Η σύνθεση των συμπλόκων fac-[Re(NO/NS)(P)(CO)3] πραγματοποιήθηκε με αντίδραση ισομοριακών
ποσοτήτων του διδραστικού ΝΟ ή NS και της τριφαινυλοφωσφίνης με τη πρόδρομη ένωση (NEt 4)2[ReBr3(CO)3] ή με
αντίδραση της τριφαινυλοφωσφίνης με τη πρόδρομη ένωση fac-[Re(NO/NS)(CO)3]2. Η σύνθεση των συμπλόκων
[Re(NO/NS)(P)2(CO)2] πραγματοποιήθηκε με αντίδραση του διδραστικού συναρμοτή ΝΟ ή NS και της τριφαινυλοφωσφίνης
σε αναλογία 1:2 με τη πρόδρομη ένωση (NEt 4)2[ReBr3(CO)3] ή με αντίδραση του διδραστικού συναρμοτή ΝΟ ή NS με τη
πρόδρομη ένωση mer, trans-[Re(CO)3(P)2Cl]. Όλα τα σύμπλοκα χαρακτηρίστηκαν με φασματοσκοπικές μεθόδους (IR,
NMR) και η δομή τους επιλύθηκε με κρυσταλλογραφία ακτίνων Χ. Η σύνθεση των αντιστοίχων συμπλόκων του 99mTc έγινε
με αντίδραση χαμηλών συγκεντρώσεων των δύο συναρμοτών ΝΟ/NS και Ρ ( 10-3, 10-4 Μ) με τη πρόδρομη ένωση ιχνηθέτη
fac-[99mTc(ΟΗ2)3(CO)3]+. Κατά την αντίδραση των παραπάνω σε θερμοκρασία δωματίου για 1 ώρα σχηματίζονται κυρίως τα
μονοφωσφινο- υποκατεστημένα προϊόντα fac-[99mTc(NO/NS)(P)(CO)3], ενώ στους 80 0C για 30 min τα διφωσφινουποκατεστημένα σύμπλοκα προκύπτουν αντίστοιχα [ 99mTc(NO/NS)(P)2(CO)2], σε υψηλές αποδόσεις. Η ταυτοποίηση των
συμπλόκων του 99mTc έγινε με χρωματογραφική ανάλυση HPLC και σύγκριση των χρόνων έκλουσής τους, με τους
αντίστοιχους χρόνους έκλουσης των πλήρως χαρακτηρισμένων αναλόγων συμπλόκων του ρηνίου.
SYNTHESIS AND CHARACTERIZATION OF NOVEL fac-[ M(NO/NS)(P)(CO)3] AND [ M(NO/NS)(P)2(CO)2]
COMPLEXES (Μ = Re, 99mTc)
V. Vassiliadis1, C. Triantis2, T. Tsotakos2, D. Papagiannopoulou1, M. Pelecanou3, C. Raptopoulou4, V. Psyharis4, I.
Pirmettis2 and M. Papadopoulos2
1
Department of Medicinal Chemistry, School of Pharmacy, Aristotle University of Thessaloniki
2
Institute of Radioisotopes and Radiodiagnostic Products
3
Institute of Biology
4
Institute of Material Sciences, NCSR “Demokritos”, Athens
Low oxidation state complexes of technetium and rhenium of the general formula fac-[99mTc/188ReL(CO)3], are studied
extensively, as a result of the significance of these radiometals in the development of radiopharmaceuticals for imaging
(99mTc) or radiotherapy (188Re). In this work, we focused on the development of neutral mixed ligand technetium and rhenium
complexes of the general formula fac-[99mTc/Re(NO/NS)(P)(CO)3] and [99mTc/Re (NO/NS)(P)2(CO)2] where NO and NS are
8-hydroxyquinoline and 8-thioquinoline, respectively, as bidentate ligands and P is triphenylphoshpine as monodentate
ligand. The synthesis of rhenium complexes fac-[Re(NO/NS)(P)(CO)3] was conducted by reacting equimolar amounts of the
NO or NS ligand and triphenlyphosphine with the precursor (NEt4)2[ReBr3(CO)3] or by reacting triphenylphoshpine with the
precursor fac-[Re(NO/NS)(CO)3]2. The synthesis of rhenium complexes [Re(NO/NS)(P)2(CO)2] was conducted by reacting
the NO or NS ligand and triphenlyphosphine in molar ratio 1:2 with the precursor (NEt4)2[ReBr3(CO)3] or by reacting the NO
or NS ligand with the precursor mer, trans-[Re(CO)3(P)2Cl]. All the complexes where characterized by IR, NMR
spectroscopies and X-ray crystallography. The analogous 99mTc tracer complexes were prepared by reacting low
concentrations of the ligands NO or NS and P ( 10-3, 10-4 Μ) with the precursor fac-[99mTc(OH2)3(CO)3]+. When the reaction
is conducted at rt for 1h primarily the monophosphino-substituted complexes fac-[99mTc(NO/NS)(P)(CO)3] are formed, while
at 80 0C for 30 min the bis-phosphino-substituted complexes [99mTc(NO/NS)(P)2(CO)2] are formed quantitatively.
Identification of the 99mTc complexes was done by HPLC chromatographic comparison with the analogous prototype rhenium
complexes.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 68
P03: ΜΕΛΕΤΗ ΜΟΡΙΑΚΗΣ ΜΟΝΤΕΛΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΦΑΣΜΑΤΟΣΚΟΠΙΑΣ NMR ΔΥΟ ΚΑΙΝΟΤΟΜΩΝ
ΚΥΤΤΑΡΟΤΟΞΙΚΩΝ C2-ΥΠΟΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΩΝ ΠΥΡΡΟΛΟ[2,3-f]ΚΙΝΟΛΙΝΩΝ
Μ. Βλάχου*, Α. Εικοσιπεντάκηa, Α. Τσοτίνηςa, Ρ. Κομπογεννητάκηa, Ν. Βαρβαρίγουb, Θ. Μαυρομούστακοςb, Simona
Golic Grdadolnikc
a
Τμήμα Φαρμακευτικής, Πανεπιστήμιο Αθηνών
b
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Αθηνών
c
Laboratory of Biomolecular Structure, National Institute of Chemistry, Slovenia
Φαρμακευτικοί παράγοντες που παρουσιάζουν δυνατότητα ομοιοπολικής σύνδεσης με το DNA είναι γνωστοί για την πολύ
σημαντική αντικαρκινική τους δράση, η οποία αποδίδεται κυρίως στην ικανότητα δημιουργίας παραγώγων ζευγών βάσεων
σε συγκεκριμένες περιοχές του γονιδιώματος. Η εισαγωγή αρωματικών ετεροκυκλικών συστημάτων σε μόρια-παράγοντες,
οδήγησε σε αναγνώριση περιοχών της αλληλουχίας του DNA και δραματική αύξηση της κυτταροτοξικότητας τους, η οποία
οφείλεται στη δυνατότητα δημιουργίας άκαμπτων, μη-αντιστρεπτών δεσμών με την έλικα του DNA [1,2].
Κατά τη διάρκεια της έρευνάς μας πάνω στην ανάπτυξη καινοτόμων παραγόντων που εμφανίζουν δυνατότητα σύνδεσης με
το DNA, έχουμε ήδη δημοσιεύσει τη συνθετική πορεία και τον κυτταροτοξικό χαρακτήρα μιας κατηγορίας C2υποκατεστημένων πυρρολο[2,3-f]κινολονών [3]. Στην προσπάθεια περαιτέρω έρευνας της δραστικότητας αυτής της
κατηγορίας των ενώσεων, σχεδιάσαμε και συνθέσαμε τις ακόλουθες πυρρολο[2,3-f]κινολίνες 1 και 2 (Σχήμα 1).Οι εν λόγω
ενώσεις παρουσίασαν ενδιαφέρουσα βιολογική δράση, γεγονός που οδήγησε στην περαιτέρω διερεύνηση των
διαμορφώσεων που λαμβάνουν συνδυάζοντας δεδομένα 2D NMR (NOESY) και διαμορφωτική ανάλυση μέσω μεθόδων
Monte Carlo, και σύγκριση των αποτελεσμάτων που προέκυψαν με τα δεδομένα από την μελέτη ελεγχόμενης αποδέσμευσης
σε μέσα προσομοίωσης υδατικού γαστρικού και εντερικού περιβάλλοντος.
1. X=(CH2)3NH(CH2)4NH(CH2)3
N2-{[3-(4-{3-[(1H-pyrrolo[2,3-f]quinoline-2-carbonylamino)]
propylamino}butylamino)propyl]}-1H-pyrrolo[2,3-f]quinoline-2-carboxamide
2. X=(CH2)4NH(CH2)3
N2-{3-[{4-[(1H-pyrrolo[2,3-f]quinoline-2-carbonylamino)]butylamino}propyl]}-1Hpyrrolo[2,3-f]quinoline-2-carboxamide
A MOLECULAR MODELING AND NMR SPECTROSOPY STUDY OF TWO NEW CYTOTOXIC C2SUBSTITUTED PYRROLO[2,3-f]QUINOLINES
M. Vlachoua*, A. Eikosipentakia, A. Tsotinisa, R. Kompogennitakia, N. Varvarigoub, Th. Mavromoustakosb, Simona
Golic Grdadolnikc
a
Faculty of Pharmacy, University of Athens
Chemistry Department, University of Athen,
c
Laboratory of Biomolecular Structure, National Institute of Chemistry, Slovenia
b
DNA cross-linking agents are known for their significant antitumor activity, which has been attributed to their ability to form
irreparable base pair adducts at precisely defined genomic locations. Most of the reported cross-linking probes involve three
or four aromatic chromophores in their skeleton and are of sufficient size to recognize two or three base pairs [1]. An
extension of this limited sequence recognition, which is attained by the use of larger aromatic heterocycles, has been found to
drastically enhance cytotoxicity due to the formation of more rigid irreversible interstrand bonds [2].In the course of our
program directed towards the development of new DNA-complexing agents, we have previously reported on the synthesis
and cytotoxic profile of a series of C2-substituted pyrrolo[2,3-f]quinolones [3]. In an attempt to further explore the activity of
these agents we designed and synthesized the pyrrolo[2,3-f]quinolines 1 and 2(Scheme 1).The promising biological
properties of the compounds led us to apply a combination of 2D NMR (NOESY) data and Monte Carlo conformational
analysis in order to explore the conformational space of these molecules and correlate the obtained results with those of with
the controlled release in simulated aqueous gastric and intestinal media.
REFERENCES
1)
Mattes, W.B.; Hartley, J.A.; Kohn, K.W.; Matheson, D.W. Carcinogenesis 1988, 9, 2065-2072.
2)
Subhas Bose, D.; Thompson, A.S.; Ching, J.; Hartley, J.A.; Berardini, M.D.; Jenkins, T.C.; Neidle, S.; Hurley, L.H.;
Thurston, D.E. J. Am. Chem. Soc. 1992, 114, 4939-4941.
3)
Tsotinis, A.; Vlachou, M.; Zouroudis, S.; Jeney, A.; Timár, F.; Thurston, D.E.; Roussakis, C. Lett. Drug Des. Discov.
2005, 2, 189-192.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 69
P04: ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΕΚΦΡΑΣΗ ΕΞΩΚΥΤΤΑΡΙΚΩΝ ΤΜΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΗΣ
ΑΚΕΤΟΛΟΧΟΛΙΝΗΣ ΜΕ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΩΝ ΒΑΚΙΛΙΟΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗΣ
ΠΡΟΣΕΓΓΙΔΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΥΑΣΘΕΝΕΙΑ
Δ. Γεωργακάκη1,Κ. Λαζαρίδης1 και Σ. Ι. Τζάρτος1,2
1
2
Ελληνικό Ινστιτούτο Pasteur
Τμήμα Φαρμακευτικής, Πανεπιστήμιο Πατρών
Ο νικοτινικός υποδοχέας της ακετυλοχολίνης ειναι ο σημαντικότερος στόχος στην αυτοάνοση νόσο βαριά μυασθένεια. Στο
μεγάλυτερο ποσοστό των ασθενών (85%) ανιχνεύονται αυτο-αντισώματα έναντι του μυϊκού υποδοχέα της ακετυλοχολίνης,
τα οποία μπορούν να οδηγήσουν σε διαταραχή της μεταγωγής του κινητικού ερεθίσματος. Σε αυτή την μελέτη στόχος είναι
η κατασκευή και έκφραση των εξωκυτταρικών περιοχών των υπομονάδων α και β του ανθρώπινου μυικού υποδοχέα της
ακετυλοχολίνης σε κύτταρα εντόμων μετά από επιμόλυνση με βακίλοιο. Στα ίδια πλαίσια πραγματοποιήθηκε η σύνδεση των
υπομονάδων α και β με πεπτιδικό συνδέτη για την δημιουργία του συγκαταμερούς β-α. Τα ανασυνδυασμένα πεπτίδια
απομονώθηκαν και χαρακτηρίστηκαν σε διαλυτή μορφή. Σε επόμενο στάδιο έγινε η ακινητοποίηση τους σε υπόστρωμα
σεφαρόζης και ο έλεγχος της ικανότητας πρόσδεσης αυτοαντισωμάτων από ορό μυασθένων με απώτερο στόχο της χρήση
τους ως πιθανοί ανοσοπροσροφητές σε μια καινούρια θεραπευτική προσέγγιση για την μυασθένεια.
CONSTRUCTION AND EXPRESSION OF EXTRACELLULAR RECOMBINANT DOMAINS OF THE HUMAN
MUSCLE NICOTINIC ACETYLCHOLINE RECEPTOR (AChR) IN INSECT CELLS AIMING AT DEVELOPING
AN ANTIGEN SPECIFIC TREATMENT FOR MYASTHENIA GRAVIS
D. Georgakaki1, K. Lazaridis1 and S. J. Tzartos 1,2
1
2
Ηellenic Pasteur Institute
Department of Pharmaceuticals, University of Patras
Myasthenia gravis (MG) is an autoimmune disease caused in the majority of patients (85%) by autoantibodies against the
human muscle acetylcholine receptor (AChR), a post-synaptic ligand-gated ion-channel located at the neuromuscular
junction. Autoantibodies against the AChR cause loss of the available and functional AChRs leading to muscle weakness and
fatigability. An attractive therapeutic approach is the extracorporeal specific removal of the pathogenic autoantibodies using
AChR-based immunoadsorbents. In this study, the N-terminal extracellular domains (ECD) of AChR the subunits α1 and β1
were cloned into baculovirus expression vectors and heterologously expressed using insect SF9 cells. Additionally, the two
subunits were linked by the use of a flexible peptide linker to form the β1-α1 concatamer. The recombinant proteins were
expressed as soluble polypeptides, purified and characterized. Furthermore, they were immobilised on sepharose beads in
order to test them as immunoadsorbents using sera from MG patients. They were all found to bind anti-AChR autoantibodies,
albeit to varying degrees. They, thus, pose as potential candidates for the therapeutic antigen-specific clearance of MG sera.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 70
P05: ΣΥΝΘΕΣΗ ΠΥΡΡΟΛΙΖΙΔΙΝΙΚΩΝ ΑΖΑΣΑΚΧΑΡΩΝ ΜΕΣΩ ΣΥΝΔΥΑΣΜΕΝΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ 1,3ΔΙΠΟΛΙΚΗΣ ΚΥΚΛΟΠΡΟΣΘΗΚΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΓΩΓΙΚΗΣ ΑΜΙΝΩΣΗΣ
Π. Γκίζης, Ν. Αργυρόπουλος και Ε. Κουτούλη-Αργυροπούλου
Εργαστήριο Οργανικής Χημείας, Τμήμα Χημείας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκη
Τα αζασάκχαρα συγκεντρώνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι λόγω της ικανότητάς τους να δρούν ως αναστολείς
γλυκοζιτασών βρίσκουν φαρμακευτικές εφαρμογές στην αντιμετώπιση διαφόρων ασθενειών [1]. Η βιολογική δραστικότητα
των αζασακχάρων σχετίζεται άμεσα με τη στερεοχημεία των υδροξυλίων τους και έτσι η ανάπτυξη νέων στερεοελεγχόμενων
μεθοδολογιών για τη δημιουργία αζαδικυκλικών σκελετών αποτελεί ένα σημαντικό σύγχρονο συνθετικό στόχο [2].
Σε συνέχεια με προηγούμενες μελέτες μας [3], στην ανακοίνωση αυτή παρουσιάζεται μια απλή και σύντομη πορεία για τη
σύνθεση πυρρολιζιδινικών αζασακχάρων με στάδια κλειδιά τις αντιδράσεις 1,3-διπολικής κυκλοπροσθήκης και αναγωγικής
αμίνωσης. Ως πρώτες ύλες χρησιμοποιόυνται ασύμμετρες κυκλικές νιτρόνες 1, οι οποίες παρασκευάζονται κυρίως από
σάκχαρα. Η αντίδραση κυκλοπροσθήκης των νιτρονών 1 με την μεθυλο βινυλοκετόνη 2 δίνει τα ισοξαζολιδινικά παράγωγα
2 και στη συνέχεια σε ένα στάδιο επιτυγχάνεται αναγωγική διάνοιξη του ισοξαζολιδινικού δακτυλίου προς τα υδροξυ
παράγωγα 4, τα οποία δεν απομονώνονται και με αναγωγική αμίνωση δίνουν τα επιθυμητά πυρρολιζιδινικά παράγωγα 5. Η
στερεοεκλεκτικότητα των αντιδράσεων προσδιορίζεται απο την στερεοχημεία της αρχικής νιτρόνης.
R 1O
OR 1
R1 O
O
2
O
N
O
–
1
O
N
N
+
CH 22,
reflux
R1 O
R1 O
R 1O
R1 O
R2
O
R1 O
H 2, Pd/C,
MeOH, rt
N
O
O
R2
R2
R2
3
4
5
SYNTHESIS OF PYRROLIZIDINE AZASUGARS VIA COMBINED APPLICATION OF 1,3-DIPOLAR
CYCLOADDITION AND REDUCTIVE AMINATION
P. Gkizis, N. Argyropoulos and E. Coutouli-Argyropoulou
Laboratory of Organic Chemistry, Chemistry Department, Aristotle University of Thessaloniki
Azasugars concentrate a great interest since they could find applications in the treatment of various deceases due to their
capacity to inhibit glycosidases [1]. Their biological activity is related with the stereochemistry of their hydroxy substituents
and the development of new stereocontrolled methodologies for their synthesis is an important synchronous synthetic target
[2].
In connection with our previous studies [3], we present here a short reaction sequence for the synthesis of pyrrolizidine
azasugars using as key-steps the 1,3-dipolar cycloaddition and the reductive amination reactions. Asymmetric nitrones 1
derived mainly from sugars react with methyl vinyl ketone 2 to give the isoxazolidine derivatives 3. Compounds 3 are
transformed to the desired pyrrolizidines 5 in one step by reductive amination of the non isolated intermediates 4. The
stereoselectivity of the reactions is controlled by the stereochemistry of the starting nitrones.
REFERENCES
[1] Asano N.; Nash, R. J.; Molyneux, R. J.; Fleet, G. W. Tetrahedron: Asymmetry 2000, 11, 1645-1680.
[2] Hannessian, S.; Sailes, A,; Munro, A.; Therrien, E. J, Org, Chem. 2003,68, 7219-7223.
[3] (a) Argyropoulos, N. G.; Panagiotidis, T.; Coutouli-Argyropoulou, E.; Raptopoulou C. Tetrahedron 2007, 63, 321330. (b) Argyropoulos, N. G.; Gkizis, P.; Coutouli-Argyropoulou, E Tetrahedron 2008, 64, 8752-8758. (c)
Argyropoulos, N. G.; Gkizis, P.; Coutouli-Argyropoulou, E. ARKIVOC 2008, (xvi), 223-234.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 71
P06: ΣΥΝΘΕΣΗ ΝΕΩΝ ΑΝΑΛΟΓΩΝ ΣΟΥΛΦΟΝΑΜΙΔΟ-1,2,4-ΤΡΙΑΖΟΛΙΩΝ, ΣΟΥΛΦΟΝΑΜΙΔΟ-1,3,4ΘΕΙΑΔΙΑΖΟΛΙΩΝ ΚΑΙ ΣΟΥΛΦΟΝΑΜΙΔΟ-1,3,4-ΟΞΑΔΙΑΖΟΛΙΩΝ, ΜΕ ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΔΙΑΚΗ ΚΑΙ
ΑΝΤΙΜΥΚΗΤΙΑΚΗ ΔΡΑΣΗ
Π. Ζουμπουλάκης1, Χ. Καμούτσης2, Γ. Πάιρας2, M. Soković3, Α. Πιτσάς2
1
2
Εργαστήριο Φαρμακευτικής Χημείας, Τμήμα Φαρμακευτικής, Πανεπιστήμιο Πατρών
Εργαστήριο Μοριακής Ανάλυσης, Ινστιτούτο Οργανικής και Φαρμακευτικής Χημείας, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα
3
Department of Plant Physiology, Mycological Laboratory, Institute of Biological Research, Belgrade
Η σημαντική αντιμυκητιακή δράση αναλόγων σουλφοναμιδο-1,2,4-τριαζολίων και 1,3,4-θειαζολίων σε σχέση με το
εμπορικό αντιμυκητιακό bifonazole, έχει ήδη αναφερθεί εκτενώς σε προηγούμενες μελέτες [1]. Οι ενώσεις αυτές έχουν
δείξει ανάλογη αντιβακτηριδιακή δράση με αυτή της στρεπτομυκίνης [2]. Δεδομένης της βιολογικής δραστικότητας των
συστημάτων των 1,2,4-τριαζολίων, 1,3,4-θειαδιαζολίων και 1,3,4-οξαδιαζολίων σχεδιάστηκε και συντέθηκε μια σειρά νέων
σουλφοναμιδο-1,2,4-τριαζολίων, σουλφοναμιδο-1,3,4-θειαδιαζολίων και σουλφοναμιδο-1,3,4-οξαδιαζολίων, συνδυάζοντας
δύο χημικά διαφορετικά αλλά ταυτόχρονα φαρμακολογικά συμβατά μόρια (τον σουλφοναμιδικό πυρήνα και τον πενταμελή
ετεροκυκλικό δακτύλιο) σε ένα σύστημα.
Οι ενώσεις που συντέθηκαν, αποτιμήθηκαν βιολογικά για την αντιβακτηρική και αντιμυκητιακή τους δράση. Ορισμένα
ανάλογα έδειξαν αξιοσημείωτη δράση σε σύγκριση με εμπορικά διαθέσιμες ενώσεις. Τέλος, πραγματοποιήθηκε
διαμορφωτική ανάλυση των ενώσεων με μεγαλύτερη δραστικότητα σε σύγκριση με τις λιγότερο δραστικές, με χρήση
φασματοσκοπίας NMR και τεχνικών Μοριακής Μοντελοποίησης.
SYNTHESIS OF NOVEL SULFONAMIDE-1,2,4-TRIAZOLES, SULFONAMIDE-1,3,4-THIADIAZOLES AND
SULFONAMIDE-1,3,4-OXADIAZOLES, AS POTENTIAL ANTIBACTERIAL AND ANTIFUNGAL AGENTS
P. Zoumpoulakis1, Ch. Camoutsis2, G. Pairas2, A. Pitsas2, M. Soković3
1
2
Laboratory of Pharmaceutical Chemistry, Department of Pharmacy, University of Patras
Laboratory of Molecular Analysis, Institute of Organic and Pharmaceutical Chemistry, National Hellenic Research
Foundation, Athens
3
Department of Plant Physiology, Mycological Laboratory, Institute of Biological Research, Belgrade
The significant antifungal activity of a series of sulfonamide-1,2,4-triazole and 1,3,4-thiazole derivatives against a series of
micromycetes , compared to the commercial fungicide bifonazole has been reported [1]. These compounds have also shown
a comparable bactericidal effect to that of streptomycin but better activity than chloramphenicol respectively against various
bacteria [2]. In view of the potential biological activity of members of the 1,2,4-triazole , 1,3,4- thiadiazole, and 1,3,4oxadiazole ring systems, and in continuation of our search for bioactive molecules, we designed the synthesis of a series of
novel sulfonamide-1,2,4-triazoles, sulfonamide-1,3,4-thiadiazoles and sulfonamide-1,3,4-oxadiazoles emphasizing, in
particular, on the strategy of combining two chemically different but pharmacologically compatible molecules (the
sulfomamide nucleus and the five member) heterocycles in one frame. Synthesized compounds were tested in vitro for
antibacterial and antifungal activity and some analogues exhibited very promising results. Conformational analysis was
performed for active and less active analogues using NMR spectroscopy and molecular modeling techniques.
REFERENCES
1. Sulfonamide-1,2,4-thiadiazole derivatives as antifungal and antibacterial agents: Synthesis, biological evaluation,
lipophilicity, and conformational studies, C. Camoutsis, A. Geronikaki, A. Ciric, M. Soković, P. Zoumpoulakis, M. Zervou,
Chem. Pharm. Bull., 58(2), (2010), 160-7.
2. Sulfonamide-1,2,4-triazole derivatives as antifungal and antibacterial agents.Synthesis, Biological evaluation, Lipophilicity
and Conformational Studies. I.R. Ezabadi, C. Camoutsis, P. Zoumpoulakis, A. Geronikaki, M. Socovic, J. Clamocilija and A.
Ciric. Bioorg. Med. Chem., 16, (2008), 1150-1161.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 72
P07: ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΜΕΤΑΞΥ TELMISARTAN ΚΑΙ ΑΤ1 ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΣΤΙΣ ΜΕΜΒΡΑΝΕΣ
ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΥΠΟΔΟΧΕΑ
P. Zoumpoulakis1, S. Durdagi 2, C. Potamitis1, E. Kritsi1,4, S. Golic Grdadolnik3, T. Mavromoustakos1,4
1
2
NHRF, Institute of Organic and Pharmaceutical Chemistry, Athens
University of Calgary, Department of Biological Sciences, Institute for Biocomplexity and Informatics, Calgary
3
National Institute of Chemistry, Ljubljana
4
Chemistry Department, Kapodistrian University of Athens
Οι ΑΤ1 ανταγωνιστές (SARTANs) αποτελούν την πιο διαδεδομένη κατηγορία αντιυπερτασικών μορίων τα οποία
επεμβαίνουν στο σύστημα ρενίνης αγγειοτασίνης παρεμποδίζοντας την πρόσδεση της Αγγειοτασίνης ΙΙ στον ΑΤ 1 υποδοχέα.
Για να εξασκήσουν τη βιολογική τους δράση, τα μόρια αυτά εισέρχονται στις λιπιδικές διπλοστιβάδες και με πλευρική
διάχυση προσδένονται στο ενεργό κέντρο του ΑΤ 1 υποδοχέα. Για το λόγο αυτό μελετήθηκε η διαμόρφωση του μορίου
telmisartan σε αμφοτερικό περιβάλλον καθώς επίσης και η μοριακή της πρόσδεση στο ενεργό κέντρο του ΑΤ1 υποδοχέα.
Τέλος, με χρήση διαφορικής θερμιδομετρίας σάρωσης μελετήθηκαν οι θερμικές μεταβολές που προκαλεί στις λιπιδικές
διπλοστιβάδες. Τα αποτελέσματα από τη μελέτη αυτή συγκρίθηκαν με αντίστοιχα που επιτεύχθηκαν με άλλους ΑΤ 1
ανταγωνιστές ώστε να κατανοηθούν οι παράμετροι που επιδρούν στη βιολογική τους δράση.
COMPARATIVE STUDIES BETWEEN TELMISARTAN AND OTHER AT1 ANTAGONISTS AT MEMBRANES
AND RECEPTOR ACTIVE SITE
P. Zoumpoulakis1, S. Durdagi 2, C. Potamitis1, E. Kritsi1,4, S.- G. Grdadolnik3, , T. Mavromoustakos1,4
1
2
NHRF, Institute of Organic and Pharmaceutical Chemistry, Athens
University of Calgary, Department of Biological Sciences, Institute for Biocomplexity and Informatics Calgary,
3
National Institute of Chemistry, Ljubljana,
4
Chemistry Department, Kapodistrian University of Athens
AT1 antagonists (SARTANs) are widely used drugs in the clinical setting today for the regulation of high blood pressure.
These drugs interfere in the Renin Angiotensin System (RAS) by preventing the vasoconstrictive hormone Angiotensin II
from binding onto the AT1 receptor. We have postulated that their molecular basis of action involves membrane
incorporation and diffusion to the receptor active site. Thus, both the membrane and receptor site are components that
determine the AT1 antagonism. In an effort to comprehend their molecular basis of bioactivity, their effects on the lipid
bilayers and receptor site have been studied. Conformational analysis, in silico docking studies, Molecular Dynamics
simulations, Ala-scanning mutagenesis studies and pharmacophore modeling are performed for telmisartan in order to reveal
its crucial structural characteristics and classify the importance of receptor’s amino acids for ligand binding. Results of
telmisartan are compared with other so far studied SARTANs. The thermal effects of telmisartan on lipid bilayers were
studied using differential scanning calorimetry (DSC). Similarly, its effects were compared with other so far studied
SARTANs in order to determine the role of the bilayers in the drug action.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 73
P08: ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΙ ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΜΕ ΠΥΡΑΖΟΛΙΝΕΣ ΟΜΟ-ΝΝΟΥΚΛΕΟΤΙΔΙΩΝ ΠΟΥΡΙΝΩΝ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑΠΛΟΥΣ ΒΙΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΣΤΟΧΟΥΣ
Α. Θαλασσίτης1, Φ. Πυλέρης1, Κ. Ε. Λίτινας1 και Δ. Ι. Χατζηπαύλου-Λίτινα2
1
2
Εργαστήριο Οργανικής Χημείας, Τμήμα Χημείας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Τομέας Φαρμακευτικής Χημείας, Τμήμα Φαρμακευτικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Tα νουκλεοτίδια αποτελούν μια τάξη ενώσεων με πολύ ενδιαφέρουσες βιολογικές ιδιότητες, ειδικά αντιικές και
αντικαρκινικές. Τα ομο-Ν-νουκλεοτίδια βρέθηκε, ότι έχουν επίσης αντιικές ιδιότητες. Πρόσφατα 1 είχαμε μελετήσει
αντιδράσεις 9-αλλυλοπουρινών με μεσιτυλονιτριλοξείδιο και τη βιολογική δράση των προιόντων τους σαν αναστολείς της
λιπιδικής υπεροξείδωσης και της θρομβίνης. Σε συνέχεια της προσπάθειας αυτής παρουσιάζονται εδώ τα προιόντα 3a,b της
1,3-διπολικής κυκλοπροσθήκης της διφαινυλονιτριλιμίνης (2) στην 9-αλλυλο-6-χλωροπουρίνη (1a) και στην 9-αλλυλο-6μορφολινοπουρίνη (1b). Τα αντίστοιχα παράγωγα 3c-e παρασκευάζονται κατά την επίδραση πιπεριδίνης (4a), N-bocπιπεραζίνης (4b) ή πυρρολιδίνης (4c) στο παράγωγο 3a με τη βοήθεια μικροκυμάτων. Τα νέα αυτά παράγωγα μελετήθηκαν
σαν πιθανές πολυδύναμες ενώσεις και εξετάσθηκαν σαν αναστολείς της λιποξυγονάσης και της λιπιδικής υπεροξείδωσης με
ταυτόχρονη αναστολή της θρομβίνης.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ: Είμαστε ευγνώμονες για την χρηματοδότηση της παρούσας ερευνητικής προσπάθειας από το πρόγραμμα
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΙΙ (Α. Θαλασσίτης).
SYNTHESIS AND BIOLOGICAL EVALUATION OF MODIFIED PURINE HOMO-N-NUCLEOSIDES
CONTAINING PYRAZOLINE MOIETY AS MULTITARGET AGENTS
A. Thalassitis1, F. Pyleris1, K. E. Litinas1 and D. J. Hadjipavlou-Litina2
1
2
Laboratory of Organic Chemistry, Chemistry Department, Aristotle University of Thessaloniki
Department of Pharmaceutical Chemistry, School of Pharmacy, Aristotle University of Thessaloniki
Nucleosides represent a class of compounds that possess very interesting biological activities, especially antiviral and
anticancer. Homo-N-nucleosides found to have also antiviral properties. We have reported recently1 reactions of 9allylpurines with mesityl nitriloxide and the study of their products as lipid peroxidation and thrombin inhibitors. In
continuation of this we like to present here the products 3a,b of 1,3-dipolar cycloaddition reactions of diphenylnitrilimine (2)
with 9-allyl-6-chloropurine (1a) and 9-allyl-6-morpholinylpurine (1b). The analogs 3c-e prepared from the reactions of
piperidine (4a), N-boc-piperazine (4b) or pyrrolodine (4c) with derivative 3a under MW irradiation. These compounds have
been designed as multifunctional/multitarget agents. They are tested as lipoxygenase and lipid peroxidation inhibitors and
simultaneously as thrombin inhibitors.
Acknowledgements: This work was supported by the Program HRAKLEITOS II (A. Thalassitis)
REFERENCES
1. Thalassitis, Α.; Hadjipavlou-Litina, D. J.; Litinas, K. E.; Miltiadou, P. Bioorg. Med. Chem. Lett., 2009, (19), 6433.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 74
P09: ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΓΟΝΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟ ΓΟΝΙΔΙΩΝ
ΠΟΥ ΕΜΠΛΕΚΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΗΘΗΣΗ Τ – ΛΕΜΦΟΚΥΤΤΑΡΩΝ ΣΕ ΟΓΚΟΥΣ
ΩΟΘΗΚΩΝ
Α. Καραπέτσας, Α. Γιαννακάκης, Ε. Λανίτης, Ντ. Νταγκάη, Α. Γαλάνης, Ρ. Σανδαλτζόπουλος
Εργαστήριο Γονιδιακής Έκφρασης, Μοριακής Διάγνωσης και Σύγχρονων Θεραπευτικών Μέσων,
Τμήμα Μοριακής Βιολογίας & Γενετικής, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
Ο καρκίνος των ωοθηκών αποτελεί την πέμπτη πιο κοινή μορφή καρκίνου και την κυριότερη αιτία θανάτου από
γυναικολογικές δυσπλασίες. Η μοριακή βάση του καρκίνου των ωοθηκών δεν είναι πλήρως κατανοητή. Ωστόσο, είναι
γνωστό πως το μικροπεριβάλλον του όγκου διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην πορεία της καρκινογένεσης. Έτσι, έχει
βρεθεί πως η διήθηση Τ-λεμφοκυττάρων στις καρκινικές εστίες μπορεί να επιφέρει αναστολή της ανάπτυξης του όγκου και
αύξηση των ποσοστών επιβίωσης. Στην παρούσα εργασία διερευνήσαμε το πρότυπο γονιδιακής έκφρασης καρκινικών
όγκων ωοθηκών που διηθούν Τ-λεμφοκύτταρα εφαρμόζοντας μια προηγμένη μέθοδος Διαφορικής Έκθεσης με φθορισμό,
την ΑDDER (Amplification of Double-stranded cDNA End Restriction fragments). Με αυτή τη μέθοδο ταυτοποιήσαμε ένα
μεγάλο αριθμό γονιδίων που παρουσίαζαν διαφορικό πρότυπο έκφρασης. Ένα σημαντικό ποσοστό από αυτά αντιστοιχεί σε
δείκτες ανοσολογικές απόκρισης, πολλοί κωδικοποιούν μεταγραφικούς παράγοντες ενώ υπάρχουν και ορισμένα που
αντιστοιχούν σε διαμεμβρανικές και εκκρινόμενες πρωτεΐνες. Στην παρούσα φάση πραγματοποιείται επικύρωση των
αποτελεσμάτων με την τεχνική qPCR.
FUNCTIONAL GENOMICS FOR THE IDENTIFICATION AND CHARACTERIZATION OF GENES
IMPLICATED IN THE RECRUITMENT AND INFLTRTION OF T - LYMPOCYTES IN OVARIAN TUMORS
Α. Karapetsas, Α. Giannakakis, Ε. Lanitis, Dangaj D, Α. Galanis, Sandaltzopoulos R.
Laboratory of Gene Expression, Molecular Diagnosis and Modern Therapeutics,
Department of Molecular Biology and Genetics, Democritus University of Thrace
Ovarian cancer is one of the most common type of cancer among women and the leading cause of death from gynecological
malignancies. The molecular basis of ovarian cancer remains quite vague. Still, it is well documented that tumor
microenvironment plays key role in tumor progression. For instance, lumphocytic infiltration at tumor sites can result in
tumor growth inhibition and has been correlated with an improvement of clinical state and a rise of survival rates of patients
with ovarian cancer. In this study we investigated the gene expression profile of ovarian tumors enriched with CD8+ T
lymphocytes (TIL+ ovarian tumors), by applying a fluorescent version of ADDER (Amplification of Double stranded cDNA
3’ End Restriction Fragments), an advanced method of Differential Display. Using this approach we identified for the first
time a number of differentially expressed genes in TIL+ ovarian tumors. A significant proportion of these genes correspond
to immune response markers, a great many encode for transcription factors while there are also many that correspond to
transmembrane and secreted proteins. We are currently validating our results with quantitative Real-time PCR.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 75
P10: ΝΕΑ ΕΤΕΡΟΚΥΚΛΙΚΑ ΑΡΥΛΙΔΕΝΟ ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΜΕ ΑΝΤΙΟΞΕΙΔΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΦΛΕΓΜΟΝΩΔΗ
ΔΡΑΣΗ
Α.-Μ. Κατσώρη & Δ. Χατζηπαύλου-Λίτινα
Τομέας Φαρμακευτικής Χημείας, Τμήμα Φαρμακευτικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Στο εργαστήριο μας, έχουμε συνθέσει διάφορες χαλκόνες και βάσεις Mannich ως αντιοξειδωτικούς/αντιφλεγμονώδεις
παράγοντες. Βασισμένοι στο γεγονός ότι οι ελεύθερες ρίζες και η λιποξυγονάση εμπλέκονται στον καρκίνο και γενικά στη
στενή συσχέτιση μεταξύ καρκίνου και φλεγμονής, επεκτείναμε την έρευνά μας συνθέτοντας ανάλογα του τύπου 1 που
θεωρούνται ανάλογα κουρκουμίνης, χρησιμοποιώντας
τη βασικά-καταλυόμενη αντίδραση
Claisen-Schmidt.
Χρησιμοποιήσαμε κατάλληλα υποκατεστημένη αλδεύδη που αντέδρασε με την ακετοφαινόνη ή την 4-πιπεριδόνη υπό
κατάλληλες συνθήκες, σε κάθε περίπτωση. Οι ενώσεις, ταυτοποιήθηκαν με IR, 1H-NMR, 13C-NMR στοιχειακή ανάλυση και
φασματοσκοπία μάζας. Η λιποφιλικότητα, σαν τιμές Rm, προσδιορίστηκε με την μέθοδο χρωματογραφίας RPTLC.
Παρουσιάζουμε τα προκαταρκτικά αποτελέσματα από την in vitro και in vivo μελέτη της αντιοξειδωτικής και
αντιφλεγμονώδους δράσης αυτών των νέων αναλόγων. Η συζήτηση των αποτελεσμάτων γίνεται με βάση τα δομικά
χαρακτηριστικά των ενώσεων. Βρίσκεται σε εξέλιξη η περαιτέρω έρευνα για την αντικαρκινική τους δράση.
NEW HETEROCYCLIC ARYLIDENE DERIVATIVES WITH ANTIOXIDANT AND ANTI-INFLAMMATORY
ACTIVITY
A.-M. Katsori & D. Hadjipavlou-Litina
Department of Pharmaceutical Chemistry, School of Pharmacy, Aristotle University of Thessaloniki
There are many evidences, which led to a close association between chronic inflammation and cancer. It is generally known
that chronic inflammation increase the risk of cancer and treatment with NSAIDs reduce the risk of certain cancer. Also the
presence of a variety of inflammatory mediators, including cytokines, chemokines, tumor necrosis factor (TNF),
cyclooxygenase-2 (COX-2), matrix metalloproteases (MMP) in tumor tissues, angiogenesis are similar to that in chronic
inflammation responses [1].
Chalcones is a series of compounds, in which the two aromatic rings are joined by a three carbon, α,β-unsaturated enone
system These compounds seem to have cytotoxicity, antitumor, anti-inflammatory, antiplasmodial, immunesuppression,
antioxidant and many other biological properties. [2,3] Also they posses marked affinity for thiol but not for amino or
hydroxyl groups, found in nucleic acids. Since thiols are absent in nucleic acids mutagenic and carcinogenic affects should be
absent. Conversion of certain conjugated enones into the corresponding Mannich bases led to significant increases in both the
rates of thiol alkylation and cytotoxicity [4,5]. In our laboratory we tried to synthesize a series of 3,5- bis (arylidene)-4piperidones for future development as anti-inflammatory, antioxidant and anticancer agents. These compounds are
considered as curcumin analogues. We followed two different ways of chemical synthesis. Following a Claisen-Schmidt
condensation between 4-piperidone hydrochloride and the appropriate hetero-aryl aldehyde led to the formation of novel
derivatives [6, 7]. The compounds have been identified using IR, 1H-NMR, 13C-NMR, elemental analyses and mass
spectroscopy. The role of lipophilicity is detrimental for the biological response, thus lipophilicity was determined
experimentally as Rm values using RPTLC.
We present herein the preliminary results from antioxidant and anti-inflammatory activity tests in vitro and in vivo. The
results are discussed in terms of structural characteristics. Further investigation is in progress for their anticancer activity
REFERENCES
1) Mantovani, A et al. Nature, 454, 36-444, 2008. 2) Dimmock, J.R., et al. Curr.Med.Chem. 6, 1125-1149, 1999. 3)
Dimmock, J.R. et al. J.Med.Chem. 42, 1358-1366, 1999. 4)Mutus B., et al. Anal. Biochem. 177, 237-243, 1989. 5) Batuja,
G., et al. Chem. Ind. 2053-2054, 1964. 6) Dimmock, J. R., et al. J.Med.Chem. 44, 586-593, 2001. 7) El-Subbagh, H. J. Med.
Chem. 43, 2915-2921, 2000.
Acknowledgements to the “Bodossakis Foundation” for a PhD scholarship
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 76
P11: RANP-MDF: ΓΡΗΓΟΡΗ ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΣΗ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΑΠΟ ΠΟΛΥΠΛΟΚΑ ΦΥΤΙΚΑ
ΕΚΥΛΙΣΜΑΤΑ ΜΕΣΩ ΠΟΛΥΔΙΑΣΤΑΤΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ NMR ΦΑΣΜΑΤΟΣΚΟΠΙΚΩΝ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΩΝ
Β. Γ. Κοντογιάννη1, Α. Καλογεράτος2, Α.Α. Νεραντζάκη1, Κ. Νικολαΐδη2, Χ. Χατζηκώστας1, Ι.Π. Γεροθανάσης1, MI.
Choudhary3 και Α. Γ. Τζάκος1
1
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Τμήμα Πληροφορικής, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
3
H. E. J. Research Institute of Chemistry, University of Karachi, Pakistan
2
Τα φυσικά προϊόντα λόγω της πολυπλοκότητας των χημικών δομών τους και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών λειτουργικών
ομάδων τους δύναται να αλληλεπιδρούν με ποικιλία πρωτεϊνών και άλλων βιολογικών μορίων «στόχων» (biological targets).
Στην πλειοψηφία τους παρουσιάζουν πολύτιμες βιολογικές δράσεις και έχουν αποτελέσει τη βάση για την ανάπτυξη
φαρμάκων σε ένα ευρύ φάσμα θεραπευτικών εφαρμογών. Ο αριθμός των φυσικών προϊόντων που υπάρχουν στα φυτικά
εκχυλίσματα είναι εξαιρετικά υψηλός, με αποτέλεσμα κατά την αναζήτηση νέων ενώσεων να απαιτείται η γρήγορη
ταυτοποίηση γνωστών ενώσεων (dereplication), ώστε να αποφευχθούν τα χρονοβόρα στάδια απομόνωσης και ταυτοποίησης.
Συνεπώς είναι ιδιαίτερα σημαντική η ανάπτυξη εργαλείων «χημειοπληροφορικής» (cheminformatics) που θα παρέχουν τη
δυνατότητα αυτόματης ταυτοποίησης σε πολύπλοκα φυτικά εκχυλίσματα γνωστών ενώσεων ή/και να προβλέπουν
οικογένειες-τάξεις στις οποίες ανήκουν άγνωστες ενώσεις. Στην παρούσα μελέτη αναπτύχθηκε ένα πρότυπο ολοκληρωμένο
πληροφοριακό σύστημα το οποίο παρέχει τη δυνατότητα να αποδίδει γρήγορα (δευτερόλεπτα) την ταυτότητα φυσικών
προϊόντων από φάσματα NMR πολύπλοκών εκχυλισμάτων χωρίς προηγούμενη διαδικασία κλασμάτωσης των εκχυλισμάτων
ή απομόνωσης των ενώσεων. Είναι η πρώτη φορά που φάσματα 2D -NMR πλήθους φυσικών προϊόντων έχουν συγκεντρωθεί
σε μια βάση δεδομένων για την άμεση ταυτοποιήση ενώσεων σε ακατέργαστα φυτικά εκχυλίσματα, χωρίς προκαταρτικό
στάδιο κλασμάτωσης ή απομόνωσης.
RANP-MDF: RAPID ASSIGNMENT OF NATURAL PRODUCTS FROM CRUDE PLANT EXTRACTS BASED
ON MULTI-DIMENSIONAL FINGERPRINT ANALYSIS
V. G. Kontogianni1, A. Kalogeratos2, Α. Α. Neratzaki1, K. Nikolaidi2, C. Chatzikostas1, I. P. Gerothanassis1, MI.
Choudhary3 and A. G. Tzakos1
1
Department of Chemistry, University of Ioannina
Department of Computer Science, University of Ioannina
3
H. E. J. Research Institute of Chemistry, University of Karachi, Pakistan
2
Natural products are privileged structures selected by evolutionary pressures to interact with a wide variety of proteins and
other biological targets for specific purposes. The majority of them presents useful biological activities and has become
important leads for drugs in a wide variety of therapeutic indications. The chemical space sampled by natural products is
vast, and the rapid identification of known compounds (dereplication) is necessary in order to avoid the duplication of
effort1,2. Thus, cheminformatic navigation tools are necessary to map in complex extracts known compounds or/and to
predict in accuracy the “families” that novel compounds belongs, without any prior fractionation or isolation processes.
Herein, we developed a novel integrative cheminformatics system in order to rapidly assign from simple NMR spectra the
identity of natural products that constitute complex plant extracts. This is the first time that a very high number of 2D NMR
spectral data of natural products are collected in a database and then used for their direct identification in crude plant extracts,
without any preliminary step of fractionation of the extracts, or isolation of the natural compounds.
REFERENCES
1. Davies, H.M.L.; Nature 2009, 459, 786
2. Koehn, F.E.; Carter, G.T.; Nature 2005, 4, 206
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 77
P12: ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΔΟΜΗΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΥΠΕΡΤΑΣΙΚΟΥ ΜΟΡΙΟΥ BV6 ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗ ΜΟΡΙΑΚΗΣ
ΠΡΟΣΔΕΣΗΣ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΗΣ BACE-1
Α. Κουκουλίτσα1, Γ. Αγγελής2, A. Ρεσβάνη2, Ι. Ματσούκας2, Θ. Μαυρομούστακος1
1
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Εργαστήριο Οργανικής Χημείας, Αθήνα
2
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Πατρών
Η μη πεπτιδική ένωση BV6, συντέθηκε ως AT1 ανταγωνιστής και η χημική της δομή (Eικ.1) ταυτοποιήθηκε με τη βοήθεια
των δισδιάστατων πειραμάτων 2D COSY και 2D NOESY. Η ένωση ΒV6 αποδείχθηκε ότι μιμείται τη δράση της
λοσαρτάνης. Ως πολλά υποσχόμενη βιοδρατική ένωση χρησιμοποιήθηκε για την εξεύρεση και άλλων πιθανών θεραπευτικών
στόχων στα οποία να εξασκεί βιολογική δράση. Τα αποτελέσματα από τη μοριακή πρόσδεση της ένωσης στην ανθρώπινη
ασπαρτική πρωτεάση BACE-1 έδειξαν ότι παρουσιάζει συγγένεια με το ένζυμο. H ΒACE-1 είναι η αρχική πρωτεάση που
ενεργοποιεί τον πρόδρομο του β-αμυλοειδούς (APP) και οδηγεί στο σχηματισμό των β-αμυλοειδών πλακών, ένα από τα
κύρια αίτια της εμφάνισης της νόσου Alzheimer. Για το λόγο αυτό η BACE-1 αποτελεί έναν από τους πιο υποσχόμενους
φαρμακευτικούς στόχους της νόσου. Τα αποτελέσματα από τη μοριακή πρόσδεση ενθαρρύνουν την φαρμακολογική μελέτη
της ένωσης για την αντιμετώπιση της νόσου Alzheimer.
Εικ. 1: Χημική δομή της ένωσης BV6
Fig.1:. Chemical structure of BV6
STRUCTURAL ELUCIDATION OF ANTIHYPERTENSIVE AGENT BV6 AND ITS MOLECULAR DOCKING
STUDY AT BACE-1
C. Koukoulitsa1, G. Agelis2, Α. Resvani2, J. Matsoukas2, T. Mavromoustakos1
1
2
Chemistry Department, University of Athens,
Department of Chemistry, University of Patras
A non-peptide compound, BV6, has been synthesized as AT1 antagonist and its chemical structure shown in Fig. 1 has been
elucidated using a combination of 2D COSY and 2D NOESY experiments. BV6 has been found to mimic the action of
losartan. As a promising bioactive molecule was screened for several receptors in order to explore the possibility to serve as
an inhibitor of other targets. The molecular docking results showed binding of BV6 at the human aspartic protease BACE-1.
BACE-1 is the initial protease that processes amyloid precursor protein (APP) in the pathway, leading to Aβ proteins. Thus,
BACE-1 has emerged as a promising pharmaceutical target for combating Alzheimer desease. These results propose the
testing of the molecule for potential beneficial properties against Alzheimer disease.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 78
P13: ΣΥΝΘΕΣΗ ΠΟΛΥΦΩΣΦΟΡΥΛΙΩΜΕΝΩΝ ΔΙΜΕΡΩΝ ΤΗΣ myo-ΙΝΟΣΙΤΟΛΗΣ
ΜΕ ΠΙΘΑΝΗ ΑΛΛΟΣΤΕΡΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΜΟΣΦΑΙΡΙΝΗ
Α. Ε. Κουμπής,* Ι. Γ. Στεφανάκης, Ε. Δ. Σιτσανίδης
Εργαστήριο Οργανικής Χημείας, Τμήμα Χημείας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
H εξαφωσφορική myo-ινοσιτόλη (IHP, 1) αποτελεί μέχρι και σήμερα τον ισχυρότερο αλλοστερικό τροποποιητή της
αιμοσφαιρίνης (Hb) στα ερυθροκύτταρα (RBCs). Αντικαθιστά το ενωμένο με την Hb 2,3-διφωσφογλυκερικό οξύ (BPG, 2)
συνδεόμενη στον αλλοστερικό θύλακα με μεγαλύτερη αγχιστεία. Έτσι, πυροδοτεί την ελάττωση στην αγχιστεία
οξυγόνου/Hb και ακολούθως οδηγεί, στην αυξανόμενη απόδοση οξυγόνου που τελικά ρυθμίζεται ανάλογα με τις απαιτήσεις
των ιστών. Επειδή πολυάριθμες ασθένειες, συμπεριλαμβανομένων των καρδιαγγειακών παθήσεων και του καρκίνου,
σχετίζονται με την υποξία, η επίτευξη αυξημένης απόδοσης σε οξυγόνο αποκαθιστά τη νορμοξία και κατά συνέπεια τη
φυσιολογική λειτουργία των κυττάρων. Υψηλή τροποποιητική δραστικότητα έναντι της Hb, παρόμοια με του IHP,
παρατηρήθηκε πρόσφατα για διάφορες δομικά σχετιζόμενες περφωσφορυλιωμένες εξοπυρανόζες και πεντοπυρανόζες (π.χ.
3) και τετραφωσφορικούς εστέρες της ινοσιτόλης (ΙΤΡs, 4). Η μελέτη της σχέσης δομής-δράσης στην αλλοστερική
τροποποίηση της Hb προσδιόρισαν ότι, μεταξύ άλλων, η ικανότητα των ενώσεων να ελαττώνουν την αγχιστεία της Hb με το
οξυγόνο είναι άμεσα σχετιζόμενη με τον αριθμό των αρνητικών φορτίων, δηλαδή, μεγάλος αριθμός φωσφορικών ομάδων
αντιστοιχεί σε υψηλότερη αλλοστερική δράση.
Αυτά τα αποτελέσματα μας ώθησαν στο σχεδιασμό και τη σύνθεση νέων διμερών της myo-ινοσιτόλης στα οποία οι δύο
ινοσιτολικοί δακτύλιοι ενώνονται με μια διεστερική γέφυρα, δηλαδή στους δεκαφωσφορικούς ινοσιτολικούς εστέρες του
μηλονικού και του ηλεκτρικού οξέως (5a και 5b, αντίστοιχα). Η παρασκευή αυτών των αλάτων του νατρίου επιτεύχθηκε
μέσω ενός πολύ αποδοτικού συνθετικού σχήματος επτά σταδίων χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη τη μητρική myo-ινοσιτόλη.
Οι παραχθέντες πολυφωσφορικοί εστέρες θα εκτιμηθούν σε ότι αφορά τη βιολογική τους δράση στο άμεσο μέλλον.
(-O)2P(O)O
OP(O)(O-)2
OP(O)(O-)2
R2
HOP(O-)(O)O
-
( O)2P(O)O
-
OP(O)(O )2
OP(O)(O-)2
1
-
-
COO
O
O P
O
O O P OO O-
O
R1
OP(O)(O-)OH
OP(O)(O-)OH)
3
R1 = OMe, OP(O)(O-)OH
R2 = H, Me, CH2OH, CH2OP(O)(O-)OH
O OH
Na+O- P
O
RO
O
Na+O- P
O OH
HO O
P O-Na+
O
OR
O
-
2-
O3 PO
2-
O3 PO
+
O
P O Na
HO O
4
(R = H, alkyl, acyl)
OPO3 2OPO3 2-
O
2-
O3 PO
2-
O3 PO
OPO3 2O
n
O
OPO3 2OPO3 2-
OY
2
OPO325a n = 1
5b n = 2
SYNTHESIS OF POLYPHOSPHORYLATED myo-INOSITOL DIMERS
WITH POTENTIAL ALLOSTERIC ACTIVITY OF HEMOGLOBIN
A. E. Koumbis,* J. G. Stefanakis, Ε. D. Sitsanidis
Laboratory of Organic Chemistry, Department of Chemistry, Aristotle University of Thessaloniki
myo-Inositol hexakisphosphate (IHP, 1) is the strongest allosteric effector of hemoglobin (Hb) in red blood cells (RBCs)
identified to date. It displaces Hb-bound 2,3-bisphosphoglycerate (BPG, 2) by binding to the allosteric pocket with higher
affinity, triggering a decrease in oxygen/Hb affinity and subsequently leading, upon entrance into circulating RBCs, to
increased and regulated oxygen release upon tissue demand. As numerous ailments involve hypoxia, including cardiovascular
diseases and cancer, achieving increased oxygen release is expected to restore normoxia. High effector activity toward Hb,
similar to that of IHP, has recently been observed for several structurally related perphosphorylated hexapyranoses and
pentapyranoses (e.g. 3) and inositol tetrakisphosphates (ITPs, 4). Investigation of the structure–activity relationships in
allosteric Hb regulation identified that, among others, the ability of the compounds to lower the Hb affinity for oxygen is
directly related to their number of negative charges; that is, a greater number of phosphates corresponds to a higher allosteric
effect.
These results prompted us to design and synthesize novel myo-inositol dimers in which the two inositol rings are linked by a
diester bridge, namely decakis phosphates of bis-inositolyl malonate and succinate (5a and 5b, respectively). Preparation of
these sodium salts was achieved following a highly efficient seven steps synthetic scheme using parent myo-inositol as
starting material. The obtained polyphosphates will be further evaluated for their biological activity.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 79
P14: IN VIVO ΚΑΙ IN VITRO ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΝΕΩΝ ΚΕΤΟΛΙΔΙΩΝ
Μ. Κροκίδης1, 2, Μ. Σταυροπούλου1, D. Wilson2, 3, Δ. Καλπαξής1 Γ. Ντίνος1
1
Εργαστήριο Βιολογικής Χημείας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Πατρών
2
Gene Center and Department of Biochemistry, University of Munich
3
Center for Integrated Protein Science Munich (CiPS-M)
Τα κετολίδια αποτελούν την τελευταία γενιά των μακρολιδίων και είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά έναντι στελεχών
ανθεκτικών στην ερυθρομυκίνη αλλά και στα ημισυνθετικά της παράγωγα κλαριθρομυκίνη και αζιθρομυκίνη. Ήδη η
τελιθρομυκίνη (το πρώτο κετολίδιο) βρίσκεται στο εμπόριο, ενώ η σεθρομυκίνη βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο των
κλινικών δοκιμών. Τα κετολίδια σε αντίθεση με την ερυθρομυκίνη χαρακτηρίζονται από μία κετο-ομάδα στη θέση τρία, ένα
κυκλικό καρβαμίδιο στις συνεχόμενες θέσεις 11, 12, και μια αλκυλο-αρυλο ομάδα σε διαφορετική κάθε φορά θέση του
δακτυλίου της λακτόνης (είτε στο άζωτο του καρβαμιδίου είτε στο O-6 του λακτονικού δακτυλίου). Μια νέα εκδοχή των
κετολιδίων είναι τα φθοροκετολιδία, ενώσεις που περιέχουν επιπλέον άτομα φθορίου ενωμένα άμεσα ή έμμεσα στον
δακτύλιο της λακτόνης. Η παρούσα μελέτη επικεντρώνεται στη μελέτη φθοροκετολιδίων τα οποία φέρουν την αλκυλοαρυλο ομάδα προσδεδεμένη στη θέση Ο-6 του λακτονικού δακτυλίου και ένα ή δύο φθόρια στους C-2 και C-13. Με βάση τα
γενετικά και βιοχημικά αποτελέσματα προκύπτει ότι τα ανωτέρω αντιβιοτικά προσδένονται στην είσοδο του τούνελ εξόδου
της πολυπεπτιδικής αλυσίδας, περιοχή γνωστή ως περιοχή αλληλεπίδρασης των μακρολιδίων με το ριβόσωμα. Τα άτομα
φθορίου και η πλευρική αλκυλο-αρυλο ομάδα αλληλεπιδρούν με την έλικα 35 του 23S rRNA αυξάνοντας έτσι την συγγένεια
τους με το ριβόσωμα και επομένως την δραστικότητα τους
BIOCHEMICAL CHARACTERIZATION OF NOVEL KETOLIDE ANTIBIOTICS IN VIVO AND
IN VITRO
M. Krokidis1,2, M. Stavropoulou1, D. Wilson2, 3, D. Kalpaxis1 G. Dinos1
1
Laboratory of Biochemistry, School of Medicine, University of Patras
Gene Center and Department of Biochemistry, University of Munich
3
Center for Integrated Protein Science Munich (CiPS-M)
2
Ketolides represent the last generation of macrolide antibiotics. They are active against erythromycin resistant strains while
maintaining their activity against erythromycin susceptible ones. Telithromycin and cethromycin are the most pioneer
compounds among them with telithromycin being already in the market. Both drugs are 3-keto derivatives of erythromycin
with a fused 11, 12 –cyclic carbamate group. In addition, an alkyl-aryl side chain is linked to the lactone ring either through
the N atom of the carbamate group or through the O-6 of the lactone ring. A new version of ketolides is fluoroketolides,
ketolides carrying fluorine atoms attached to the lactone ring. In this study we present data for such new compounds that
carry an alkyl-aryl chain at O-6 of the lactone ring and one or two fluorides at C-2 or C-13 of the ring. According to our
genetic and biochemical studies the new ketolides bind in to the nascent peptide exit tunnel, at a site previously described as
the site of interaction of macrolide antibiotics. The presence of the side aryl chain plus fluorine atoms promotes the formation
of specific interactions with helix 35 of 23S rRNA causing an increased affinity for ribosomes that may be responsible for the
effectiveness of the new ketolides.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 80
P15: ΤΟΠΟΕΚΛΕΚΤΙΚΟΙ ΒΙΟΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΛΥΦΑΙΝΟΛΩΝ
E. Κυριακού1, A. Πριμηκύρη1, Π. Χαρισιάδης1, Μ. Κατσούρα2, Ι. Γεροθανάσης1, Χ. Σταμάτης2 και Α. Γ. Tζάκος1
1
2
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Τμήμα Βιολογικών Εφαρμογών και Τεχνολογιών, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Τα φυσικά προϊόντα και κυρίως τα φλαβονοειδή κατέχουν ένα ενδιαφέρον τμήμα του χημικού χώρου, σημαντικής
βιολογικής σημασίας, εξαιτίας της χημικής ποικιλομορφίας και αλληλεπίδρασής τους με βιολογικά μακρομόρια1. Ωστόσο, οι
ενώσεις αυτές χαρακτηρίζονται από περιορισμένη βιοδιαθεσιμότητα, πιθανότατα λόγω της χαμηλής λιποφιλίας τους.
Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι Ο-μεθυλιωμένα φλαβονοειδή εμφανίζουν υψηλότερη βιοδιαθεσιμότητα, ανθεκτικότητα στον
ηπατικό μεταβολισμό καθώς και ισχυρότερη αντικαρκινική δράση σε σχέση με τα πολύ-υδροξυλιωμένα παράγωγα.
Προκειμένου να επιτευχθεί τοποεκλεκτική ακυλίωση των φλαβονοειδών και ταυτόχρονα να αποφευχθούν τα πολλαπλά και
επίπονα στάδια προστασίας/αποπροστασίας στο πλαίσιο μιας καθαρά χημικής σύνθεσης, εξαιτίας του μεγάλου αριθμού
υδροξυλομάδων που διαθέτουν, στραφήκαμε στην βιοκατάλυση. Υψηλές αποδόσεις αλλά και υψηλή τοποεκλεκτικότητα
στην ακυλίωση του άγλυκου τμήματος των φλαβονοειδών επιτεύχθηκε μέσο ενζυμικού μετασχηματισμού. Στο πλαίσιο
αυτής της μεθόδου η αύξηση της φυσικής βιοποικιλότητας των φλαβονοειδών μπορεί να επιτευχθεί με την παραγωγή
περισσότερων βιοδραστικών παραγώγων μέσω βιομετατροπής.
REGIOSELECTIVE BIOTRANSFORMATION OF NATURAL DERIVED POLYPHENOLS
Ε. Kyriakou1, A. Primikyri1, P. Charisiadis1, M. Katsoura2, A I. Gerothanassis1, H. Stamatis2 and A. G. Tzakos1
1
2
Deparmtent of Chemistry, University of Ioannina
Department of Biological Applications and Technologies, University of Ioannina
Natural products and especially flavonoids cover a very interesting chemical space of biological relevance due to their vast
chemical diversity, and fine-tuning for optimal interactions with biological macromolecules through evolutionary selection1.
However, they usually suffer from low bioavailability upon oral administration, probably because of their low lipophilicity.
Indeed, recent studies indicated that o-methylated flavonoids illustrated higher intestinal absorption, resistance to hepatic
metabolism and better anticancer activity in respect to the hydroxylated compounds2. In order to achieve regioselectivity in
acylation reactions of flavonoids and avoid the tedious protection/deprotection steps required in a chemical synthesis method,
due to the numerous reactive hydroxyl groups of this flavonoid, we turned to biocatalysis. We achieved high conversion
yields as also high degree of regioselectivity of aglycone flavonoids to relevant esters by enzyme transformations3. In the
frame of this method an increase of the natural biodiversity of flavonoids could be achieved toward the production of more
potent bioactive derivatives through biotransformation.
REFERENCES
1 Rosen, J., Gottfries, J., Muresan, S., Backlund, A. & Oprea, T. I. J Med Chem, 2009, 52, 1953.
2 Bernini, R., Crisante, F. & Ginnasi, M. C. Molecules, 2011, 16, 1418.
3. Kyriakou E., submitted
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 81
P16: ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΕΜΒΟΛΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ HIV-1 ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΕΠΙΤΟΠΟΥ, ΠΟΥ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΗΚΕ
ΑΠΟ ELITE CONTROLLERS (EC)
Ι. Κωστούλα1, M. Zhou2, Ε. Πάνου-Πομώνη1, Μ. Σακαρέλλου-Δαϊτσιώτου1, U. Dietrich2
1
2
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Georg-Speyer-Haus, Ινστιτούτο Βιοχημικής Έρευνας, Φρανκφούρτη, Γερμανία
Στις μέρες μας η εξάπλωση της νόσου του HIV-1 αυξάνεται ραγδαία παγκοσμίως. Καθημερινά εμφανίζονται όλο και
περισσότερα κρούσματα ενώ ο αριθμός όσων έχουν ήδη μολυνθεί από τον ιό ανέρχεται σε περισσότερα από 10 εκατομμύρια
[1]. Για το λόγο αυτό κρίνεται επιτακτική η ανάγκη παρασκευής ενός αποτελεσματικού εμβολίου με στόχο την εξάλειψη του
AIDS. Ωστόσο, όλες οι προσπάθειες που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα προς αυτή την κατεύθυνση έχουν αποτύχει,
καθώς ο ιός έχει αναπτύξει ποικίλους μηχανισμούς προστασίας του από το ανθρώπινο ανοσοποιητικό σύστημα. Οι elite
controllers (EC) αποτελούν μια ομάδα φορέων, δηλαδή ατόμων που δεν εμφανίζουν τη νόσο για δεκαετίες και άρα δεν
ακολουθούν φαρμακευτική αγωγή για το διάστημα αυτό. Με βάση την τεχνολογία των φάγων [2], προσδιορίστηκαν και
συντέθηκαν επίτοποι από ορούς των EC που αναγνωρίζονται από συγκεκριμένα HIV-αντισώματα. Ένας από τους επίτοπους
αυτούς που ανήκει στην εξωτερική περιοχή της γλυκοπρωτεΐνης gp41 συντέθηκε σύμφωνα με την Fmoc στρατηγική στερεής
φάσης πάνω σε Rink amide ρητίνη. Η παλμιτόυλο ομάδα [3] προστέθηκε στο α άμινο τελικό άκρο ως ανοσοενισχυτικό
έκδοχο. Τα βιολογικά πειράματα για την παραγωγή εξουδετερωτικών αντισωμάτων και εμβολίων για το AIDS βρίσκονται
σε εξέλιξη.
SYNTHESIS OF AN HIV-1 EPITOPE, IDENTIFIED FROM AN ELITE CONTROLLER, FOR VACCINE
PURPOSES
I. Kostoula1, M. Zhou2, E. Panou-Pomonis1, M. Sakarellos-Daitsiotis1, U. Dietrich2
1
2
Department of Chemistry, University of Ioannina
Georg-Speyer-Haus, Institute for Biomedical Research, Frankfurt, Germany
The HIV-1 epidemic continues spreading around the world with many new infections per day and more than 40 million
people living with HIV-1 [1]. Development of an effective vaccine is still an urgently needed priority in AIDS. However
most of the efforts undertaken have failed so far as the virus has evolved numerous mechanisms to protect its functionally
important entry domains from the immune system. Elite controllers (EC) is a subgroup of long term non progressors, which
are persons controlling the infection over decades without any antiviral therapy. Based on the phage display technology [2]
epitopes for HIV-specific antibodies in EC sera were identified and synthesized. One of the epitopes belonging to the
external region of gp41 was synthesized on a Rink amide resin following the solid phase Fmoc technology. Palmitoyl group
[3] was incorporated in the α amino terminal group as adjuvant. Immunization experiments for the induction of neutralizing
antibodies and the formulation of vaccine candidates are currently in progress.
REFERENCES
1. Paroli, M.; Propato, A.; Accapezzato, D.; Francavilla, V.; Schiaffella, E. and Barnaba,V.,
The immunology of HIV-infected long-term non progressors – a current view. Immunol.Lett. 2001, 79: 127-129.
2. Humbert, M.; Atoni, S.; Brill, B.; Landerz, M.; Rodes, B.; Soriano, V.; Wintergerst, U.; Knechten, H.; Staszewski, S.;
von Laer,D., Dittmar, M. T.; and Dietrich, U., Mimotopes selected with antibodies fromm HIV-1-neutralizing long-term
non –progressor plasma. Eur.J. Immunol. 2007, 37: 501-515.
3. Kargakis, M.; Zevgiti, S.; Krikorian, D.; Sakarellos-Daitsiotis, M.; Sakarellos, C.; Panou- Pomonis, E., A palmitoyl-tailed
sequential oligopeptide carrier for engineering immunogenic conjugates. Vaccine. 2007, 25: 6708-6712.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 82
P17: ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΗ ΣΥΖΕΥΓΜΑΤΩΝ ΥΠΕΡΜΕΘΥΛΙΩΜΕΝΗΣ β-ΚΥΚΛΟΔΕΞΤΡΙΝΗΣ
ΜΕ ΑΝΑΛΟΓΑ ΤΗΣ ΩΧΡΙΝΟΤΡΟΠΟΥ ΟΡΜΟΝΗΣ (LHRH)
Δ. Λαιμού, Γ. Τσιβγούλης και Θ. Τσέλιος
Τμήμα Χημείας, Τομέας Οργανικής Χημείας, Βιοχημείας και Φυσικών Προϊόντων, Πανεπιστήμιο Πατρών
Οι κυκλοδεξτρίνες είναι κυκλικοί ολιγοσακχαρίτες αποτελούμενοι από κυκλικά ενωμένα μόρια α-D-γλυκόζης. Η κοιλότητα
στο εσωτερικό των κυκλοδεξτρινών παρουσιάζει υδρόφοβες ιδιότητες με αποτέλεσμα να είναι δυνατός ο εγκλωβισμός
υδρόφοβων μορίων1. Η ιδιότητα αυτή των κυκλοδεξτρινών να εγκλωβίζουν μόρια όπως για παράδειγμα λιπόφιλα φάρμακα
έχει μελετηθεί εκτενώς στη βιβλιογραφία ως προς τη μεταβολή των φυσικοφαρμακευτικών ιδιοτήτων τους όπως η
υδατοδιαλυτότητα, η βιοδιαθεσιμότητα, η αυξημένη σταθερότητα και η δραστικότητα. Επιπλέον, ομοιοπολικά συνδεδεμένα
βιοδραστικά πεπτίδια με κυκλοδεξτρίνη2,3 έχουν προταθεί για βελτίωση της διαλυτότητάς του πεπτιδίου και τη μείωση της
ενζυμικής αποικοδόμησης του. Ωστόσο, η στρατηγική αυτή ενέχει πάντα το κίνδυνο συζεύγματα με κυκλοδεξτρίνες να
παρεμποδίζουν τις διαδικασίες αναγνώρισης μεταξύ ενεργού κέντρου και πεπτιδίου. Η ωχρινοτρόπος ορμόνη (LHRH) είναι
ένα γραμμικό δεκαπεπτίδιο το οποίο παράγεται στον υποθάλαμο υπό τον έλεγχο νευροδιαβιβαστικών ενώσεων 4 και αποτελεί
τον κεντρικό ρυθμιστικό παράγοντα του αναπαραγωγικού συστήματος. Αγωνιστές της ωχρινοτρόπου ορμόνης, όπως το
Leuprolide, Buserelin κ.α. χρησιμοποιούνται ευρέως για τη θεραπεία του ορμονοεξαρτώμενου καρκίνου 5. Ο σκοπός αυτής
της εργασίας είναι ο σχεδιασμός και η σύνθεση συζευγμάτων υπερμεθυλιωμένης β-κυκλοδεξτρίνης με ανάλογα της
ωχρινοτρόπου ορμόνης με βελτιωμένες βιοφυσικές ιδιότητες σε σύγκριση με τη φυσική ορμόνη με απώτερο στόχο την
επίτευξη αντικαρκινικής δράσης6,7.
DESIGN AND SYNTHESIS OF PERMETHYLATED β-CYCLODEXTRIN/LHRH ANALOGUE CONJUGATES
D. Laimou, G. Tsivgoulis and T. Tselios
Department of Chemistry, Section of Organic Chemistry, Biochemistry and Natural Products, University of Patras
Cyclodextrins are cyclic oligosaccharides consisting of a hydrophobic cavity that is capable of including a variety of
hydrophobic compounds via host-guest complexation.1 This property has been extensively explored in the past to change the
physicopharmaceutical properties of lipophilic drugs such as water-solubility, bioavailability, improved stability, and
effectiveness. Covalent linkage of bioactive peptides to cyclodextrins has also been proposed2,3 to possibly take advantage of
their complexation in terms of solubility and reduced enzymatic degradation, although such conjugates with the relatively
large cyclodextrin carrier it’s possible to affect the active site recognition process. Luteinizing Hormone Releasing Hormone
(LHRH) is a linear decapeptide which is produced in the hypothalamus under the control of neurotransmitter type
compounds4 and it is the central regulator of the reproductive system5. LHRH agonist analogues, such as Leuprolide,
Buserelin are widely used for the treatment of hormone depended cancer and they have found to be more potent than the
natural hormone. The goal of this study was the design and synthesis of permethylated β-cyclodextrin/LHRH analogue
conjugates with improved biophysical properties, compared to natural hormone, in order to be studied for antitumor
activity6,7.
REFERENCES
1. Wenz, G. Angew. Chem. 1994, 106, 851-870.
2. Parrot-Lopez, H.; Djedaini, F.; Perly, B.; Coleman, A. W.; Galons, H.; Miocque, M. Tetrahedron
Lett. 1990, 31,
1999-2002.
3. Djedaini-Pilard, F.; Desalos, J.; Perly, B. Tetrahedron Lett. 1993, 34, 2457-2460.
4. Lincoln, D.W. Endrocrinology Philadelphia, 1997, 142-151.
5. Colleen A. Flanagan., Robert P. Millar, Reviews of Reproduction, 1997, 2, 113-120
6. Mantzourani, E.;Laimou, D.;Matsoukas, M..;Tselios, T. Anti-Inflammatory & Anti-Allergy Agents in Medicinal Chemistry,
2008 , 13, 294-306
7. Laimou, D.K.; Katsara, M.; Matsoukas, M.T.; Apostolopoulos, V.; Troganis, A.N.; Tselios T.V.Amino Acids 2010, 39:
1147-1160.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 83
P18: IN VITRO ΚΑΙ IN VIVO ΜΕΛΕΤΗ ΔΥΟ ΝΕΩΝ ΟΡΓΑΝΟΜΕΤΑΛΛΙΚΩΝ ΣΥΜΠΛΟΚΩΝ ΤΟΥ
ΤΕΧΝΗΤΙΟΥ- 99m ΜΕ ΣΥΝΑΡΜΟΤΕΣ ΔΙΠΛΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΤΟΧΕΥΜΕΝΩΝ
ΡΑΔΙΟΦΑΡΜΑΚΩΝ
Γ. Μακρής,α,β Μ. Πελεκάνουγ, I. Πιρμεττής,β Μ. Παπαδόπουλος,β Δ. Παπαγιαννοπούλουα
α
Εργαστήριο Φαρμακευτικής Χημείας του Τμήματος Φαρμακευτικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
β
Ινστιτούτο Ραδιοϊσοτόπων και Ραδιοδιαγνωστικών Προϊόντων
γ
Ινστιτούτο Βιολογίας, Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών (Ε.Κ.Ε.Φ.Ε.) «Δημόκριτος»
Τα ραδιοφάρμακα του τεχνητίου-99m και ρηνίου-188 διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην Πυρηνική Ιατρική στην
απεικόνιση SPECT και ραδιοθεραπεία, αντίστοιχα. Τα οργανομεταλλικά fac-[Tc/ReL(CO)3] σύμπλοκα μελετώνται
εκτεταμένα στην ραδιοφαρμακευτική καθώς είναι κινητικά σταθερά και μπορούν να συντεθούν εύκολα σε επίπεδο ιχνηθέτη.
Η πιο επιτυχημένη προσέγγιση ανάπτυξης διαγνωστικών και θεραπευτικών ραδιοφαρμάκων είναι μέσω της επισήμανσης
βιομορίων και περιλαμβάνει τη στρατηγική του συναρμοτή διπλής λειτουργίας (bifunctional chelating agent, BFCA).
Στην παρούσα εργασία έγινε η in vitro και in vivo μελέτη δύο νέων συμπλόκων του τεχνητίου γενικού τύπου του fac[99mTc(SNO)(CO)3]. SNO είναι οι τριδραστικοί συναρμοτές, L1 και L2, θειαιθέρο-παράγωγα του 3-(1H-ιμιδαζολ-4-υλο)προπανοϊκού οξέος με το θειογλυκολικό οξύ στη θέση 3 και 2, αντίστοιχα. Τα σύμπλοκα αυτά φέρουν μια ελεύθερη
καρβοξυλομάδα, η οποία μπορεί να συζευχθεί με βιοαμίνη. Η σύνθεση, ο χαρακτηρισμός και η δομή των συναρμοτών και
συμπλόκων έχουν δημοσιευτεί σε πρόσφατες εργασίες.
Μελέτες in vitro σταθερότητας έδειξαν πως όλα τα σύμπλοκα του τεχνητίου-99m είναι σταθερά τουλάχιστον για 24 ώρες σε
1mM L-ιστιδίνη και 1mM κυστεΐνη. Tα πειράματα in vivo βιοκατανομής σε ποντίκια έδειξαν ότι τα σύμπλοκα παρουσιάζουν
ταχεία αιματική κάθαρση και δεν κατακρατούνται από τους ιστούς. Μια ώρα μετά την χορήγηση, όλη η ραδιενέργεια έχει
απεκκριθεί κυρίως μέσω της νεφρικής κάθαρσης. Από την ανάλυση HPLC ούρων αρουραίων συμπεραίνεται ότι τα
σύμπλοκα απεκκρίνονται χωρίς να μεταβολιστούν, όπως αναμενόταν. Τα αποτελέσματα της εργασίας αυτής δείχνουν ότι οι
ενώσεις τύπου fac-[99mTc(L1/L2)(CO)3] που αναπτύχθηκαν, μπορούν να εφαρμοστούν περαιτέρω για τον σχεδιασμό
στοχευμένων ραδιοφαρμάκων.
IN VITRO AND IN VIVO STUDIES OF TWO NOVEL ORGANOMETALLIC TECHNETIUM99m COMPLEXES
BEARING BIFUNCTIONAL CHELATORS, FOR APPLICATION IN TARGETED RADIOPHARMACEUTICALS
G. Makris,a,b Μ. Pelecanou,c I. Pirmettis,b M.S. Papadopoulos,b D. Papagiannopouloua
a
Department of Medicinal Chemistry, School of Pharmacy, Aristotle University of Thessaloniki
b
Institute of Radioisotopes-Radiodiagnostic Products
c
Institute of Biology, National Centre for Scientific Research ‘’Demokritos’’
Technetium-99m and rhenium-188 radiopharmaceuticals have important applications in Nuclear Medicine SPECT imaging
and in radiotherapy, respectively. Organometallic fac-[Tc/ReL(CO)3] complexes have gained significant attention in
radiopharmaceutical chemistry, since they exhibit kinetic inertness and they are conveniently synthesized at the tracer level.
The successful development of targeted diagnostic and therapeutic radiopharmaceuticals involves the bifunctional chelating
agent (BFCA) strategy for suitable radiolabeling of biomolecules.
In the present work we present the in vitro and in vivo studies of two novel technetium complexes of the general formula, fac[99mTc(NSO)(CO)3]. SΝO is tridentate ligands, L1 and L2, which are thioether derivatives of 3-(1H-imidazol-4-yl)-propanoic
acid with thioglycolic acid in position 3 and 2, respectively. Both fac-[99mTc(CO)3] complexes bear a second free carboxylic
group that can function as an anchor to conjugate amine containing biomolecules. The synthesis, characterization and
structure of the ligands and complexes were reported in our recent works.
Studies of the in vitro stability showed that the technetium-99m complexes were stable in 1mM L-histidine and 1mM Lcysteine over 24 hours. In vivo, biodistribution experiments in mice showed that the complexes exhibit fast blood clearance
and no significant uptake in tissue. One hour post injection, all the activity is eliminated primarily via the urinary system.
HPLC analysis of rat urine confirmed that the complexes were not metabolized, as expected. Our data indicate that the fac[99mTc(L1/L2)(CO)3] complexes developed, can be successfully applied for the design of targeted radiopharmaceuticals
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 84
P19: ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΣΥΣΤΑΤΙΚΩΝ ΤΟΥ HYPERICUM PERFORATUM ΜΕ ΤΗ
ΒΟΗΘΕΙΑ ΝΕΟΑΝΑΠΤΥΧΘΕΙΣAΣ ΜΕΘΟΔΟΥ ΥΓΡΗΣ ΧΡΩΜΑΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΥΨΗΛΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ
Ε. Μαργιάννη1, Γρ. Ιατρού2, Α. Τσαρμπόπουλος1 και Φ. Ν. Λάμαρη1
1
Τμήμα Φαρμακευτικής, Πανεπιστήμιο Πατρών
2
Τμήμα Βιολογίας, Πανεπιστήμιο Πατρών
Το Hypericum perforatum είναι ευρέως γνωστό για τις βιολογικές του ιδιότητες. Πολλά από τα συστατικά του (υπερικίνη,
υπερφορίνη, φλαβονοειδή) είναι υπεύθυνα για την αντικαταθλιπτική και αντιφλεγμονώδη δράση. Για την ανάλυση του
μεθανολικού εκχυλίσματος καθώς επίσης του αφεψήματος του Hypericum perforatum αναπτύχθηκε και πιστοποιήθηκε
μέθοδος HPLC-UV. Δοκιμάσθηκαν αρκετοί συνδυασμοί βαθμιδωτής έκλουσης με τη χρήση μεθανόλης, ακετονιτριλίου και
ρυθμιστικών διαλυμάτων ενώ οι τελικές συνθήκες επιλέχθηκαν βάσει του καλού διαχωρισμού και της οξύτητας των
κορυφών. Περισσότερα από 15 φυσικά προϊόντα διαχωρίστηκαν πλήρως με χρήση γραμμικού συστήματος βαθμιδωτής
συγκέντρωσης 10mM οξικού αμμωνίου (pH=4,5) -ακετονιτριλίου-μεθανόλης σε 60min σε στήλη Luna C-18. Η μέθοδος
πιστοποιήθηκε με πρότυπα χλωρογενικού οξέος, ρουτίνης, υπεροζίτη, κερσετίνης, ισοκερσετίνης και υπερικίνης.
Κατασκευάσθηκαν οι πρότυπες καμπύλες για κάθε ένωση και οι τιμές επαναληψιμότητας ήταν μέσα στα αποδεκτά όρια. Η
αναπτυχθείσα μέθοδος μπορεί να εφαρμοσθεί για τον ποιοτικό έλεγχο εκχυλισμάτων Hypericum, όπως και για τον
χαρακτηρισμό της σύστασης διαφόρων taxa Hypericum τα οποία δεν έχουν μελετηθεί.
IDENTIFICATION AND QUANTIFICATION OF HYPERICUM PERFORATUM CONSTITUENTS BY A
NEWLY DEVELOPED HIGH PERFORMANCE LIQUID CHROMATOGRAPHY METHOD
E. Margianni1, G. Iatrou2, A. Tsarbopoulos1 and F. N. Lamari1
1
Department of Pharmacy, University of Patras
Department of Biology, University of Patras
2
Hypericum perforatum is widely known for its pharmacologic properties, its constituents (i. e. hypericin, hyperforin,
flavonoids) are considered to be responsible for anti-depressant and anti-inflammatory effects. For the quality control of the
methanolic and aqueous extracts of Hypericum perforatum an HPLC-UV method was developed and validated. A great
variety of elution gradients were examined using methanol, acetonitrile and organic buffers and the final optimum conditions
were selected based on the intensity and the good resolution of the chromatographic peaks. More than 15 natural products
were completely separated by a linear gradient of 10mM ammonium acetate (pH=4,5) -acetonitrile-methanol in one run
within 60 min on a C-18 Luna column. The chromatographic method was validated using commercially available standards
of chlorogenic acid, rutin, hyperoside, quercetin, isoquercetin and hypericin. Linearity graphs were constructed for each
compound and the repeatability values were within acceptable limits. The developed method can be applied towards the
quality control of hypericum extracts and the characterization of the composition of Hypericum taxa, which have not been
studied.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 85
P20: ΑΝΑΛΟΓΑ 99mTc-ΝΕΥΡΟΜΕΝΤΙΝΗΣ C ΣΤΗΝ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ GRPR+ ΟΓΚΩΝ
Π. Ι. Μαρσουβανίδης1, Θ. Μάϊνα1, Α. Τάτση1, Ε. P. Krenning2, M. de Jong 2, B. A. Nock1
1
2
Μοριακή Ραδιοφαρμακευτική, Ι/Ρ-ΡΠ, ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος», Αθήνα
Department of Nuclear Medicine, Erasmus MC, Rotterdam, The Netherlands
Οι υποδοχείς του γαστρινοεκλυτικού πεπτιδίου (GRPR) αποτελούν ελκυστικό στόχο για διαγνωστική απεικόνιση και
ραδιονουκλιδική θεραπεία με ραδιοσημασμένα ανάλογα μπομπεσίνης λόγω υψηλής έκφρασης τους σε σημαντικούς
ανθρώπινους καρκίνους, όπως σε καρκίνο του μαστού και του προστάτη. Οι αρχικές μας προσπάθειες αποσκοπούσαν στην
ανάπτυξη ραδιομπομπεσινών και πρόσφατα επεκτάθηκαν και σε ραδιοσημασμένα ανάλογα νευρομεντίνης C (NMC). Το
πιλοτικό ραδιοπεπτίδιο, [99mTc]SAR-NC1 ([99mTc-N4]NMC), επέδειξε ικανοποιητική συμπεριφορά σε GRPR +-πρότυπα αλλά
περιορισμένη μεταβολική σταθερότητα. Με στόχο τη βελτιστοποίηση της βιολογικής συμπεριφοράς, συνθέσαμε σειρά
αναλόγων SAR-NC με απλή Gly24 (dAla24, βAla24, Sar24) ή διπλή Gly24 (dAla24) / Met27 (Leu27, Nle27) αντικατάσταση στην
οδηγό ένωση SAR-NC1. Τα ανάλογα SAR-NC που προέκυψαν επέδειξαν υψηλή συγγένεια στον GRPR (IC 50 στην περιοχή
0.36-13.2 nM) σε πειράματα ανταγωνιστικής δέσμευσης σε μεμβράνες κυτάρων PC-3 έναντι [125I-Tyr4]BB. Τα [99mTc]SARNCs προέκυψαν εύκολα σε αποδόσεις >95% και ειδική ραδιενέργεια >1 mCi/nmol με μίξη SAR-NCs, 99mTcO4-, SnCl2 και
κιτρικών ανιόντων σε αλκαλικό διάλυμα. Τα ραδιοπεπτίδια εσωτερικεύτηκαν αποτελεσματικά σε κύταρα PC-3 με
μηχανισμό που διαμεσολαβείται από GRPR. Η ανάλυση ex-vivo αίματος 5 min pi των [99mTc]SAR-NCs με HPLC
απεκάλυψε σημαντική επίδραση των επιχειρούμενων τροποποιήσεων στην σταθερότητα των ραδιοπεπτιδίων στην
κυκλοφορία του αίματος με το διπλά dAla24/Leu27-τροποποιημένο ανάλογο να επιδεικνύει την υψηλότερη σταθερότητα
(>50%). Η βιοκατανομή σε ποντίκια SCID με όγκους PC-3 έδειξε ότι το dAla24-[99mTc]SAR-NC είχε την καλύτερη
βιοκινητική συνδυάζοντας υψηλή πρόσληψη στον όγκο με ταχεία κάθαρση υποστρώματος.
99m
Tc-NEUROMEDIN C ANALOGS IN GRPR+ TUMOR IMAGING
P. J. Marsouvanidis1, T. Maina1, A. Tatsi1, Ε. P. Krenning2, M. de Jong 2, B. A. Nock1
1
2
Molecular Radiopharmacy, I/R-RP, NCSR “Demokritos”, Athens
Department of Nuclear Medicine, Erasmus MC, Rotterdam, The Netherlands
Gastrin releasing peptide receptors (GRPR) have become attractive targets for diagnostic imaging and radionuclide therapy
with radiolabeled bombesin analogs due to their high expression in major human cancers, as in prostate and breast cancer.
While originally engaged in the development of bombesin radiopeptides we have recently expanded our search toward
Neuromedin C (NMC)-based radioligands. The prototype radiotracer, [99mTc]SAR-NC1 ([99mTc-N4]NMC), displayed
promising properties in GRPR+-models but limited metabolic stability. To improve biological profile, we synthesized a series
of SAR-NC analogs by single Gly24 (dAla24, βAla24, Sar24) or double Gly24 (dAla24) / Met27 (Leu27, Nle27) substitutions in the
SAR-NC1 motif. The resulting SAR-NC analogs displayed high GRPR-affinity (IC50 in the 0.36-13.2 nM range) during
competition binding assays in PC-3 cell-membranes against [125I-Tyr4]BB. [99mTc]SAR-NCs were easily obtained in >95%
labeling yields and >1 mCi/nmol specific activities by mixing SAR-NCs, 99mTcO4-, SnCl2 and citrate anions in alkaline
medium. All radiopeptides efficiently internalized in PC-3 cells via a GRPR-mediated process. Analysis of the ex-vivo blood
5 min pi of [99mTc]SAR-NCs by HPLC revealed a great impact of attempted modifications on radiopeptide survival in the
mouse bloodstream with the doubly dAla24/Leu27-substituted radiotracer displaying the highest stability (>50%).
Biodistribution in PC-3 bearing SCID mice showed that dAla24-[99mTc]SAR-NC displayed the most favorable
pharmacokinetic profile in terms of high tumor uptake and fast background clearance.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 86
P21: ΣΥΜΠΛΟΚA Pt(II) ΚΑΙ Pd(II) ΜΕ ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΤΟΥ ΒΕΝΖΟΘΕΙΖΟΛΙΟΥ ΩΣ ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟΙ
ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΜΕ ΣΥΝΔΥΑΣΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ
Β. Μαυροειδήα, Μ. Σαγνούβ, A. Φιλιππόπουλος,α.Μ. Πελεκάνουβ, Κ. Μεθενίτηςα
α
Εργαστήριο Ανόργανης Χημείας, Τμήμα Χημείας, ΕΚΠΑ
β
Ινστιτούτο Βιολογίας, ΕΚΕΦΕ "Δημόκριτος", Αθήνα
H ανάπτυξη νέων αντικαρκινικών παραγόντων, που θα είναι επιλεκτικότεροι και λιγότερο τοξικοί, αποτελεί ένα από τα
πλέον ενεργά ερευνητικά πεδία της Ιατρικής Χημείας. Οι ενώσεις της κατηγορίας του 2-(4'-αμινοφαινυλο)βενζοθειαζολίου
αποτελούν εξαιρετικά δραστικές και εκλεκτικές αντινεοπλασματικές ουσίες [1] και πρόσφατα στοιχεία δείχνουν μία
συσχέτιση μεταξύ της ευαισθησίας των κυττάρων στην δράση του βενζοθειαζολίου και της έκτασης του σχηματισμού
συμπλεγμάτων με το DNA [2]. Από την άλλη μεριά, σύμπλοκες ενώσεις των στοιχείων μετάπτωσης έχουν συμβάλει
σημαντικά στην αντιμετώπιση διαφόρων μορφών καρκίνου [3] με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτό της cis- πλατίνας
[4]. Στην παρούσα εργασία παρουσιάζεται η σύνθεση, ο δομικός χαρακτηρισμός πρωτότυπων συμπλόκων του Pt(II) και
Pd(II) με παράγωγα του 2-(4-αμινοφαινυλο)βενζοθειαζολίου καθώς και η αξιολόγηση των αλληλεπιδράσεων τους με DNA.
Τα σύμπλοκα αναμένεται να επιδεικνύουν την εκλεκτικότητα του βενζοθειαζολίου έναντι συγκεκριμένων τύπων καρκίνου
και να παρουσιάζουν συνεργιστική κυτταροτοξικότητα λόγω της στόχευσης του DNA τόσο από τον μεταλλικό πυρήνα όσο
και από το φαρμακοφόρο βενζοθειαζόλιο. Τα σύμπλοκα συνετέθησαν με επιτυχία και χαρακτηρίστηκαν με φασματοσκοπία
NMR 1H και 13C. Μελέτες κυκλικού διχρωϊσμού και φασματοσκοπίας UV-Vis έδειξαν ισχυρή αλληλεπίδραση των
συμπλόκων με το DNA με μεταβολή της ελικοειδούς δομής του. Επίσης, μελέτες θερμικής αποδιάταξης του DNA δείχνουν
ισχυρή πρόσδεση των συμπλόκων στο DNA με σημαντική μείωση της %υπερχρωματικότητας και αποέλιξη της έλικας.
COMPLEXES OF Pt(II) AND Pd(II) WITH BENZOTHIAZOLE DERIVATIVES AS ANTICANCER WITH
COMBINED ACTIVITY
B. Mavroidia, M. Sagnoub, Α. Philippopoulosa, M. Pelecanoub, C. Methenitisa
a
Inorganic Chemistry Laboratory, Dept. of Chemistry, National Kapodistrian University of Athens
b
Institute of Biology, NCSR "Demokritos", Athens
The development of new antitumor agents that will be less toxic and more selective is one of the more active research fields
of Medicinal Chemistry. Compounds within the 2-(4'-aminophenyl)benzothiazole class represent extremely potent and
selective antitumor agents [1]. Recent evidence has demonstrated a correlation between cell sensitivity to benzothiazoles and
the extent of DNA adduct formation [2]. On the other hand, several metal complexes have been found to be effective drugs
in the treatment of cancer [3], with cisplatin the most representative among them [4]. We present herein the synthesis,
structural characterization, and evaluation of DNA interactions of novel Pt(II) and Pd(II) complexes with 2-(4aminophenyl)benzothiazole derivatives. The complexes are anticipated to retain the selectivity profile of the benzothiazole
moiety, as well as exhibit synergistic cytotoxicity due to the DNA targeting properties of both the metal core and the
benzothiazole pharmacophore. The complexes were successfully synthesized and characterized by 1H and 13C NMR
spectroscopy. Circular dichroism and UV-Vis studies revealed strong interactions of the novel complexes with DNA,
suggestive of DNA penetration and structure alteration. Thermal denaturation studies equally suggest strong DNA binding
through significant reduction of % hyperchromicity, pre-melting effects and DNA dehelixing.
REFERENCES
[1] Bradshaw TD et al., Br J Cancer. 1998, 77, 745-52.
[2]. Trapani V. et al., Br J Cancer, 2003, 88, 599–605
[3]. B.K. Keppler, Metal Complexes in Cancer Chemotherapy, VCH publ., New York (USA), 1993.
[4] I.H. Krakoff, in: M. Nicali (Ed.), Platinum and Other Metal Coordination Compounds in Cancer Chemotherapy: Clinical
Application of Platinum Complexes, Martinus Nijhoff, Boston, MA, 1988, p. 351.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 87
P22: ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΑΝΑΛΥΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΙΟΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΟ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ
ΑΛΛΑΝΤΟΙΝΗΣ ΚΑΙ ΓΛΥΚΟΛΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ ΣΕ ΕΚΚΡΙΜΑΤΑ ΣΑΛΙΓΚΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΕΣ
ΚΡΕΜΕΣ
Μωχαμεντ Α. Ελ Μουμπάρακ, Φωτεινή Λάμαρη, Χρίστος Γ. Κοντογιάννης
Τμήμα Φαρμακευτικής, Πανεπιστήμιο Πατρών
Η βλέννα του σαλιγκαριού παρουσιάζει σημαντικό οικονομικό – εμπορικό ενδιαφέρον, ως προς την αξιοποίηση των χημικών
συστατικών της όπως η αλλαντοΐνη και το γλυκολικό οξύ που χρησιμοποιούνται ευρύτατα ως δραστικά συστατικά κατά την
παρασκευή φαρμακευτικών και καλλυντικών προϊόντων. Στην παρούσα εργασία έγινε προσπάθεια ανάπτυξης αναλυτικών
τεχνικών για τον ποιοτικό και ποσοτικό προσδιορισμό των δυο παραπάνω ενώσεων. Με χρωματογραφία υψηλής απόδοσης
(HPLC) σε στήλη Synergi RP (Phenomenex®) επετεύχθη πολύ καλός διαχωρισμός εντός 6 min. Οι τελικές συνθήκες
διαχωρισμού και εκχύλισης επιλέχθηκαν μετά από μελέτη διαφόρων παραμέτρων που αφορούν στη σύσταση του
εκχυλιστικού μέσου και της κινητής φάσης. Η μέθοδος επικυρώθηκε ως προς τα αναλυτικά της χαρακτηριστικά
(γραμμικότητα, επαναληψιμότητα, ακρίβεια, σταθερότητα Ταυτόχρονα γίνεται προσπάθεια για ανάλυση της βλέννας με
εφαρμογή και μη καταστροφικών τεχνικών χωρίς τη χρήση τεχνικών διαχωρισμού όπως π.χ. RAMAN και ΑΤR.
DEVELOPMENT OF ANALYTICAL TECHNIQUES FOR THE QUALITATIVE AND QUANTITATIVE
DETERMINATION OF ALLANTOIN AND GLYCOLIC ACID IN SNAIL SECRETIONS AND COSMETIC
CREAMS
Mohamed A. EL Mubarak, Fotini Lamari, Christos G. Kontoyannis
Department of Pharmacy, University of Patras
Snail mucus has a significant economic - commercial interest due to the presence of valued chemical components such as
allantoin and glycolic acid. These compounds are used as active ingredients in pharmaceutical and cosmetic products. For the
quantitative and qualitative analysis of these two substances appropriate analytical methodologies were developed. High
performance liquid chromatography (HPLC) separation of both compounds was achieved on a Synergi RP (Phenomenex®)
column within 6 min. After a careful study of the mobile phase and extraction medium composition, final separation and
extraction conditions were selected. The developed method analytical characteristics (i.e. linearity, precision, accuracy,
stability) have been validated. An effort is also made for the analysis of the mucus by non destructive techniques such as
Raman and ATR without the use of separation techniques.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 88
P23: ΣΥΝΘΕΣΗ ΑΝΤΙΜΙΚΡΟΒΙΑΚΩΝ ΚΑΤΙΟΝΙΚΩΝ ΠΕΠΤΙΔΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΝΕΩΝ
ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΩΝ
Α. Μπαλλίου, Α. Μαριανού, Μ. Σακκά, A.-Ε. Κούκου, Μ. Σακαρέλλου-Δαϊτσιώτου, Κ. Σακαρέλλος, Κ. Δραΐνας και
Ε. Πάνου-Πομώνη
Ερευνητικό Εργαστήριο Χημείας Πεπτιδίων, Τομέας Οργανικής Χημείας και Βιοχημείας, Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο
Ιωαννίνων
Τα αντιμικροβιακά κατιονικά πεπτιδία (AMPS) έχουν βρεθεί να είναι δραστικά έναντι Gram αρνητικών και Gram θετικών
βακτηρίων, μυκήτων, ευκαρυωτικών ιών, και το σημαντικότερο, τα AMPs φαίνεται να είναι αποτελεσματικά ενάντια σε
πολλά στελέχη που είναι ανθεκτικά στα αντιβιοτικά. Τα συνθετικά κατιονικά πεπτίδια είναι μια κατηγορία θετικά
φορτισμένων, μικρού μεγέθους πεπτιδίων με διαμόρφωση αμφιπαθητικής έλικας. Στη συγκεκριμένη μελέτη συντέθηκαν τα
παρακάτω ελικοειδή πεπτίδια για την ανάπτυξη νέων αντιβιοτικών:
X-RWLRLLWRFLRL-NH2
X-RWLRLWRRFLRL-NH2
X-RWLKLLWRFLKL-NH2
X-KWLKLLWKFLKL-NH2
X-RWLRLLLRLLRL-NH2
όπου Χ=H- , Ac-, Ahx-
Η σύνθεση επιτελέστηκε με τη συμβατική Fmoc/tBu μέθοδο στερεής φάσης. Τα πεπτίδια καθαρίστηκαν με HPLC και
τακτοποιηθήκαν με ESI-MS. Τα παραπάνω πεπτίδια εξετάστηκαν για την αντιμικροβιακή τους δράση έναντι Gram (-), Gram
(+) βακτηρίων και μυκήτων. Τα πεπτίδια εξετάστηκαν επίσης για την αιμολυτική τους δράση όπως και για την πρωτεολυτική
τους σταθερότητα. Τα διαμορφωτικά χαρακτηριστικά των πεπτιδικών μοντέλων αξιολογήθηκαν από την φασματοσκοπία
κυκλικού διχρωϊσμού (CD).
SYNTHESIS OF ANTIMICROBIAL CATIONIC PEPTIDES FOR THE DEVELOPMENT OF NEW
ANTIBIOTICS
Balliu A., A. Mariannou, M. Sakka, A.-I. Koukkou, Μ. Sakarellou-Daitsioti, C. Sakarellos, C. Drainas and Ε.
Panou-Pomonis
Peptide Chemistry Research Laboratory, Section of Organic Chemistry and Biochemistry, Department of Chemistry,
University of Ioannina
Antimicrobial cationic peptides (AMPs) have been found to have activity against both Gram negative and Gram positive
bacteria as well as fungi, eukaryotic parasites viruses, and most importantly, they seem to be effective against many strains of
antibiotic resistant. Synthetic cationic peptides are a class of positively charged small peptides with amphipathic helical
conformation. In the present study, cationic helical peptides of the following type were synthesized in order to develop new
antibiotics:
X-RWLRLLWRFLRL-NH2, X-RWLRLWRRFLRL-NH2, X-RWLRLLLRLLRL-NH2
X-RWLKLLWRFLKL-NH2, X-KWLKLLWKFLKL-NH2
where X = H- , Ac- , Ahx-
Synthesis was performed by the conventional stepwise Fmoc/tBu solid-phase method. The peptides were purified by HPLC
and identified by ESI-MS. The above peptides were tested for their antimicrobial activity against gram (-) bacteria, gram (+)
bacteria and fungi. The peptides were also tested for their hemolytic activity and proteolytic stability. The conformational
characteristics of the peptides models were evaluated by circular dichroism spectroscopy (CD).
REFERENCES
1) Jon-Paul S. Powers, Robert E.W. Hancock, The relationship between peptide structure and antibacterial activity, Peptides
24 (2003) 1681–1691
2) Niv Papo, Yechiel Shai, Can we predict biological activity of antimicrobial peptides from their interactions with model
phospholipid membranes, Peptides 24 (2003) 1693–1703
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 89
P24: NEO ΜΙΚΤΟ ΣΥΜΠΛΟΚΟ ΤΟΥ ΑΡΓΥΡΟΥ(Ι) ΜΕ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΕΣ ΑΣΠΙΡΙΝΗ ΚΑΙ ΤΡΙΦΑΙΝΥΛΟΦΩΣΦΙΝΗ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΔΕΘΕΙ ΣΤΗΝ LOX ΚΑΙ ΣΤΟ CT-DNA, ΤΡΟΠΟΠΟΙΩΝΤΑΣ
ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥΣ. ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΚΥΤΤΑΡΟΣΤΑΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ
ΣΥΜΠΛΟΚΟΥ
Χ.Ν. Μπαντήα,γ, Α.Δ. Γιαννούληα, Ν. Κουρκουμέληςβ, Κ. Χαραλαμπόπουλοςγ, Σ.Κ. Χατζηκακούα
α
Τομέας Ανόργανης και Αναλυτικής Χημείας, Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
β
Εργαστήριο Φυσικής Ιατρικής, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
γ
Τμήμα Φυσιολογίας, Ιατρική Σχολή, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο
Η ασπιρίνη (aspH) (ο-ακετυλο-σαλικυλικό οξύ) είναι το πρώτο φάρμακο της κατηγορίας μη-στεροειδών, αντι-φλεγμονωδών
φάρμακων (NSAIDs)[1]. Επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι η μακροχρόνια χρήση της ασπιρίνης σχετίζεται με τη
μείωση του καρκίνου του παχέος εντέρου ή των αδενωματικών πολύποδων κατά 30-50% [1]. Η λιποξυγενάση (LOX),
συμμετέχει στο μηχανισμό της φλεγμονής καταλύοντας την οξείδωση του αραχιδονικού οξέος σε λευκοτριένια [2a,b]. Η
αναστολή της LOX έχει βρεθεί ότι επάγει απόπτωση [2c]. Έτσι αποτελεί ένα νέο πιθανό στόχο στη θεραπεία και την
πρόληψη του καρκίνου. Επιπλέον, είναι γνωστό ότι οι ενώσεις του αργύρου(Ι) εμφανίζουν αντι-βακτηριακή δράση και αυτό
σχετίζεται με την αλληλεπίδραση τους με το DNA [3].
Στα πλαίσια της ερευνητικής μας εργασίας στο πεδίο του σχεδιασμού και της ανάπτυξης νέων μεταλλοθεραπευτικών
ενώσεων [4] συντέθηκε και χαρακτηρίστηκε κρυσταλλογραφικά ένα νέο μικτό σύμπλοκο του αργύρου(Ι) με υποκαταστάτες
ασπιρίνη (AspH) και τρι-φαινυλοφωσφίνη (tpp) με μοριακό τύπο {[Ag(tpp) 3(asp)](dmf)} (1). Ο μηχανισμός της αναστολής
που προκαλεί το σύμπλοκο και οι υποκαταστάτες του, στην καταλυτική οξείδωση του λινολεικού οξέος σε υδρο-περοξυλινολεικό από τη LOX μελετήθηκε κινητικά και θεωρητικά. Μελετήθηκαν, επίσης, οι ιδιότητες σύνδεσης του 1 με το DNA
του θύμου αδένα (CT-DNA). Επιπλέον, εξετάστηκε η κυτταροστατική δράση του 1 στον πολλαπλασιασμό
λειομυοσαρκωματικών κυττάρων (LMS) και αδενοκαρκινωματικών κυττάρων (MCF-7). Τα αποτελέσματα αυτά
συγκρίνονται με τα αντίστοιχα του cisplatin.
NEW MIXED LIGAND SILVER(I) COMPLEX WITH ASPIRIN AND TRIPHENYLPHOSPHINE LIGANDS
WHICH CAN BIND TO LOX AND CT-DNA, MODULATING THEIR FUNCTION. STUDY OF ITS
CYTOSTATIC ACTIVITY
C.N. Bantia,c, A.D. Giannoulisa, N. Kourkoumelisb, K. Charalabopoulosc, S.K. Hadjikakoua
a
Section of Inorganic and Analytical Chemistry, Department of Chemistry, University of Ioannina
b
Medical Physics Laboratory, Medical School, University of Ioannina
c
Department of Physiology, Democritus University Medical School
Aspirin (aspH) (o-acetyl-salicylic acid) was the first member of the class of drugs known as nonsteroidal, anti-inflammatory
drugs (NSAIDs) discovered [1]. A number of epidemiological studies have indicated that long term aspirin/NSAID use is
associated with 30–50% reduction in risk of colorectal cancer or adenomatous polyps or death from colorectal cancer [1].
Lipoxygenase (LOX), on the other hand, is an enzyme which catalyzes the oxidation of arachidonic acid to leukotrienes, in
an essential mechanism for the cell life, involving in inflammation mechanism [2a]. LOX inhibition is found to induce
apoptosis [2b]. Thus, LOX inhibition provides a potential novel target for the treatment and chemoprevention for a number of
different cancers. Moreover, the biomedical applications and uses of silver(I) complexes, are related to their antibacterial
action [3] which appears to involve interaction with DNA [3].
In the course of our studies in the field of metallotherapeutics [4], we synthesized and structural characterized a new mixed
ligand Ag(I) complex with aspirin (AspH) and triphenylphosphine (tpp) ligands of formula {[Ag(tpp)3(asp)](dmf)} (1). The
mechanism of inhibition activity of 1 and its ligands, towards the catalytic oxidation of linoleic acid to hydroperoxylinoleic
acid by LOX was subsequently studied kinetically and theoretically. The binding properties of 1 on calf thymus (CT) DNA
are also evaluated. In addition, the cytostatic activity of 1 against leiomyosarcoma cells (LMS) and human breast
adenocarcinoma cells (MCF-7) proliferation were measured. The results are compared to that of cisplatin.
REFERENCES
[1] (a) S. Zha, V. Yegnasubramanian, W.G. Nelsona, W.B. Isaacs, A.M. De Marzo, Cancer Letters, 215, (2004), 1–20, (b)
L.A. Garcia Rodriguez, C. Huerta-Alvarez, Epidemiology, 11, (2000), 376–381
[2] (a) B. Samuelsson, S.E. Dahlen, J. Lindgren, C.A. Rouzer, C.N. Serhan, Science 237 (1987) 1171 (b) X.-Z. Ding, C.A.
Kuszynski, T.H. El-Metwally, T.E. Adrian, Biochem. Biophys. Res. Commun., 266, (1999), 392–399.
[3] H.S. Rosenkranz, S. Rosenkranz, Antimicrob. Agents Chemother., 2, (1972), 373-379.
[4] (a) K.N. Kouroulis, S.K. Hadjikakou, N. Hadjiliadis, N. Kourkoumelis, M. Kubicki, L. Male, M. Hursthouse, S. Skoulika,
A. K. Metsios, V.Y. Tyurin, A.V. Dolganov, E.R. Milaeva, Dalton Trans., 2009, 10446–10456.(c) I.I. Ozturk, S.K.
Hadjikakou, Nick Hadjiliadis, N. Kourkoumelis, M. Kubicki, A.J. Tasiopoulos, H. Scleiman, M.M. Barsan, I.S. Butler, J.
Balzarini, Inorg. Chem., 2009, 48, 2233-2245. (d) M.N. Xanthopoulou, S.K. Hadjikakou, N. Hadjiliadis, E.R. Milaeva,
J.A. Gracheva, V-Y. Tyurin, N. Kourkoumelis, K.C. Christoforidis, A.K. Metsios, S. Karkabounas, K.Charalabopoulos,
Eur. J Med Chem., 2008, 43(2) pp 327-335
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 90
P25: ΜΟΝΟΠΥΡΗΝΙΚΑ Vs ΔΙΠΥΡΗΝΙΚΑ ΣΥΜΠΛΟΚΑ ΤΟΥ Cu(II): ΣΥΝΘΕΣΗ, ΦΑΡΜΑΚΟΧΗΜΙΚΗ ΚΑΙ
ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΗ ΔΡΑΣΗ
Z. Μπουλσουράνη1, Κ. Π. Ραπτοπούλου4, Γ. Δ. Γερομιχαλός3, Δ. Σαχπαζίδου 3, Δ. Χατζηπαύλου-Λίτινα2, Αικ.
Δενδρινού-Σαμαρά1*
1
Τομέας Γενικής και Ανόργανης Χημείας, Τμήμα Χημείας, Α. Π.Θ.
Τομέας Φαρμακευτικής Χημείας, Τμήμα Φαρμακευτικής, Α. Π.Θ., Θεσσαλονίκη
3
Εργαστήριο Κυτταροκαλλιεργειών – Μοριακού Modeling & Σχεδιασμού Φαρμάκων του Συμεωνίδειο Ερευνητικό Κέντρο,
Θεαγένειο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο, Θεσσαλονίκη
4
ΕΚΕΦΕ "Δημόκριτος", Ινστιτούτο Επίστημης των Υλικών
2
Τις τελευταίες δεκαετίες, μεγάλο ερευνητικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η μελέτη διαφόρων τύπων
αντιφλεγμονοδών/αντιοξειδωτικών, τα οποία φαίνεται να ελαττώνουν τα ενεργά είδη οξυγόνου (ROS). Η σχετική
δραστικότητα/αποτελεσματικότητα μονοπυρηνικών έναντι διπυρηνικών συμπλόκων του Cu(II) είναι περιορισμένη
βιβλιογραφικά και αυτό αποτελεί αντικείμενο της παρούσας εργασίας. Παρουσιάζεται η σύνθεση, ο χαρακτηρισμός, η
φαρμακοχημική και αντικαρκνική δράση νέων μονοπυρηνικών και διπυρηνικών συμπλόκων του Cu(II) με υποκαταστάτες
θειοφαιν-2-υλ καρβοξυλικά οξέα[1], μια πολλά υποσχόμενη τάξη αντιφλεγμονοδών/αντιοξειδωτικών, και διάφορα είδη
τριπόδων και Ν-δοτών (σχήμα). Οι in vitro μελέτες των ελεύθερων υποκαταστατών και των αντίστοιχων ενώσεων του
χαλκού, περιλαμβάνουν: α) αναστολή λιποξυγονάσης φυτικής προέλευσης, β) αλληλεπίδραση με τη σταθερή 1,1-διφαινυλοπικρυλυδραζυλική ρίζα (DPPH), γ) ανταγωνισμό με το DMSO στη δέσμευση των ριζών OH-, δ) αναστολή της λιπιδικής
υπεροξείδωσης και ε) δέσμευση ριζών Ο2-. Ως προς την αντικαρκινική τους δράση τα σύμπλοκα μελετήθηκαν σε ανθρώπινες
καρκινικές σειρές των ωοθηκών, του πνεύμονα, του παχέος εντέρου και του μαστού καθώς και σε ανθρώπινη φυσιολογική
σειρά του πνεύμονα. Για τον έλεγχο του κυτταρικού κύκλου και της απόπτωσης, επιλέχθηκαν οι πιο δραστικές σύμπλοκες
ενώσεις με βάση την IC50 συγκέντρωση.
figure: a) [Cu(bipy)(C4H3S-COO)2], b) [Cu2(bipy)2(OH)(H2O)(C4H3S-CH2COO)] 2NO3, c) [Cu2(bipy)2(OH)(H2O)(C4H3SCOO)(NO3)] (NO3)(H2O), d) [Cu2(H3tea)(H2tea)(C4H3S-CH2COO)(PhPO3)] (H2O)(CH3CN)
MONONUCLEAR VS DINUCLEAR CU(II) COMPLEXES: SYNTHESIS, PHARMACOCHEMICAL AND
ANTICANCER ACTIVITY
Z. Boulsourani1, C. P. Raptopoulou4, G. D. Geromichalos3, D. Sahpazidou3, D. Chatzipaulou-Litina2, C. DendrinouSamara1*
1
Dept. General and Inorganic Chemistry, A.U.Th.
Dept. of Pharmaceutical Chemistry, School of Pharmacy, Ar.U.Th.
3
Cell Culture, Molecular Modeling and Drug Design Lab., Symeonidion Research Center, Theagenion Cancer Hospital
4
NCSR "Demokritos", Institute of Materials Science
2
In the last decade, a great deal of research has been devoted to the study of different types of antiinflammatory/antioxidants which may at least minimize the deleterious effects induced by reactive oxygen species (ROS).
The relative potency/efficacy of mononuclear versus dinuclear moreover polynuclear Cu(II) complexes is limited and this is a
subject of our interest. We have undertaken a study on the coordination chemistry, charachterization, pharmacochemical and
anticancer activity of new mononuclear and dinuclear Cu(II) complexes with thiophen-2-yl saturated carboxylic acids[1], an
emerging class of antioxidants-antiinflammatories, different tripodals and N-donors (figure). In vitro studies of free ligands
and their respective copper complexes, include: a) soybean lipoxygenase inhibition, b) interaction with 1,1-diphenyl-2-picrylhydrazyl stable free radical, c) the ΗΟ˙ mediated oxidation of DMSO, d) inhibition of lipid peroxidation and e) scavenging of
superoxide anion radicals. Human colon, ovarian, breast and lung cancer cell lines were selected for anti-cancer screening.
For the cell cycle and apoptosis experiments, were selected the more active compounds at IC50 concentrations.
REFERENCES
1. a) D. Panagoulis, E. Pontiki, E. Skeva, C. Raptopoulou, S. Girousi, D. Hadjipavlou-Litina, C. Dendrinou-Samara, J. Inorg.
Biochem. 101, 2007, 623–634; b) Z. Boulsourani, G. D. Geromichalos, K. Repana, E. Yiannaki, V. Psycharis, C. P.
Raptopoulou, D. Hadjipavlou-Litina, E. Pontiki, C. Dendrinou-Samara, J. Inorg. Biochem., submitted
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 91
P26: ΠΕΠΤΙΔΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΕ ΜΙΚΡΟΚΥΜΑΤΑ ΣΕ ΣΤΕΡΕΑ ΦΑΣΗ ΔΥΟ ΑΝΑΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΜΒΡ ΣΤΗ
CLTR-Cl ΡΗΤΙΝΗ ΚΑΙ ΣΥΖΕΥΞΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΛΥΣΑΚΧΑΡΙΤΗ ΜΑΝΝΑΝΗ
Θ. Νερούτσος, Ε. Φρυλίγγου, Θ. Τσέλιος και Ι. Ματσούκας
Τμήμα Χημείας, Τομέας Οργανικής Χημείας, Βιοχημείας και Φυσικών Προϊόντων, Πανεπιστήμιο Πατρών
Αναφέρουμε τη σύνθεση με μικροκύματα δύο πεπτιδικών αναλόγων της Βασικής Πρωτεΐνης της Μυελίνης [(Lys-Gly)5MBP83-99(Phe91), (Lys-Gly)5-MBP83-99(Tyr91)] που εμπλέκονται στη Σκλήρυνση Κατά Πλάκας (ΣΚΠ). Η Lys91 της MBP
είναι σημείο δέσμευσης με τον υποδοχέα των Τ κυττάρων και παίζει σημαντικό ρόλο στο σχηματισμό του τριμοριακού
συμπλόκου (MHC-Ag-TCR). Σε αυτά τα ανάλογα, η Lys91 έχει αντικατασταθεί από Phe ή Tyr. Το (Lys-Gly)5 παίζει το ρόλο
της γέφυρας μέσω της οποίας γίνεται η δέσμευση με τον πολυσακχαρίτη μαννάνη από Saccharomyces Cerevisiae, μέσω του
σχηματισμού βάσεων Schiff. Η μαννάνη έχει χρησιμοποιηθεί επιτυχώς για τη μεταφορά πεπτιδίων στους υποδοχείς μανόζης
των μακροφάγων και των δενδριτικών κυττάρων, ενώ πειράματα έχουν δείξει ότι πεπτιδικά ανάλογα συζευγμένα με την
οξειδωμένη ή την ανηγμένη μορφή της μαννάνης μπορούν αντίστοιχα να επάγουν Th1 ή Th2 ανοσολογική απόκριση [1]. Η
σύνθεση των γραμμικών προστατευμένων αναλόγων έγινε με τη χρήση του αυταματοποιημένου συνθέτη πεπτιδίων με
μικροκύματα LibertyTM (CEM) επί της 2-χλωροτριτυλο χλωριδίου ρητίνης (CLTR-Cl) [2-4]. Η απομάκρυνση της Fmoc
ομάδας έγινε με τη χρήση δ/τος 20% πιπεριδίνης σε DMF, ενώ οι αντιδράσεις σύζευξης έγιναν με τη χρήση HOBt/DIC σε
DMF. Τα τελικά απροστάτευτα προϊόντα καθαρίστηκαν με ημιπαρασκευαστικό RP-HPLC και ταυτοποιήθηκαν με ESI
Φασματογράφο Μάζας.
MICROWAVE SOLID PHASE PEPTIDE SYNTHESIS OF TWO MΒΡ ANALOGUES ON CLTR-Cl RESIN AND
CONJUGATION THEREOF WITH POLYSACCHARIDE MANNAN
T. Neroutsos, I. Friligou, T. Tselios and J. Matsoukas
Department of Chemistry, Section of Organic Chemistry, Biochemistry and Natural Products, University of Patras
Herein, we report the synthesis of two Altered Peptide Ligands (APLs) of Myelin Basic Protein [(Lys-Gly)5-MBP83-99(Phe91),
(Lys-Gly)5-MBP83-99(Tyr91)] implicated in Multiple Sclerosis (MS). In these APLs, Lys91 of MBP has been replaced by Phe
or Tyr, since the residue 91 is critical for the contact with the T cell receptor in the trimolecular complex (MHC-Ag-TCR).
The (Lys-Gly)5 is the bridge through which the analogues were conjugated with polysaccharide mannan from Saccharomyces
Cerevisiae via the formation of Schiff bases. Mannan has successfully been used as a peptide carrier to the mannose receptor
of macrophages and dendritic cells, while experiments have shown that peptide analogues conjugated with the oxidized or
reduced form of mannan lead to Th1 or Th2 immune response respectively [1]. The linear protected analogues were
synthesized with Microwave Irradiation using the LibertyTM Microwave Peptide Synthesizer of CEM on 2-chlorotrityl
chloride resin (CLTR-Cl) [2-4]. Fmoc deprotection was achieved with 20% Piperidine in DMF, while for the coupling
reactions were used HOBt/DIC in DMF. The final crude products were purified by semi-prep RP-HPLC and identified by
ESI Mass Spectrometry.
REFERENCES
[1] Apostolopoulos, V. et al. (2000) Vaccine, 18, 3174.
[2] Hayes, B. L. (2002) in Microwave Synthesis: Chemistry at the Speed of Light, CEM Publishing: Matthews, NC.
[3] Barlos, K. et al. (1991) Angew. Chem. Int. Ed., 30, 590.
[4] Friligou, I. et al. (2010) Amino Acids, doi 10.1007/s00726-010-0753-6.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 92
P27: ΑΝΑΛΥΣΗ ΙΝ SILICO ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΏΝ ΙΔΙΟΤΗΤΩΝ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΜΕ
ΑΝΤΙΜΥΚΗΤΙΑΣΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΗ ΔΡΑΣΗ
Χ. Νταλταγιάννη1, Aικ. Κουκουλίτσα2, Χ. Καμούτσης1, I. Mατσούκας1, Θ. Μαυρομούστακος2
1
2
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Πατρών
Τμήμα Οργανικής Χημείας, Πανεπιστήμιο Αθηνών
Στην παρούσα εργασία μελετήθηκε θεωρητικά η φαρμακοκινητική συμπεριφορά μίας ομάδας ενώσεων (Εικ.1) με
αντιμυκητιασική και αντιβακτηριακή δράση. 1-3 Η θεωρητική μελέτη πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια του λογισμικού
VolSurf4. Το λογισμικό VolSurf αναπτύχθηκε με σκοπό τη μελέτη ποσοτικών σχέσεων δομής-φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων
καθώς και την πρόβλεψη της απορρόφησης, κατανομής μεταβολισμού και απέκκρισης (ΑDME properties: Αbsorption,
Dirstribution, Metabolism, Exrection). Μελετήθηκε η συμπεριφορά όλων των μορίων στα μοντέλα του προγράμματος: Caco2, σύνδεσης με την αλβουμίνη του πλάσματος, διαπερατότητας από τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και διαλυτότητας.
Παρατηρήθηκε ότι στο μοντέλο Caco-2 τα περισσότερα συντιθέντα μόρια διαπερνούσαν τη μεμβράνη των κυττάρων Caco-2
του στομάχου. Η ίδια εικόνα παρατηρήθηκε και για το μοντέλο της σύνδεσης με την αλβουμίνη του πλάσματος. Στο μοντέλο
του αιματεγκεφαλικού φραγμού παρατηρήθηκε ότι υπάρχουν ενώσεις που διαπερνούν τον αιμετεγκεφαλικό φραγμό και
ορισμένες που δεν τον διαπερνούν. Αντίθετα, στο μοντέλο της διαλυτότητάς τους όλες οι ενώσεις βρέθηκαν να έχουν μέτρια
ή χαμηλή ικανότητα διαλυτότητας. Τα αποτελέσματα αυτά είναι χρήσιμα για τον σχεδιασμό νέων αντιμυκητιασικών και
αντιμικροβιακών ενώσεων με βελτιωμένες φαρμακοκινητικές ιδιότητες.
β)
b.
α)
a.
γ)
c.
Eικ. 1 α) 1,2,4-τριαζολο-σουλφοναμίδια, β) 1,2,4 θειοδιαζολο-σουλφοναμίδια, γ) 4- θειοζολιδινόνες
Fig.1 a. Sulfonamide-1,2,4-triazole derivatives, b. Sulfonamide-1,2,4-thiadiazole derivatives, c. 4-thiazolidinones
derivatives
PREDICTION OF PHARMACOKINETICS PROPERTIES OF SOME ANALOGUES WITH ANTIFUNGAL AND
ANTIMICROBIAL ACTIVITY
Ch. Ntaltagianni1, C. Koukoulitsa2, Ch. Camoutsis1, Ι. Μatsoukas1, T. Mavromoustakos2
1
2
Department of Chemistry, University of Patras
Department of Organic Chemistry, University of Athens
The prediction of the pharmacokinetic profile of some analogues (Fig. 1)1-3 with antifungal and antibacterial activity was
performed in this thesis using VolSurf4. The aim of this study is to propose novel structures that might possess better
pharmacokinetic profile as antifungal and antibacterial compounds. VolSurf is a computational procedure that is using 3D
molecular field maps and it is specifically designed to produce descriptors related to pharmacokinetic properties. The
molecules were projected on the following pre-calculated ADME models: Caco-2 cell permeability, plasma protein affinity,
blood–brain barrier (BBB) permeation and drug-water solubility. It is predicted that most of the studied compounds can be
transported across the intestinal epithelium. The same profile for the affinity to the plasma-protein was observed. Regarding
to the BBB model some molecules were able to cross the blood brain barrier and some molecules failed. For the drug-water
solubility model, all compounds possessed low to medium aqueous solubility. This study shows that improvement in the
synthesis can be achieved regarding the ADME properties.
REFERENCES
1. Ezabadi et al. Bioorg. Med. Chem. 16 (2008) 1150-1161.
2. Camoutsis et al. Chem Pharm. Bull 58 (2010) 160-167.
3. Omar et al. Bioorg. Med. Chem. 18 (2010) 426-432.
4. Cruciani et al. J. Mol. Struct.: THEOCHEM (2000), 503, 17-30, Sp. Iss
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 93
P28: ΘΕΡΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ AT1 ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΗ OLMESARTAN ΣΕ ΛΙΠΙΔΙΚΕΣ
ΔΙΠΛΟΣΤΙΒΑΔΕΣ
D. Ntountaniotis,1,2 P. Chatzigeorgiou3, G. Mali,4 S.- G. Grdadolnik,5,6 M. Halabalaki,7 A.-L. Skaltsounis,7 C.
Potamitis,2 E. Siapi,2 M. Rappolt,8 T. Mavromoustakos9
1
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Πατρών
Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Ινστιτούτο Οργανικής και Φαρμακευτικής Χημείας, Aθήνα
3
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Αθηνών ,Εργαστήριο Φυσικοχημείας, Aθήνα
4
LABORATORY FOR INORGANIC CHEMISTRY AND TECHNOLOGY, NIC, LJUBLJANA, SLOVENIA
5
Laboratory of Biomolecular Structure, National Institute of Chemistry, Ljubljana, Slovenia
6
EN-FIST Centre of Excellence, Ljubljana, Slovenia
7
Τομέας Φαρμακογνωσίας και Χημείας Φυσικών Προϊόντων, Τμήμα Φαμακευτικής, Aθήνα
8
Institute of Biophysics and Nanosystems Research (IBN), Austrian Academy of Sciences, Austria.
9
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Αθηνών ,Εργαστήριο Οργανικής Χημείας, Aθήνα
2
Οι αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης II (ΑΥΑ) έχουν σχεδιαστεί για να ανταγωνίζονται την πρόσδεση της
αγγειοτασίνης ΙΙ στους AT1 υποδοχείς. To olmesartan medoxomil ανήκει στην τάξη των ΑΥΑ. Το φάρμακο αυτό είναι ένας
εστέρας του ενεργού μεταβολίτη (olmesartan), ο οποίος υδρολύεται στο γαστρεντερικό σωλήνα. Σε αυτή τη μελέτη,
πειράματα Πυρηνικού Μαγνητικού Συντονισμού στερεάς κατάστασης, φασματοσκοπίας Raman, ακτίνων-Χ καθώς και
Διαφορικής Θερμιδομετρίας Σάρωσης εφαρμόστηκαν για να διερευνηθούν οι θερμικές και δυναμικές ιδιότητες του
olmesartan σε διπλοστοιβάδες διπαλμιτικής φωσφατιδυλοχολίνης απουσία και παρουσία χοληστερόλης. Η χοληστερόλη
είναι ένα κύριο συστατικό της κυτταροπλασματικής μεμβράνης και ο ρόλος της είναι ουσιώδης στην καθιέρωση κατάλληλης
διαπερατότητας και ρευστότητας της μεμβράνης. Ο σκοπός αυτής της ερευνητικής εργασίας είναι να μελετηθούν οι
αλληλεπιδράσεις olmesartan/λιπιδικής διπλοστιβάδας διπαλμιτικής φωσφατιδυλοχολίνης σε ένα εύρος θερμοκρασιών από
20oC έως 50oC καλύπτοντας όλες τις μεσομορφικές της φάσεις. Τα αποτελέσματα θα συγκριθούν με αυτά άλλων ΑΤ1
ανταγωνιστών ώστε να κατανοηθεί ο ρόλος των λιπιδικών διπλοστιβάδων στην φαρμακευτική τους δράση.
THERMAL AND DYNAMIC PROPERTIES OF DRUG AT1 ANTAGONIST OLMESARTAN IN LIPID BILAYERS
D. Ntountaniotis,1,2 P. Chatzigeorgiou3, G. Mali,4 S.-G. Grdadolnik,5,6 M. Halabalaki,7 A.-L. Skaltsounis,7 C.
Potamitis,2 E. Siapi,2 M. Rappolt,8 T. Mavromoustakos9
1
Department of Chemistry, University of Patras,
NHRF, Institute of Organic and Pharmaceutical Chemistry, Athens
3
University of Athens, Department of Chemistry Laboratory of Physical Chemistry, Athens
4
LABORATORY FOR INORGANIC CHEMISTRY AND TECHNOLOGY, ΝΙC, LJUBLJANA, SLOVENIA
5
Laboratory of Biomolecular Structure, National Institute of Chemistry, Ljubljana, Slovenia
6
EN-FIST Centre of Excellence, Ljubljana, Slovenia
7
Division of Pharmacognosy and Natural Products Chemistry, School of Pharmacy, University of Athens
8
Institute of Biophysics and Nanosystems Research (IBN), Austrian Academy of Sciences, Austria
9
University of Athens, Department of Chemistry, Laboratory of Organic Chemistry, Athens
2
Angiotensin II receptor blockers (ARBs) have been designed to inhibit the binding of angiotensin II (AII), onto the AT1
receptors. Olmesartan medoxomil belongs to the antihypertensive class of ARBs. This drug is an ester prodrug of the active
metabolite (olmesartan), which is deesterified in the gastrointestinal tract. In this study, solid state NMR (ssNMR), Raman
spectroscopy, x-ray diffraction as well as Differential Scanning calorimetry (DSC) were applied to investigate the thermal
and dynamic properties of olmesartan in Lα-dipalmitoylphosphatidylcholine (DPPC) bilayers in the absence and presence of
cholesterol. Cholesterol is a major component of the cell plasma membrane and its role is essential to establish proper
membrane permeability and fluidity. The aim of this research work is to study olmesartan/lipid interactions in a temperature
range from 20oC up to 50oC covering all mesomorphic phases. The results will be compared with those obtained with other
AT1 antagonists in order to investigate the role of lipid bilayers in the drug action.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 94
P29: ΝΕΑ ΜΙΚΤΑ “2+1” ΣΥΜΠΛΟΚΑ ΤΟΥ ΡΗΝΙΟΥ ΜΕ ΓΕΝΙΚΟ ΤΥΠΟ FAC- [RE(OO)(L)(CO)3]
Α. Παναγιωτοπούλουα, Χ. Τσουκαλάςβ, Κ. Ραπτοπούλουγ, Β. Ψυχάρηςγ, Ι. Πιρμεττήςβ, Μ. Παπαδόπουλοςβ,
Μ. Πελεκάνουα
α
β
Ινστιτούτο Βιολογίας
Ινστ. Ραδιοϊσοτόπων και Ραδιοδιαγνωστικών Προϊόντων
γ
Ινστ. Επιστήμης Υλικών, ΕΚΕΦΕ "Δημόκριτος"
Στην παρούσα εργασία, για το σχεδιασμό νέων μικτών συμπλόκων του Re χρησιμοποιήθηκε το πρόδρομο σύμπλοκο
[NEt4]2[Re(H2O)3(CO)3]. Τα τρία μόρια νερού που περιέχει αντικαθίστανται εύκολα μέσω συνδυασμού ενός διδραστικού
και ενός μονοδραστικού υποκαταστάτη, οπότε σχηματίζονται τα μικτά “2+1” σύμπλοκα. Στη σύνθεση των μικτών
συμπλόκων fac-[Re(OO)(L)(CO)3] χρησιμοποιήθηκαν ως διδραστικοί ΟΟ υποκαταστάτες (α) η μαλτόλη και (β) το κοχικό
οξύ και ως μονοδραστικοί υποκαταστάτες το ιμιδαζόλιο (L1), το κυκλοεξυλοισονιτρίλιο (L2) και τριφαινυλοφωσφίνη (L3).
Πιο συγκεκριμένα, αντίδραση του [NEt4]2[ReBr3(CO)3] με το ΟΟ οδηγεί στο σχηματισμό του fac-[Re(ΟΟ)(H2O)(CO)3]
(σύμπλοκα 1α και 1β για μαλτόλη και κοχικό οξύ αντίστοιχα). Στη συνέχεια το τρίτο H2O αντικαθίσταται από το ιμιδαζόλιο,
το ισονιτρίλιο ή την τριφαινυλοφωσφίνη σχηματίζοντας fac-[Re(OO)(L)(CO)3] σύμπλοκα. Όλα τα σύμπλοκα του ρηνίου
ταυτοποιήθηκαν με στοιχειακή ανάλυση και φασματοσκοπία NMR 1H και 13C ενώ για το σύμπλοκο fac[Re(maltol)(imidazole)(CO)3] η δομή επιβεβαιώθηκε με κρυσταλλογραφία ακτίνων Χ. Συμπερασματικά, το σύστημα ΟO/L
σχηματίζει σταθερά σύμπλοκα με το ρήνιο, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως «δομικοί λίθοι» στην ανάπτυξη νέων
εξειδικευμένων ραδιοφαρμάκων.
NEW “2+1” MIXED LIGAND RHENIUM COMPLEXES OF THE GENERAL FORMULA FAC-[RE(OO)(L)(CO)3]
A. Panagiotopouloua, C. Tsoukalasb, C. Raptopoulouc, V. Psycharisc, I. Pirmettisb, M. Papadopoulosb, M. Pelecanoua
a
Institutes of Biology
Radioisotopes-Radiodiagnostic Products
c
Materials Science, NCSR “Demokritos”, Athens
b
The organometallic core [M(CO)3]+ (M=Tc,Re) reacts readily with a variety of ligand combinations, allowing the design of
complexes with desired properties. In this study, the “2+1” mixed ligand system was employed through the use of the
[NEt4]2[Re(H2O)3(CO)3] synthon, in which the three water ligands are substituted by one bidentate and one monodentate
ligand. The ligands chosen were maltol and kojic acid as bidentate ligands with OO donor atom groups, and imidazole (L1),
isocyanocyclohexane (L2) and triphenylphosphine (L3) as monodentate L ligands. Both bidentate and monodentate ligands
can be easily derivatized/modified with attachment of a pharmacophore of interest to generate complexes with targeted
action. The synthesis takes place through the intermediate formation of the fac-[Re(OO)(H2O)(CO)3] precursor complexes.
The monodentate ligands imidazole and triphenylphosphine reacts readily with the precursor complex in refluxing methanol
to generate the corresponding fac-[Re(OO)(L)(CO)3] complex, while for the isonitrile ligand the reaction takes place at
ambient temperature. HPLC analysis of the reaction mixture showed the formation of a single product. All complexes were
isolated and fully characterised by elemental analysis, IR and NMR spectroscopies. The structure of the fac[Re(maltol)(imidazole)(CO)3] complex was confirmed by X-ray crystallography.
RE F ER E NC E S
[1]. C. L. Ferreira, S. R. Bayly, D. E. Green, T. Storr, C. A. Barta, J. Steele, M. J. Adam, C. Orvig, Bioconjugate Chem.
17: 1321-1329 (2006).
[2]. S. Mundwiler, M. Kunding, K.Ortner, R. Alberto, J. Am. Chem. Soc., Dalton Trans., 9: 1320-1328 (2004).
[3]. R. S. Herrick, C. J. Ziegler, S. Sripothongnak, N Barone, R. Costa, W. Cupelo, A. Gambella, J. Organomet. Chem.,
694: 3929-3934 (2009).
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 95
P30: ΜΕΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΟΛΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΗΣ ECTEINASCIDIN-743: ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ
TMS-ΙΜΙΝΩΝ ΜΕ TMS-ΠΥΡΗΝΟΦΙΛΑ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΗΡΙΑ
Μ. Παναγιώτου, Π. Νικολόπουλος, και Π. Μαγκριώτης*
Τμήμα Φαρμακευτικής, Πανεπιστήμιο Πατρών
Η Ecteinascidin 743 (1) που απομονώθηκε από τον θαλάσσιο μικροοργανισμό της Καραϊβικής Ecteinascidia turbinate,1 είναι
μία από τις πιό ισχυρές κυτταροτοξίνες όπως φαίνεται από την δραστικότητα της σε in vitro ανθρώπινες καρκινικές σειρές
μελανώματος, μη-μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονος, καρκίνου των ωοθηκών και καρκίνων των νεφρών, του
προστάτου και του μαστού, που ευρίσκεται μεταξύ 1 pM και 10 nM.2 Συγκεκριμένα, η αντινεοπλασματική δραστικότητα της
Et-743 είναι πολύ μαγαλύτερη αυτής των γνωστών αντικαρκινικών φαρμάκων Taxol, camptothecin, adriamycin, mitomycin
C, cisplatin, bleomycin, και etoposide, ιδιότητα η οποία εκτόξευσε την trabectidin (1) ώστε να γίνει το πρώτο θαλάσσιο
φυσικό αντικαρκινικό φάρμακο που εγκρίθηκε (October 2007) από την Ευρωπαϊκή Ένωση (EU), 3 για θεραπεία πρώτης
γραμμής του σαρκώματος μαλακού ιστού. Η περίπλοκη μοριακή αρχιτεκτινική δομή της, η σημαντική βιολογική
δραστικότητα της, και η περιορισμένη φυσική διαθεσιμότητα της (1,0 g από περίπου 1,0 ton του tunicate) κατέστησαν την 1
ένα πολύ ελκυστικό στόχο για Ολική Σύνθεση. 4 Θα παρουσιάσουμε τις μελέτες μας προς ισχυροποίηση βασικών στοιχείων
της ρετροσυνθετικής μας ανάλυσης που οδήγησαν στην ανακάλυψη της γενικής αντίδρασης του τίτλου.
OCH3
O
CH3
HO
O
H3C
A
H3C
N
B
CH3
N
O
S
O
OH
O
H3CO
NH
O
C
HO
1
STUDIES TOWARD A NOVEL TOTAL SYNTHESIS OF ECTEINASCIDIN-743: NEW REACTION OF
TMS-IMINES WITH TMS-NUCLEOPHILES
M. Panagiotou, P. Nikolopoulos, and P. A. Magriotis*
Department of Pharmacy, University of Patras
Ecteinascidin 743 (1) isolated from the Caribbean tunicate Ecteinascidia turbinate,1 is arguably the most potent cytotoxin
known as indicated by its evaluation against the National Cancer Institute’s human in vitro cell line panel including
melanoma, non-small-cell lung, ovarian, renal, prostate, and breast cancer, demonstrating potencies ranging from 1 pM to 10
nM.2 In fact, the antiproliferative activity of Et 743 is greater than that of Taxol, camptothecin, adriamycin, mitomycin C,
cisplatin, bleomycin, and etoposide by 1-3 orders of magnitude, propelling trabectidin (1) to become the first marine
anticancer drug to be approved (October 2007) in the European Union (EU),3 as a first-line treatment for soft tissue sarcomas.
The complexity of molecular architecture, the remarkable biological activities, and the restricted natural availability (1,0 g
from about 1,0 ton of tunicate) have made 1 an exceedingly attractive synthetic target for total synthesis.4 Our studies toward
the validation of key elements of our retrosynthetic analysis will be presented including the general and useful reaction of the
title.
REFERENCES
1
(a) Rinehart, K. L.; Holt, T. G.; Fregeou, N. L.; Stroh, J.G.; Keifer, P. A.; Sun, F.; Li, L. H.; Martin, D. G. J. Org. Chem. 1990, 55, 4512- 4515. (b)
Rinehart, K. L. Med. Drug Rev. 2000, 1-27.
2
(a) Zewail-Foote, M.; Hurley, L. H. J. Med. Chem. 1999, 42, 2493-2497. (b) Hedge, S.; Schmidt, M. Ann. Rep. Med. Chem. 2008, 43, 492-493.
3
Molinski, T. F.; Dalisay, D. S.; Lievens, S. L.; Saludes, J. P. Nat. Rev. Drug Discov. 2009, 8, 69-85.
4
Fishlock, D.; Williams, R. J.Org. Chem. 2008, 73, 9594-9600.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 96
P31: ΕΝΖΥΜΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΝΕΩΝ ΥΒΡΙΔΙΚΩΝ ΑΝΤΙΟΞΕΙΔΩΤΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΛΗΨΗ
ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΩΝ ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΠΟΥ ΕΠΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΕΡΤΑΣΗ
1
Α. Παπαδοπούλου, 1Α. Πολυδέρα, 2Ε. Κυριακού, 3Ι. Ματσούκας, 2Α. Τζάκος και 1Χ. Σταμάτης
1
Τμήμα Βιολογικών Εφαρμογών και Τεχνολογιών, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
2
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
3
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Πατρών
Το οξειδωτικό στρες αποτελεί βασική αιτία για την ανάπτυξη αγγειακών παθήσεων 1. Ένα σύνολο διαφορετικών παθογόνων
ερεθισμάτων ασκούν την επίδρασή τους μέσω της αυξημένης παραγωγής δραστικών μορφών οξυγόνου. Αυτοί οι ενεργοί
μεταβολίτες μπορούν να τροποποιήσουν τη φυσιολογική ισορροπία μεταξύ πολλαπλασιασμού και απόπτωσης στα
τοιχώματα των αρτηριών και στην καρδιά. Στην εργασία αυτή εστιάζουμε στην ανάπτυξη μιας νέας κατηγορίας
αντιοξειδωτικών παραγώγων μέσω της σύζευξής τους με μόρια με γνωστή αντιυπερτασική δράση. Για τον έλεγχο της
στερεο- και τοπο-εκλεκτικότητας των αντιδράσεων χρησιμοποιήθηκαν ένζυμα (λιπάσες) σε μη συμβατικά συστήματα 2.
Μελετήθηκαν οι παράγοντες που επιδρούν στην αποτελεσματικότητα των βιοκαταλυόμενων διεργασιών. Βιολογικά
πειράματα που στοχεύουν στη διερεύνηση της βιολογικής δράσης των νέων υβριδικών αντιοξειδωτικών είναι σε εξέλιξη.
ENZYMATIC SYNTHESIS OF NOVEL ANTIOXIDANT HYBRIDS FOR THE PREVENTION OF
HYPERTENSION-INDUCED CARDIOVASCULAR DAMAGE
1
A. Papadopoulou, 1Α.C. Polydera, 2E. Kyriakou, 3I. Matsoukas, 2A. Tzakos and 1H. Stamatis
1
Department of Biological Application and Technologies, University of Ioannina
2
Department of Chemistry, University of Ioannina
3
Department of Chemistry, University of Patras
Oxidative stress is a well-known mechanism that is responsible for the development of vascular damage1. A diverse set of
pathogenic stimuli exert their effects through an increased local synthesis of reactive oxygen species. These active
metabolites can modify the normal balance among proliferation and apoptosis in heart and arterial walls. We focused on the
development of a new class of antioxidant derivatives by conjugating to them hypertension protective fragments. To afford
stereoselectivity and regioselectivity in the reaction products we used enzyme catalysts (lipases) in non-conventional media2.
Factors affecting the effectiveness of the biolactalytic processes were investigated. Biological experiments to determine the
dual bioactivity character of these analogues are in progress.
REFERENCES
1. Stocker, R.; Keaney, J. J. Physiol. Rev. 2004, 84, 1381
2. Katsoura M.H., et al. New Biotechnol.2009, 26, 83-91
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 97
P32: ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ, ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΠΕΠΤΙΔΙΩΝ ΠΟΥ ΚΑΤΑΛΥΟΥΝ ΤΗΝ ΑΛΔΟΛΙΚΗ
ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ
Χ. Παππάς1, Ε. Κυριακού1, Β. Μούσης1, Messerer M2, Ι. Γεροθανάσσης1, H. Wennemers2 και Α. Γ. Τζάκος1
1
2
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Department of Chemistry, University of Basel
Η οργανοκατάλυση τα τελευταία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ασύμμετρη σύνθεση βιοδραστικών μορίων 1.
Παραδείγματα τέτοιων οργανοκαταλυτικών αντιδράσεων αποτελούν διάφορες καρβονυλικές αντιδράσεις όπως η αντίδραση
Mannich, η Michael προσθήκη και η αλδολική αντίδραση. Η τελευταία οδηγεί στο σχηματισμού δεσμού άνθρακα-άνθρακα
και βρίσκει εφαρμογή στην σύνθεση πληθώρας φαρμάκων όπως το lipitor (μείωση χοληστερόλης στο αίμα)2. Στην παρούσα
ερευνητική εργασία θα παρουσιάσουμε μια σειρά πεπτιδικών οργανοκαταλυτών που καταλύουν στερεοεκλεκτικά και με
υψηλές αποδόσεις αλδολικές αντιδράσεις. Οι πεπτιδικοί αυτοί καταλύτες σχεδιάσθηκαν με βάση το ενεργό κέντρο
συγκεκριμένων ενζύμων.
DESIGN, SYNTHESIS AND EVALUATION OF EFFICIENT PEPTIDE CATALYSTS FOR DIRECT
ASYMMETRIC ALDOL REACTIONS
C. Pappas1, E. Kyriakou1, V. Mousis1 , Messerer M2, I. Gerothanassis1, H. Wennemers2 and A. G. Tzakos1
1
Department of Chemistry, University of Ioannina
2
Department of Chemistry, University of Basel
Organocatalysis is regarded as the application of small organic molecules as catalysts to a variety of organic processes and
has recently become very popular for the synthesis of chiral molecules1. Successful examples of organocatalytic reactions
exists including aldol, Mannich, Michael and hetero Michael reactions as well as α-functionalisations of carbonyl
compounds. The aldol reaction is a powerful carbon-carbon forming reaction that has been used in the synthesis of numerous
molecules and pharmaceuticals, like the heart disease drug lipitor (atorvastation)2. We will present an array of different
efficient peptide-based organocatalysts for assymetric aldol reactions that were designed on the basis of the active site of a
much larger enzyme (type I aldolase), acting via a similar enamine-type mechanism.
REFERENCES
1. MacMillan, D. W. Nature 2008, 455, 304.
2. Braun, M.; Devant, R. Tetrahedron Letters 1984, 25, 5031.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 98
P33: ΣΥΝΘΕΣΗ, ΜΕΛΕΤΗ ΔΕΥΣΜΕΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΝΕΩΝ ΑΝΑΛΟΓΩΝ ΤΟΥ CΤΕΛΙΚΟΥ ΕΞΑΠΕΠΤΙΔΙΟΥ ΤΗΣ ΝΕΥΡΟΤΕΝΣΙΝΗΣ
Χ. Πετρόπουλος1, Ρ. Εξαρχάκου1, Π. Ζουμπουλάκης2, Κ. Ποταμίτης2, Ν. Λ. Aσημομύτης1, Μ. Βενιχάκη3, Γ.
Λιαπάκης4, Π. Κορδοπάτης1 και Β. Μαγκαφά1
1
2
Τμήμα Φαρμακευτικής, Πανεπιστήμιο Πατρών
Εργαστήριο Μοριακής Ανάλυσης, Ινστιτούτο Οργανικής και Φαρμακευτικής Χημείας, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα
3
Εργαστήριο Κλινικής Χημείας, 4Εργαστήριο Φαρμακολογίας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Κρήτης
Η Νευροτενσίνη (pGlu-Leu-Tyr-Glu-Asn-Lys-Pro-Arg-Arg-Pro-Tyr-Ile-Leu) [NT] είναι ένα πεπτίδιο δεκατριών αμινοξέων,
το οποίο απομονώθηκε για πρώτη φορά από τον υποθάλαμο βοοειδούς και αργότερα από τα έντερα [1]. Η ΝΤ έχει ευρύ
φάσμα βιολογικών δράσεων τόσο στο κεντρικό όσο και στο περιφερικό νευρικό σύστημα. Από τις δράσεις αυτές
συμπεραίνεται ο διπλός ρόλος της ως νευροδιαβιβαστή/νευρορυθμιστή στον εγκέφαλο και ως ορμόνη/κυτταρικός
μεσολαβητής σε περιφερικούς ιστούς. Οι φυσιολογικές και βιοχημικές δράσεις της ΝΤ εκδηλώνονται μέσω της
αλληλεπίδρασής της με τους υποδοχείς της. Μέχρι σήμερα τρεις υπότυποι του υποδοχέα (NTS1, NTS2 & NTS3) έχουν
κλωνοποιηθεί [2]. Και οι τρεις υπότυποι αναγνωρίζουν και δεσμεύουν το C-τελικό εξαπεπτίδιο της Νευροτενσίνης [NT(813)], το οποίο αποτελεί το μικρότερο τμήμα της πεπτιδικής αλληλουχίας με πλήρη βιολογική δράση. Η γρήγορη όμως
αποικοδόμηση της NT(8-13) από την δράση των πρωτεολυτικών ενζύμων οδηγεί στην αναγκαιότητα σύνθεσης αναλόγων τα
οποία θα διατηρούν υψηλή ικανότητα σύνδεσης με τους υποδοχείς και παράλληλα να παρουσιάζουν ενζυμική σταθερότητα.
Στην παρούσα μελέτη παρουσιάζεται η σύνθεση νέων αναλόγων της NT(8-13) με τη χρήση της Fmoc/But μεθοδολογίας επί
στερεάς φάσεως [3] χρησιμοποιώντας ως στερεό υπόστρωμα την 2-χλωροτριτυλο ρητίνη. Πειράματα δέσμευσης
πραγματοποιήθηκαν σε HT-29 κυτταρική σειρά, η οποία εκφράζει ενδογενώς τους υποδοχείς της ΝΤ [4]. Τέλος σύγκριση
των διαμορφώσεων των δύο κυκλικών αναλόγων πραγματοποιήθηκε με τη χρήση φασματοσκοπίας NMR και Μοριακής
Δυναμικής.
SYNTHESIS, COMPETITION BINDING AND CONFORMATIONAL STUDIES OF NEW ANALOGUES OF CTERMINAL HEXAPEPTIDE OF NEUROTENSIN
Ch. Petropoulos1, R. Exarchakou1, P. Zoumpoulakis2, C. Potamitis2, N. L. Assimomytis1, M. Venihaki3, G. Liapakis4,
P. Cordopatis1 and V. Magafa1
1
2
Department of Pharmacy, University of Patras
Laboratory of Molecular Analysis, Institute of Organic and Pharmaceutical Chemistry, Athens
3
Department of Clinical Chemistry
4
Department of Pharmacology, Faculty of Medicine, University of Crete
Neurotensin (NT), a tridecapeptide (pGlu-Leu-Tyr-Glu-Asn-Lys-Pro-Arg-Arg-Pro-Tyr-Ile-Leu) was first isolated from
bovine hypothalamus. NT displays a wide spectrum of biological actions in the central nervous system as well as the
periphery of different mammalian species [1]. At central level, NT plays the role of neurotransmitter and/or neuromodulator,
whereas in the anterior pituitary it regulates hormone secretion. In addition NT plays an important role in the function of the
digestive tract and the cardiovascular system of mammals as well as in the regulation of growth of normal and cancer cells.
The plethora of NT actions is mediated through its binding to NT receptors (NTRs). The NTRs are plasma membrane
proteins which belong to the family of G-protein coupled receptors [2]. The C-terminal hexapeptide fragment of NT [NT(813)], which contains the necessary structural requirements to bind and elicit biological effects at NT receptors, is an obvious
lead compound for development. However NT(8-13) is rapidly degraded by peptidases. Therefore, it is important to
synthesize functional NT analogues with stabilized bonds against metabolic deactivation. Based on the above, we herein
report the synthesis of new linear and cyclic analogues of NT with modifications in the basic structure of the C-terminal part
of the molecule needed for function in order to improve the metabolic stability. The analogues contain D-Tyrosine(Ethyl) [DTyr(Et)] or D-1-naphtylalanine [1-Nal] in position 11, D-Arginine in position 8 or 9 and L-Lysine in position 8 or 9. They
were synthesized by the Fmoc/But solid phase methodology [3] utilizing 2-chlorotrityl chloride resin and are now being
tested for their functional properties in binding studies. Competition radioligand binding studies were performed in
membrane homogenates from HT-29 cells endogenously expressing NTRs [4]. A series of NMR spectra including 1H, 2D
TOCSY and 2D NOESY were recorded on a Varian 600MHz spectrometer for two cyclic analogues in order to elucidate
their structure. The conformational properties of the two peptides, as well as similarities and differences between them are
currently studied using NMR spectroscopy and Molecular Dynamics simulations.
REFERENCES
1. Carraway, R. and Leeman, E.S. J.Biol. Chem. 248, 6854-6861 (1973).
2. Vincent, J.P., Mazella, P., Kitabgi, P. Trends Pharmacol. Sci. 20, 302-309 (1999).
3. Fields, B.G., Noble, L.R. Int. J. Pept. Prot Res. 35, 161-214 (1990).
4. Morinville, A., Martin, S., Lavallée, M., Vincent, J.P, Beaudet, A. and Mazella, J. Int. J. Bioch. & Cell Biol. 36, 2153-2168
(2004).
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 99
P34: Β ΚΑΙ Τ ΚΥΤΤΑΡΙΚΟΙ ΕΠΙΤΟΠΟΙ ΤΗΣ ΑΙΜΟΣΥΓΚΟΛΗΤΙΝΗΣ (ΗΑ1) ΤΩΝ ΥΠΟΤΥΠΩΝ ΤΟΥ ΙΟΥ
ΤΗΣ ΓΡΙΠΗΣ Η1Ν1 ΚΑΙ Η5Ν1 ΓΙΑ ΜΕΛΕΤΕΣ ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΣΕΩΝ
Ι. Πλαστήρα1, Σ. Ζευγίτη1, Ε. Πάνου-Πομώνη1, V. Veljkovic2, Μ. Σακαρέλλου-Δαϊτσιώτου1, A. Darji3
1
Ερευνητικό Εργαστήριο Χημείας Πεπτιδίων, Τομέας Οργανικής Χημείας και Βιοχημείας, Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο
Ιωαννίνων
2
Centre for Multidisciplinary Research, Institute of Nuclear Sciences, VINCA, Belgrade, Serbia
3
Centre de Recerca en Sanitat Animal, Barcelona, Spain
Το ενδεχόμενο μιας πανδημίας από ιό γρίπης Η5Ν1 και Η1Ν1 δεν θεωρείται απίθανο αν δεν ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα
ελέγχου. Συνεπώς, το ενδιαφέρον για τη διερεύνηση των ποικίλων παραγόντων που εμπλέκονται στην είσοδο του ιού στα
κύτταρα του ξενιστή, τη μετάδοση μεταξύ των ειδών καθώς και την ταυτοποίηση Β και Τ κυτταρικών επιτόπων είναι μεγάλο
[1]. Η κατανόηση της ανοσολογικής απόκρισης μετά από μια μόλυνση από τον ιό της γρίπης είναι σημαντική για το
σχεδιασμό εμβολίων, φαρμάκων και διαγνωστικών τεχνικών. Με τη βοήθεια μιας βιοπληροφορικής προσέγγισης, που
ονομάζεται Μέθοδος Πληροφοριακών Φασμάτων (Informational Spectrum Method, ISM), βρέθηκε ότι οι πρωτεΐνες ΗΑ1, αν
και πρόκειται για πολύ μεταβλητά μόρια, κωδικοποιούν διατηρημένες πληροφορίες οι οποίες ενδεχομένως να καθορίζουν
την προτίμηση αυτών των πρωτεϊνών για την πρόσδεση στους υποδοχείς τους [2]. Β και Τ κυτταρικοί επίτοποι της
αιμοσυγκολλητίνης ΗΑ1, που προβλέφθηκαν με την ISM τεχνική, συντέθηκαν σε ελεύθερη μορφή ή προσδεδεμένοι σε έναν
τεχνητό φορέα έτσι ώστε να μελετηθούν η χυμική και κυτταρική ανοσολογική απόκριση του ξενιστή κατά τη μόλυνση από
ιό γρίπης. Για το σκοπό αυτό, πειράματα ανοσοποιήσεων με τα πεπτιδικά αυτά σκευάσματα είναι σε εξέλιξη.
B AND T CELL EPITOPES OF HEMAGGLUTININ( HA1) FROM
H1N1 AND H5N1 INFLUENZA VIRUSES FOR IMMUNIZATION STUDIES
J. Plastira1, S. Zevgiti1 , E. Panou-Pomonis1, V. Veljkovic2, M. Sakarellos-Daitsiotis1, A. Darji3
1
Peptide Chemistry Research Laboratory, Biochemistry, Department of Chemistry, University of Ioannina
2
Centre for Multidisciplinary Research, Institute of Nuclear Sciences, VINCA, Belgrade, Serbia
3
Centre de Recerca en Sanitat Animal, Barcelona, Spain
The possibility of an outbreak of H5N1 and H1N1 avian influenza virus is not considered a remote possibility if uncontrolled.
Therefore, there is a great deal of interest in examining the various factors involved in the entry of the virus to the host cells,
the interspecies transmission and the identification of B and T cell epitopes [1]. Understanding of the immune response after
infection with the virus is critical for the design of vaccines, drugs and diagnostics.Using a bioinformatics approach, named
informational spectrum method (ISM), it was found that HA1 proteins, although highly variable molecules, encode conserved
information, which might determine receptor-binding preferences [2]. B and T cell epitopes, either free or ligated to an
artificial carrier were synthesized and are currently used in immunization experiments to understand the host humoral and
cellular immune responses.
REFERENCES
1. Scarlas, Th.; Zevgiti, S.; Droebner, K.; Panou-Pomonis, E.; Planz, O.; Sakarellos-Daitsiotis, M., Influenza virus H5N1
heamagglutinin (HA) T cell epitope conjugates: design, synthesis and immunogenicity. J. Pept. Sci 2010
(wileyonlinelibrary.com) DOI 10.1002/psc.1320
2. Veljkovic, V.; Veljkovic, N.; Muller, C.; Muller, S.; Glisic, S.; Perovic, V.; Kohler, H., Characterization of conserved
properties of heamagglutinin of H5N1 and human influenza viruses: possible consequences for therapy and infection
control. BMC Srtuctural Biology 2009,9:21
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 100
P35:
IN SILICO ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΕΣΗ ΝΕΩΝ ΑΝΑΣΤΟΛΕΩΝ ΤΗΣ ΣΥΝΘΕΤΑΣΗΣ ΤΗΣ
ΤΡΥΠΑΝΟΘΕΙΟΝΗΣ ΜΕ ΠΙΘΑΝΗ ΔΡΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΛΕΙΣΜΑΝΙΑΣΗΣ
Κ. Ποταμίτης1, Π. Ζουμπουλάκης1, G. Maccari2, Θ. Καλογεροπούλου1, M. Botta2
1
2
Ινστιτούτο Οργανικής και Φαρμακευτικής Χημείας, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών Αθήνα
Department of Pharmaceutical Chemistry and Technology, Faculty of Pharmacy,
University of Siena
Τα πρωτόζωα παράσιτα της οικογένειας trypanosomatidae αποτελούν τους φορείς μετάδοσης διάφορων μορφών
λεϊσμανίασης. Η συνθετάση της Τρυπανοθιόνης (TryS) είναι το μόνο ένζυμο υπεύθυνο για τη βιοσύνθεση της
τρυπανοθειόνης στα παθογόνα για τον άνθρωπο παράσιτα Trypanosoma brucei, Trypanosoma cruzi και Leishmania major.
Επομένως, η αναστολή της δράσης της TryS θεωρείται μια ιδιαίτερα ελκυστική στρατηγική στην αντιμετώπιση της
λεϊσμανίασης. Ένα μοντέλο του υποδοχέα της TryS από το παράσιτο Leishmania major δημιουργήθηκε με βάση τις
κρυσταλλικές δομές της συνθετάσης – αμιδάσης της Τρυπανοθειόνης (TSA)1 από το Leishmania major και της συνθετάσης
της Γλουταθειονυλοσπερμιδίνης (GSPS) από το Ε. coli. Βασισμένο σε in silico μελέτες πρόσδεσης (docking) της
γλουταθειόνης στην TryS δημιουργήθηκε ένα μοντέλο φαρμακοφόρων, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως φίλτρο ανίχνευσης
πιθανών αναστολέων μέσα από εμπορικά διαθέσιμες βιβλιοθήκες μορίων.
METHODOLOGIES TOWARDS THE DISCOVERY NOVEL TRYPANOTHIONE SYNTHETASE INHIBITORS
WITH POTENTIAL ANTILEISHMANIAL ACTIVITY
C. Potamitis1, P. Zoumpoulakis1, G. Maccari2, T. Calogeropoulou1, M. Botta2
1
Institute of Organic and Pharmaceutical Chemistry, National Hellenic Research Foundation,
Athens
2
Department of Pharmaceutical Chemistry and Technology, Faculty of Pharmacy,
University of Siena
Protozoan parasites of the trypanosomatidae family are the causative agents of various forms of Leishmaniasis (Leishmania
species). Trypanothinone Synthetase (TryS) is the sole enzyme responsible for the biosynthesis of trypanothione in the
human pathogenic parasites Trypanosoma brucei, Trypanosoma cruzi and Leishmania major. Therefore, TryS inhibition is
considered to be a particularly attractive strategy to fight leishmanial infections. A model of Leishmania major-TryS has been
produced, based on the crystal structures of Leishmania major – Trypanothione Synthetase Amidase (TSA)1 and E. coli –
glutathionylspermidine synthetase (GSPS). Based on the docked complex of the TryS with glutathione, a pharmacophore
model was generated. Pharmacophore-based in silico screening of commercially available compound libraries in combination
with molecular docking studies has led to the identification of putative inhibitor candidates.
REFERENCE
1. Fyfe, P.K.; Oza S.L.; Fairlamb A.H.; Hunter W. N. Leishmania Trypanothione Synthetase-Amidase Structute Reveals a
Basis for Regulation of Conflicting Synthetic and Hydrolytic Activities. J. Biol. Chem. 2008, 283, 17672-17680
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 101
P36:ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΑΛΑΤΟΣ TFA ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΑΣΙΝΗΣ ΙΙ ΣΕ ΑΜΦΟΤΕΡΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ:
ΦΑΣΜΑΤΟΣΚΟΠΙΑ NMR ΚΑΙ ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΕΙΣ ΜΟΡΙΑΚΗΣ ΔΥΝΑΜΙΚΗΣ
Κ. Ποταμίτης1, Π. Ζουμπουλάκης1, Μ. Ζερβού1, A. Ρεσβάνη2, M.E. Ανδρούτσου2, Ι. Ματσούκας2
1
2
Ινστιτούτο Οργανικής και Φαρμακευτικής Χημείας, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα
Εργαστήριο Οργανικής Χημείας, Βιοχημείας και Φυσικών Προϊόντων, Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Πατρών
H ορμόνη Αγγειτασίνη ΙΙ (AII) είναι ο βασικός δραστικός παράγοντας που παράγεται από το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης
και σχετίζεται άμεσα με την αρτηριακή υπέρταση. Παίζει έναν πρωταρχικό ρόλο στη ρύθμιση της πίεσης του αίματος και
στην ομοιόσταση των ηλεκτρολυτών.1 Στόχος αυτής της εργασίας είναι η διαμορφωτική ανάλυση του TFA άλατος της AII
σε αμφοτερικό περιβάλλον (DMSO), που δύναται να προσομοιάζει το βιολογικό. Η ταυτοποίηση του TFA άλατος της AII
επιτεύχθηκε μέσω των 2D NMR φασμάτων TOCSY και ROESY, ενώ κρίσιμες ενδομοριακές αποστάσεις που προέκυψαν
από τα ROE δεδομένα, χρησιμοποιήθηκαν ως περιορισμοί σε προσομοιώσεις Μοριακής Δυναμικής (Molecular Dynamics).
Τα αποτελέσματα αυτών των προσομοιώσεων καταδεικνύουν ότι η AII υιοθετεί μη γραμμική διαμόρφωση με κάμψη του
πεπτιδικού σκελετού στα αμινοξέα Tyr4, Ile5 και His6 και διευθέτηση των πλευρικών τους αλυσίδων προς την ίδια μεριά
του επιπέδου που ορίζεται από τον πεπτιδικό σκελετό. Η σταθεροποίηση της διαμόρφωσης αυτής μπορεί να αποδοθεί στις
υδρόφοβες αλληλεπιδράσεις μεταξύ των πλευρικών αλυσίδων της Val3 και της Pro7 αφενός και της Tyr4, Ile5 και His6
αφετέρου. Η προτεινόμενη διαμόρφωση της AII είναι παρόμοια με αυτή που έχει βρεθεί σε υδατικό περιβάλλον.2
CONFORMATION OF ANGIOTENSIN II TFA SALT IN AMPHOTERIC ENVIRONMENT:
NMR SPECTROSCOPY AND MOLECULAR DYNAMICS SIMULATIONS
C. Potamitis1, P. Zoumpoulakis1, M. Zervou1, A. Resvani2, Μ.Ε. Androutsou2, J. Matsoukas2
1
2
Institute of Organic and Pharmaceutical Chemistry, National Hellenic Research Foundation, Athens,
Laboratory of Organic Chemistry, Biochemistry and Natural Products, Department of Chemistry, University of Patras
The octapeptide hormone Angiotensin II (AII) is the primary active agent produced by the rennin-angiotensin cascade,
directly correlated to hypertension. It plays a central role in the regulation of blood pressure and electrolyte homeostasis.1 The
conformational analysis of AII TFA salt is studied in amphoteric environment (DMSO), which better simulates the biological
environment. Assignment of AII TFA salt was achieved by 2D TOCSY and ROESY NMR spectra, while critical ROE
intramolecular distances were used as constraints at Molecular Dynamics (MD) simulations. The results of these simulations
reveal that AII adopts a folded conformation caused by the backbone bend at the residues Tyr4, Ile5 and His6, as their chains
are oriented on one side of a plane defined by the peptide backbone, while the Val3 and Pro7 are oriented at the opposite side
of the plane. The stabilization of the folded conformation can be explained by hydrophobic interactions between Val3 and
Pro7 side chains and by a hydrophobic cluster formed by the Tyr4, Ile5 and His6 side chains. This conformation of AII is
similar to the one previously described in aqueous environment.2
REFERENCE
1. Timmermans, P. B.; Wong, P. C.; Chiu, A. T.; Herblin, W. F.;Benfield, P.; Carini, D. J.; Lee, R. J.; Wexler, R. R.; Saye, J.
A.; Smith, R. D. Angiotensin II receptors and angiotensin II receptor antagonists. Pharmacol. Rev. 1993, 45, 205-251.
2. Tzakos, A. G.; Bonvin A. M. J. J.; Troganis A.; Cordopatis P.; Amzel M. L.; Gerothanassis I. P.; van Nuland N. A. J. On
the molecular basis of the recognition of angiotensin II (AII) NMR structure of AII in solution compared with the X-ray
structure of AII bound to the mAb Fab131. Eur. J. Biochem. 2003, 270, 849–860.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 102
P37:
ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΗ ΑΛΚΥΛΙΩΣΗ ΚΥΣΤΕΪΝΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΣΥΝΘΕΣΗ ΠΕΠΤΙΔΙΩΝ ΣΕ ΣΤΕΡΕΑ ΦΑΣΗ.
Π. Σταθόπουλος, Χ. Παππάς, Ε. Κυριακού, Β. Μούσης, Nisar Abdul Sayyad, Α. Τζάκος, Β. Τσίκαρης
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Ένα σημαντικό πρόβλημα που παρατηρείται κατά την σύνθεση πεπτιδίων με την Fmoc/tBu στρατηγική αποτελούν οι
ανεπιθύμητες παράπλευρες αντιδράσεις που πραγματοποιούνται κατά την όξινη αποκοπή του πεπτιδίου από την ρητίνη.
Ειδικότερα, έχει αναφερθεί αλκυλίωση ινδολικού δακτυλίου τρυπτοφάνης από τον βραχίονα της Wang ρητίνης κατά το
τελικό στάδιο απομάκρυνσης του πεπτιδίου από το στερεό πολυμερές, οδηγώντας σε μειωμένες αποδόσεις των επιθυμητών
βιοδραστικών πεπτιδίων1,2. Μελετήσαμε, σε μια σειρά πεπτιδικών μοντέλων κυστεΐνης την πιθανότητα ανάλογης
αλκυλίωσης της θειολομάδας της κυστεΐνης. Θα παρουσιάσουμε, με τη χρήση μεθόδων LC-MS και NMR πως οι όξινες
συνθήκες που επικρατούν κατά το τελικό στάδιο της απομάκρυνσης του πεπτιδίου από τη ρητίνη, οδηγούν σε ανεπιθύμητη
αλκυλίωση της παράπλευρης αλυσίδας της κυστεΐνης. Η παραπάνω αλκυλίωση εξαρτάται από την θέση της κυστεΐνης στην
αμινοξική αλληλουχία και τρόποι περιορισμού αυτής της αλκυλίωσης θα αναπτυχθούν 3.
UNEXPECTED SIDE REACTIONS IN THE SPPS OF CYS-CONTAINED PEPTIDES
P. Stathopoulos, C. Pappas, E. Kyriakou, V. Mousis, Nisar Abdul Sayyad, A. Tzakos, V. Tsikaris
Department of Chemistry, University of Ioannina
In the past the formation of peptide side products upon the decomposition of resin linkers during cleavage of the peptides in
the Fmoc strategy has been referenced1,2. Synthesis of several cys-containing biologically active peptides on specific solid
supports afforded significant amounts of side-products. We used a battery of analytical tools and monitored the occurrence of
an unexpected alkylation on cystein residues as a result of resin decomposition under TFA treatment. The sequence
dependence of this alkylation as also reaction optimization efforts will be presented3.
REFERENCES
1. Giraud, M.; Cavelier, F.; Martinez, J.; J. Peptide Sci. 1999, 5, 457
2. Stathopoulos, P.; Papas, S.; Tsikaris, V.; J. Peptide Sci. 2006, , 12, 227
3. Stathopoulos et al., submitted.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 103
P38: ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΗΣ ΜΟΡΙΑΚΗΣ ΠΡΟΣΔΕΣΗΣ ΠΙΘΑΝΩΝ ΑΝΑΣΤΟΛΕΩΝ ΤΗΣ ΛΙΠΑΣΗΣ
ΤΗΣ ΜΟΝΟΑΚΥΛΟΓΛΥΚΕΡΟΛΗΣ
Ν. Σταυρινουδάκης1, Ν. Νεοφύτου1, Γ. Κόκοτος1, Θ. Μαυρομούστακος1
1
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Χημείας, Εργαστήριο Οργανικής Χημείας, Αθήνα
Η 2-αραχιδονοϋλογλυκερόλη (2-AG) διαθέτει ένα ευρύ φάσμα φαρμακολογικών ιδιοτήτων, όπως η ρύθμιση της
απελευθέρωσης νευροδιαβιβαστών, της ανάπτυξης των καρκινικών κυττάρων και του αναλγητικού στρες, καθώς και του
ελέγχου των φλεγμονών του νευρικού συστήματος. Η λιπάση της μονοακυλογλυκερόλης (MAGL) είναι το κυριότερο
ένζυμο, υπεύθυνο για το μεταβολισμό της 2-AG, μέσω της in vivo υδρόλυσης αυτής. Μία προσέγγιση ώστε να ανακτηθούν
οι φαρμακολογικές ιδιότητές της, θεωρείται η αναστολή του ενζύμου της MAGL. Μέσω πειραμάτων μοριακής πρόσδεσης
στοχεύεται να εξευρεθούν καινοτόμες δομές με υψηλότερο βαθμό πρόσδεσης και με προοπτική τη μελλοντική σύνθεση
αυτών στο εργαστήριο. Ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα κατά τον ορθολογικό σχεδιασμό αναστολέων της MAGL είναι η
χρήση βιολογικών αναφορών οι οποίες ορισμένες φορές καταλήγουν σε αντικρουόμενα αποτελέσματα. Για να ξεπερασθεί
αυτή η δυσκολία, η σύγκριση των πειραματικών αποτελεσμάτων μοριακής πρόσδεσης έγινε σε αυτά που χρησιμοποιήθησαν
ταυτόσημες συνθήκες. Ένα ακόμη πρόβλημα που προέκυψε κατά την εφαρμογή των πειραμάτων, είναι η παρουσία μόνο
μιας κρυσταλλογραφικής μελέτης στην οποία ο αναστολέας JZL184 είναι προσδεμένος στο ένζυμο. Αυτή η έλλειψη
κρυσταλλογραφικών δεδομένων καθιστά δύσκολη την εξερεύνηση του τρόπου με τον οποίο προσδένονται τα υπό εξέταση
ανάλογα καθώς αποδεικνύεται ότι προσεγγίζουν το καθένα με διαφορετικό τρόπο το ενεργό ή αλλοστερικό κέντρο.
Πρόσδεση συνθετικού αναλόγου ATFMK στο ενεργό κέντρο του υποδοχέα της MAGL.
Molecular docking of the synthetic analog ATFMK in the active site of MAGL receptor
DOCKING STUDIES OF NOVEL SYNTHETIC ANALOGS AT MONOGLYCERIDE LIPASE
N. Stavrinoudakis1, N. Neophytou1, G. Kokotos1, T. Mavromoustakos1
1
National Capodistrian University of Athens, Chemistry Department, Laboratory of Organic Chemistry, Athens
2-arachidonylglycerol (2-AG) possesses a wide range of pharmacological properties including the modulation of
neurotransmitter release, control of neuroinflammation and regulation of cancer cell growth to stress-induced analgesia.
Monoglyceride lipase (MGL) plays an important role in its metabolism by in vivo hydrolyzing it. To restore its
pharmacological properties MAGL inhibition might be beneficial. We are applying docking studies aiming to formulate
novel structures with higher binding scores as potential synthetic new leads. One significant problem to apply rational design
in the inhibition of MAGL enzyme is the use of various biological essays which in some cases lead to controversial results.
To overcome this difficulty we have applied docking results at the molecules subjected to identical biological assays. Another
problem encountered in the application of docking studies is the presence of only one x-ray crystallographic result in which
MAGL is co-crystallized with JZL-184. Such an absence of crystallographic data make difficult the decision of the exact
mode of action for novel compounds as they found to approach in a different ways the active or allosteric sites.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 104
P39:
ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΙ ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΣΥΜΠΥΚΝΩΜΕΝΩΝ ΠΥΡΙΔΟ[f]ΚΟΥΜΑΡΙΝΙΚΩΝ
ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ
Θ. Συμεωνίδης1, Μ. Καλλιτσάκης1, Κ. Ε. Λίτινας1 και Δ. Ι. Χατζηπαύλου-Λίτινα2
1
2
Εργαστήριο Οργανικής Χημείας, Τμήμα Χημείας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Τομέας Φαρμακευτικής Χημείας, Τμήμα Φαρμακευτικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Οι συμπυκνωμένες πυριδοκουμαρίνες παρουσιάζουν ενδιαφέρουσες βιολογικές δράσεις. 1 Στην εργασία αυτή συντίθενται
συμπυκνωμένα πυριδο[f]κουμαρινικά παράγωγα. Τα 6-αμινοκουμαρινικά παράγωγα 1a-d συντέθηκαν με αναγωγή από τα
αντίστοιχα 6-νιτροκουμαρινικά παράγωγα και με προπαργυλίωση2 τους με προπαργυλοβρωμίδιο (2) σχηματίσθηκαν τα 6προπαργυλαμινοκουμαρινικά παράγωγα 3a-d. Τα τελευταία με την επίδραση μικροκυμάτων σε DMF παρουσία BF3/Et2O
οδήγησαν στα συμπυκνωμένα πυριδο[f]κουμαρινικά παράγωγα 4a,c,e. Οι νέες αυτές ενώσεις μελετήθηκαν βιολογικά για
την αντιοξειδωτική τους δράση3 και την ικανότητά τους να αναστέλλουν την λιπιδική υπεροξείδωση. 3
ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ: Είμαστε ευγνώμονες για την χρηματοδότηση της παρούσας ερευνητικής προσπάθειας από το πρόγραμμα
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΙΙ (Θ. Συμεωνίδης).
SYNTHESIS AND BIOLOGICAL EVALUATION OF FUSED PYRIDO[f]COUMARIN DERIVATIVES
Th. Symeonidis1, M. Kallitsakis1, K. E. Litinas1 and D. J. Hadjipavlou-Litina2
1
2
Laboratory of Organic Chemistry, Chemistry Department, Aristotle University of Thessaloniki
Department of Pharmaceutical Chemistry, School of Pharmacy, Aristotle University of Thessaloniki
Fused pyridocoumarins possess interesting biological activities.1 Fused pyrido[f]coumarin derivatives are received in this
work. The 6-aminocoumarin derivatives 1a-d prepared by reduction of the corresponding 6-nitrocoumarin derivatives and
with propargylation2 by propargyl bromide (2) resulted to the 6-propargylaminocoumarin derivatives 3a-d. MW irradiation of
the later in DMF in the presence of BF3/Et2O led to the fused pyrido[f]coumarin derivatives 4a,c,e. The received new
compounds are tested as antioxidants3 and for their influence on lipid peroxidation.3
ACKNOWLEDGEMENTS: This work was supported by the Program HRAKLEITOS II (T. Symeonidis)
REFERENCES
1. Galariniotou, E.; Fragos, V.; Makri, A.; Litinas, K. E.; Nicolaides, D. N. Tetrahedron, 2007, (63), 8298.
2. Litinas, K. E.; Symeonidis, T. Tetrahedron 2010, (66), 1289.
3. Symeonidis, Τ.; Chamilos, M.; Hadjipavlou-Litina, D. J.; Kallitsakis, M.; Litinas, K. E. Bioorg. Med. Chem. Lett.
2009, (19), 1139.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 105
P40:
ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΙ ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΠΙΣΗΜΑΣΜΕΝΗΣ ΜΕ 111In
[DOTA0,Arg4,DTrp8,DCys14]SS14
Α. Τάτση1,2, Θ. Μάϊνα1, B. Waser3, R. Cescato3, Π. Ι. Μαρσουβανίδης1, Ε. P. Krenning4, M. de Jong4, J. C. Reubi3, Π.
Κορδοπάτης2, B. A. Nock1
1
Μοριακή Ραδιοφαρμακευτική, Ι/Ρ-ΡΠ, ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος», Αθήνα
2
Φαρμακευτικό Τμήμα, Πανεπιστήμιο Πάτρα,
3
Institute of Pathology, University of Bern
4
Department of Nuclear Medicine, Erasmus MC, Rotterdam, The Netherlands
Έχουμε πρόσφατα ασχοληθεί με την ανάπτυξη ραδιοπεπτιδίων πανσωματοστατίνης για την αποτελεσματική in vivo
στόχευση hsst1-5+-όγκων. Η οδηγός ένωση [111In-DOTA0,DTrp8]SS14 ([111In]AT2S), παρά τον χαρακτήρα
πανσωματοστατίνης, επέτυχε μέτρια στόχευση των όγκων αυτών λόγω ταχείας αποικοδόμησης στο αίμα πειραματοζώων.
Επιχειρήσαμε εδώ περαιτέρω σταθεροποίηση με αντικατάσταση της Cys 14 από DCys14 στον πεπτιδικό δακτύλιο. Αυτή η
τροποποίηση έχει δειχθεί ότι αυξάνει τη βιολογική δραστικότητα σε σειρά in vivo αναλύσεων. Περαιτέρω αντικατάσταση
της Lys4 από Arg4 αποσκοπούσε στη μείωση της νεφρικής πρόσληψης. Μετά τη σύνθεση σε ρητίνη της αλληλουχίας DOTAAla1-Gly2-Cys3-Arg4-Asn5-Phe6-Phe7-DTrp8-Lys9-Thr10-Phe11-Thr12-Ser13-DCys14
ακολούθησε
αποπροστασία
και
αποδέσμευση με TFA. Η κυκλοποίηση μεταξύ Cys 3-DCys14 πραγματοποιήθηκε με οξείδωση με ιώδιο. Σε πειράματα
αυτοραδιογραφίας υποδοχέων το AT8S επέδειξε καλή συγγένεια και για τους πέντε hsst 1-5 με τα αντίστοιχα IC50s (nM) να
έχουν προσδιορισθεί ως εξής: hsst1= 38±18; hsst2= 1.6±0.5; hsst3= 16±6.2; hsst4= 2.8±0.3; και hsst5= 25±11. Με ανάλυση
HPLC αίματος ποντικού 5 min μετά τη χορήγηση [ 111In]AT8S ανιχνεύθηκε έως 10% αρχικού πεπτιδίου. Σε ποντίκια SCID
με πειραματικούς όγκους AR4-2J το [111In]AT8S εντοπίστηκε στα rsst2A+-μοσχεύματα (1.43±0.41%ID/g vs. 0.24±0.05%ID/g
– block, σε 4 h pi). Με εισαγωγή δεύτερου D-αμινοξέος στον 12-μελή δακτύλιο της [111In]AT8S, διατηρήθηκε ο χαρακτήρας
πανσωματοστατίνης, ενώ η in vivo σταθερότητα αυξήθηκε μέτρια και η εντόπιση σε όγκους παρέμεινε χαμηλή. Παρά τη
μείωση της νεφρικής πρόσληψης κατά το ήμισυ σε σχέση με το [ 111In]AT2S, περαιτέρω βελτιώσεις της φαρμακοκινητικής
κρίνονται αναγκαίες.
SYNTHESIS AND BIOLOGICAL EVALUATION ΟF 111In-LABELED [DOTA0,Arg4,DTrp8,DCys14]SS14
A. Tatsi1,2, T. Maina1, B. Waser3, R. Cescato3, P. J. Marsouvanidis1 , Ε. P. Krenning4, M. de Jong 4, J. C. Reubi3, P.
Cordopatis2, B. A. Nock1
1
Molecular Radiopharmacy, I/R-RP, NCSR “Demokritos”, Athens
2
Department of Pharmacy, University of Patras
3
Institute of Pathology, University of Bern
4
Department of Nuclear Medicine, Erasmus MC, Rotterdam, The Netherlands
We have recently been engaged in the development of “pansomatostatin” radioligands capable to target hsst 1-5+-tumors in
vivo. One of our first analogs, [111In-DOTA0,DTrp8]SS14 ([111In]AT2S), a true pansomatostatin radioligand, could target such
tumors only to a moderate extent due to fast breakdown in the blood of mice. We now attempted further stabilization of this
motif by replacing Cys14 by DCys14 in the peptide ring. This modification was previously reported to enhance biological
activity in a series of in vivo assays. Further substitution of Lys4 by Arg4 aimed to reduce renal values. The resin-anchored
DOTA-Ala1-Gly2-Cys3-Arg4-Asn5-Phe6-Phe7-DTrp8-Lys9-Thr10-Phe11-Thr12-Ser13-DCys14 sequence was cleaved from the
resin and deprotected with TFA. Cyclization of Cys3-DCys14 was achieved by iodine oxidation. During hsst1-5+autoradiography, AT8S exhibited good affinity to all hsst1-5 with the respective IC50s (nM) determined as follows: hsst1=
38±18; hsst2= 1.6±0.5; hsst3= 16±6.2; hsst4= 2.8±0.3; and hsst5= 25±11. By HPLC analysis of blood collected 5 min after
injection of [111In]AT8S in mice 10% of the original peptide was still detected. In SCID mice bearing AR4-2J tumors,
[111In]AT8S specifically localized in the rsst2A+ implants (1.43±0.41%ID/g vs. 0.24±0.05%ID/g – block, at 4 h pi). By
introduction of a second D-amino acid in the 12-member ring of [111In]AT8S, the pansomatostatin character was preserved
while in vivo stability moderately increased and tumor uptake remained sub-optimal. Despite reduction of kidney values by
half as compared to [111In]AT2S further pharmacokinetic improvements are warranted.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 106
P41: ΟΙ ΑΛΛΗΛEΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΜΟΡΙΩΝ ΜΕ ΑΣΠΑΡΤΙΚΕΣ ΠΡΩΤΕΑΣΕΣ
Χ. Τζούπης1, 2, Γ. Λεώνης1, Θ. Μαυρομούστακος1, 2, Μ. Παπαδόπουλος1
1
Ινστιτούτο Οργανικής και Φαρμακευτικής Χημείας, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα
2
Τμήμα Χημείας, Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Οι οικογένεια των ασπαρτικών πρωτεασών περιλαμβάνει δύο σημαντικές πρωτεΐνες, την πρωτεάση του ιού HIV-1 και τη
ρενίνη, που αποτελούν στόχο διαφόρων φαρμάκων. Για να μελετηθούν οι διαφορές και οι ομοιότητες των δύο πρωτεϊνών
στον τρόπο δράσης τους, χρησιμοποιούμε ως αναστολέα και στις δύο περιπτώσεις την ένωση 1. Οι δύο πρωτεΐνες έχουν
κοινά δομικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά καθώς ανήκουν στην ίδια οικογένεια. Το καταλυτικό τους κέντρο (Asp-ThrGly) βρίσκεται τοποθετημένο σε μια κοιλότητα και για τις δύο (Εικόνα 1). Μέθοδοι μοριακής δυναμικής και MM/PBSA
χρησιμοποιήθηκαν για τη μελέτη των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των ενζύμων και του προσδέτη. Ο στόχος της ερευνητικής
αυτής εργασίας είναι να ταυτοποιηθούν οι ομοιότητες και οι διαφορές του τρόπου πρόσδεσης της ένωσης 1 με τις δύο
ασπαρτικές πρωτεάσες.
a.
b.
Εικόνα 1: (α) HIV-1 PR και (β) Renin με το μόριο προσδέτη 1. Το ενεργό κέντρο επισημαίνεται με κόκκινο χρώμα και στα δύο
ένζυμα.
Figure 1: (a) HIV-1 PR and (b) Renin complexed with comp. 1. In both proteins the active site is coloured red.
ΤΗΕ INTERACTIONS OF DRUGS WITH ASPARTIC PROTEASES
Η. Tzoupis1, 2, G. Leonis1, T. Mavromoustakos1,2 , M. G. Papadopoulos1
1
Institute of Organic and Pharmaceutical Chemistry, National Hellenic Research Foundation, Athens,
2
Chemistry Department, National and Kapodistrian University of Athens
Two proteins belonging to the family of aspartic proteases, HIV-1 protease and renin, are complexed with the same ligand
(compound 1) are studied in order to identify the differences and similarities in their mode of action. As members of the same
family of proteins, they share common structural and functional characteristics. The catalytic site (Asp-Thr-Gly) for both
proteins resides in a cavity (Fig. 1). Molecular dynamics simulations and MM/PBSA methods were employed for the study of
the interactions between the proteins and the ligand. The aim of this study is to identify the similarities and differences of the
binding motif of compound 1 at the two aspartic proteases.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 107
P42: SELECTIVE BETA2-ADRENERGIC ACTIVATION VIA A COMBINATION OF
ATENOLOL/FORMOTEROL ADMINISTRATION INCREASES SIGNIFICANTLY THE CORONARY BLOOD
FLOW IN ISOLATED RAT HEARTS
Dion. Watson, M. Sargiannou, C. Anagnostopoulos
Laboratory of Physiology. Medical School, Patras
Background and purpose: Adrenergic agonists have been used for decades in cardiology in a variety of clinical scenarios
involving low cardiac output as well as during and after cardiac surgery. Commonly used adrenergic agonists have a variety
of specifities, but rely primarily on beta1-adrenergic activation to stimulate cardiac function. Knowledge is limited regarding
the application of beta2-agonists to this end, even though their vasodilation effect may be beneficial. This study was
conducted in order to assess the efficacy of one such beta2-adrenergic agonist, formoterol, in augmenting cardiac function.
Experimental approach: The hearts of 10 fully anesthetized female Wistar rats were excised surgically, and subsequently
kept functional in an ex vivo isolated heart preparation (Langendorff apparatus). After placement on the Langendorff
apparatus, hearts were subjected to a dose of the beta1-blocker atenolol, and 5 minutes later to a combined
formoterol/atenolol dose. Atenolol was used to minimize the beta1-agonist action of formoterol. Left ventricular pressure
(LVP), heart rate (HR), and coronary flow (CF) were monitored throughout the experimental procedure.
Key Results: CF analysis (n=10) showed a mean increase of 15% (p<0.05) after formoterol/atenolol administration
(compared to baseline and post-atenolol values, separately). This effect lasted at 20 minutes post-administration. Identical
testing was performed to assess LVP (n=9) and HR (n=8) variance. Here, statistically significant differences included an
early 41% increase in LVP and a late (>20minutes post-administration) 27% increase in HR. Correlation testing showed that
CF increase was independent to LVP and HR increases.
Conclusions and implications: Our results indicate that the beta2-agonist formoterol not only successfully increases heart rate
and contractility, but also increases coronary flow, most likely by means of beta2-mediated coronary vasodilation. This
pharmacological profile may prove to be especially beneficial in situations where cardiac output must be increased, while
adequate myocardial oxygen delivery needs to be maintained.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 108
P43: ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΤΥΠΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΨΥΧΟΠΑΘΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑΣ ΜΕ ΤΟN
ΠΟΛΥΜΟΡΦΙΣΜΟ 5-HTTLPR ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΟΥ ΓΟΝΙΔΙΟΥ ΤΟΥ
ΜΕΤΑΦΟΡΕΑ ΤΗΣ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ
Ε. Δεληγιάννη, Λ. Ξηρός, Φ. Γουρζής, Χ. Φλωρδέλλης
Medicine School of Patras-Department of Pharmacology, Patras
Διενεργήθηκε συγκριτική μελέτη ώστε να διερευνηθεί αν ο 5-HTTLPR γενετικός πολυμορφισμός συσχετίζεται με τους
υποτύπους της σχιζοφρένειας, τα θετικά και αρνητικά της συμπτώματα (μετρηθέντα με την PANSS κλίμακα), τη γενικότερη
ψυχοπαθολογία ή την καταθλιψη (μετρηθείσα με την CDS) την οποία αναπτύσσουν οι σχιζοφρενείς ασθενείς. Ο
μεταφορέας (5HTT) της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (5-υδροξυτρυπταμίνη ή 5-ΗΤ) έχει ενοχοποιηθεί για ψυχιατρικές
διαταραχές και είναι η περιοχή δράσης των ευρέως χρησιμοποιούμενων αναστολέων της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης
και άλλων αγχολυτικών φαρμάκων. Ο μεταφορέας ρυθμίζεται από έναν κοινό πολυμορφισμό στην περιοχή ελέγχου του. Η
βραχεία παραλλαγή του πολυμορφισμού μειώνει την μεταγραφική ικανότητα του 5-ΗΤΤ γονιδίου του προαγωγέα με
αποτέλεσμα μειωμένη έκφραση του μεταφορέα και επαναπρόσληψης της σεροτονίνης.Η μελέτη σε ένα δείγμα 65
σχιζοφρενών ασθενών, 30 με τον γονότυπο s/l ,22 με τον s/s και 13 με τον l/l δεν αποκάλυψε στατιστικώς σημαντική
συσχέτιση μεταξύ του γονότυπου για τον 5-HTTLPR πολυμορφισμού και του φαινότυπου των σχιζοφρενών
καταδεικνύοντας ότι το σεροτονινεργικό σύστημα παρά το ότι συμβάλλει δεν είναι από μόνο του υπεύθυνο για αυτόν, αλλά
σ φαινότυπος της σχιζοφρένειας είναι αποτέλεσμα πολύπλοκης αλληλεπίδρασης γενετικών και περιβαλλοντικών
παραγόντων.
ASSOCIATION OF SUBTYPES AND PSYCHOPATHOLOGY OF SCHIZOPHRENIA WITH POLYMORHISM 5HTTLPR IN THE SEROTONIN TRANSPORTER GENE REGULATORY REGION
E. Deligianni, L. Xiros, P. Gourzis, X. Flordellis
Medicine School of Patras-Department of Pharmacology, Patras
A cohort study was conducted to investigate whether the 5-HTTLPR genetic polymorphism is accociated with the subtypes
of schizophrenia, positive and negative symptoms (measured by PANSS scale), general psychopathology, or depression
(measured by CDS) that schizophrenic patients develop. Transporter-facilitated uptake of serotonin (5-hydroxytryptamine or
5-HT) has been implicated in psychiatric disorders and is the site of action of widely used uptake-inhibiting antidepressant
and antianxiety drugs. Human 5-HT transporter (5-HTT) gene transcription is modulated by a common polymorphism in its
upstream regulatory region. The short variant (s) of the polymorphism reduces the transcriptional efficiency of the 5-HTT
gene promoter, resulting in decreased 5-HTT expression and 5-HT uptake. The association study in a sample totaling 65
schizophrenic patients, 30 with the s/l genotype, 22 with the s/s and 13 with the l/l, revealed no statistic significant relevance
between the 5-HTTLPR genotype and the schizophrenic phenotype, showing that although 5-HTT has long been suspected to
play a role in behavioral and psychiatric disorders, it is not the only one responsible, but there is a complex interaction
between environmental and genetic factors that generates the phenotype of schizophrenia.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 109
P44: DESIGNED FABRICATION OF MULTIFUNCTIONAL MICROCONTAINERS FOR
BIOLOGICAL APPLICATIONS
P. Bilalis, E. K. Efthimiadou, A. Chatzipavlidis, G. C. Kordas*
Institute of Materials Science, NCSR “DEMOKRITOS”, Ag. Paraskevi Attikis, Athens 15310, Greece
In recent years, the design of multifunctional polymeric materials in the submicrometer size has been considerably improved
due to their wide applications in the fields of biomedicine [1]. Particularly, hollow polymeric micro- and nanospheres have
attracted a great deal of attention due to their wide range of applications. These structures have potential utility in
encapsulation and controlled release of various biomolecules such as genes, peptides, and drugs [2].
A variety of multi stimuli-responsive microcontainers have been synthesized that are capable of conformational and chemical
changes on receiving an external signal. These changes are accompanied by variations in the physical properties of the
polymer. The signal is derived from changes in the materials’ environment, such as a change in temperature [3] or in pH [4].
In the present work, we present the synthesis of novel multiresponsive composite microcontainers with thermal, pH and
magnetic responsive characteristics. Specifically, pH and thermal responsive microcontainers were prepared using the
distillation precipitation polymerization method with magnetic nanoparticles (Fe3O4) encapsulated either in the shell or in
the core. Daunorubicin hydrochloride (DNR) was loaded into the microcontainers and release profile was studied by UV-Vis
Spectroscopy.These novel hybrid microstructures were characterized with transmission electron microscopy (TEM),
scanning electron microscopy (SEM), dynamic light scattering (DLS), vibrating sample magnetometry (VSM), X-ray
diffraction (XRD) and FT-IR spectra.
REFERENCES
[1] Kataoka K. et al, Angew. Chem. Int. Ed. 42 (2003) 4640-4643.
[2] Minko S. et al, Nature Materials 9 (2010) 101-113.
[3] Piskin E. et al, Prog. Polym. Sci. 32 (2007) 534-595.
[4] Sukhorukov G.B. et al, Langmuir 20 (2004) 7265.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 110
P45:SMART NANOPARTICLES AS NEW DRUG DELIVERY SYSTEMS: BIOAPPLICATIONS
E. K. Efthimiadou1, P. Bilalis1, C. G. Tapeinos, G. K. Kordas1*
1
Institute of Material Sciences, NCSR “Demokritos”, 15310 Aghia Paraskevi Attikis, Greece; E-mail
address*:[email protected]
In recent years, organic nanocontainers have been used widely for bioapplications, such as encapsulation for controlled
release of drugs and specific delivery. This enormous progress was followed by hollow nanospheres synthesis. Traditional
strategies to synthesize hollow nanospheres, mainly use polymer, silica beads, emulsion droplets and organic aggregates as
templates [1, 2]. However, such nanocontainers are usually complicated for biological application, but organic
nanocontainers are more promising for this scope. For these reasons, significant progress has been made in the design and
synthesis of hollow polymer particles by a variety of physical and chemical methods. Synthetic microspheres have special
properties, including pH- sensitive, thermo-sensitive, redox- sensitive and dual thermo-responsive and pH, have been
prepared by different techniques with a broad spectrum of applications [3, 4].
In this work, we have synthesized both, micelles and nanocontainers which present specific pH, temperature and magnetic
properties. These novel nanocontainers were characterized structural with FT-IR spectroscopy and morphological with
transmission electron microscopy (TEM), scanning electron microscopy (SEM), dynamic light scattering (DLS). The
magnetic properties were studied via vibrating sample magnetometry (VSM) and X-ray diffraction (XRD).The synthesized
nanocontainers were studied for their loading and release behavior of two drugs, Daunorubicin and Leuprolide. These two
drugs are known in medicine about their uses in a broad spectrum of cancer types, such as breast and prostate. Biological
evaluation of the synthesized nanocontainers is under investigation [5-7].
REFERENCES
[1] Kataoka K. et al, Angew. Chem. Int. Ed. 42 (2003) 4640-4643.
[2] Minko S. et al, Nature Materials 9 (2010) 101-113.
[3] Piskin E. et al, Prog. Polym. Sci. 32 (2007) 534-595.
[4] Sukhorukov G.B. et al, Langmuir 20 (2004) 7265.
[5] G.S. Kwon, T.Okano, Adv. Drug Deliv. Rev. 21 (1996) 107– 116.
[6] M.C. Jones, J.C. Leroux, Eur. J. Pharm. Biopharm. 48 (1999) 101–111.
[7] N. Oku, Y. Namba, S. Okada, Biochim. Biophys. Acta 26 (1992) 255– 260.
ACKNOWLEDGMENTS
This work was supported by scientific programme “IDEAS”, ERC Advanced Grand Nanotherapy. Project Reference:
232959.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 111
P46: ΟΙ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ BV6 ΣΤΙΣ ΛΙΠΙΔΙΚΕΣ ΔΙΠΛΟΣΤΙΒΑΔΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟΝ AT1 ΥΠΟΔΟΧΕΑ
Α. Κουκουλίτσα1, Δ. Ντουντανιώτης2, Π. Χατζηγεωργίου3, Γ.Αγγελής2, A. Ρεσβάνη2, I. Ματσούκας2 , S. Durdagi4,
G. Mali5, Θ. Μαυρομούστακος1
1
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Εργαστήριο Οργανικής Χημείας, Aθήνa
2
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Πατρών, Πάτρα
3
Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Εργαστήριο Φυσικοχημείας, Aθήνα
4
Institute for Biocomplexity and Informatics, Department of Biological Sciences, University of Calgary, Calgary, Alberta,
Canada
5
Laboratory for Inorganic Chemistry and Technology, National Institute of Chemistry, Hajdrihova 19, SI-1001 Ljubljana,
Slovenia
Το μόριο BV6 (Eικ.1) είναι ένα συνθετικό ανάλογο με υποσχόμενες βιολογικές ιδιότητες και δρα ως ανταγωνιστής του ΑΤ1
υποδοχέα της Αγγειοτενσίνης ΙΙ. Η ισχυρή βιοδραστικότητα του μορίου κίνησε το ενδιαφέρον μας να μελετήσουμε τις
ιδιότητες του στις λιπιδικές διπλοστιβάδες με χρήση Διαφορικής Θερμιδομετρίας Σάρωσης, Ακτίνων-Χ, φασματοσκοπίας
Raman και Πυρηνικού Μαγνητικό Συντονισμού σε στερεή κατάσταση. Επιπρόσθετα, μελέτες μοριακής πρόσδεσης και
δυναμικής εφαρμόσθηκαν για να μελετηθούν οι αλληλεπιδράσεις του μορίου στο κέντρο δράσης του, τον ΑΤ 1 υποδοχέα. Η
σύγκριση των αποτελεσμάτων με αυτών της λοσαρτάνης θα επιτρέψει την εξήγηση των φαρμακολογικών τους ιδιοτήτων.
Εικ. 1: Χημική δομή της ένωσης BV6
Fig. 1: Chemical structure of BV6
THE EFFECTS OF BV6 AT LIPID BILAYERS AND AT THE AT1 RECEPTOR SITE
C. Koukoulitsa1, D. Ntountaniotis2, P. Chatzigeorgiou3, G. Agelis2, A. Resvani2, J. Matsoukas2, S. Durdagi4, G. Mali5,
T. Mavromoustakos1
1
University of Athens, Department of Chemistry, Laboratory of Organic Chemistry, Athens
2
Department of Chemistry, University of Patras, Patras 26500, Greece
3
University of Athens, Department of Chemistry, Laboratory of Physical Chemistry, Athens
4
Institute for Biocomplexity and Informatics, Department of Biological Sciences, University of Calgary, Calgary, Alberta,
Canada
5
Laboratory for Inorganic Chemistry and Technology, National Institute of Chemistry, Hajdrihova 19, SI-1001 Ljubljana,
Slovenia
BV6 (Fig.1) is a synthetic promising molecule designed as AT1 antagonist. Biological tests showed that it has similar
properties with losartan. The high activity of the molecule triggered our interest to study its interactions in the lipid bilayer
and examine its role in its bioactivity. In particular, we have performed Differential Scanning Calorimetry, X-ray diffraction,
Raman and solid state Nuclear Magnetic Resonance spectroscopy studies to reveal its thermal and dynamic effects in lipid
bilayers. In addition, docking and Molecular Dynamics studies complemented the biophysical results in order to study its
interactions at the receptor site. The obtained results were compared with those of losartan in order to show the similarities
and differences in the two sites and explain their pharmacological properties.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 112
Κατάλογος Συγγραφέων
List of Αuthors
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 113
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 114
A
Agelis G.
Alexopoulos P.
Alissafi T.
Anagnostopoulos C.
Androutsou M.E.
Apostolopoulos V.
Argyropoulos N.
Argyropoyloy E.
Assimomytis N.
L16, L26, P12, P46
L32
L10
L28, P41
L16, L33, P36
L18
P05
P05
P33
B
Bairaktari E.
Bakandritsos A.
Balafas E.
Balliu A.
Banti C. N.
Barlos K.
Bilalis P.
Boulsourani Z.
Boumpas D.
L34
L03
L02
P23
P24
L20
P44, P45
P25
L10
C
Camoutsis Ch.
Calogeropouloy T.
Ceskato R.
Charalabopoylos K.
Charisiadis P.
Chatzigeorgiou P.
Chatzikostas C.
Chatzipavlidis A.
Chouldhary M. I.
Christodoulou M. I.
Christopoylos T.
Cordopatis P.
P06, P27
L31, P35
P40
P24
P15
P28, P46
P11
P44
P11
L05
L12
P33, P40
D
Dangaj D.
Darji A.
Davlouros P. A.
Deligianni E.
Dendrinou - Samara C.
Deraos G.
Dietrich U.
Dimisianos N.
Dimitriades G.
P09
P34
L32
P43
P25
L10
P16
L08, L15
L05
Dimopoulos A. M.
Dinos G.
Drainas C.
Durdagi S.
L05
P14
P23
P07, P46
E
Efthimiadou E.
Efthimiopoulos S.
Eikosipentaki A.
Exarhakou R.
Exarhou V.
P44, P45
L30
P03
P33
L34
F
Flordellis X.
Friligou I.
P43
L08, P26
G
Galanis A.
Georgakaki D.
Georgakopoulos C.
Georgitsi M.
Geromichalos G. D.
Gerothanassis I.
Giagini A.
Giannakakis A.
Giannoulis A. P.
Gkizis P.
Gkountelias K.
Gourzis P.
Gravanis A.
Grdadolnik G.
Grigoriadis N.
Grivas C.
Grwley W. F.
P09
P04
L33
L19
P25
L34, P11, P15, P32
L05
P09
P24
P05
L02, L25
P43
L22, L25
P03, P07, P28
L07
L28
L09
H
Hadjipavlou-Litina
D.
Hadjikakou S. K.
Halabalaki M.
P08, P10, P25, P39
P24
P28
I
Iatrou G.
Ioannou M.
P19
L10
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 115
J
Jong M.
P20, P40
K
Kalavrizioti D.
Kalofonos C.
Kalogeratos A.
Kalogianni D.
Kalpaxis D.
Karantalis V.
Karapetsas A.
Katsara M.
L08, L16
L14
P11
L12
P14
L32
P09
L18
M
Maccari G.
Magafa V.
Maina T.
Makris G.
Mali G.
Marelli M. M.
Margarity M.
Margianni E.
Mariannou A.
Marsouvanidis P. J.
Mastorodemos V.
Matsoukas J.
Katsila T.
Katsori A.M.
Katsoura M.
L02
P10
P15
Matsoukas M. T.
Mavroidi B.
Mavromoustakos T.
Klimis - Zacas D.
Kokotos G.
Kollitsakis M.
Kompogennitaki R.
Kontogianni V. G.
Kontoyannis C.
Kordas G.
Kostomitsopoulos N.
Kostoula I.
Koukkou A. I.
Koukoulitsa C.
Koumarianou A.
Koumas E.
Koumbis A.
Kourkoumelis N.
Krenning E. P.
Kritsi E.
Krokidis M.
Kyriakou E.
L30
P38
P39
P03
P11
P01, P22
P44, P45
L02
P16
P23
P12, P27, P46
L05
L28
P13
P24
P20, P40
P07
L29, P14
P15, P31, P32, P37
Mavronasiou E.
Messers M.
MethenitisC.
Moshonas N. K.
Mousis V.
Mouzaki A.
Mubarak A. M.
L31, P35
P33
P20, P40
P18
P46
L02
L30
P19
P23
P20, P40
L10
L02, L08, L10, L16, L17, L18, L26, L33
P12, P26, P27, P31, P36, P46
L27
P21
L24, P03, P07, P12, P27, P28, P38, P41,
P46
L32
P32
P21
L23
P32, P36
L08, L15
P22
N
Neophytou N.
Neratzaki A. A.
Neroutsos T.
Nikolaidi K.
Nikolopoulos P.
Nock B.
Ntaltagianni Ch.
Ntountaniotis D.
P38
P11
P26
P11
P30
P20, P40
P27
P28, P46
O
Orkoula M.
P01
P
Pairas G.
Panagiotopoulos A.
Panagiotou M.
Panou - Pomonis E.
Papadopoulos M.
Papadopoulou A.
P06
P29
P30
P16, P23, P34
P02, P18, P29, P42
P31
L
Laimou D.
Lamari F.
Lazaridis K.
Leonis G.
Liakata E.
Lianitis E.
Liapakis G.
Limonta P.
Litinas K.
Lourbopoulos A.
L02, P17
L30, P19, P22
P04
P41
L05
P09
L02, L25, P33
L02
P08, P39
L07
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 116
Papagianopoulou D.
Papalois A.
P01, P18
L13
Papandreou M.
Papathanassopoulos P.
Pappas C.
Patrinos G. P.
Pectasides D.
Pelecanou M.
Petropoulos Ch.
Philippopoulos A.
Pirmettis I.
L30
L08, L15
P32, P37
L19
L05
P02, P18, P21, P29
P33
P21
P02, P18, P29
Pitsas A.
Pitteloud N.
Plaitakis A.
Plastira J.
Plotas P.
Polydera A.
Potamitis C.
Primikyril P.
Psyharis V.
Pyleris F.
P06
L09
L10
P34
L33
P31
L31, P07, P28, P33,
P35, P36
P15
P02, P29
P08
R
Rappolt M.
Raftopoulou C.
Resvani A.
Reubi J. C.
Rodi M.
P28
P02, P25, P29
L16, L26, P12, P36, P46
P40
L08
S
Sagnou M.
Sahpazidou
Sakarellos - Daitsiotis >
Sakarellos C.
Sakarellou - Daltsioti M.
Sakovic M
Santaltzopoulos R.
Sargiannou M.
Sayyad A. N.
Schuelein R.
Siapi E.
Sitsanidis E. D.
Skaltsounis A. L.
Slaninova J.
Stamatis H.
P21
P25
P16
P23, P34
P23, P34
P06
P09
P41
P37
L04
P28
P13
P28
L26
P15, P31
Stathopoulos P.
Stavrakoudis A.
Stavrinoudakis
N.
Stavropoulou A.
Stavropoulou M.
Stefanakis J. G.
Sykiotis G. P.
Symeonidis Th.
T
Tamvakopoulos
C.
Tapeinos C.
Tatsi A.
Thalassitis A.
Triantis C.
Troganis A.
Tsachaki M.
Tsarbopoulos A.
Tselios T.
Tsiafoulis G. - C.
Tsigkas G.
Tsikaris V.
Tsivgoulis G.
Tsopanoglou N.
Tsotakos T.
Tsotinis A.
Tsoukalas C.
Tzakos A.
Tzartos S. J.
Tziova P. - P.
Tzoupis H.
P37
L06
P38
L05
P14
P13
L09
P39
L02
P45
P20, P40
P08
P02
L34
L30
P19
L02, L08, L25, L27, P17, P26
L34
L32
P37
P17
L04
P02
P03
P29
L11, P11, P15, P31, P32, P37
P04
L34
P41
V
Vardaki M. Z.
Varvarigou N.
Vassiliadis V.
Veljkovic V.
Venihaki M.
Verginis P.
Vlachou M.
Vlahakos D.
P01
P03
P02
P34
P33
L10
P03
L21
W
Waser B.
P40
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 117
Watson D.
Watson J. D.
Wennemers H.
Wilson D.
P42
L01
P32
P14
X
Xanthopoulou I.
Xiros L.
Xiros N.
L32
P43
L05
Z
Zampatis D.
Zervou M.
Zevgiti S.
Zhou M.
Zoumpoulakis P.
L04
P36
P34
P16
L27, L31, P06, P07, P33, P35, P36
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 118
ΧΟΡΗΓΟΙ 12ου ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
ΒΙΑΝΕΞ Α.Ε.
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΡΕΥΝΩΝ
ΠΡΥΤΑΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ, ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
ΕΟΤ
ΔΗΜΟΣ ΠΑΤΡΕΩΝ
ΔΕΠΑΠ
ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK EFG
ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΊΔΡΥΜΑ ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ
ΟΜΙΛΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΖΑΦΕΙΡΑΤΟΣ
ΓΕΦΥΡΑ Α.Ε.
ΠΟΛΥΧΩΡΟΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ ΡΕΜΕΝΤΖΟ
ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟ CARAVEL
ACHAIA CLAUSS OINOΠΟΙΗΤΙΚΗ Α.Ε.
CAFÉ MAGNIFICO
CAFÉ ΣΤΑΘΜΟΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ LEXIS
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΠΑΡΙΣΙΑΝΟΣ
PLESSAS BROS S.A.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 119
ΦΑΡΜΑΣΕΡΒ – LILLY Α.Ε.Β.Ε.
CBL ΜΠΑΡΛΟΣ
ELPEN Α.Ε.
CHEMBIOTIN Ε.Π.Ε.
RAFARM ΡΑΣΣΙΑΣ Α.Ε.Β.Ε.
LAVIPHARM Α.Ε.
ELDRUG Α.Ε.
SHERING A.E.
SERVIER HELLAS A.E.
MALVA Α.Ε.
Α.L.S. ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΧΗΜΙΚΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ
BIOSOLUTIONS Ε.Π.Ε.
TECHNOBIOCHEM Ε.Π.Ε.
HELLAMCO Α.Ε.
ΧΡΙΣΠΑ ΑΛΦΑ Α.Ε.
ΜΕΝΤΙΣΠΕΣ Α.Ε.Β.Ε.
Π.Ν. ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ Α.Ε.Β.Ε.
SIGMA HELLAS
MERCK SERONO Α.Ε.
GLAXOWELLCOME Α.Ε.B.E.
CHEMIC. S. ΣΠΑΝΟΥΔΑΚΗΣ Κ. &ΣΙΑ Ο.Ε.
Ι. Μ. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Α.Ε.
LAB SUPPLIES SCIENTIFIC Π. ΓΑΛΑΝΗΣ & ΣΙΑ Ο.Ε.
ΒΑΡΕΛΛΑΣ Α. Ε.
BIO-RAD LABORATORIES Μ.Ε.Π.Ε.
CHEMBIOTIN Ε.Π.Ε.
ο
12 Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 120
ΑΝΑΛΥΤΙΚΕΣ ΣΥΣΚΕΥΕΣ Α.Ε.
BIOANALYTICA Α.Ε.
BIOSURE R&T CELL Co.
BIOGENOMICA – ΚΕΝΤΡΟ ΓΕΝΕΤΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ & ΑΝΑΛΥΣΕΩΝ Α.Ε.
BIOLAND – ΠΑΠΟΥΤΣΗΣ ΚΩΝ. & ΣΙΑ Ε.Ε.
ROCHE DIAGNOSTICS HELLAS Α.Ε.
S. B. BIOTECHNOLOGY
CHEMILAB ΧΗΜΙΚΗ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΗ Ε.Π.Ε.
ΝΕΟΧΗΜΙΚΗ Λ.Β. ΛΑΥΡΕΝΤΙΑΔΗΣ Α.Β.Ε.Ε.
BIOLINE SCIENTIFIC Ο.Ε.
ΝΟΡΜΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.
SERONO HELLAS A.E.
FAMAR A.E.
12ο Συνέδριο “Ιατρική Χημεια: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Προϊόντων, 11-15 Απριλίου 2011 121
Author
Document
Category
Uncategorized
Views
11
File Size
2 022 KB
Tags
1/--pages
Report inappropriate content