Γερμανούς

ΓΕΩΡΓΙΟ΢ Σ. Σ΢ΕΡΕΒΕΛΑΚΗ΢
Η ΡΩΜΗ ΚΑΙ ΣΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ
ΥΤΛΑ
1
GIORGOS T.TSEREVELAKIS
ROME AND THE GERMANIC
TRIBES
2
Η ΡΩΜΗ ΚΑΙ ΣΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ
ΥΤΛΑ
3
Στην Ελευθερία, το τρυφερό κλωνάρι
4
ΠΡΟΛΟΓΟ΢
Σο βιβλίο αυτό ξεκίνησε από το ενδιαφέρον μου για την ιστορία της
Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και τους κατακτητικούς πολέμους που διεξήγε
στον βορρά, οι οποίοι διαμόρφωσαν την σημερινή εικόνα της Ευρώπης,
όπως την γνωρίζουμε σήμερα. Ιδίως, οι συνεχείς συγκρούσεις των
Ρωμαϊκών στρατευμάτων με τα Γερμανικά φύλα αποδείκνυαν την θέληση
της Ρώμης να προασπίσει τα κεκτημένα της και να μην επιτρέψει την
πολιτισμική
αλλοίωση
των
περιοχών
που
κατείχε
από
την
επεκτατικότητα των βαρβάρων φυλών του βορρά. Έτσι, με την
οριστικοποίηση των συνόρων (limes) στον Ρήνο δημιουργήθηκαν «δύο
Ευρώπες»: Η δυτική που ήταν εκλατινισμένη, και η ανατολική, την οποία
κατοικούσε μια πανσπερμία λαών με ετερογενή κουλτούρα και
εθνολογική
ταυτότητα.
Σα
κεφάλαια
που
ακολουθούν
είναι
το
αποτέλεσμα της έρευνάς μου για την σχέση των Ρωμαίων με τους
αρχαίους Γερμανούς και πώς αυτές οι δύο κοινωνίες συγκρούστηκαν με
μεγάλη σφοδρότητα από τον 1ο αιώνα π.Φ. έως και το 476 μ.Φ., όταν
καταλύθηκε η δυτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Η συγκεκριμένη μελέτη
ερευνά τις σχέσεις των Ρωμαίων με τα Γερμανικά φύλα από την εποχή
του Μαρίου, τον 1ο αιώνα π.Φ. και, ιχνηλατώντας την ιστορική πορεία των
δύο πολιτισμών, θέτει ως χρονολογικό όριο το έτος 476 μ.Φ. όταν
καταλύεται το δυτικό Ρωμαϊκό κράτος από τον Γότθο στρατηγό Οδόακρο.
Πολλές είναι οι μελέτες που έχουν συγγραφεί για τα Γερμανικά φύλα
και τον ιδιαίτερο πολιτισμό που είχαν αναπτύξει στην βόρεια Ευρώπη.
Επίσης, έχουν γραφεί μονομερώς αρκετές εργασίες για τους Ρωμαίους και
τις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις στην δυτική και βόρεια Ευρώπη. Δεν
υπάρχει
όμως
μια
συγκεντρωτική
μονογραφία
που
να
περιέχει
συλλήβδην όλες τις συγκρούσεις των Ρωμαίων με τα Γερμανικά φύλα και
κάτω από ποιες πολιτικές περιστάσεις διεξήχθησαν. Σο κενό αυτό
αποπειράται να καλύψει το παρόν συγγραφικό εγχείρημα, συνάγοντας
κατά χρονολογική σειρά τα μείζονος σημασίας γεγονότα που αφορούν
στις πολεμικές συγκρούσεις της Ρώμης με τους Γερμανικούς λαούς ανά
τους αιώνες.
Αν και οι σχέσεις της Ρώμης με τους Γερμανικούς λαούς αποτελούν ένα
επιμέρους κομμάτι της ιστορίας της, η συνεχής αυτή πάλη μεταξύ των δύο
πολιτισμών παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί έτσι μόνο μπορεί να
5
διασαφηνισθεί η πολιτισμική και εθνολογική κατάσταση στην σημερινή
Ευρώπη.
Από το σημείο αυτό θα ήθελα να απευθύνω τις ευχαριστίες μου σε
όλους όσοι μου παραστάθηκαν κατά την διάρκεια συγγραφής αυτού του
βιβλίου, και ιδιαιτέρως στον κ. ΢αχανίδη Αλέξανδρο, ο οποίος διάβασε το
χειρόγραφο και πρότεινε εύστοχες παρατηρήσεις αναφορικά με την
βελτίωση του περιεχομένου όπου έκρινε εύλογο. Σέλος, δεν μπορώ να μην
αναφέρω
τον
εκδότη
μου,
χωρίς
την
βοήθεια
και
την
ηθική
συμπαράστασή του οι σκέψεις μου και οι αγωνίες μου δεν θα
υλοποιούνταν στο ανά χείρας βιβλίο.
Ηράκλειο, 2011
6
7
Εικ. 1. Φάρτης που δείχνει την γεωγραφική κατανομή των Γερμανικών
φυλών στην βορειοδυτική Ευρώπη.
ΕΙ΢ΑΓΩΓΗ
Οι λαοί που ήταν γνωστοί στον κόσμο της κλασικής αρχαιότητας ως
Germani
εμφανίσθηκαν
σχετικά
αργά
στην
ιστορία.
Οι
αρχαίοι
συγγραφείς γνώριζαν ελάχιστα για τους λαούς που κατοικούσαν στην
βόρεια και κεντρική Ευρώπη πριν τον 2ο αιώνα π.Φ. Οι πιο πρώιμες
αναφορές σε αυτά τα φύλα δεν αναφέρουν το όνομα Γερμανοί. Σον 5ο
αιώνα π.Φ., στην κλασική Ελλάδα, ήταν γνωστό ότι στην δυτική και
κεντρική Ευρώπη κατοικούσε μια μεγάλη πληθυσμιακή ομάδα στην
οποία αποδιδόταν το όνομα Κελτοί. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Δούναβης
ήταν το φυσικό όριο της επικράτειάς τους εν σχέσει με την Βαλκανική
Φερσόνησο. Ο Εκαταίος αναφέρει επίσης τους Κέλτες, οι οποίοι ζούσαν
στην ανατολική πλευρά των Άλπεων. Όμως ούτε ο Ηρόδοτος, ούτε ο
Εκαταίος αναφέρονται συγκεκριμένα στους Γερμανούς, ή σε άλλους
βαρβάρους λαούς. Έναν αιώνα αργότερα, ο ιστορικός Έφορος περιγράφει
τέσσερα μεγάλα βαρβαρικά φύλα: τους Κέλτες, τους ΢κύθες, τους Πέρσες
και τους Λίβυες. Κατά τα τέλη του 4ου αιώνα π.Φ., η γνώση για τα
βορειότερα μέρη της Ευρώπης αυξανόταν και εμπλουτιζόταν με νέες
πληροφορίες. Πιθανόν γύρω στο 320 π.Φ., ο Πυθέας από την Μασσαλία
έκανε τον περίπλου της Βρετανίας, ταξίδευσε κατά μήκος των βορείων
Ευρωπαϊκών ακτών και μάλλον διεισέδυσε στην δυτική Βαλτική. Σο ταξίδι
του Πυθέα ήταν ένα τόσο εκπληκτικό επίτευγμα για την εποχή, που
ώθησε τους σύγχρονους και μεταγενέστερους συγγραφείς να αρνηθούν
την αυθεντικότητα των εμπειριών του.1 Πολλά όμως από αυτά που
κατέγραψε ο Πυθέας είναι αξιόπιστα γεωγραφικώς.2 Σα ταξίδια του μας
είναι εξαιρετικώς χρήσιμα, διότι είναι μάλλον ο πρώτος που προέβη στον
εθνοφυλετικό διαχωρισμό των Κελτών από τους Γερμανούς.
Δύο αιώνες μετά το ταξίδι του Πυθέα, λίγα πράγματα ήταν γνωστά για
τους λαούς που κατοικούσαν στην βόρεια Ευρώπη. Η πρώτη ξεκάθαρη
ένδειξη για λαούς που διέφεραν από τους Κέλτες καταγράφηκε τον 2ο
αιώνα π.Φ., όταν μια μεγάλη πληθυσμιακή μάζα βορείων λαών, μαζί με
τους Κίμβρους και τους Σεύτονες, διέβησαν τα βόρεια σύνορα της
Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Περίπου εκείνη την εποχή, ο ιστορικός
1
B. Cunliffe, The Extraordinary Voyage of Pytheas the Greek, Λονδίνο 2001.
Frye, John, Harriet Frye, North to Thule: an imagined narrative of the famous "lost" sea voyage of
Pytheas of Massalia in the fourth century B.C., Chapel Hill 1985.// Cunliffe, Barry, The
Extraordinary Voyage of Pytheas the Greek: The Man Who Discovered Britain (Revised ed.), Walker
& Co, Penguin 2002.
2
8
Ποσειδώνιος ο Απαμεύς διέκρινε τους Γερμανούς από τους Κέλτες και
τους ΢κύθες.3 Ο Ποσειδώνιος είχε επισκεφθεί την Γαλατία και την βόρεια
Ιταλία, αλλά δεν γνώριζε τίποτε για την βόρεια Ευρώπη. Σο μόνο που
μπορούμε να εικάσουμε είναι ότι οι πηγές του δεν ήταν καλά
πληροφορημένες σχετικά με τους βόρειους λαούς της Ευρώπης. Παρά
ταύτα, κάποια πράγματα θα τα ήξερε, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν από
μεταγενέστερους συγγραφείς. Λίγο μετά τον Ποσειδώνιο, η Ρώμη ήρθε σε
επαφή με τα Γερμανικά φύλα που κατοικούσαν στην δυτική Ευρώπη,
εγκαινιάζοντας έτσι μια μακρόχρονη σχέση που θα οδηγούσε τελικά στην
μεταμόρφωση ολόκληρης της Ευρώπης.
Πρώτον, τα Ρωμαϊκά στρατεύματα έφτασαν στον Ρήνο με επικεφαλής
τον Ιούλιο Καίσαρα, και, μετά από δύο σύντομες εκστρατείες, κινήθηκαν
βαθιά μέσα στην βόρεια Γερμανία. Σα Απομνημονεύματα του Καίσαρα
μάς παρέχουν τις πρώτες απτές πληροφορίες για τις κοινωνίες και τα ήθη
των Γερμανικών φυλών. Ο Καίσαρ περιέγραψε γενικά την κοινωνία των
Γερμανών και την πολιτική τους οργάνωση. Μπορεί η εκδοχή του είναι η
πιο πλήρης για την δομή και οργάνωση των Γερμανών, εν τούτοις
βασίζεται σε ελάχιστα στοιχεία που γνώριζε γα ένα μικρό μέρος της
Γερμανίας ανατολικά του Ρήνου· κοντολογίς, ό,τι είχε δει ο ίδιος μετά από
προσωπική αυτοψία. Οι φυλές που αναφέρονται από τον ίδιο ήταν
εγκατεστημένες 100 χιλιόμετρα ανατολικά του Ρήνου (οι Suebi, οι Tencteri,
οι Usipetes), ή πλησίον του ποταμού (Ubii, Menapii). Δεν είχε καθόλου
πληροφόρηση για τους λαούς που ζούσαν στο εσωτερικό της Γερμανίας,
και ήταν μάλλον απίθανο να υπήρχαν πηγές που να παρείχαν τέτοια
στοιχεία. Από τις φυλές που περιγράφει ο Καίσαρ στο έργο του, η πιο
ισχυρή ήταν αυτή των Suebi, δηλαδή των ΢ουηβών. Πριν εισβάλλει ο
Καίσαρ με τα στρατεύματά του στην Γαλατία, οι Suebi είχαν στραφεί
δυτικότερα από την περιοχή εγκατάστασής τους, αποσκοπώντας στην
υποδούλωση μικρότερων φυλών που ζούσαν εγγύς του Ρήνου. Κάποια
τμήματα αυτής της φυλής με επικεφαλής τον Αριόβιστο (Ariovistus) είχαν
εγκατασταθεί δυτικά του Ρήνου, γιατί είχαν κληθεί να υπηρετήσουν ως
μισθοφόροι για την φυλή των Sequani (΢ηκουανοί). Η παρουσία λοιπόν
αυτού του Γερμανικού φύλου στην Γαλατία έδωσε το έναυσμα στον
3
Ian G. Kidd and Ludwig Edelstein (eds.), Posidonius, The Fragments, vol. I, Cambridge
University Press, 1972.// Ian G. Kidd, The Commentary, Vol. II.1, and II.2, 1988.// Ian G.
Kidd, The Translation of the Fragments, vol. III, 1999.
9
Καίσαρα να αναμιχθεί στις σχέσεις των Γαλατικών φύλων και να
επωφεληθεί έτσι πολιτικά.
Η εικόνα που αναδεικνύεται μέσα από τις περιγραφές του Καίσαρος για
τους Γερμανούς, είναι πολύ λεπτομερειακή. Αναφέρει ότι η πεδιάδα του
Ρήνου ήταν το φυσικό όριο μεταξύ των Γαλατών στην Δύση και των
Γερμανών στην Ανατολή. ΢ύμφωνα με τις μαρτυρίες του, οι δύο λαοί ήταν
πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους. Οι Γαλάτες, αν και σκληροτράχηλοι και
πολεμοχαρείς, ζούσαν οργανωμένα και είχαν αναπτύξει έναν υποτυπώδη
πολιτισμό. Αντιθέτως, οι Γερμανοί ήταν πιο πρωτόγονοι και θεωρούνταν
από τους Ρωμαίους ως οι πιο βάρβαροι από όλους και οι πιο απολίτιστοι.
Βέβαια, αποτελούσαν μια σοβαρή απειλή για την ασφάλεια της Γαλατίας.
Οι Suebi επρόκειτο να διαβούν τον Ρήνο με επικεφαλής τον Αριόβιστο
και να εισέλθουν στην Γαλατία. Αν αυτή η απειλή δεν αντιμετωπιζόταν
και δεν εξαλειφόταν, οι συνέπειες θα ήταν φοβερές: θα επαπειλείτο μια
εισβολή στην Ιταλία, όπως αυτή που είχε συμβεί στα τέλη του 2ου αιώνα
π.Φ. όταν κινήθηκαν νότια προς την Ιταλία οι Κίμβροι και οι Σεύτονες. Οι
περιγραφές που κάνει ο Καίσαρ στο έργο του De Bello Gallico έχουν σκοπό
να καλλιεργήσουν την ξενοφοβία των Ρωμαίων και να προετοιμάσουν το
έδαφος για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις που θα ακολουθούσαν στην
δυτική
Ευρώπη.
Σα
σχόλιά
του
είχαν
δηλαδή
προπαγανδιστικό
χαρακτήρα. Σο κίνητρό του πάντως δεν ήταν να συνθέσει μια
εθνογραφική μελέτη. Διαπίστωσε ότι οι λαοί ανατολικά του Ρήνου
ήθελαν να μεταναστεύσουν εντός της Γαλατίας, επειδή αναζητούσαν
καλλιεργήσιμη και εύφορη γη. Οι μετακινήσεις των Κίμβρων και άλλων
μικρότερων Γερμανικών φύλων προς τον νότο ήταν μόνο ένα μικρό μέρος
από την μετακίνηση μεγάλων πληθυσμιακών μαζών στην κεντρική και
δυτική
Ευρώπη
εκείνη
την
περίοδο.
Οι
εθνογραφικές
αυτές
ανακατατάξεις είχαν ως κίνητρο την αναζήτηση ευφορότερης γης και
πλουσιότερων φυσικών πηγών. Προτού ο Καίσαρ εισβάλλει στην Γαλατία,
πολλοί Γερμανοί είχαν παρεισφρήσει στην βόρεια Γαλατία περνώντας τον
Ρήνο, ενώ διάφοροι ετερογενείς πληθυσμοί μετακινούνταν προς την
επαρχία του Νωρικού και την Βοημία. Ο βασικός όμως στόχος του
Καίσαρος ήταν η επιβολή και η εξάπλωση της Ρωμαϊκής ισχύος στην
Ευρώπη.
Ο ΢τράβων, ο οποίος έγραφε την εποχή του Αυγούστου και του Σιβερίου,
γνώριζε περισσότερα από τον Καίσαρα σχετικά με τις Γερμανικές φυλές
10
ανατολικά του Ρήνου.4 Πίστευε ότι ο λαός των Suebi ήταν ο ισχυρότερος
από όλους τους Γερμανούς και ότι είχε ήδη οδηγήσει πολλούς άλλους
λαούς μέσα στην Γαλατία. Παράλληλα, τον ενδιέφερε πολύ ο λαός των
Κίμβρων, διότι είχαν συγκρουστεί με την Ρώμη έναν αιώνα νωρίτερα και
αποτελούσαν μια ισχυρή δύναμη. Επίσης, γνώριζε πολλά πράγματα για
τους λαούς που κατοικούσαν κοντά στον ποταμό Έλβα, αλλά υποστηρίζει
ότι οι περιοχές πέραν του Έλβα και βόρεια προς την Βαλτική ήταν
ολότελα άγνωστες στους Ρωμαίους. Όταν ο ΢τράβων έγραφε, η γνώση
για τους Γερμανούς εμπλουτιζόταν, καθώς οι Ρωμαϊκές λεγεώνες
προήλαυναν προς τον Έλβα και την Βοημία.
Ο αντίκτυπος του φόβου και του τρόμου που ενέπνεαν οι Γερμανοί
αναφαίνεται μέσα από το έργο του Βελλήιου Πατέρκολου (Velleius
Paterculus), ο οποίος είχε υπηρετήσει ως αξιωματικός στο στράτευμα που
είχε σταλεί στα σύνορα του Ρήνου, μετά από την καταστροφική ήττα στον
Σευτοβούργιο Δρυμό το 9 μ.Φ. Για τον Βελλήιο οι Γερμανοί ήταν
απάνθρωπα κτήνη, τα οποία είχαν εξωτερικά μόνο την μορφή ανθρώπου.
Σέτοιοι άνθρωποι δεν ήταν δυνατόν να ζήσουν οργανωμένα με νόμους
και κανόνες. Η άποψη αυτή βέβαια είναι ακραία, αλλά δικαιολογείται από
κάποιον που είχε να αντιμετωπίσει καθημερινά τους Γερμανούς στο πεδίο
της μάχης. Οι πανύψηλοι, ημιάγριοι αυτοί άνθρωποι θεωρούνταν πολύ
επικίνδυνοι ακόμα και από τους καλύτερους στρατιώτες του τότε κόσμου.
Μια σοβαρή απώλεια ήταν το έργο του Πλινίου του Πρεσβυτέρου, Bella
Germaniae, το οποίο περιγράφει εκστρατείες των Ρωμαϊκών λεγεώνων
κατά των Γερμανών στο δεύτερο μισό του 1ου αιώνα π.Φ. Ο Πλίνιος είχε
υπηρετήσει στις στρατιές που στάθμευαν στον Ρήνο και η περιέργειά του
τον είχε οδηγήσει να καταγράψει πολλά στοιχεία για την κοινωνική
οργάνωση και τους κοινωνικούς θεσμούς των Γερμανών. Είναι πολύ
πιθανόν ο Σάκιτος στο έργο του Germania να άντλησε υλικό από τον
Πλίνιο. Μετά τον Πλίνιο, δεν υπήρξε κανένα έργο σχετικό με την ζωή των
Γερμανών, μέχρι που συνέγραψε ο Σάκιτος την Germania το 98 μ.Φ. Από
εκείνη την εποχή, οι πρωτογενείς πηγές για την βόρεια Ευρώπη αυξάνουν
ταχύτατα. Πολλοί Ρωμαίοι διοικητές συνθέτουν απομνημονεύματα που
περιέχουν τις εμπειρίες τους από τις εκστρατείες στις παγωμένες και
αφιλόξενες περιοχές της βόρειας Ευρώπης. Αυτά τα Commentarii
κυκλοφορούνται στους λογοτεχνικούς κύκλους της Ρώμης και προκαλούν
δέος για αυτούς τους μακρινούς τόπους. Οι διπλωματικές επαφές φέρνουν
4
A. Meineke, Strabonis geographica, 3 vols. Leipzig: Teubner, 1877 (ανατ. 1969).
11
Γερμανούς ηγεμόνες στην Ρώμη, όπως και Ρωμαίους πρέσβεις στις
βαρβαρικές αυλές. Οι πιο πολύτιμες όμως πηγές πληροφοριών είναι οι
ίδιοι οι έμποροι, οι οποίοι ταξιδεύουν προς τον βορρά και επεκτείνουν τις
δραστηριότητές τους στα βαρβαρικά φύλα. Οι αναφορές λοιπόν των
εμπόρων είναι πολύ χρήσιμες, γιατί παρέχουν πληροφορίες για τους
λαούς του βορρά και της ανατολής, με τους οποίους δεν υπήρχαν καθόλου
διπλωματικές σχέσεις.
Σο έργο του Σακίτου, Germania, θεωρείτο από την Αναγέννηση ως η πιο
αξιόπιστη πηγή για τους αρχαίους Γερμανούς. Οι αρχαίοι συγγραφείς που
αναφέρονταν στους Γερμανούς, δεν διέθεταν άμεση γνώση από αυτοψία
αλλά στηρίζονταν σε μια καλά δομημένη εθνογραφική παράδοση μέσω
της λογοτεχνίας. Από τον 15ο αιώνα και πέρα, τα Γερμανικά φύλα που
περιγράφονται από τον Σάκιτο διαφοροποιήθηκαν από τους λαούς της
Μεσογείου σε γλωσσικό και πολιτισμικό επίπεδο γενικά. ΢την κεντρική
και βόρεια Ευρώπη, η ταύτιση των αρχαίων Γερμανών με τους
σύγχρονους Γερμανούς ξεκίνησε στα τέλη του 15ου αιώνα, αφού
«ανακαλύφθηκε» από τους λογίους η Germania του Σακίτου. Η άνοδος του
εθνικισμού κατά τον 19ο αιώνα πυροδότησε νέο ενδιαφέρον για τα αρχαία
Γερμανικά φύλα ανάμεσα στους πολιτικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους.
Όταν τα Γερμανικά κρατίδια ενώθηκαν σε μια ενιαία αυτοκρατορία το
1870, η προϊστορία και η πρώιμη ιστορία των Γερμανών είχε ήδη
καταρτισθεί.
Από την εποχή λοιπόν της Ύστερης Αρχαιότητας, δεν υπήρξε καμία
εκτεταμένη συγγραφή για την ιστορία των Γερμανικών λαών.5 Ο
Αμμιανός Μαρκελίνος είναι ο καλύτερος μάρτυρας για τους Υράγκους
και τους Αλαμαννούς κατά τον 4ο αιώνα, αλλά κυρίως τους παρουσιάζει
ως εχθρούς της Ρώμης και δεν ενδιαφέρεται να κάνει μια αντικειμενική
περιγραφή των κοινωνιών τους. Ακόμα και μετά τον Μαρκελίνο,
υπάρχουν συγγραφείς που ασχολούνται με τους Γερμανικούς λαούς,
αλλά αφήνουν ανέπαφα πολλά θέματα που σχετίζονται με αυτές τις
πρωτόγονες κοινωνίες.
΢το σημείο αυτό αξίζει να διερευνηθεί η απώτερη καταγωγή των
Γερμανών. Ποιοι ήταν τελικά οι Γερμανοί; Η πρώτη παρατήρηση που
μπορεί να γίνει είναι ότι δεν διέθεταν κάποια συλλογική συνείδηση που
να τους δημιουργεί την αντίληψη ότι αποτελούν ένα ξεχωριστό έθνος. Δεν
αποκαλούσαν τους εαυτούς τους «Γερμανούς» ή την χώρα τους
5
J. Matthews, The Roman Empire of Ammianus Marcellinus, London 1988, 306–318.
12
«Γερμανία». Αυτοί ήταν όροι που χρησιμοποιήθηκαν από συγγραφείς για
να χαρακτηρίσουν την συγκεκριμένη ομοεθνία λαών. Σο νόημα της λέξης
«Γερμανός» είναι άγνωστο, αλλά είναι βέβαιο ότι δεν είχε υιοθετηθεί από
τους ίδιους τους Γερμανούς. Σον 1ο αιώνα π.Φ. η χρήση του όρου
«Γερμανοί» ήταν παγιωμένη. Όταν ο Σάκιτος συνέθετε την Germania,
υπήρχε η παράδοση ότι το όνομα «Γερμανοί» το έφερε ένας λαός ο οποίος
προερχόταν από τα ανατολικά, διέβη τον Ρήνο, εκτόπισε κάποια
Γαλατικά φύλα από το ανατολικό Βέλγιο και εγκαταστάθηκε εκεί· αυτοί
έμειναν γνωστοί ως Tungri. Με λίγα λόγια, το όνομα μιας φυλής έγινε το
όνομα για μια ολόκληρη ομοεθνία λαών. Δεν υπάρχει όμως κανένα
στοιχείο που να αποδεικνύει αυτήν την εκδοχή για την καταγωγή του
ονόματος «Γερμανοί». Οι Ρωμαίοι ονόμαζαν τους Έλληνες «Graeci», μια
ονομασία που προερχόταν από την φυλή των Grai, όπως και οι Γάλλοι
ονόμαζαν και ονομάζουν τους Γερμανούς «Allemands» από την φυλή των
Αλαμαννών. Οι γλωσσολογικές καταβολές της λέξης «Γερμανοί» είναι
ασαφείς. Επίσης, δεν είναι γνωστό από ποια γλώσσα προήλθε η
συγκεκριμένη λέξη. Σο μόνο βέβαιο είναι ότι όταν ένας Γερμανός ερωτάτο
σε ποια φυλή ανήκει, θα έλεγε «Λογγοβάρδος», «Βάνδαλος», «Γότθος»·
ποτέ όμως δεν θα έλεγε «Γερμανός».
Γενικά, μπορούμε να αποδεχθούμε ότι οι πρόγονοι των Γερμανών
εντοπίζονται χρονολογικά στα μέσα της 1ης χιλιετίας π.Φ. Εκείνη την
περίοδο συνέβησαν και οι φωνολογικές μεταβολές που οδήγησαν στην
δημιουργία της πρωτο-γερμανικής γλώσσας. Τφίστανται όμως πολλές
αντιρρήσεις για το εάν αυτοί οι πρόγονοι είναι ακραιφνώς Γερμανικής
καταγωγής.
Είναι πολύ πιθανό ότι οι πρώιμες Γερμανικές γλώσσες αποκαλύπτουν
την καταγωγή των ομιλητών τους, αλλά με δυσκολία εξ αιτίας κυρίως
των ασαφών στοιχείων που υπάρχουν σχετικά με αυτό. Σα πιο πρώιμα
υπολείμματα των Γερμανικών γλωσσών είναι ελάχιστα και δεν έχουν
χρονολογηθεί με ακρίβεια. Αυτό συνέβη διότι οι πρώτοι Γερμανοί δεν
άφησαν γραπτά μνημεία που να διευκολύνουν την έρευνα. Είναι γενικά
αποδεκτό ότι οι πρωτο-Γερμανικές γλώσσες ανήκαν στην ινδοευρωπαϊκή
οικογένεια γλωσσών, από όπου προέρχονται η Ελληνική, η Ιρανική και η
Ιταλική. Σα πρώτα μνημεία γραπτού λόγου της Γερμανικής προέρχονται
από την Γοτθική, και συγκεκριμένα από την μετάφραση της Βίβλου από
τον επίσκοπο Ουλφίλα (Ulfila) στις αρχές του 4ου αιώνα μ.Φ. Σην ίδια
περίοδο ομιλούνται και άλλες γλώσσες από διάφορες Γερμανικές φυλές
13
αλλά είναι γνωστές μόνο ονομαστικά. Ακόμα πιο πρώιμα υπολείμματα
της Γερμανικής επιβιώνουν σε κάποιες ρουνικές επιγραφές στην βόρεια
Γερμανία. Τπήρχε λοιπόν μεγάλη ποικιλία στις ομιλούμενες γλώσσες
μεταξύ των Γερμανικών φυλών.
Οι γλώσσες που ομιλούνταν από τους πρώτους Γερμανούς ήταν ένα
μέρος της ινδοευρωπαϊκής, που περιελάμβανε την Κελτική, Ελληνική,
Ιταλική, Ιλλυρική, Θρακική, Ιρανική κ.ά. Από αυτές τις γλώσσες υπάρχουν
κειμενικά υπολείμματα, όπως από την Μυκηναϊκή, την ΢ανσκριτική, την
Κελτική.
Οι πρώτες λογοτεχνικές μαρτυρίες κάποιας Γερμανικής
γλώσσας είναι στην Γοτθική κατά τον 4ο αιώνα μ.Φ. Με τέτοιο υλικό,
μπορούμε να καταρτίσουμε ένα βασικό πλαίσιο για την γένεση της
πρωτο-Γερμανικής.
Όταν οι διαφορετικές διάλεκτοι της Γερμανικής παγιώθηκαν, βρίσκουμε
πολλές γλωσσικές ποικιλίες: μια βόρεια διάλεκτο, πολλές δυτικές και μια
πρώιμη μορφή της Γοτθικής. Η βόρεια εκδοχή ήταν αυτή από την οποία
προήλθαν οι ΢κανδιναβικές διάλεκτοι. Οι δυτικές διάλεκτοι έχουν μεγάλο
ενδιαφέρον, διότι από αυτές κατάγονται η ΢αξονική και η αρχαία μορφή
της Αγγλικής. Από τις πρώιμες μορφές της Γερμανικής, όπως πολλάκις
προειπώθηκε, ήταν η μετάφραση της Βίβλου στην Γοτθική από τον
Βησιγότθο επίσκοπο Ουλφίλα. Η Γοτθική τελικά επιβίωσε για αιώνες
στην Κριμαία και έως ότου εξαφανίσθηκε τελείως.
Μέχρι σε ποιο βαθμό οι πρωτο-Γερμανοί επικοινωνούσαν απρόσκοπτα
μεταξύ τους είναι αβέβαιο. Αναμφίβολα, ένας Γότθος από την Κριμαία
δεν θα μπορούσε να καταλάβει έναν Μαρκομάννο από την κεντρική
Ευρώπη. Έτσι, διαπιστώνεται ότι η ανατολική εκδοχή της Γερμανικής είχε
εκλείψει εντελώς. Η βόρεια Γερμανική εξαπλώθηκε με τις επιδρομές των
Βίκινγκ σε όλη την Ευρώπη. Παράλληλα, οι απόγονοι της δυτικής
Γερμανικής, η Αγγλική, η Ολλανδική και η σύγχρονη Γερμανική,
επικράτησαν έως σήμερα στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης.
΢την Γερμανία η επικοινωνία μεταξύ των φυλών γινόταν με διάφορα
σύμβολα, ρουνικές επιγραφές, που ανάγονται στα τέλη του 2ου αιώνα
μ.Φ. Η γλωσσική πρόοδος ήταν εξαιρετικά αργή. Μετά τον 4ο αιώνα,
επικράτησαν
ευρέως
οι
ρουνικές
επιγραφές,
από
τις
οποίες
πληροφορούμαστε πολλά στοιχεία για την γλωσσική επικοινωνία μεταξύ
των Γερμανικών λαών.
Για να διευκολυνθούμε στην έρευνα που επιχειρεί το παρόν βιβλίο, θα
πρέπει να διαιρέσουμε και να απαριθμήσουμε χωριστά τις διάφορες
14
Γερμανικές φυλές. Πρώτον, λαμβάνοντας υπόψιν γεωγραφικά κριτήρια,
τα Γερμανικά φύλα χωρίζονται σε Ανατολικά, Δυτικά και Βόρεια.
Σα ανατολικά Γερμανικά φύλα ήταν μια μεγάλη πληθυσμιακή μάζα
που κινήθηκε από την ΢κανδιναβία προς την περιοχή των ποταμών Oder
και Vistula μεταξύ των ετών 600 με 300 π.Φ. Αργότερα μετακινήθηκαν
προς τον Νότο. Σα συγκεκριμένα φύλα δεν διαφύλαξαν την εθνικότητά
τους και αφομοιώθηκαν από τα δυτικά Γερμανικά φύλα και τους
Ρωμαίους. ΢ύμφωνα με κάποιες θεωρίες, τα ανατολικά Γερμανικά φύλα
μετανάστευσαν από την ΢κανδιναβία προς την περιοχή ανατολικά του
ποταμού Έλβα. Αναλυτικά τα φύλα αυτά είναι: οι Βαυαροί, οι Γέπιδες, οι
Βαστέρναι, οι Βουργουνδοί, οι Γότθοι, οι Ρούγκιοι, οι ΢κίριοι, οι Βάνδαλοι,
οι Έρουλοι και οι Λομβαρδοί.
Σα βόρεια Γερμανικά φύλα κατάγονταν από την κεντρική και νότια
΢κανδιναβία. Επρόκειτο για ΢κανδιναβικούς πληθυσμούς, οι οποίοι ήταν
γνωστοί στο Βυζάντιο ως οι Ρως, δηλαδή Ρώσοι, οι οποίοι αποτελούσαν
την αυτοκρατορική φρουρά των Βαράγγων.
Σα δυτικά Γερμανικά φύλα ήταν πληθυσμοί, οι οποίοι μετακινήθηκαν
νοτιοδυτικά προς τον ποταμό Ρήνο, τις Άλπεις και προς την Βρετανία.
Επρόκειτο για τους Ιστριόνες, τους ΢άξονες, τους Γιούτους, τους
Άνγκλιους, τους Θουρινγκίους, τους Αλαμαννούς, τους ΢ουηβούς, τους
Μαρκομάννους, τους Υράγκους, τους Υρισίους, τους Κίμβρους, τους
Σεύτονες, τους Μπατάβιους, τους Φατίους, τους Ερμουνδούρους και τους
Ινγκεβόνες.
Οι μετακινήσεις όλων αυτών των πληθυσμών προς τον νότο είχαν ως
συνέπεια την παραβίαση των συνόρων της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Οι
συγκρούσεις ήταν αναπόφευκτες μεταξύ του Ρωμαϊκού στρατού που
βρισκόταν στα σύνορα και των βαρβάρων ορδών που έρχονταν από τον
βορρά για να διαταράξουν την πολιτική ομαλότητα της αυτοκρατορίας. Η
Ρώμη είχε να αντιμετωπίσει τεράστια πλήθη λαών που αναζητούσαν
καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Πολλές φορές παραχωρείτο γη σε αυτούς
τους ανθρώπους, προκειμένου να την κατέχουν ως φοιδεράτοι.6 Όταν
όμως
καταχρώντο
αυτό
το
δικαίωμα,
τότε
η
σύγκρουση
ήταν
αναπόφευκτη. Οι Ρωμαϊκές λεγεώνες, από τον 1ο αιώνα π.Φ. έως το 476
μ.Φ. που καταλύεται η δυτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, πολέμησαν με
σφοδρότητα τα Γερμανικά φύλα. Σην εποχή του Μαρίου, τον 1ο αιώνα
6
Timo Stickler, «The Foederati», 495-514, στο: A Companion to the Roman Army, ed. Paul
Erdkamp, 2007 Blackwell Publishing.
15
π.Φ., οι Ρωμαίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους Κίμβρους και τους
Σεύτονες, τους οποίους μετά από σκληρές προσπάθειες απέκρουσαν και
απαγόρεψαν την είσοδό τους στην Ιταλία. Σο 9 μ.Φ. συνέβη μια από τις
τραγικότερες
καταστροφές
του
Ρωμαϊκού
στρατού,
όταν
στον
Σευτοβούργιο Δρυμό κατασφάχθηκαν από τους Γερμανούς περίπου 20.000
λεγεωνάριοι. Σην εποχή του Μάρκου Αυρηλίου (161-180 μ.Φ.), ο Ρωμαϊκός
στρατός πολέμησε τους Μαρκομάννους, καθώς επεκτείνονταν προς τον
νότο και απειλούσαν την εδαφική ακεραιότητα της αυτοκρατορίας.
Βέβαια, η ορμή των Γερμανικών φυλών δεν σταμάτησε. Ολοένα και
περισσότεροι πληθυσμοί Γερμανών επέλεγαν να μεταναστεύσουν προς
τον νότο, και έτσι οδηγηθήκαμε στην κατάλυση του δυτικού Ρωμαϊκού
κράτους το 476 μ.Φ. από τον Οδόακρο, αρχηγό των βαρβάρων
μισθοφόρων.
Σο ανά χείρας βιβλίο, λοιπόν, ασχολείται με τις συγκρούσεις της Ρώμης
με τα διάφορα Γερμανικά φύλα, που εισέρχονταν παρανόμως στην
επικράτεια της αυτοκρατορίας. Η σχετική έρευνα επεκτείνεται έως το 476
μ.Φ., το οποίο τίθεται ως χρονολογικό όριο για το θέμα που μας
απασχολεί. Η αιτία της ύπαρξης αυτού του χρονολογικού πλαισίου είναι
ότι μετά το 476 ξεκινά ο Μεσαίωνας και τα πράγματα μετατρέπονται
άρδην σε όλη την Ευρώπη,
καθώς το
Βυζάντιο
συνεχίζει
την
αυτοκρατορική παράδοση της αρχαίας Ρώμης.
Η ιστορία των σχέσεων της Ρώμης με τους Γερμανικούς λαούς έχει
μεγάλη σημασία για την Ευρωπαϊκή ιστορία. Οι μετακινήσεις των
Γερμανικών φυλών, οι πόλεμοι με τις Ρωμαϊκές λεγεώνες και η τελική
παγίωση
του
βόρειου
συνόρου
στον
ποταμό
Ρήνο,
διαμόρφωσε
πολιτισμικά την σημερινή Ευρώπη. Καθώς η πολιτική δύναμη της
Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μειωνόταν συνεχώς στην Δυτική Ευρώπη, μετά
τον 3ο αιώνα μ.Φ., οι περιοχές της Δυτικής Ευρώπης άρχισαν να
κατοικούνται
από
φυλές
λαών
που
πρωτοεμφανίζονταν
στο
προσκήνιο: Ούνοι, Γότθοι, Βάνδαλοι, ΢άξονες και Άβαροι. Η περίοδος
αυτή, που χαρακτηρίστηκε από συχνές μετακινήσεις φυλετικών ομάδων,
ονομάστηκε Εποχή των Μετακινήσεων. Οι μετακινήσεις αυτές είχαν ως
αποτέλεσμα την πολιτισμική αφομοίωση των βαρβάρων και τον
ακόλουθο εκπολιτισμό τους. Ωστόσο, η ανατολική Ευρώπη αφέθηκε στην
16
μοίρα της, καθώς υπήρχε το απροσπέλαστο εμπόδιο των limes στην
μεθόριο του Ρήνου.7
17
7
Edward N. Luttwak, The grand strategy of the Roman Empire: From the First Century A.D. to the
Third, Johns Hopkins University 1979.
ΚΕΥΑΛΑΙΟ 1
ΟΙ ΠΡΩΣΕ΢ ΢ΤΓΚΡΟΤ΢ΕΙ΢ ΣΗ΢ ΡΩΜΗ΢ ΜΕ ΣΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΥΤΛΑ
1.1. Οι Κίμβροι
Οι Κίμβροι ήταν μια φυλή από την βόρεια Ευρώπη, η οποία μαζί με τους
Σεύτονες και τους Άμβρωνες απείλησε την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατά
τα τέλη του 2ου αιώνα π.Φ. Οι Κίμβροι ήταν λαός Γερμανικής καταγωγής,
αν και κάποιοι θεωρούν ότι είχαν Κελτικές ρίζες. Οι αρχαίες πηγές
αναφέρουν ότι η αρχική τους κοιτίδα ήταν η Κιμβρική Φερσόνησος,
δηλαδή η σημερινή Δανία.
Η αρχαιολογική έρευνα δεν έχει εντοπίσει κάποιες σαφείς ενδείξεις
μαζικής μετανάστευσης από την Γιουτλάνδη κατά την πρώιμη εποχή του
΢ιδήρου. Κάποια όμως αρχαιολογικά ευρήματα, χρονολογημένα τον 2ο
και 1ο αιώνα π.Φ., δεικνύουν ότι υπήρχε κάποια επαφή με την
νοτιοανατολική Ευρώπη, αλλά δεν είναι επιβεβαιωμένο ότι συνδέεται με
την μετακίνηση των Κίμβρων.8 Οι ελληνικές και ρωμαϊκές πηγές
αναφέρουν ρητά ότι η αρχική κοιτίδα των Κίμβρων ήταν η Γιουτλάνδη,
δηλαδή η Δανία. ΢ύμφωνα με μια μαρτυρία των Res Gestae του Αυγούστου
(κεφ. 26),9 οι Κίμβροι βρίσκονταν ακόμα στην Δανία:
Δικός μου στόλος απέπλευσε από τον Ρήνο, μέσω του Ωκεανού, προς τα
ανατολικά μέχρι την χώρα των Κίμβρων, όπου κανείς Ρωμαίος δεν είχε πάει ούτε
διά ξηράς ούτε διά θαλάσσης.10
Ο γεωγράφος ΢τράβων μαρτυρεί την ύπαρξη των Κίμβρων ως
βαρβαρικής φυλής, η οποία είχε Γερμανική καταγωγή και κατοικούσε,
όπως προειπώθηκε, στην Κιμβρική Φερσόνησο:
΢χετικά με τους Κίμβρους, μερικά πράγματα που λέγονται γι’ αυτούς δεν είναι
ορθά, ενώ άλλα είναι απίθανα. Για παράδειγμα, κανείς δεν μπορεί να δεχθεί ότι
ξεκίνησαν να περιπλανώνται και να κάνουν επιδρομές επειδή μια πλημμυρίδα
8
F. Kaul, J. Martens, «Southeast European Influences in the Early Iron Age of Southern
Scandinavia. Gundestrup and the Cimbri», Acta Archaeologica 66 (1995), 111-161.
9
John Scheid, Res Gestae Divi Augusti: hauts faits du divin Auguste. Paris: Belles Lettres, 2007.//
Alison Cooley, Res Gestae divi Augusti, Cambridge University Press 2009.
10
Velleius Paterculus and Res Gestae Divi Augusti, 5, 26, Loeb Classical Library 1924, σ. 388-389.
18
τους ανάγκασε να φύγουν από την χερσόνησο όπου κατοικούν· στην
πραγματικότητα, κατοικούν στην ίδια περιοχή που βρίσκονταν πρωτύτερα.
Επίσης, έστειλαν ως δώρο στον Αύγουστο την πιο ιερή χύτρα που είχαν,
ζητώντας φιλία και συγχώρεση για τα προηγούμενα λάθη τους και έφυγαν για
την πατρίδα τους. Και είναι γελοίο να πιστεύεται ότι έφυγαν από την πατρίδα
τους λόγω ενός φυσικού και συχνού φαινομένου που συμβαίνει δύο φορές την
ημέρα.11
΢το γεωγραφικό έργο του Κλαυδίου Πτολεμαίου οι Κίμβροι αναφέρεται
ότι κατοικούν στο βορειότερο μέρος της χερσονήσου της Γιουτλάνδης,12 το
οποίο μετά από την διασταύρωση των ιστορικών πηγών φαίνεται ότι είναι
το ασφαλέστερο συμπέρασμα.
Ένα μείζον πρόβλημα που εγείρεται εδώ είναι σχετικό με την γλώσσα
που μιλούσαν οι Κίμβροι. Οι Ρωμαίοι και οι Έλληνες ονόμαζαν όλες τις
φυλετικές ομάδες του βορρά Κέλτες, Γαλάτες ή Γερμανούς, χωρίς να
κάνουν κάποιους ιδιαίτερους διαχωρισμούς. Ο Καίσαρ είναι ο μοναδικός
συγγραφέας που προβαίνει στον διαχωρισμό των φυλών της Γερμανίας,
γιατί με αυτόν τον τρόπο δικαιολογεί την ύπαρξη του limes στον Ρήνο.13
Παρά ταύτα, δεν είναι ασφαλές να γίνει αποδεκτή η κατηγοριοποίηση
των φυλών που κάνουν ο Καίσαρ και ο Σάκιτος. Οι περισσότερες όμως
αρχαίες πηγές αναφέρουν ότι οι Κίμβροι ήταν Γερμανοί·14 αντιθέτως,
άλλες πηγές εγγράφουν τους Κίμβρους στους Κέλτες.15
Αναφορικά με την γλώσσα που μιλούσαν οι Κίμβροι, υπάρχουν λιγοστές
μαρτυρίες. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, αναφερόμενος στην Βαλτική
Θάλασσα, λέγει:
Ο Υιλήμων λέει ότι ονομάζεται Morimarusa από τους Κίμβρους, δηλαδή «Νεκρή
Θάλασσα».16
Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται για την «θάλασσα» και τον επιθετικό
προσδιορισμό «νεκρή», είναι mori και maruo- στην γαλατική γλώσσα.17 Η
11
A. Meineke, Strabonis geographica, 7.2.1., Leipzig: Teubner, 1877 (ανατύπ. 1969).
K. Müller, Claudii Ptolemaei geographia, 2.11.7., Paris 1883.
13
A.A. Lund, Die ersten Germanen: Ethnizität und Ethnogenese, Heidelberg 1998.
14
Strabonis geographica 4.4.3, 7.1.3.
15
Appianus, Bellum civile, 1.4.29, P. Viereck, Appian's Roman history (ed. H. White), vols. 3,
Harvard University Press 1913 (ανατύπ. 1964 3).// Appianus, Illyrica 8.3., E. Gabba, A.G. Roos,
and P. Viereck, Appiani historia Romana, vol. 1. Leipzig, 1939 (ανατύπ. 1962).
16
Caius Plinius Secundus, Naturalis Historia, 4.95, H. Rackham, W.H.S. Jones & D.E. Eichholz
(μτφρ.), Pliny - Natural History, 10 volumes, Loeb Classical Library, 1938-1962.
12
19
ίδια λέξη για την θάλασσα υπάρχει και στα Γερμανικά, αλλά με την
προσθήκη ενός a (mari-). Όμως, επειδή ο Πλίνιος δεν γνώριζε την λέξη
απευθείας από τους Κίμβρους, δεν είναι δυνατόν να δεχθούμε απόλυτα
ότι είναι γαλατικής καταγωγής.
Οι ηγεμόνες των Κίμβρων έφεραν ονόματα που έμοιαζαν με τα
αντίστοιχα Κελτικά, όπως Boiorix (δηλαδή «βασιλιάς αυτών που
επιτίθενται»), Gaesorix (το οποίο σημαίνει «βασιλιάς της λόγχης»), και
Lugius (μια ονομασία που προέρχεται μάλλον από τον Γαλατικό θεό
Lugus)18. Σα ονόματα αυτά μπορεί να έχουν Κελτική καταγωγή αλλά
παρουσιάζονται επίσης και στην Γερμανική γλώσσα. Επίσης, αν και οι
βασιλείς των Κίμβρων και των Σευτόνων έφεραν ονόματα που έμοιαζαν
με Κελτικά, η πραγματική καταγωγή των ονομάτων τους δεν ήταν
αποδεικτικό για την εθνικότητα ή την γλώσσα που μιλούσαν. Δεν
υπάρχουν αποχρώσες αποδείξεις για την δομή και την μορφολογία της
Κιμβρικής γλώσσας. Αν και φαίνεται ότι οι Κίμβροι διαφοροποιούνταν
από τους Κέλτες, οι Ρωμαίοι όταν συγκρούστηκαν για πρώτη φορά μαζί
τους στα τέλη του 2ου αιώνα π.Φ., χρησιμοποίησαν Γαλάτες ως
κατασκόπους μέσα στο στρατόπεδό τους, στοιχείο που δεικνύει την
οικειότητα αλλά και την ομοιότητα που είχαν οι Κίμβροι και οι Γαλάτες
μεταξύ τους.
Παρ’ όλες τις εμφανείς ομοιότητες Κίμβρων και Κελτών, στην πατρίδα
των Κίμβρων (Δανία) δεν υπήρχαν καθόλου Κελτικές ονομασίες τόπων ή
περιοχών, αλλά μόνο Γερμανικές.19 Η διαπίστωση όμως αυτή δεν
αποκλείει
την
«Γαλατοποίηση»
των
Κίμβρων
για
όσο
διάστημα
παρέμειναν στην Γαλατία. Ο Boiorix, του οποίου το όνομα είναι Κελτικό ή
Κελτοποιημένο Γερμανικό, ήταν βασιλιάς των Κίμβρων όταν ξεκίνησαν
να μεταναστεύσουν από την Γιουτλάνδη. Περιβαλλόμενοι, λοιπόν, από
Κέλτες, δέχθηκαν βαθειές επιρροές, που τροποποίησαν την εθνική και
πολιτισμική τους ταυτότητα.
΢χετικά με τον πολιτισμό τους, ο ΢τράβων αναφέρει20 ότι οι σύζυγοι
των
πολεμιστών,
που
τους
συνόδευαν
σε
κάθε
εκστρατεία,
ακολουθούνταν από ιέρειες που ασκούσαν μαντικά καθήκοντα· είχαν
17
F. M. Ahl, «Amber, Avallon, and Apollo's Singing Swan», American Journal of Philology 103
(1982), 373-412.
18
Julius Caesar, Commentarii de Bello Gallico 6.17.
19
Bell-Fialkoll, Andrew (edit.), The Role of Migration in the History of the Eurasian Steppe:
Sedentary Civilization v. "Barbarian" and Nomad, Palgrave Macmillan 2000, σ. 117.
20
Strabonis geographica 7.2.3.
20
γκρίζα μαλλιά, ήταν ντυμένες στα λευκά, με κάπες που στερεώνονταν με
πόρπες, και ήταν ξυπόλυτες. Αυτές κρατώντας ένα ξίφος στο χέρι,
έπαιρναν μαζί τους όλους τους αιχμαλώτους από το στρατόπεδο, και,
αφού πρώτα τους στεφάνωναν, μετά τους τοποθετούσαν στη σειρά και
τους έκοβαν τον λαιμό. Σο αίμα που έτρεχε το χρησιμοποιούσαν για να
ασκήσουν την μαντική τέχνη, ενώ άλλες ανέτεμναν τα σώματα και
προσπαθούσαν να αντλήσουν κάποια προφητεία που θα προμήνυε την
αίσια έκβαση της εκστρατείας. Κατά την διάρκεια των μαχών, έμεναν
πίσω στις άμαξες και χτυπούσαν τεντωμένα δέρματα, παράγοντας έναν
απόκοσμο θόρυβο. Γενικά, οι Κίμβροι ήταν τρομεροί πολεμιστές, οι οποίοι
δεν φοβούνταν καθόλου τον θάνατο στην μάχη. Όταν εκστράτευαν,
έπαιρναν μαζί τους τις οικογένειές τους και τα υπάρχοντά τους μέσα σε
άμαξες. Οι πιο ηλικιωμένες γυναίκες ασκούσαν ιερατικά καθήκοντα και
προέβαιναν σε φρικιαστικές τελετουργίες, σφαγιάζοντας αιχμαλώτους.
Άρα,
οι
τελετουργικές
θυσίες
ήταν
αναπόσπαστο
μέρος
της
καθημερινότητας των Κίμβρων.
΢ύμφωνα με τον Ιούλιο Καίσαρα, η Βελγική φυλή των Atuatuci
καταγόταν από τους Κίμβρους και τους Σεύτονες.21 Ο λαός αυτός πέρασε
τον Ρήνο και ίδρυσε την πόλη Atuatuca στην περιοχή της Βελγικής φυλής
των Εβουρώνων, τους οποίους κατέκτησαν. Αργότερα, οι Εβούρωνες
αφομοιώθηκαν από την φυλή των Tungri, και η πόλη που ίδρυσαν οι
Atuatuci ονομάστηκε Atuatuca Tungrorum, δηλαδή η σημερινή πόλη
Tongeren.
1.2. Οι Σεύτονες
Οι Σεύτονες (από το πρωτο-Γερμανικό Þeudanōz) θεωρούνταν Γερμανική
φυλή από τους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους συγγραφείς, ιδίως από
τον ΢τράβωνα και τον Βελλήιο Πατέρκολο. Εν γένει, συνδέονταν στενά με
τους Κίμβρους, των οποίων η εθνικότητα ήταν είτε Γαλατική είτε
Γερμανική. ΢ύμφωνα με τον Πτολεμαίο τον Γεωγράφο, ζούσαν στην
Γιουτλάνδη, όπως και οι Κίμβροι.
΢τα τέλη του 2ου αιώνα π.Φ., πολλοί Σεύτονες, όπως και Κίμβροι,
μετανάστευσαν νοτιοδυτικά προς τον Δούναβη, όπου συγκρούστηκαν με
τους Ρωμαίους. Έτσι, κινήθηκαν δυτικά προς την Γαλατία και επιτέθηκαν
στην Ιταλία. Αφού κατήγαγαν πολλές νίκες, οι Κίμβροι και οι Σεύτονες
21
Commentarii de Bello Gallico, 2, 29.
21
χώρισαν τους στρατούς τους. Ο Γάιος Μάριος κατάφερε και τους νίκησε
δύο φορές το 102 και το 101 π.Φ. Οι Σεύτονες νικήθηκαν στην μάχη των
΢εξτίων Τδάτων (Aquae Sextiae) και ο βασιλιάς τους ο Teutobod
συνελήφθη αιχμάλωτος. Οι γυναίκες που αιχμαλωτίστηκαν από τους
Ρωμαίους αυτοκτόνησαν όλες μαζικά. Σο γεγονός αναδείχθηκε ως
σύμβολο
του
Γερμανικού
ηρωισμού.
Αναλυτικότερα,
τριακόσιες
παντρεμένες γυναίκες των Σευτόνων επρόκειτο να παραδοθούν σε
Ρωμαίους. Αυτές παρακάλεσαν να δοθούν ως υπηρέτριες σε ναούς της
Αφροδίτης. Όταν η αίτησή τους απορρίφθηκε, έσφαξαν τα παιδιά τους και
μετά αυτοκτόνησαν όλες μαζικά. ΢υνεπώς, ο κίνδυνος των Σευτόνων για
την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία αποσοβήθηκε οριστικά.
1.3. Η μάχη στο Arausio
Η πρώτη σύγκρουση μεταξύ της Ρώμης και των Γερμανικών φύλων ήταν
βίαιη και ξαφνική. Από το 120 π.Φ. η Ρώμη προσπαθούσε να διασφαλίσει
τα σύνορά της στις Άλπεις μεταξύ της βόρειας Ιταλίας και της νότιας
Γαλατίας. Η πολιτική της ανάμιξη στην Γαλατία ενισχύθηκε περισσότερο
όταν ίδρυσε μια αποικία στην Ναρβωνική το 118 π.Φ. και μετά
οργανώθηκε σε ολόκληρη επαρχία (τα όρια της επαρχίας συμπίπτουν με
την επικράτεια της σημερινής Αυστρίας). ΢τα βορειοανατολικά σύνορα
της Ιταλίας βρισκόταν το Κελτικό βασίλειο του Νωρικού, το οποίο ήταν
φόρου υποτελές στην Ρώμη. ΢’ αυτήν την περιοχή συγκρούστηκαν για
πρώτη φορά τα Γερμανικά φύλα του βορρά με τις Ρωμαϊκές λεγεώνες. Σο
113 π.Φ. μία μεγάλη πληθυσμιακή μάζα από Κίμβρους πέρασε τα σύνορα
και εισήλθε στην επαρχία του Νωρικού. Εναντίον τους εστάλη ένας
ισχυρός στρατός με επικεφαλής τον ύπατο Γναίο Παπίριο Κάρβωνα
(Gnaeus Papirius Carbo). Οι Ρωμαίοι όμως νικήθηκαν. Οι εισβολείς,
ανενόχλητοι, θα μπορούσαν να κινηθούν νότια, κατά της Ιταλίας.
Αντιθέτως, κατευθύνθηκαν δυτικά προς την Γαλατία και τον Ρήνο. Ποια
ήταν η αιτία αυτής της αιφνίδιας εμφάνισης ανθρώπων του βορρά κοντά
στις Άλπεις; Είναι ασαφές τι ακριβώς επιζητούσαν. Τπάρχει η πιθανότητα
να αναζητούσαν γη για να εγκατασταθούν. Επίσης, ότι ήταν μια ομάδα
πληθυσμού που δεν είχε τα αναγκαία για να επιβιώσει. Πάντως, δεν ήταν
κάποιος οργανωμένος στρατός που εισέβαλε για να λεηλατήσει και να
καταστρέψει.
22
Οι Κίμβροι εμφανίστηκαν στην νότια Γαλατία το 109, μαζί με τους
Σεύτονες αυτήν την φορά, οι οποίοι μάλλον ενώθηκαν με τους Κίμβρους
που βρίσκονταν στο Νωρικόν. Μετά από μια σειρά αψιμαχιών με τον
Ρωμαϊκό στρατό, εστάλη εναντίον τους ένας ισχυρός στρατός με
επικεφαλής τον ύπατο Μάρκο Ιούνιο ΢ιλανό (Marcus Junius Silanus) ο
οποίος πολέμησε τους Γερμανούς αλλά νικήθηκε κατά κράτος. Οι
βάρβαροι ζήτησαν ξανά γη αλλά η Ρωμαϊκή ΢ύγκλητος αρνήθηκε
κατηγορηματικά να παράσχει οτιδήποτε που θα ικανοποιούσε τα
αιτήματά τους. Έτσι, λοιπόν, οι Γερμανοί αποσύρθηκαν στο εσωτερικό της
Γαλατίας, όπου δεν έγιναν ευμενώς δεκτοί. Σο 105 π.Φ. οι Γερμανοί
εμφανίστηκαν ξανά στον Ρήνο αναζητώντας γη και τρόφιμα. Η αίτησή
τους αυτή απορρίφθηκε ξανά από τους Ρωμαίους και έτσι οι Γερμανοί
κινήθηκαν προς την πεδιάδα του Arausio (στο σημερινό Orange της
Γαλλίας). Οι Κίμβροι και οι Σεύτονες βρέθηκαν αντιμέτωποι με δύο
μεγάλες Ρωμαϊκές στρατιές, οι οποίες είχαν επικεφαλής τους υπάτους
Κόιντο ΢ερβίλιο Καιπίωνα (Quintus Servilius Caepio) και τον Γναίο
Μάλλιο Μάξιμο (Gnaeus Mallius Maximus).
Η παρουσία των Κίμβρων εξώθησε τους Ελβετούς να επαναστατήσουν
κατά των Ρωμαίων. Επίσης, η πόλη Tolosa (η σημερινή Σουλούζη)
επαναστάτησε και έτσι οι Ρωμαίοι αναγκάστηκαν να κινητοποιήσουν
τρεις μεγάλες στρατιές στην περιοχή. Ο ύπατος Κόιντος ΢ερβίλιος
Καιπίων κατέπνιξε την στάση και ανέκτησε την πόλη. Ακολούθως,
υιοθέτησε αμυντική στρατηγική, αναμένοντας ότι οι Κίμβροι θα
εισέβαλαν ξανά στην Ρωμαϊκή επικράτεια. Σον Οκτώβριο του 105 συνέβη
η αναμενόμενη εισβολή.
Πριν την έναρξη της μάχης, στο Ρωμαϊκό στρατόπεδο υπήρχε
πρόβλημα. Δύο μεγάλες Ρωμαϊκές στρατιές ήταν στρατοπεδευμένες στον
Ρήνο, κοντά στο Arausio. Η μία είχε επικεφαλής τον ύπατο Γναίο Μάλλιο
Μάξιμο, και η άλλη τον ανθύπατο Κόιντο ΢ερβίο Καιπίωνα. Ο Μάλλιος,
ως ετήσιος ύπατος, ήταν βάσει νόμου ο προϊστάμενος διοικητής των δύο
στρατιών. Επειδή όμως ήταν novus homo (δηλαδή είχε για πρώτη φορά
εκλεγεί ύπατος), δεν προερχόταν από αριστοκρατική οικογένεια. Ο
Καιπίων αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί του και στρατοπέδευσε στην
άλλη πλευρά του ποταμού Ρήνου.
Η αρχική επαφή των δύο αντιπάλων έγινε όταν μια ομάδα ανιχνευτών
των Ρωμαίων, με επικεφαλής τον Μάρκο Αυρήλιο ΢καύρο (Marcus
Aurelius Scaurus), συναντήθηκε με μια εμπροσθοφυλακή των Κίμβρων. Η
23
Ρωμαϊκή δύναμη ηττήθηκε και ο Ρωμαίος αξιωματικός αιχμαλωτίσθηκε
και οδηγήθηκε σιδηροδέσμιος στον βασιλιά Boiorix των Κίμβρων. Ο
΢καύρος δεν πτοήθηκε από την ήττα και συμβούλευσε τον Κίμβρο
ηγεμόνα να αποσυρθεί με τον λαό του προτού καταστραφούν από τον
Ρωμαϊκό στρατό. Ο Boiorix, οργισμένος από την θρασεία συμπεριφορά του
Ρωμαίου αξιωματικού, διέταξε να τον εκτελέσουν.
Εν τω μεταξύ ο Μάξιμος είχε καταφέρει να πείσει τον Καιπίωνα να
μετακινήσει
τον
στρατό
του
στην
ίδια
πλευρά
όπου
ήταν
στρατοπεδευμένος και ο δικός του. Ο Καιπίων όμως διατήρησε ξεχωριστό
στρατόπεδο, κοντά στις θέσεις του εχθρού. Ο Boiorix, βλέποντας τις δύο
Ρωμαϊκές στρατιές, ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τον Μάξιμο.
Από την άλλη πλευρά, όμως, ο Καιπίων, φοβούμενος ότι ο Μάξιμος θα
είχε επιτυχία στις διαπραγματεύσεις με τους Κίμβρους και ότι θα
διεκδικούσε αυτός αποκλειστικά την επίτευξη ενός αισίου αποτελέσματος
από τις επαφές με τους βαρβάρους, εξαπέλυσε μια ξαφνική επίθεση
εναντίον του στρατοπέδου των Κίμβρων. Η επιτιθέμενη δύναμη των
Ρωμαίων στην κυριολεξία σφαγιάστηκε, λόγω της προχειρότητας με την
οποία προετοιμάστηκε η επίθεση και της ισχυρής άμυνας που αντέταξαν
οι Κίμβροι. Οι Ρωμαίοι αποκρούσθηκαν και οι βάρβαροι επιτέθηκαν και
λεηλάτησαν το στρατόπεδο του Καιπίωνος, το οποίο είχε αφεθεί
ανυπεράσπιστο.
Έχοντας ανυψωμένο το ηθικό από την πρόσφατη νίκη κατά των
Ρωμαίων, οι Κίμβροι ετοιμάστηκαν να καταστρέψουν και τον στρατό του
Μαξίμου. Εξ αιτίας λοιπόν της ανικανότητας των δύο Ρωμαίων διοικητών
να συνεργαστούν και να αποκρούσουν την βαρβαρική εισβολή, το
πρόβλημα επιδεινώθηκε και η θέση των Ρωμαίων έγινε δυσχερέστερη.
Τπό άλλες συνθήκες, ολόκληρο το στράτευμα θα μπορούσε να
υποχωρήσει συντεταγμένο, αλλά η λανθασμένη επιλογή στρατοπέδευσης
κοντά στον ποταμό είχε στην κυριολεξία παγιδεύσει τους Ρωμαίους. Η
μάχη δόθηκε με καταστρεπτικά αποτελέσματα για τον Ρωμαϊκό στρατό.
Οι τελικές απώλειες των Ρωμαίων συμποσούνταν σε 80.000 άνδρες, χωρίς
να υπολογίζονται οι βοηθητικοί και άλλοι που βρίσκονταν στο
στρατόπεδο. Πολλοί λεγεωνάριοι αποπειράθηκαν να δραπετεύσουν μέσω
του ποταμού, αλλά δεν τα κατάφεραν γιατί είτε δεν γνώριζαν να
κολυμπούν καλά είτε η βαριά πανοπλία που έφεραν δεν τους το επέτρεπε.
Παρά ταύτα, κάποιοι στρατιώτες κατάφεραν να ξεφύγουν. Η ήττα των
24
Ρωμαίων είχε αφήσει ανυπεράσπιστη την Ιταλία στο έλεος των
βαρβαρικών φυλών του βορρά.
1.4. Η μάχη στα ΢έξτια Ύδατα (Aquae Sextiae)
Αφού λοιπόν έμειναν κυρίαρχοι στην νότια Γαλατία οι Γερμανοί, θα
μπορούσαν να εγκατασταθούν στην περιοχή του κάτω Ρήνου. Έχοντας
ένα ευρύ πεδίο επιλογών, δεν ήταν ξεκάθαρο τι θα έπρατταν στην
συνέχεια. Οι εντόπιοι Γαλάτες δεν ενώθηκαν μαζί τους για να
συγκρουστούν με την Ρώμη και έτσι αναγκάστηκαν να μετακινηθούν
δυτικότερα προς την Ισπανία. Ούτε εκεί είχαν κάποια υποστήριξη·
υποχρεώθηκαν λοιπόν οι Γερμανοί να βαδίσουν κατά της Ιταλίας.
Παράλληλα, ο Μάριος είχε επιστρέψει στην Ρώμη για να εορτάσει την
νίκη του κατά του Ιουγούρθα στις 1 Ιανουαρίου του 104 π.Φ., αλλά δεν είχε
υπολογίσει ότι υπήρχε πρόβλημα με τα βαρβαρικά φύλα του βορρά που
κινούνταν κατά της Ιταλίας. Αν και υπήρχαν πολλοί κίνδυνοι που
απειλούσαν την Ρώμη, οι πολιτικοί διαξιφισμοί όμως δεν έπαψαν να
υφίστανται. Οι Ρωμαίοι δεν παραμέριζαν τις διαφορές τους για να
συνασπιστούν έναντι του σοβαρού κινδύνου που τους απειλούσε. Είχαν
ξεσπάσει αναταραχές από τους πληβείους της Ρώμης, εξ αιτίας των
διαφόρων καταγγελιών για δωροδοκίες στον πόλεμο με τον Ιουγούρθα. Η
κατάσταση αυτή είχε υποκινηθεί από τους δημάρχους Μέμμιο και
Μαμίλιο. Από όλα αυτά είχε επωφεληθεί τα μέγιστα ο Μάριος. Αν και
ήταν ένας novus homo,22 είχε ανέλθει στο υπατικό αξίωμα εν μέσω εντόνων
διαξιφισμών με την αντιπολίτευση. Επιπλέον, ο Μάριος είχε μεγάλη
επιρροή αφού είχε καταφέρει να ταπεινώσει τον Κόιντο Μέτελλο.
΢ύσσωμη η ΢ύγκλητος, όταν επρόκειτο να κηρυχθεί ο πόλεμος κατά του
Ιουγούρθα, ήθελε να τοποθετήσει επικεφαλής των στρατευμάτων τον
Μέτελλο, αλλά η λαϊκή συνέλευση των πληβείων απέρριψε την πρόταση
και υπέδειξε τον Μάριο αντ’ αυτού.
Έτσι, λοιπόν, ο Μάριος είχε ήδη αποκτήσει εξουσίες που του επέτρεπαν
να κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή και να επωφελείται από τις λαϊκές
αναταραχές. Ενώ ο Μάριος ήταν στην Αφρική, ο λαός τον εξέλεξε
22
novus homo = πρόκειται γι’ αυτόν ο οποίος δεν είχε κανέναν πρόγονο που να είχε το
αξίωμα του υπάτου· άρα, δεν ήταν ευγενής.
25
παράνομα για δεύτερη υπατεία, γιατί θεωρούσε ότι ήταν ο ικανώτερος για
να αποκρούσει την Γερμανική απειλή. Οι ευγενείς, λοιπόν, επικύρωσαν
την εκλογή του λαού, γιατί θεωρούσαν ότι ο Μάριος ήταν ο μόνος
στρατηγός που μπορούσε να αντιταχθεί στους Γερμανούς και να τους
αποκρούσει. Όμως, η εμφανής απέχθειά τους κατά του στρατηγού έγινε
μεγαλύτερη την ημέρα που εόρτασε τον θρίαμβό του. Εκείνη την ημέρα ο
Μάριος παρουσιάστηκε στην ΢ύγκλητο φορώντας την θριαμβική του
τήβεννο. Ήταν ξεκάθαρο ότι αισθανόταν απέχθεια γι’ αυτούς τους
αριστοκράτες,
που
αποσκοπούσαν
αποκλειστικά
και
μόνο
στην
υπονόμευσή του. Λόγω της έντονης δημοτικότητας του Μαρίου και των
αναμφισβήτητων στρατιωτικών του αρετών, οι υπόλοιποι ευγενείς
ένιωθαν μειονεκτικά απέναντί του γιατί δεν μπορούσαν να πράξουν
ομοίως και να έχουν το ίδιο κοινωνικό κύρος. Ο Μάριος ήταν πια
πανίσχυρος και κανείς δεν μπορούσε να το αμφισβητήσει αυτό. Η
διαμορφωμένη αυτή κατάσταση είχε οξύνει το μίσος των συγκλητικών
κατά του Μαρίου. Εν τούτοις, δεν ήταν όλοι οι συγκλητικοί κατά του
Μαρίου, επειδή είχε καταρρακώσει το γόητρο του Μετέλλου. Σο
μονοπώλιο των ανώτατων κρατικών αξιωμάτων που είχε η οικογένεια
των Μετέλλων ήταν η αιτία για μια γενικευμένη απέχθεια μέσα στις
τάξεις των αριστοκρατών. Ασχέτως, όμως, αυτής της διαμάχης, όλη η
΢ύγκλητος ήταν ενωμένη κατά του στρατηγού.23
Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, οι συγκλητικοί προσπάθησαν να βρουν ένα
αντίπαλο δέος που θα αντιτασσόταν στην ανοδική πορεία του Μαρίου. Ο
΢ύλλας, ο οποίος είχε πρόσφατα εισέλθει στην πολιτική ζωή, είχε
επιδείξει αδάμαστη θέληση να επιτύχει και να διακριθεί. Έτσι, δήλωσε ότι
θα αιχμαλώτιζε τον Ιουγούρθα· αυτό το κατάφερε και έφτιαξε ένα
δαχτυλίδι που είχε χαραγμένη επάνω του την σκηνή παράδοσης του
Ιουγούρθα από τον Βόκχο σ’ αυτόν.
Πολλοί από τους ευγενείς ήταν πρόθυμοι να δεχθούν αυτόν τον
ξεπεσμένο πατρίκιο στις τάξεις τους και να τον χρησιμοποιήσουν για να
προσβάλουν την φήμη του Μαρίου. Μπορεί ο ΢ύλλας να μην συγκρινόταν
σε δύναμη και ισχύ με τον Μάριο, αλλά είχε κάποιους σεβάσμιους
προγόνους από τους οποίους αντλούσε κύρος και αξιοπρέπεια. Έτσι, οι
συγκλητικοί δέχθηκαν ευχαρίστως τον ΢ύλλα ως ισότιμο για να τον
μετατρέψουν στο αντίπαλο δέος του Μαρίου, ο οποίος έδειχνε να αψηφά
περιφανώς την δύναμή τους.
23
Πλούτ. Μάρ. 12, 7.
26
Όμως, υπήρχαν κάποιοι ευγενείς που δεν είχαν την ίδια άποψη ή
εκτίμηση για τον ΢ύλλα και τα επιτεύγματά του. Ήταν φοβερά
καχύποπτοι με τον φιλόδοξο αυτόν πατρίκιο. Ήταν περίεργο πώς αυτός
που δεν είχε τίποτα από τον πατέρα του έγινε τόσο πλούσιος. Ο ΢ύλλας
δεν αντέδρασε καθόλου σε όλες αυτές τις επιθέσεις, αλλά ανέμενε
υπομονετικά να κερδίσει την θέση που του ανήκε στην άρχουσα τάξη της
αυτοκρατορίας.
Ο Μάριος δεν ενοχλήθηκε καθόλου από τις προφανείς αξιώσεις του
΢ύλλα, αλλά ούτε ήθελε να φιλονικήσει μαζί του γιατί ήταν ένας καλός
αξιωματικός που θα του ήταν πολύ χρήσιμος στον πόλεμο με τους
βαρβάρους από τον βορρά. Εν τω μεταξύ, η έντονη φιλοδοξία του ΢ύλλα
είχε ήδη προκαλέσει την δυσαρέσκεια του Μαρίου, η οποία θα ήταν η
αφετηρία για μια έντονη και πολύχρονη διαμάχη μεταξύ των δύο ανδρών.
Ο κίνδυνος των βαρβάρων είχε αποσοβηθεί, επειδή δεν επιχείρησαν να
εισβάλουν στην Ιταλία· οι Κίμβροι στράφηκαν προς την Ισπανία και οι
Σεύτονες κατευθύνθηκαν προς την βόρεια Γαλατία. Αφού δεν υπήρχε πια
ο κίνδυνος αυτός, ο Μάριος είχε το περιθώριο να ασχοληθεί με άλλα
πράγματα. Είχε ήδη ξεκινήσει να αλλάζει ολοκληρωτικά όλο το
στρατιωτικό σύστημα, με το να εισάγει νέα όπλα και τακτικές. Επίσης,
έπρεπε να σκληραγωγήσει και να εκπαιδεύσει τα νεοστρατολογηθέντα
στρατεύματά
του
στις
νέες
τακτικές
πολέμου.
Οι
στρατιώτες
εκπαιδεύθηκαν εμπράκτως στο πεδίο της μάχης, με το να επιτίθενται σε
Γαλατικά φύλα που είχαν προσφάτως επαναστατήσει. Ο ΢ύλλας, ων
ύπαρχος του Μαρίου, έπαιξε σημαντικό ρόλο σ’ αυτές τις επιχειρήσεις. Με
διάφορες ενέργειες κατάφερε να συλλάβει τον αρχηγό τους Κόπιλλο.24
Ο Μάριος, από την πλευρά του, προσπάθησε να προσεγγίσει
διπλωματικά ορισμένες φυλές των βαρβάρων, προκειμένου να συνάψει
συμμαχία μαζί τους. Διερεύνησε την στάση των Λιγουριανών, οι οποίοι
μέχρι τότε διατηρούσαν ουδετερότητα. Ο Κόιντος ΢ερτώριος, ένας
αξιωματικός του επιτελείου του Μαρίου και μελλοντικός εχθρός του
΢ύλλα, ασχολήθηκε με την βολιδοσκόπηση της διάθεσης των βαρβάρων.
΢ε προηγούμενες εκστρατείες είχε μάθει μια από τις γλώσσες των
Κελτών και έτσι αποστολή του ήταν να εισέλθει στο στρατόπεδο μιας
φυλής που ακολουθούσε τους Σεύτονες και να κατασκοπεύσει. ΢’ αυτήν
την περίσταση ο Μάριος χρησιμοποίησε το διπλωματικό ταλέντο του
΢ύλλα, το οποίο πάντα τον δικαίωνε. Σο 103 π.Φ. ανατέθηκε στον ΢ύλλα
24
Πλούτ. Σύλλ. 4, 2.
27
να προσεγγίσει τους Μαρσίους, μια Γερμανική φυλή που είχε ενωθεί με
τις άλλες φυλές και περιπλανάτο στην Ευρώπη. Η προσπάθειά του είχε
αποτέλεσμα. Απέσπασε τους Μαρσίους από τις υπόλοιπες φυλές και τους
έπεισε να γίνουν σύμμαχοι με την Ρώμη.25
Όλα αυτά, όμως, ο ΢ύλλας δεν μπορούσε να τα εκμεταλλευθεί στο
έπακρον. ΢κόπευε να ξεχωρίσει επιτυγχάνοντας έναν στρατιωτικό
θρίαμβο τον οποίο θα τον έκανε ευρέως γνωστό. Έτσι, άρχισε να
διαμαρτύρεται ότι ο Μάριος τον φθονούσε. Ζήτησε να μεταφερθεί στο
επιτελείο του Κόιντου Λουτάτιου Κάτουλου, του άλλου Ρωμαίου
στρατηγού, ο οποίος δεν ήταν αξιόλογος και ούτε διάσημος. Ο Μάριος τού
επέτρεψε να πάει εκεί, αλλά ήταν φανερά ενοχλημένος από το θράσος
και την τόλμη του νεαρού αξιωματικού. Εν τω μεταξύ, η βαρβαρική
εισβολή επρόκειτο να ξεκινήσει σύντομα· οι Κίμβροι είχαν επιστρέψει από
την Ισπανία και μαζί με τους Σιγουρίνους θα εισέβαλαν στην Ιταλία, ενώ
οι Σεύτονες με τους συμμάχους τους θα κινούνταν από την Γαλλία.
Οι Γερμανοί εντοπίστηκαν ανατολικά της πεδιάδας Isère, μέχρι που
έφθασαν στα ΢έξτια Ύδατα (Aquae Sextiae). Εκεί οι Σεύτονες και οι
Άμβρωνες επρόκειτο να συγκρουστούν σε μια φονική μάχη με τον στρατό
του Γαΐου Μαρίου το 102 π.Φ.
Ο Μάριος παρέταξε τον στρατό του πάνω σε έναν λόφο και προκαλούσε
τους Σεύτονες να του επιτεθούν, παρενοχλώντας τους με το ιππικό του
και επιτιθέμενος με το ελαφρύ πεζικό. Οι Άμβρωνες παραπλανήθηκαν
και ξεκίνησαν οι ίδιοι την επίθεση. ΢ύντομα, τους ακολούθησαν και οι
υπόλοιποι βάρβαροι. Εν τω μεταξύ, ο Μάριος είχε κρύψει εκεί κοντά μια
δύναμη 4.000 ανδρών, έτοιμη να επιτεθεί την κατάλληλη στιγμή. Όταν η
μάχη μαινόταν και είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της, η ενεδρεύουσα
δύναμη επιτέθηκε στα νώτα των Σευτόνων και τους διέλυσε. Οι απώλειες
των Γερμανών ήταν τρομακτικές, καθώς έφθασαν τις 90.000 νεκρούς και
20.000 αιχμαλώτους μαζί με τον βασιλιά τους, τον Teutobod. Οι Ρωμαίοι
είχαν λιγότερους από 1.000 νεκρούς. Η ήττα των Σευτόνων ήταν
καταστρεπτική γιατί κυριολεκτικά αφανίσθηκαν στο πεδίο της μάχης.
Έπρεπε όμως να αποτραπεί οριστικά και ο κίνδυνος των Κίμβρων. Ο
στρατηγός Κάτουλος έπρεπε να τους σταματήσει, προτού εισβάλλουν
στην Ιταλία. Προχώρησε με τα στρατεύματά του και έλαβε θέση στην
πεδιάδα Val d’Adige αναμένοντας την έφοδο των βαρβαρικών ορδών. Ενώ
το κύριο Ρωμαϊκό στράτευμα βρισκόταν σ’ αυτό το σημείο, ο ΢ύλλας με
25
Πλούτ. Σύλλ. 4, 1.
28
μια άλλη στρατιωτική δύναμη υπέταξε τις περισσότερες φυλές που
κατοικούσαν στις Άλπεις, για να αποτρέψει το ενδεχόμενο να ενωθούν με
τα άλλα βαρβαρικά φύλα. Οι Κίμβροι έφτασαν κοντά στις θέσεις του
Κατούλου το 102 π.Φ. Ο Ρωμαίος στρατηγός τους επιτέθηκε αμέσως αλλά
ηττήθηκε, επειδή το ιππικό του κατασφαγιάσθηκε και το πεζικό του
υπερφαλαγγίσθηκε από τους μανιασμένους βαρβάρους. Ο ίδιος μόλις
κατάφερε να ξεφύγει την αιχμαλωσία.26
Τποχωρώντας,
λοιπόν,
με
τα
απομεινάρια
του
στρατού
του,
στρατοπέδευσε στην περιοχή Chiuse Veronesi, μεταξύ του Alto Adige και
των εντεύθεν των Άλπεων πεδιάδων. ΢τρατοπέδευσε στην δεξιά όχθη του
ποταμού, τοποθετώντας στα αριστερά εφεδρικές δυνάμεις. Οι βάρβαροι
μόλις έφτασαν άρχισαν να κτίζουν έναν μόλο μέσα στον ποταμό. Οι
Ρωμαίοι στρατιώτες μόλις το είδαν αυτό πανικοβλήθηκαν και άρχισε να
επικρατεί αναβρασμός στο στρατόπεδο. Σελικά, άρχισαν να φεύγουν·
αυτοί
όμως που βρίσκονταν
στην
αριστερή
όχθη του ποταμού
αποκόπηκαν και έπρεπε να πολεμήσουν για να διαφύγουν. Ο Κάτουλος
υποχώρησε και δεν συγκρούστηκε με τους βαρβάρους. Οι βάρβαροι δεν
κατεδίωξαν τον διαλυμένο στρατό του Κατούλου, γιατί στόχος τους ήταν
να εγκατασταθούν στα Ιταλικά εδάφη και όχι να συγκρουστούν με τον
Ρωμαϊκό στρατό.
1.5. Η μάχη στις Vercellae
Από την άλλη, όμως, τα νέα ήταν ευοίωνα για τους Ρωμαίους. Ο Μάριος
είχε κατανικήσει και εξολοθρεύσει τους Σεύτονες στα ΢έξτια Ύδατα το
καλοκαίρι του 102 π.Φ. Έπειτα επέστρεψε στην Ρώμη, εξελέγη ύπατος για
ακόμα μια φορά, και κατευθύνθηκε στην βόρεια Ιταλία στις αρχές του 101
π.Φ. για να αναλάβει δράση εκεί. Ο στρατός του ενώθηκε με τον στρατό
του Κατούλου στην Πλακεντία για να ξεκινήσουν νέες πολεμικές
επιχειρήσεις. Παρουσιάσθηκε όμως έλλειψη εφοδίων και ο Κάτουλος
ανέθεσε στον ΢ύλλα να διευθετήσει την κατάσταση. Ο ΢ύλλας
διεκπεραίωσε
τόσο
επιτυχώς
την
συλλογή
εφοδίων,
που
οι
συγκεντρωμένες ποσότητες ήταν ικανές να τροφοδοτήσουν επί μακρόν
τον στρατό του Κατούλου και του Μαρίου.
Ο Μάριος διέβη τον ποταμό Πάδο για να εμποδίσει τους Κίμβρους να
προελάσουν νότια. Οι δύο στρατοί δεν συγκρούστηκαν, γιατί οι βάρβαροι
26
R. G. Lewis, «Catulus and the Cimbri 102 BC», Hermes 102 (1974), 92-103.
29
ζήτησαν να διαπραγματευθούν. Οι συζητήσεις δεν απέδωσαν καρπούς,
και έτσι οι δύο πλευρές ετοιμάστηκαν για μάχη. Σο πεδίο της μάχης έκειτο
στην περιοχή Campi Raudi, ανάμεσα στις πόλεις Υεράρα και Ροβίγκο. Οι
πιο πολλοί ιστορικοί τοποθετούν το πεδίο της μάχης στην πόλη Βερτσέλι
(Vercellae) στην βόρεια Ιταλία.
Οι δύο αντίπαλοι στρατοί παρατάχθηκαν κάτω από την πρωινή ομίχλη
ανυπόμονοι για μάχη. Ο Μάριος παρέταξε το στράτευμά του με
ενισχυμένα τα πλευρά και αδύνατο το κέντρο. Σο κέντρο ήταν
παραταγμένο σε σχήμα ημικυκλίου και διοικείτο από τον Κάτουλο και τον
΢ύλλα. Η μάχη ξεκίνησε με την επίθεση του βαρβαρικού ιππικού στα
δεξιά των Ρωμαίων, όπου βρισκόταν το ιππικό του Μαρίου. Ο Μάριος
αντεπιτέθηκε αμέσως με το ιππικό του. Σο Ρωμαϊκό ιππικό απώθησε τους
βαρβάρους νότια και ξεκίνησε καταδίωξη. Σαυτόχρονα, το βαρβαρικό
πεζικό επιτέθηκε και συγκρούστηκε με τους Ρωμαίους που βρίσκονταν
στο κέντρο. Παρασύρθηκαν έτσι και παγιδεύθηκαν μεταξύ του κέντρου
και των ισχυρών πλευρών της Ρωμαϊκής παράταξης. Σην στιγμή εκείνη
επέστρεφε ο Μάριος από την καταδίωξη και επιτέθηκε με ορμή εναντίον
του βαρβαρικού πεζικού. Σο αποτέλεσμα ήταν οι βάρβαροι να
κατασφαγιασθούν και να αποσοβηθεί ο κίνδυνος των Γερμανών για την
Ιταλία και ειδικότερα για την Ρώμη.
1.6. Ο Ιούλιος Καίσαρ και η σύγκρουση με τον Αριόβιστο (58 π.Φ.)
Ο Αριόβιστος27 ήταν ηγεμόνας της Γερμανικής φυλής των ΢ουηβών κατά
το πρώτο μισό του 1ου αιώνα π.Φ. Ο ίδιος και η φυλή του αναμίχθηκαν
στις διαμάχες των Γαλατικών φύλων, όταν οι Αρβέρνοι (Arverni) και οι
΢ηκουανοί (Sequani) είχαν διαμάχες με τους Αιδούους (Aedui). Έτσι, οι
΢ουηβοί εγκαταστάθηκαν σε μεγάλους αριθμούς στην Γαλατία και
συγκεκριμένα στην περιοχή της Αλσατίας.
Ο Αριόβιστος ήταν ΢ουηβός και μιλούσε άριστα την Γαλατική γλώσσα. 28
Ήταν παντρεμένος με δύο γυναίκες, από τις οποίες η πρώτη ήταν ΢ουηβή
και η δεύτερη ήταν κόρη του βασιλιά του Νωρικού, του Vocion.
Ο Καίσαρ αναφέρεται στον Αριόβιστο ως «rex Germanorum».29 Ο εν
λόγω τίτλος είναι διφορούμενος, διότι, λόγω της απουσίας του οριστικού
27
D. Ellis Evans, Gaulish Personal Names: A Study of Some Continental Celtic Formations, Oxford
Clarendon Press 1967.
28
Commentarii de Bello Gallico 1.47.
30
άρθρου, θα μπορούσε να σημαίνει είτε «βασιλιάς Γερμανών» είτε
«βασιλιάς των Γερμανών». Πράγματι, η Γερμανία ήταν χωρισμένη σε
πολλές
φυλετικές
επικράτειες,
από
τις
οποίες
οι
περισσότερες
κυβερνώντο από βασιλείς. Σο πιο πιθανό ήταν ότι η εξουσία του
Αριοβίστου εκτεινόταν μόνο στους Γερμανούς που έμεναν στην Γαλατία.
Η Ρωμαϊκή ΢ύγκλητος τον αναγνώρισε ως rex, δηλαδή βασιλιά των
Γερμανών. Δεν είναι γνωστό αν ο τίτλος αυτός ήταν ισοδύναμος με τον
αντίστοιχο που είχε ο Αριόβιστος ανάμεσα στους Γερμανούς. Ο Σάκιτος
αναφέρει ότι οι Γερμανοί διεχώριζαν τους βασιλείς, σ’ αυτούς που είχαν
επιλεγεί λόγω καταγωγής, και σ’ αυτούς που ήταν στρατιωτικοί ηγέτες
και είχαν εκλεγεί βάσει των ικανοτήτων τους· αυτοί οι βασιλείς δεν είχαν
απόλυτη εξουσία.30
Η ανάμιξη του Αριοβίστου και των ΢ουηβών στην Γαλατία ξεκίνησε
όταν οι Αρβέρνοι και οι ΢ηκουανοί ζήτησαν την στρατιωτική του βοήθεια
κατά των Αιδούων. Οι Αιδούοι ήταν ένας Κελτικός λαός ο οποίος
κατοικούσε στην Γαλλία στο πάνω μέρος του Λίγηρα. Γειτνίαζαν με τους
΢ηκουανούς και τους Αρβέρνους και έτσι αναπόφευκτα συγκρούστηκαν.
Ο Καίσαρ δεν αναφέρει ποια ήταν η αιτία της διαμάχης, αλλά οι
΢ηκουανοί έλεγχαν την πρόσβαση στον Ρήνο ποταμό κατά μήκος του
ποταμού Δούβι (Doubs). Για να εδραιώσουν την θέση τους στην περιοχή
έκτισαν
έναν
οχυρωμένο
πύργο
στο
Vesontio.
Οι
έμποροι
που
κατευθύνονταν προς τον ποταμό Ροδανό, περνούσαν από το Vesontio και
έπρεπε να διαπραγματευθούν το πέρασμά τους με τους ΢ηκουανούς.
Ο ποταμός Αράρ βρισκόταν ανάμεσα στα σύνορα της επικράτειας των
Αιδούων και των ΢ηκουανών. Βασικά, η αιτία της διαμάχης των δύο
φυλών ήταν οικονομικής φύσεως, η οποία τους οδήγησε στην πολεμική
σύγκρουση.31 Οι δύο φυλές διεκδικούσαν τον ποταμό Αράρ και τον έλεγχο
των μεταφορών. Οι ΢ηκουανοί υποστήριζαν τους Γερμανούς σε όλες τους
τις εκστρατείες. Έτσι, η πολεμική σύρραξη ήταν η μοναδική λύση για να
επιλυθεί το πρόβλημα.
Η τοποθεσία της τελικής μάχης μεταξύ των Αιδούων και των εχθρών
τους, την οποία ονομάζει ο Καίσαρ «Μάχη της Magetobriga», παραμένει
άγνωστη. Ο στρατός του Αριοβίστου, αποτελούμενος από 15.000 άνδρες,
έκρινε την έκβαση της μάχης και έτσι οι Αιδούοι ηττήθηκαν από τους
29
Commentarii de Bello Gallico 1.31.
Tacitus, Germania, 7.
31
Strabonis geographica 4.3.2.
30
31
΢ηκουανούς. Ο Αριόβιστος κατέλαβε το 1/3 της επικράτειας των Αιδούων
και εγκατέστησε εκεί 120.000 Γερμανούς.
Σο 59 π.Φ., όταν ήταν ύπατος ο Ιούλιος Καίσαρ, ο Αριόβιστος είχε
αναγνωρισθεί ως «φίλος» της Ρωμαϊκής ΢υγκλήτου. Βέβαια, είχε ήδη
περάσει με ολόκληρο τον λαό του τον Ρήνο. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος
αναφέρει μια συνάντηση του ανθυπάτου της Εντεύθεν των Άλπεων
Γαλατίας, Κοΐντου Καικιλίου Μετέλλου Κέλερ (Quintus Caecilius Metellus
Celer), με έναν βασιλιά των ΢ουηβών.32 Η συνάντηση αυτή πρέπει να
έλαβε χώρα το 62 π.Φ. Επίσης, η ακολουθία των γεγονότων που
παραδίδεται από τον Καίσαρα αποκαλύπτει ότι οι Γερμανοί είχαν
εγκατασταθεί ήδη στην Γαλατία για παραπάνω από έναν χρόνο. Ο
Αριόβιστος δεν θεωρήθηκε εχθρός διότι είχε ανακηρυχθεί φίλος της
Ρώμης και είχε εξασφαλίσει την ανοχή των Ρωμαίων.
Παρά ταύτα, οι Αιδούοι ήταν επίσης σύμμαχοι των Ρωμαίων, και το 58
π.Φ. ο Diviciacus, ένας από τους πιο σημαντικούς άρχοντες των Αιδούων,
διαμαρτυρήθηκε για την σκληρότητα του Αριοβίστου και ζήτησε από τον
Καίσαρα να παρέμβει. Ο Καίσαρ έστειλε πρέσβεις και κάλεσε τον
Αριόβιστο σε διαπραγματεύσεις. Ο Αριόβιστος, δείχνοντας ασύγκριτη
αλαζονεία, απάντησε ότι αν ήθελε κάτι ο Καίσαρ θα έπρεπε ο ίδιος να τον
βρει. Εξάλλου, ο στρατός των ΢ουηβών δεν ήταν προετοιμασμένος για να
εισέλθει στην ελεγχόμενη από τους Ρωμαίους Γαλατία.
Επομένως, ο Καίσαρ έστειλε ξανά τους πρέσβεις του πίσω στον
Αριόβιστο με τις εξής αξιώσεις: Να μην περάσουν άλλοι ΢ουηβοί τον
Ρήνο, ο ίδιος και οι σύμμαχοί του να παραδώσουν τους ομήρους που είχαν
από τους Αιδούους, και να αναλάβουν την δέσμευση ότι δεν θα κηρύξουν
πόλεμο στους Αιδούους. Εάν δεν υλοποιούνταν αυτές οι απαιτήσεις, ο
Καίσαρ θα ήταν αναγκασμένος να του κηρύξει τον πόλεμο.
Όπως ήταν φυσικό, ο ΢ουηβός αρχηγός αρνήθηκε να υπακούσει και
ισχυρίστηκε ότι εφάρμοζε το δίκαιο του νικητή, το οποίο υπαγόρευε την
λήψη φόρων από τον κατακτημένο. Αδιαφορώντας για την ισχύ της
Ρώμης και ων βέβαιος για τον αήττητο στρατό του, προκάλεσε τον
Καίσαρα να του επιτεθεί.
Ο Καίσαρ παρουσίασε την συγκεκριμένη διαμάχη με διαφορετικό τρόπο.
Κατ’ αυτόν, προσέφερε στον ΢ουηβό αρχηγό λογικούς όρους για
διαπραγμάτευση
προκειμένου
να
επιτευχθεί
κάποια
συνεννόηση.
Αντιθέτως, ο Αριόβιστος τον κατηγόρησε αργότερα, πάντα σύμφωνα με
32
Caius Plinius Secundus, Naturalis Historia, 2.67
32
τον Καίσαρα, ότι σκόπευε να του επιτεθεί. Αν ληφθεί υπόψιν η
ματαιοδοξία του Καίσαρα και η σφοδρή του επιθυμία για δόξα, η
επικρατέστερη πιθανότητα είναι ότι προσπαθούσε να προκαλέσει έναν
πόλεμο για να εμπλακεί σ’ αυτόν, χωρίς να φαίνεται ότι είναι ο κύριος
αίτιος. Από την άλλη, ο Αριόβιστος θεωρούσε ότι, επειδή ήταν φίλος της
Ρώμης, θα μεταχειριζόταν ως ίσος και δεν θα δεχόταν επίθεση από τις
Ρωμαϊκές λεγεώνες. Η σκέψη αυτή ήταν λανθασμένη, γιατί για τους
Ρωμαίους δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας βάρβαρος φύλαρχος.
Όταν,
λοιπόν,
ο
Καίσαρ
έλαβε
το
μήνυμα
του
Αριοβίστου,
πληροφορήθηκε από τους Κέλτες συμμάχους του ότι οι Αρούδες
λεηλατούσαν την γη των Αιδούων και ότι στρατιωτικές μονάδες ΢ουηβών
επρόκειτο να περάσουν τον Ρήνο. Έτσι, αποφάσισε να αναλάβει δράση.
Ο Καίσαρ με τον στρατό του βρισκόταν κοντά στην Bibracte, μια
οχυρωμένη πόλη η οποία ήταν η πρωτεύουσα των Αιδούων. Είχε
κατανικήσει τους Ελβετούς και άλλους Κέλτες, έχοντας παράλληλα
επιτρέψει στους Βόιους να εγκατασταθούν στην γη των Αιδούων. Ήταν
αναγκαίο να προελάσει προς την πεδιάδα του ποταμού Saône.
Ο Αριόβιστος, ο οποίος ήταν ένας έξοχος και προικισμένος στρατηγός,
αναγνώρισε την στρατηγική σημασία της τοποθεσίας Vesontio και βάδισε
με τον στρατό του προς τα εκεί. Ο Καίσαρ, όμως, έχοντας πολύ καλή
πληροφόρηση από τους συμμάχους του Γαλάτες, έφθασε πρώτος εκεί
όπου και στρατοπέδευσε. Οι στρατιώτες του όμως ήταν πανικοβλημένοι
διότι επικρατούσαν φήμες παντού ότι οι Γερμανοί πολεμιστές είχαν
υπερφυσική ανδρεία και ήταν σχεδόν ανίκητοι. Ο Καίσαρ, για να
διατηρήσει σε υψηλά επίπεδα το φρόνημα των στρατιωτών του, διέταξε
όλους τους εκατόνταρχους των λεγεώνων να ασχοληθούν με την
ανύψωση του ηθικού φρονήματος των ανδρών τους. ΢ε έναν λόγο που
εκφώνησε ο ίδιος ο Καίσαρ, είπε σε όλους τους στρατιώτες ότι θα
επετίθετο κατά των ΢ουηβών μόνο με την 10η λεγεώνα, στην οποία είχε
απόλυτη εμπιστοσύνη για τις ικανότητές της. Εξ αιτίας αυτής της στάσης,
οι στρατιώτες σε μια πρωτοφανή έκρηξη ενθουσιασμού, δήλωσαν πίστη
στον στρατηγό τους και ότι ήταν έτοιμοι να ριχθούν στην μάχη.
Όταν
ο
Αριόβιστος
έμαθε
ότι
στο
Vesontio
βρίσκονταν
στρατοπεδευμένοι οι Ρωμαίοι, σταμάτησε την προέλασή του και περίμενε.
Με τον Diviciacus οδηγό, τα στρατεύματα του Καίσαρα βάδισαν 80
χιλιόμετρα σε 7 μέρες φθάνοντας κοντά στο Belfort. Σην έβδομη ημέρα ο
33
Καίσαρ ειδοποιήθηκε από τους ανιχνευτές του ότι ο στρατός του
Αριοβίστου βρισκόταν περίπου 7 χιλιόμετρα μακριά.
Όταν λοιπόν ο Αριόβιστος έμαθε για την άφιξη του Καίσαρα, έστειλε
πρέσβεις για να συναντηθούν και να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις. Ο
Καίσαρ θεώρησε ότι ο Αριόβιστος έδειχνε σημεία σωφρονισμού και ότι θα
τερμάτιζε την προκλητικότητά του. Ο ΢ουηβός αρχηγός ζήτησε από τον
Καίσαρα να μην φέρει μαζί του πεζικό αλλά μόνο ιππικό, γιατί φοβόταν
μήπως πέσει σε ενέδρα. Έτσι, ο Καίσαρ πήρε τα άλογα των Γαλατών
ιππέων που είχε μαζί του και τα έδωσε σε στρατιώτες της 10ης λεγεώνας,
τους οποίους πήρε μαζί του ως συνοδεία για να συναντηθεί με τον
Αριόβιστο. Οι στρατιώτες της 10ης λεγεώνας έκαναν διάφορα αστεία,
λέγοντας ότι έτσι προήχθησαν στην τάξη των ιππέων (equites).
Η συνάντηση των δύο ανδρών πραγματοποιήθηκε σε έναν χωματόλοφο
στην μέση της πεδιάδας όπου ήταν στρατοπεδευμένοι οι δύο στρατοί.
Γύρω από τους δύο άνδρες βρίσκονταν οι σωματοφυλακές τους. Ο Καίσαρ
ανέλυσε την Ρωμαϊκή πολιτική σχετικά με την στάση απέναντι στους
φίλους και συμμάχους και απαίτησε να μην κηρυχθεί πόλεμος κατά των
Αιδούων, ούτε κατά των συμμάχων τους, να επιστραφούν οι όμηροι που
κρατούσαν οι ΢ουηβοί και να μην περάσουν τον Ρήνο άλλοι Γερμανοί.
Ο Αριόβιστος υπερασπίσθηκε σθεναρά την θέση του, λέγοντας ότι
εκλήθη από τους Γαλάτες για να τους βοηθήσει στους πολέμους που
έκαναν μεταξύ τους. Δεν εισήλθε στην Γαλατία για να την κατακτήσει.
Επίσης, ότι ο Καίσαρ διατηρούσε στρατό στην περιοχή για να πολεμήσει
εναντίον του και όχι για να διατηρεί την ειρήνη. Ξαφνικά όμως μια
απρόσμενη επίθεση από το ιππικό των Γερμανών ανάγκασε τον Καίσαρα
να φύγει με τους άνδρες του. Οι Γερμανοί ιππείς πλησίαζαν απειλητικά
στον χωματόλοφο ρίχνοντας βέλη και πέτρες κατά των Ρωμαίων. Ο
Καίσαρ όμως διέταξε να μην προβληθεί αντίσταση από τους άνδρες του,
γιατί δεν ήθελε να ειπωθεί ότι κυκλώθηκε δόλια ο εχθρός στην
συνάντηση και ηττήθηκε. Μετά από αυτά, οι στρατιώτες του Καίσαρα
οργίστηκαν πολύ από την έκβαση της συζήτησης και ήθελαν να
πολεμήσουν τους θρασείς βαρβάρους.
Μετά από δύο μέρες ο Αριόβιστος έστειλε πάλι πρέσβεις στον Καίσαρα
για να συζητήσουν ξανά τα θέματα που είχαν αφήσει ημιτελή. Ο Καίσαρ
απάντησε ότι δεν υπήρχε κανείς λόγος να συναντηθούν και να
συζητήσουν. Επιθυμώντας όμως να μειώσει τους Γερμανούς και να τους
δείξει ότι δεν ήταν άξιοι της εμπιστοσύνης του, έστειλε στον Αριόβιστο
34
δύο νεαρούς αξιωματικούς, τον Γάιο Βαλέριο Πρόκιλλο και τον Μάρκο
Μέττιο. Όταν όμως αυτοί έφθασαν κοντά στο στρατόπεδο των ΢ουηβών,
συνελήφθησαν.
Σις επόμενες ημέρες ο Αριόβιστος μετακίνησε το στρατόπεδό του
εγγύτερα σε αυτό του Καίσαρα, σε μια απόσταση 3 χιλιομέτρων.
Παράλληλα,
γίνονταν
πολλές
ιππομαχίες
γιατί
οι
Γερμανοί
προσπαθούσαν να περικυκλώσουν τους Ρωμαίους. Βέβαια, ο Καίσαρ είχε
συνεχώς παρατεταγμένο το στράτευμά του έξω από το στρατόπεδο,
αναμένοντας να συγκρουστεί με τον Αριόβιστο. Σελικά, οι Γερμανοί
κατάφεραν να αποκόψουν τον ανεφοδιασμό των Ρωμαίων.
Ο Καίσαρ, για να αποφύγει την παγίδα, αποφάσισε να κατασκευάσει
ένα δεύτερο στρατόπεδο σε μια απόσταση 600 μέτρων από τους
Γερμανούς. Ο στρατός του κινείτο σε σχήμα acies triplex, δηλαδή σε τριπλή
φάλαγγα. Διέταξε να εργάζεται η τρίτη γραμμή στην κατασκευή της νέας
οχύρωσης, και η δεύτερη και η πρώτη να είναι ετοιμοπόλεμες. Ο
Αριόβιστος έστειλε εναντίον τους 16.000 ελαφρά οπλισμένους πεζούς για
να τους παρεμποδίζουν να κατασκευάσουν την νέα οχυρή θέση. Αφού η
κατασκευή τελείωσε, έμειναν εκεί δύο λεγεώνες και ένα μέρος των
εφεδρειών, ενώ οι υπόλοιπες τέσσερεις επέστρεψαν στο μεγαλύτερο
στρατόπεδο.
Σην επόμενη μέρα ο Καίσαρ εξήγαγε τις λεγεώνες του και από τα δύο
στρατόπεδα και τις παρέταξε για μάχη. Οι ΢ουηβοί δεν εξήλθαν από το
στρατόπεδό τους και έτσι οι Ρωμαίοι αποσύρθηκαν. Σότε, ο Αριόβιστος
έστειλε ένα μέρος των δυνάμεών του για να επιτεθούν στο μικρότερο
στρατόπεδο των Ρωμαίων. Η συμπλοκή ήταν πολύ βίαιη και διήρκεσε έως
το απόγευμα. Σελικά, οι ΢ουηβοί υποχώρησαν με μεγάλες απώλειες. Ο
Καίσαρ ρώτησε τους αιχμαλώτους γιατί ο Αριόβιστος δεν επιτίθεται με
όλες του τις δυνάμεις. Αυτοί απάντησαν ότι, βάσει προφητειών, οι
Γερμανοί δεν θα νικούσαν στην μάχη εάν πολεμούσαν πριν την νέα
σελήνη.
Ακολούθως, ο Καίσαρ άφησε ισχυρή φρουρά στα δύο στρατόπεδα και
τοποθέτησε την εφεδρεία μπροστά από το μικρότερο στρατόπεδο. Ο ίδιος
με acies triplex κινήθηκε κατά του στρατοπέδου των Γερμανών. Οι
Γερμανοί αναγκάσθηκαν να εξέλθουν από το στρατόπεδό τους και
παρατάχθηκαν κατά φυλές: Εκεί υπήρχαν Αρούδες, Μαρκομάννοι,
Σριβόκες, Βαγκίονες, Νεμήτες, ΢εδούσιοι κ.ά. Πίσω από την παράταξη
των βαρβάρων υπήρχαν πολλές άμαξες στις οποίες οι Γερμανοί είχαν
35
αφήσει τις οικογένειές τους και τα υπάρχοντά τους. Επίσης, δεν είχαν
καμία εφεδρεία, ενώ οι Ρωμαίοι εφάρμοσαν την γνωστή πρακτική τους με
δύο μονάδες μπροστά και μία στα μετόπισθεν ως εφεδρεία.
Οι Ρωμαίοι επιτέθηκαν πρώτοι κατά του αριστερού μέρους της
Γερμανικής παράταξης, το οποίο ήταν το πιο αδύναμο. Οι Γερμανοί
αντεπιτέθηκαν με τόση ορμή που οι Ρωμαίοι δεν πρόλαβαν να ρίξουν τα
ακόντιά τους. Έτσι, ακολούθησε μάχη εκ του συστάδην με τα ξίφη. Οι
Γερμανοί σχημάτισαν φάλαγγα για να αποκρούσουν την πίεση των
Ρωμαίων. Οι λεγεωνάριοι εισήλθαν μέσα στην διάταξη των Γερμανών και
άρχισαν να κτυπούν τους βαρβάρους. Σο αριστερό μέρος των Γερμανών
άρχισε να υποχωρεί, ενώ το δεξιό των Ρωμαίων ξεκίνησε να κλονίζεται.
Σότε ο Πόπλιος Λικίνιος Κράσσος (Publius Licinius Crassus), βλέποντας
την κρισιμότητα της κατάστασης, διέταξε να επιτεθεί εναντίον των
Γερμανών η εφεδρική δύναμη. Οι Γερμανοί δεν άντεξαν την νέα επίθεση
και άρχισαν να υποχωρούν ατάκτως προς τον Ρήνο ποταμό.
Η καταδίωξη που ξεκίνησε ήταν φοβερή. Σο Ρωμαϊκό ιππικό κατέσφαζε
τους πάντες. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν οι δύο σύζυγοι του Αριοβίστου
και μια από τις κόρες του. Η άλλη συνελήφθη αιχμάλωτη. Επίσης,
ανευρέθησαν σώοι οι δύο Ρωμαίοι αξιωματικοί που είχαν αιχμαλωτισθεί
όταν είχαν σταλεί για να συζητήσουν με τον Αριόβιστο. Ο Αριόβιστος
κατάφερε να σωθεί, όπως και πολλοί άλλοι ΢ουηβοί που κολύμπησαν
στον ποταμό Ρήνο και δραπέτευσαν.
Με την μάχη αυτή ο κίνδυνος των ΢ουηβών απαλείφθηκε. Ο Αριόβιστος
ηττήθηκε από τον Καίσαρα και έτσι εξαφανίσθηκε η απειλή αυτή από την
Γαλατία. Η Ρώμη είχε αποκρούσει έναν επικίνδυνο εχθρό από την
Γερμανία και είχε έτσι διασφαλίσει τα σύνορά της στον Ρήνο.
36
ΚΕΥΑΛΑΙΟ 2
ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΚΕ΢ ΕΠΙΦΕΙΡΗ΢ΕΙ΢ ΣΗΝ ΕΠΟΦΗ ΣΟΤ ΑΤΓΟΤ΢ΣΟΤ
2.1. Η μάχη στον Σευτοβούργιο Δρυμό (9 μ.Φ.)
Λόγω της τακτικής επαφής με τις Ρωμαϊκές λεγεώνες, οι Γερμανοί είχαν
μάθει ότι δεν ήταν εύκολο να νικήσουν βαριά οπλισμένες δυνάμεις σε
κατά μέτωπον μάχη. Αντιθέτως, μπορούσαν να τους νικήσουν εάν τους
επετίθεντο εν κινήσει και τμηματικά. Με λίγα λόγια, οι ελαφρά
οπλισμένοι Γερμανοί πολεμιστές, οι οποίοι γνώριζαν καλά τον τόπο στον
οποίο κινούνταν, μπορούσαν να νικήσουν τις πανίσχυρες Ρωμαϊκές
λεγεώνες μόνο με ενέδρες και άλλα συναφή τεχνάσματα.
Ο Γερμανός ηγεμόνας Αρμίνιος33 (18/17 π.Φ.-21 μ.Φ.) και οι σύμμαχοί του
επέλεξαν μια τοποθεσία όπου θα παγίδευαν τον Ρωμαϊκό στρατό κατά το
τέλος της θερινής περιόδου. Σο μέρος αυτό ήταν μια στενωπός κοντά στον
λόφο Kalkriese, στην κάτω ΢αξωνία και στην Βόρεια Ρηνανία. Οι Γερμανοί
προσπάθησαν με διάφορα τεχνάσματα να παρασύρουν τους Ρωμαίους σ’
αυτό το πέρασμα ώστε να εγκλωβισθούν και να καταστραφούν. Θέλοντας
να
βελτιώσουν
την
τοποθεσία
προς
όφελός
τους,
οι
Γερμανοί
κατασκεύασαν ένα ανάχωμα, σκάβοντας από τα άκρα του περάσματος
προκειμένου να αποκλείσουν ολότελα τις Ρωμαϊκές λεγεώνες που θα
περνούσαν από εκεί. Έτσι, οι λεγεωνάριοι δεν θα μπορούσαν ούτε να
χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά τα όπλα τους, ούτε να εφαρμόσουν τις
τακτικές στις οποίες είχαν εκπαιδευθεί. Ακόμα, το ανάχωμα αυτό θα
χρησίμευε ως κάλυψη για να μπορούν οι Γερμανοί να χτυπούν
33
Herbert W. Benario, «Arminius into Hermann: History into Legend» Greece and Rome 51
(2004), 83–94.// Wilm Brepohl, Neue Überlegungen zur Varusschlacht, Aschendorff, Münster
2004.// Tony Clunn, The Quest for the Lost Roman Legions, Spellmount 2005.// Boris
Dreyer, Arminius und der Untergang des Varus. Warum die Germanen keine Römer wurden, KlettCotta, Stuttgart 2009. // Adrian Goldsworthy, In The Name of Rome: The Men Who Won The
Roman Empire, Weidenfeld & Nicolson, London 2004.// Joachim Harnecker, Arminius, Varus
und das Schlachtfeld von Kalkriese. Eine Einführung in die archäologischen Arbeiten und ihre
Ergebnisse, Bramsche 20022.// Ralf Günter Jahn, Der Römisch-Germanische Krieg (9–16 n. Chr.),
διδακτορική διατριβή, Bonn 2001.// Günther Moosbauer, Die Varusschlacht. Beck'sche Reihe,
München 2009.// Dieter Timpe, Römisch-germanische Begegnung in der späten Republik und
frühen Kaiserzeit. Voraussetzungen – Konfrontationen – Wirkungen. Gesammelte Studien, München
& Leipzig 2006.// Rainer Wiegels (Ed.), Die Varusschlacht. Wendepunkt der Geschichte? Theiss,
Stuttgart 2007.// Reinhard Wolters, Die Römer in Germanien. 5th ed. Verlag C.H. Beck,
München 2006.// Reinhard Wolters, Die Schlacht im Teutoburger Wald. Arminius, Varus und das
römische Germanien. München 2008.
37
προστατευμένοι τους Ρωμαίους κατά την πρώτη φάση της επίθεσης. ΢την
προετοιμασία αυτού του εμποδίου εργάστηκαν πολλοί άνδρες για πολλές
εβδομάδες.
Σο στράτευμα του Ρωμαίου διοικητή, Ποπλίου Κουινκτιλίου Βάρου
(Publius Quinctilius Varus), αποτελείτο από την XVII λεγεώνα, την XVIII,
την XIX, έξι κοόρτεις συμμαχικών στρατευμάτων και 3 ίλες ιππικού. Σα
Ρωμαϊκά στρατεύματα κινήθηκαν βορειότερα από την συνήθη πορεία που
ακολουθούσαν. Έτσι, λοιπόν, εισήλθαν σε άγνωστη περιοχή για την
οποία δεν ήξεραν τίποτε. Ο Βάρος ήταν εξαιρετικά πεπεισμένος για την
ισχύ του στρατού του και δεν φοβόταν που παρεξέκλινε της συνήθους
πορείας του. Έπρεπε οι ντόπιοι να αντιληφθούν την δύναμη της Ρώμης,
όπως επίσης και οι στρατιώτες να εξοικειωθούν με την άγνωστη περιοχή
που διένυαν.
Σο 4 μ.Φ. ο Σιβέριος, στην προσπάθειά του να διασφαλίσει τα
βορειοδυτικά σύνορα της αυτοκρατορίας, εισέβαλε στην Κάτω Γερμανία
και υπέταξε τους Κανανεφάτες (Cananefates), τους Φαττίους (Chatti) στον
ποταμό Weser και τους Βρουκτέριους (Bructeri) νότια του Σευτοβούργιου
Δρυμού. Σο 6 μ.Φ. όμως ξέσπασε μια μεγάλη επανάσταση στην επαρχία
του Ιλλυρικού, με επικεφαλής τον Βάτωνα (Bato Daesitiate).34 Η στάση
διήρκεσε για τέσσερα χρόνια. Ο αυτοκράτορας Σιβέριος αναγκάσθηκε να
αποστείλει 8 λεγεώνες για να συντρίψουν την επανάσταση στα Βαλκάνια.
Κατά την διάρκεια της επανάστασης, ο Βάρος ονομάστηκε Legatus
Augusti pro praetore και ανέλαβε την διοίκηση 3 λεγεώνων. Οι πράξεις του
Βάρου έγιναν γνωστές πέραν των συνόρων, γιατί ήταν ανελέητος προς
τους
επαναστάτες,
σταυρώνοντας
και
βασανίζοντας
τους
αιχμαλωτισθέντες.
Ο Γερμανός πρίγκιπας Αρμίνιος και ο αδερφός του Υλάβος (Flavus)
είχαν δοθεί ως όμηροι από τον πατέρα τους ΢εγίμερο (Segimerus), αρχηγό
της φυλής των Φερουσκίων (Cherusci), λόγω των νικών του Δρούσου Α’ το
11-9
π.Φ.
Οι
δύο
Γερμανοί
αριστοκράτες
έζησαν
στην
Ρώμη,
εκπαιδεύθηκαν στην πολεμική τέχνη και κατατάχθηκαν στην κοινωνική
τάξη των ιππέων.
Όταν ο Αρμίνιος έφυγε από την Ρώμη και επέστρεψε στην Γερμανία,
προσπάθησε και ένωσε διάφορα Γερμανικά φύλα σε μια ενιαία συμμαχία
κατά της Ρώμης. Όταν ο Βάρος κατευθυνόταν από το θερινό στρατόπεδό
του
34
στον
ποταμό
Weser
προς
J. J. Wilkes, The Illyrians, Oxford 1992.
το
χειμερινό
κοντά
στον
Ρήνο,
38
πληροφορήθηκε ότι οι Γερμανικές φυλές είχαν δημιουργήσει μια ενιαία
συμμαχία κατά της Ρώμης. Έτσι, αποφάσισε να κινηθεί με τις λεγεώνες
του μέσα από μια άγνωστη περιοχή διαμέσου του Σευτοβουργίου Δρυμού.
Εν τω μεταξύ, ο Αρμίνιος, που συνόδευε τον Βάρο, υπέδειξε την
συγκεκριμένη πορεία μέσα από το πυκνό δάσος, γιατί ήταν κατάλληλη
για ενέδρα. ΢ε μια δεδομένη στιγμή ο Αρμίνιος έφυγε για να
συγκεντρώσει δυνάμεις που θα βοηθούσαν τους Ρωμαίους στην
εκστρατεία αυτή.35
Όταν ο Ρωμαϊκός στρατός κινείτο εκτός των ορίων της αυτοκρατορίας,
είχε τον εξής σχηματισμό: μπροστά και πίσω στην φάλαγγα βρίσκονταν
τα συμμαχικά στρατεύματα και το ιππικό, και στην μέση οι λεγεωνάριοι,
τα σκευοφόρα και ο διοικητής με το επιτελείο του. Σο πλάτος της
φάλαγγας κυμαινόταν από 9 έως 4 άνδρες, ανάλογα με το εύρος του
δρόμου. Σο συνολικό μήκος της κινούμενης φάλαγγας ήταν περίπου 10
χιλιόμετρα.
Όσο οι στρατιώτες βάδιζαν, ένιωθαν πολλά συναισθήματα. Ήταν
εξουθενωμένοι από το θερινό στρατόπεδό τους στον άνω Weser και
επιθυμούσαν να επιστρέψουν στο αντίστοιχο χειμερινό στο Xanten.
Μερικοί ήταν ενθουσιώδεις γιατί η καθημερινότητά τους θα άλλαζε όταν
θα έφθαναν κοντά στον Ρήνο. Κάποιοι βέβαια ήταν φοβισμένοι επειδή
δεν γνώριζαν τον τόπο από όπου περνούσαν. Όσο οι λεγεωνάριοι
προχωρούσαν, τόσο το δάσος γινόταν πυκνότερο και σκοτεινότερο.
Πολλοί στρατιώτες ήταν τρομοκρατημένοι γιατί πίστευαν ότι στα δάση
αυτά κρύβονταν βάρβαροι ή ότι ήταν στοιχειωμένα. Κανείς λεγεωνάριος
δεν ένιωθε άνετα στα παγωμένα μέρη της βόρειας Ευρώπης. Ήταν πάντα
σκεπασμένα από ομίχλη και οι δρόμοι ήταν λασπωμένα μονοπάτια.
Επίσης, πολλοί φορούσαν φυλακτά στις πανοπλίες τους για να τους
προστατεύουν από τα κακά πνεύματα. Σο μόνο στοιχείο που ενίσχυε το
φρόνημα των στρατιωτών ήταν η παρουσία του Βάρου, γιατί έτσι έβλεπαν
ότι στις ταλαιπωρίες τους συμμετείχε και ο ίδιος ο στρατηγός τους.
Οι Ρωμαϊκές λεγεώνες δεν όδευαν όμως στα τυφλά. Πάντα έστελναν
μπροστά ανιχνευτές για να εξακριβώσουν εάν το πέρασμα ήταν ασφαλές.
Σο ερώτημα που εγείρεται εδώ είναι γιατί δεν εντόπισαν την παγίδα των
Γερμανών. Σο πιο πιθανό είναι ότι οι ανιχνευτές αυτοί να ήταν με το
μέρος του Αρμινίου. Προχώρησαν μπροστά μέχρι τις θέσεις των
Γερμανών, τους ειδοποίησαν ότι έρχονταν οι Ρωμαίοι και μετά
35
P. S. Wells, The Battle that Stopped Rome, Νέα Τόρκη 2003, 177.
39
επιστρέφοντας στο Ρωμαϊκό στράτευμα ενημέρωσαν ότι όλα μπροστά
ήταν ασφαλή.
Όσο οι Ρωμαίοι στρατιώτες προχωρούσαν, τόσο γιγαντωνόταν η
ανησυχία τους και ο φόβος τους. Ξαφνικά οι άνδρες που ήταν μπροστά
στην φάλαγγα άκουσαν άναρθρες κραυγές από την δασωμένη πλαγιά
που βρισκόταν στα αριστερά τους. Όντες τρομοκρατημένοι, δέχθηκαν ένα
κύμα από ακόντια μέσα από το δάσος. Πολλοί έπεσαν νεκροί ή
τραυματίστηκαν σοβαρά. Εν τούτοις, η φάλαγγα συνέχισε την πορεία της,
με τις φωνές να ακούγονται ισχυρότερες. Οι Γερμανοί ετοιμάζονταν να
επιτεθούν.
Οι λεγεωνάριοι δέχθηκαν ένα δεύτερο πλήγμα από εκατοντάδες
ακόντια, το οποίο ήταν πολύ καταστροφικό. Σέθηκαν αμέσως σε
σχηματισμούς άμυνας. Πολλά ακόντια χτυπούσαν πάνω στις ασπίδες,
κάνοντας έναν υπόκωφο και εκκωφαντικό μεταλλικό θόρυβο. Κάποια
καρφώθηκαν σε πρόσωπα στρατιωτών σκοτώνοντάς τους ακαριαία, άλλα
στα σώματα διαπερνώντας τις βαριές ασπίδες. Οι απώλειες ήταν πολύ
μεγάλες. Σα ζώα αφηνίασαν από τους οξείς ήχους και επικράτησε ένας
φοβερός πανικός. Οι νεκροί και οι τραυματίες γέμισαν το πέρασμα,
επιτείνοντας το χάος, ενώ τα ακόντια έπεφταν βροχή.
Η ξαφνική αυτή επίθεση με τα ακόντια που εξαπέλυσαν οι Γερμανοί
κυριολεκτικά έσπειρε τον τρόμο και τον πανικό στην Ρωμαϊκή φάλαγγα.
Πολλοί λεγεωνάριοι έτρεχαν να φύγουν, αλλά συλλαμβάνονταν
αιχμάλωτοι από τους Γερμανούς που ήταν κρυμμένοι στην πλαγιά. Θα
καίγονταν σε ιεροτελεστίες ή θα χρησιμοποιούνταν ως σκλάβοι.
Οι Ρωμαίοι, παρά την σύγχυση από την πρώτη επίθεση, κατάφεραν να
χτίσουν ένα οχυρωμένο στρατόπεδο,
και το επόμενο
πρωί μια
προσπάθειά τους να ξεφύγουν βόρεια από το όρος Wiehen στην Κάτω
΢αξωνία κατέληξε σε καταστροφή, αφού υπέστησαν φοβερές απώλειες
από τους Γερμανούς που συνεχώς επετίθεντο. Επίσης, το ίδιο αποτέλεσμα
είχε η επόμενη προσπάθεια να διαφύγουν μέσω μιας δασωμένης
περιοχής, εν μέσω μιας ακατάσχετης νεροποντής. Οι Γερμανοί συνέχισαν
να επιτίθενται στους αβοήθητους Ρωμαίους, οι οποίοι δεν μπορούσαν να
αμυνθούν λόγω των κακών συνθηκών και του αιφνιδιασμού που
προκάλεσε η απρόσμενη επίθεση.
Οι Ρωμαίοι προσπάθησαν να διαφύγουν την νύχτα, αλλά έπεσαν σε μια
ακόμα ενέδρα που τους είχε ετοιμάσει ο Αρμίνιος. Όταν η κεφαλή της
φάλαγγας περνούσε τον λόφο Kalkriese, κάποιοι από τους στρατιώτες
40
δίστασαν γιατί ο δρόμος διακλαδιζόταν. Μετά τον αρχικό τους δισταγμό,
οι στρατιώτες κινήθηκαν αριστερά ακολουθώντας πάντα τον δρόμο που
οδηγούσε γύρω από τον λόφο. Οι άκρες του δρόμου ήταν πολύ στενές και
πολλές
φορές
οι
στρατιώτες
γλιστρούσαν
και
έπεφταν.
Όσο
προχωρούσαν, τόσο ο δρόμος γινόταν στενότερος και οι άνδρες
αναγκάζονταν να βαδίζουν σε πιο πυκνούς σχηματισμούς. Είχε όμως
διαπραχθεί ένα τραγικό λάθος τακτικής: ο Βάρος δεν είχε στείλει μπροστά
ανιχνευτές για να πληροφορήσουν για την ασφάλεια του περάσματος.
Εν τω μεταξύ, οι Γερμανοί περίμεναν πίσω από το χωμάτινο τείχος που
είχαν κατασκευάσει. Μερικοί από τους πιο ηλικιωμένους, που είχαν
πολεμήσει παλαιότερα με τις Ρωμαϊκές λεγεώνες και είχαν χάσει
αγαπημένα τους πρόσωπα, ανυπομονούσαν να σκοτώσουν όσο πιο
πολλούς Ρωμαίους μπορούσαν. Οι περισσότεροι όμως ήταν φοβισμένοι
καθώς θα αντιμετώπιζαν τον καλύτερο στρατό του κόσμου σε μάχη σώμα
με σώμα. Πολλοί Γερμανοί είχαν κάνει θυσίες στους θεούς τους για να
τους προστατεύσουν στην επικείμενη σύγκρουση. Σο κίνητρο για να
πολεμήσουν ήταν ότι θα έπαιρναν σημαντική λεία από τους Ρωμαίους και
θα κέρδιζαν βέβαια και δόξα νικώντας τις λεγεώνες. Ήταν λοιπόν όλοι
έτοιμοι να συγκρουστούν με τις λεγεώνες της αυτοκρατορίας.
Ο Αρμίνιος, έχοντας μεγάλη πολεμική εμπειρία, ήξερε καλά ότι οι
περισσότεροι στρατιώτες του ανησυχούσαν για το αν θα έμεναν ζωντανοί
μετά την μάχη. Για να αποφύγει περιστατικά λιποταξίας και δειλίας,
διέταξε τους αξιωματικούς του να τοποθετήσουν στην πρώτη γραμμή
τους πιο έμπειρους στρατιώτες για να εμψυχώνουν και τους υπόλοιπους
κατά την διάρκεια της συμπλοκής.
Επίσης, ο Γερμανός ηγεμόνας γνώριζε ότι ο στρατός του θα ήταν
αποτελεσματικότερος αν θα χρησιμοποιούσε τα τηλεβόλα όπλα του και
όχι να εμπλακεί σε μάχη εκ του συστάδην με τους λεγεωνάριους. Γενικά,
περίπου 18.000 Γερμανοί ήταν κρυμμένοι μέσα στο δάσος, σε ποικίλες
τοποθεσίες περιμένοντας τους Ρωμαίους για να τους επιτεθούν.
Οι Γερμανοί, βλέποντας ότι η πρώτη επίθεση είχε αποτέλεσμα, εξήλθαν
από το προστατευτικό τείχος και έπεσαν μανιασμένοι με τις λόγχες τους
κατά της πρώτης γραμμής της Ρωμαϊκής φάλαγγας. Οι λεγεωνάριοι,
τελώντας υπό σύγχυση, ήταν ανίκανοι να προβάλουν την δέουσα
αντίσταση. Οι Γερμανοί σκότωναν όποιον έβρισκαν μπροστά τους,
αγωνιζόμενοι να εξολοθρεύσουν τους εχθρούς τους. Άλλοι Γερμανοί, με
41
τα ξίφη στα χέρια, όρμησαν από πολλές άλλες πλευρές και άρχισαν να
κατασφάζουν τους έκπληκτους λεγεωνάριους.
Οι Ρωμαίοι έκαναν μιαν απέλπιδα προσπάθεια να επιτεθούν σ’ αυτό το
τείχος, αλλά απέτυχαν· μέσα στον αχό της μάχης, ο ύπαρχος Νουμόνιος
Βάλα (Numonius Vala) εγκατέλειψε την παράταξη τρέχοντας με το άλογό
του. Λίγο αργότερα εντοπίστηκε από τους Γερμανούς, οι οποίοι τον
εκτέλεσαν.
Η στενότητα του χώρου απέβη κρίσιμη για την έκβαση της μάχης. Όταν
οι Ρωμαϊκές λεγεώνες βρίσκονταν σε σχηματισμό πορείας, ήταν δύσκολο
να αμυνθούν όταν έπεφταν σε ενέδρα. ΢την ενέδρα που έπεσαν στον
Σευτοβούργιο Δρυμό ήταν απόλυτα παγιδευμένοι και ανίκανοι να
κινηθούν. Είχαν εκπαιδευθεί να πολεμούν σε μεγάλους σχηματισμούς και
να εκτελούν ελιγμούς σε ανοιχτά πεδία μάχης. ΢το χάος του
Σευτοβούργιου
Δρυμού
που
δημιουργήθηκε,
οι
λεγεωνάριοι
ήταν
αδύνατον να εφαρμόσουν την εκπαίδευσή τους.
Μέσα σε πέντε λεπτά από την έναρξη της επίθεσης, το πέρασμα του
Kalkriese στα βόρεια και ανατολικά είχε γεμίσει από νεκρούς και
τραυματίες λεγεωνάριους. Εν τω μεταξύ, η οπισθοφυλακή της φάλαγγας
δεν είχε πληροφορηθεί για την επίθεση που είχαν δεχθεί μπροστά. Μετά,
όμως, από κάποια λεπτά, ο Βάρος, που βρισκόταν στο μέσον της
φάλαγγας, έμαθε για την επίθεση των Γερμανών στην εμπροσθοφυλακή
του. Αρχικά, δεν ανησύχησε γιατί θεώρησε ότι ήταν κάποιου είδους
αψιμαχία. Ο Βάρος όμως είχε μεγάλη εμπειρία από τα πολεμικά
πράγματα και διακρινόταν από την αποφασιστικότητά του όταν
ανέκυπταν κίνδυνοι. Αμέσως έδωσε διαταγή να προστρέξουν σε βοήθεια
των συστρατιωτών τους όλοι οι λεγεωνάριοι. Ακόμα όμως δεν είχε
αντιληφθεί την κρισιμότητα της κατάστασης.
Η
φάλαγγα
προχωρούσε
μπροστά
για
να
βοηθήσει
την
εμπροσθοφυλακή που μαχόταν απελπισμένα. Έξαφνα όρμησαν από
διάφορες κατευθύνσεις από τις τριγύρω πλαγιές Γερμανοί και επιτέθηκαν
σε όλη την υπόλοιπη φάλαγγα. Η επίθεση ήταν σφοδρότατη και έτσι όλες
οι λεγεώνες ενεπλάκησαν στην παραζάλη της μάχης.
Οι Γερμανοί πολεμιστές είχαν ελευθερία κινήσεων γιατί έτρεχαν γύρω
από
την
Ρωμαϊκή
φάλαγγα
και
σκότωναν
αδιακρίτως
τους
εγκλωβισμένους λεγεωνάριους. Αντιθέτως, οι Ρωμαίοι δεν μπορούσαν να
κινηθούν αλλά ούτε και να επιλέξουν στόχους. Απλά, υπέμεναν τα
χτυπήματα αμυνόμενοι απελπισμένα.
42
Βλέποντας χιλιάδες Γερμανούς να επιτίθενται με άναρθρες κραυγές
εναντίον τους, πολλοί λεγεωνάριοι από την μέση και το τέλος της
φάλαγγας πέταξαν τα όπλα τους και άρχισαν να τρέχουν πίσω τον δρόμο
που είχαν διανύσει. Αρκετοί συνελήφθησαν αιχμάλωτοι ή σκοτώθηκαν.
Πολλοί λίγοι κατάφεραν να ξεφύγουν και, αφού κρύβονταν την ημέρα
μέσα στα δάση κινούνταν την ημέρα, έως ότου κατάφεραν να φτάσουν
στο στρατόπεδο στο Xanten. Εκεί διηγήθηκαν τι πέρασαν στον
Σευτοβούργιο Δρυμό.
΢ύντομα ο Βάρος κατάλαβε ότι όλα είχαν χαθεί για τον στρατό του.
Παρά να αιχμαλωτισθεί και να υποφέρει έναν ατιμωτικό θάνατο,
προτίμησε να αυτοκτονήσει. Ο θάνατος αυτός ήταν τιμητικός για τους
Ρωμαίους αριστοκράτες, οι οποίοι δεν επιθυμούσαν να υποστούν την
ατίμωση από τα βασανιστήρια των βαρβάρων εχθρών. Οι υπόλοιποι
αξιωματικοί του επιτελείου του έπραξαν το ίδιο, γιατί γνώριζαν καλά ότι
οι βάρβαροι του βορρά απολάμβαναν να βασανίζουν Ρωμαίους
αξιωματικούς.
Μόλις οι στρατιώτες έμαθαν ότι ο Βάρος και οι αξιωματικοί του
αυτοκτόνησαν, κάθε τάξη
και πειθαρχία
απωλέσθησαν.
Μερικοί
λεγεωνάριοι πολεμούσαν μανιασμένοι προσπαθώντας να ανατρέψουν
την έκβαση της μάχης, αλλά δεν κατάφερναν τίποτε. Κάποιοι άρχισαν να
τρέχουν για να σωθούν, κάποιοι άλλοι κομματιάστηκαν από τους
αφηνιασμένους βαρβάρους και πολλοί αιχμαλωτίσθηκαν.
Η συνολική σύγκρουση διήρκεσε μια ώρα περίπου. Μετά η αντίσταση
των
Ρωμαίων
κατέρρευσε.
Πολλοί
λεγεωνάριοι
ήταν
βαριά
τραυματισμένοι και βρίσκονταν πεσμένοι στο πέρασμα και στις γύρω
πλαγιές. Άλλοι είχαν αιχμαλωτισθεί και ήδη βασανίζονταν από τους
βαρβάρους. Οι πληγωμένοι που δεν μπορούσαν να κινηθούν εκτελούνταν
επί τόπου από τους Γερμανούς.
Περίπου 5.000 λεγεωνάριοι σκοτώθηκαν μέσα σε μια ώρα. Άλλες 10.000
κείτονταν βαριά πληγωμένοι και αργοπέθαιναν. Περίπου 2.000 είχαν
αιχμαλωτισθεί και ανέμεναν την σκληρή τους μοίρα. Από την πλευρά
τους οι Γερμανοί είχαν μερικές εκατοντάδες απώλειες ως αποτέλεσμα της
απεγνωσμένης αλλά μάταιας αντίστασης που πρόβαλαν οι Ρωμαίοι
στρατιώτες.
΢ύμφωνα με τον ΢ουητώνιο, στο έργο του De vita Caesarum, όταν ο
αυτοκράτορας Αύγουστος έμαθε αυτήν την τραγική καταστροφή,
συγκλονίστηκε πολύ από τα νέα και αναφώνησε χτυπώντας το κεφάλι
43
του στους τοίχους του παλατιού: «Quintili Vare, legiones redde!»
(Κουιντίλιε Βάρε, δώσε μου πίσω τις λεγεώνες μου!). Οι συνέπειες της
μάχης στον Σευτοβούργιο Δρυμό ήταν πολύ καταστροφικές για τον
Ρωμαϊκό στρατό. Φάθηκαν ολοκληρωτικά 3 λεγεώνες, των οποίων οι
στρατιώτες κατασφάχθηκαν από τους βαρβάρους. Έτσι όμως έμαθαν οι
Ρωμαίοι επιτελείς την υπεροχή αλλά και την καταστροφικότητα του
ανορθοδόξου πολέμου. Η μάχη για την επικράτηση στο σύνορο του Ρήνου
ήταν πολύ σκληρή και χρειαζόταν πολλές θυσίες από την Ρωμαϊκή
πλευρά.
2.2. Οι εκστρατείες του Γερμανικού
Ο Ιούλιος Καίσαρ Γερμανικός γεννήθηκε περίπου το 15 π.Φ., ήταν γιος του
αδελφού του Σιβερίου, Νέρωνος Δρούσου, και της κόρης του Μάρκου
Αντωνίου, Αντωνίας· το ακριβές όνομά του δεν είναι ακριβώς γνωστό,
γιατί οι πηγές που σχετίζονται με την ζωή του τον αναφέρουν μόνο με
την τιμητική του ονομασία (Γερμανικός), την οποία κληρονόμησε από τον
πατέρα του. Ο Νέρων Δρούσος και η Αντωνία είχαν ευρεία δημοτικότητα
στα λαϊκά στρώματα, λόγω του ότι ο Αύγουστος τους ευνοούσε εξ αρχής
και υπήρχε η πεποίθηση ότι ο Νέρων Δρούσος δεν συμπαθούσε το
πολίτευμα της μοναρχίας (principatus), επιθυμώντας την επιστροφή στο
πολίτευμα της δημοκρατίας (respublica).
Αν και ο Γερμανικός ήταν περίπου 30 ετών όταν ο Σιβέριος διαδέχθηκε
τον Αύγουστο το 14 μ.Φ., ο νέος princeps δεν γνώριζε καλά τον ανιψιό του,
γιατί τον περισσότερο καιρό βρίσκονταν μακριά ο ένας από τον άλλο. Ο
Αύγουστος πάντρεψε τον Γερμανικό με την Αγριππίνα την πρεσβυτέρα,
την κόρη της Ιουλίας, συμπλέκοντας έτσι τις τύχες της οικογένειας των
Ιουλίων και των Κλαυδίων. Από τον γάμο αυτό γεννήθηκαν εννέα παιδιά.
Δύο πέθαναν σε πολύ μικρή ηλικία· ένα άλλο, ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρ
(Caius Julius Caesar) πέθανε όταν ήταν ακόμα παιδί. Σα υπόλοιπα έξι
ήταν: ο Νέρων Καίσαρ (Nero Caesar), ο Δρούσος Καίσαρ (Drusus Caesar), ο
μετέπειτα αυτοκράτορας Καλιγούλας, η αυτοκράτειρα Αγριππίνα η
νεωτέρα, η Ιουλία Δρουσίλλα (Iulia Drusilla) και η Ιουλία Λιβίλλα (Iulia
Livilla).
Η εύνοια του Αυγούστου προς τον Γερμανικό κατέστη προφανής κατά
τις διαδικασίες υιοθεσίας το 4 μ.Φ. Τπήρχε η φήμη ότι ο Αύγουστος τον
είχε προκρίνει για διάδοχό του. Αυτό ήταν εν μέρει αληθές, αλλά ο
44
Αύγουστος γνώριζε ότι μια τέτοια πράξη δεν θα ήταν αποδεκτή από την
αριστοκρατία. Για παράδειγμα, ένας από τους αριστοκράτες, ο Γναίος
Καλπούρνιος Πίσων (Cnaeus Calpurnius Piso) αναγνώριζε μόνο την
προτεραιότητα του Σιβερίου στην διαδοχή και ήταν αντίθετος με την
άνοδο του Γερμανικού. Σο γεγονός ότι ο Αύγουστος πίεσε τον Σιβέριο να
αναγνωρίσει ως διάδοχό του τον Γερμανικό προκάλεσε την δυσαρέσκεια
του πρώτου και δημιούργησε μια άνευ προηγουμένου πόλωση στην
αυτοκρατορική οικογένεια.
Ακόμα και μετά την επισημοποίηση των διαδικασιών της υιοθεσίας του
Γερμανικού, ο Σιβέριος δεν είχε το περιθώριο να συνεργαστεί με τον νέο
του γιο, γιατί το 14 μ.Φ. η ΢ύγκλητος του ανέθεσε την αρχηγία των
λεγεώνων που ήταν στρατοπεδευμένες στον Ρήνο. ΢τον Ρήνο υπήρχαν
δύο στρατιές, με επικεφαλής τον Γάιο ΢ίλιο (Caius Silius) και τον Άουλο
Καικίνα (Aulus Caecina). Η μεγάλη όμως εύνοια που είχε επιδείξει ο
Αύγουστος προς τον Γερμανικό προκάλεσε την έντονη καχυποψία του
Σιβερίου. Ειδικότερα, μετά τον θάνατο του Αυγούστου το 14, ο Σιβέριος
φοβόταν ότι ο Γερμανικός θα χρησιμοποιούσε τις λεγεώνες της Γερμανίας
για να ανέλθει στην εξουσία. Σο γεγονός ότι ο Γερμανικός παρέμεινε
πιστός στον θετό του πατέρα δεν διασκέδασε τις ανησυχίες Σιβερίου.
Η ανταρσία που ξέσπασε από τα στρατεύματα στον Ρήνο (συνολικής
δύναμης 8 λεγεώνων), μετά τον θάνατο του Αυγούστου, έθεσε σε
δοκιμασία
τις
ικανότητες
του
Γερμανικού.
Οι
λεγεωνάριοι
επαναστάτησαν διότι πληροφορήθηκαν ότι η θητεία τους δεν θα
μειωνόταν στα 16 χρόνια από τα 20 που υπηρετούσαν. Επίσης,
παραπονέθηκαν
αργοπορημένους
για
κακομεταχείριση
μισθούς.
Έτσι,
και
για
ανακήρυξαν
μειωμένους
και
αυτοκράτορα
τον
Γερμανικό. Αναμφίβολα, η κατάσταση αυτή ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη
και χρειαζόταν κάποιον πιο έμπειρο από τον Γερμανικό για να την
διευθετήσει. Ο Σιβέριος διατηρούσε έντονες ανησυχίες εξ αιτίας της
δημοτικότητας που είχε ο Γερμανικός και η οικογένειά του στον στρατό. Ο
Γερμανικός όμως ήταν απόλυτα πιστός στην εξουσία του Σιβερίου, χωρίς
να σκεφτεί ποτέ να αμφισβητήσει το καθεστώς.
Όταν, λοιπόν, εξαπλώθηκε η αναταραχή στις λεγεώνες, ο Γερμανικός
απείλησε να αυτοκτονήσει αν οι στασιαστές δεν επανέρχονταν στην
τάξη. Με την κίνηση αυτή προσπάθησε να συγκινήσει τους στρατιώτες
και να «εκμεταλλευθεί» την ευνοϊκή διάθεση που έτρεφαν γι’ αυτόν.
Δεύτερον, χορήγησε σημαντικά χρηματικά ποσά στους στρατιώτες και
45
έτσι αποφεύχθηκε η γενίκευση της στάσης. Εν τέλει, ο Γερμανικός διέταξε
να ξεκινήσει μια εκστρατεία πέρα από τον Ρήνο κατά του λαού των
Μαρσίων, τους οποίους κατέσφαξε ύστερα από μια άριστα οργανωμένη
επιχείρηση. Η πράξη αυτή αντέβαινε όμως στην ρητή απαγόρευση του
Αυγούστου προς τον Σιβέριο να μην εκστρατεύσουν ποτέ οι λεγεώνες της
Γερμανίας πέραν του Ρήνου. Παρά ταύτα, ο Σιβέριος επαίνεσε τον
Γερμανικό στην ΢ύγκλητο για την επιτυχία του να καταστείλει την
ανταρσία των λεγεώνων.
Ο πόλεμος κατά των Γερμανικών φυλών ξεκίνησε το 14 μ.Φ., έχοντας ως
σκοπό κυρίως την αποκατάσταση του κύρους του Ρωμαϊκού στρατού, το
οποίο είχε καταρρακωθεί μετά την μάχη στον Σευτοβούργιο Δρυμό το 9
μ.Φ. Σα επόμενα δύο χρόνια ο Γερμανικός οδήγησε 8 λεγεώνες μέσα στην
Γερμανία εναντίον μιας ευρείας συμμαχίας βαρβαρικών φυλών με
αρχηγό τον Αρμίνιο (Arminius), ο οποίος είχε αποτινάξει την Ρωμαϊκή
εξουσία με μια επανάσταση το 9 μ.Φ. Η μεγάλη επιτυχία των Ρωμαίων
ήταν ότι αιχμαλώτισαν την γυναίκα του Αρμινίου, την Θουσνέλντα. Κατά
την διάρκεια του πολέμου, οι Ρωμαίοι κατέστρεφαν και λεηλατούσαν
εκτεταμένες περιοχές στην Γερμανία, προσπαθώντας να σπείρουν τον
πανικό στα Γερμανικά φύλα και να επιτύχουν τον σκοπό τους, που ήταν η
διατράνωση της στρατιωτικής υπεροχής της Ρώμης.
Ακολούθως, ο Γερμανικός επισκέφθηκε το πεδίο της μάχης στον
Σευτοβούργιο Δρυμό, όπου το 9 είχαν σκοτωθεί εκεί 20.000 Ρωμαίοι
στρατιώτες, σε μια από τις φονικότερες μάχες που είχε δώσει ποτέ ο
Ρωμαϊκός στρατός στα εδάφη της Γερμανίας. Ο Σάκιτος στο έργο του
Annales αναφέρει ότι ετάφησαν οι νεκροί και αποδόθηκαν όλες οι
πρέπουσες τιμές, αναδεικνύοντάς τον Γερμανικό ως τον κατ’ εξοχήν ήρωα
και προασπιστή της Ρωμαϊκής στρατιωτικής αξιοπρέπειας. Μετά από
αυτό, ο Γερμανικός εξαπέλυσε μια μεγάλης κλίμακας επίθεση κατά της
φυλής του Αρμινίου, των Φερουσκίων. Ο Αρμίνιος κατάφερε να
παγιδεύσει πρόσκαιρα το Ρωμαϊκό ιππικό, αλλά μετά τον απεγνωσμένο
αγώνα του Ρωμαϊκού πεζικού οι Γερμανοί οπισθοχώρησαν μέσα στο
δάσος. Η νίκη αυτή εσήμαινε ότι ο Γερμανικός μπορούσε να επιστρέψει
πίσω στο χειμερινό του στρατόπεδο στον Ρήνο.
Σον επόμενο χρόνο, το 16, ο Γερμανικός με μια καινούρια στρατιά
εισέβαλε ξανά στην Γερμανία. Προσπάθησε να περάσει τον ποταμό
Weser κοντά στην σημερινή πόλη Minden, αλλά υπέστη μεγάλες
απώλειες. Μετά από αυτά, συνάντησε τον κύριο όγκο του στρατού του
46
Αρμινίου στο Idistaviso, όπου δόθηκε μια φονικώτατη μάχη κοντά στον
ποταμό Weser. Η αξιόλογη ηγεσία του Γερμανικού, οι έμπειροι
αξιωματικοί
του
και
οι
άριστα
εξοπλισμένοι
και
εκπαιδευμένοι
λεγεωνάριοι προκάλεσαν τεράστιες απώλειες στους Γερμανούς. Μια
τελική μάχη δόθηκε κοντά στο σημερινό Ανόβερο, η οποία κατέληξε στην
πανωλεθρία των Γερμανών και στην άτακτη φυγή τους. Αφού έγιναν
κάποιες επιδρομές κατά μήκος του Ρήνου, κατά τις οποίες ανακτήθηκαν
τρεις χαμένοι αετοί λεγεώνων από την μάχη στον Σευτοβούργιο Δρυμό, ο
Γερμανικός
ανακλήθηκε
στην
Ρώμη
από
τον
Σιβέριο
και
του
ανακοινώθηκε ότι θα πραγματοποιούσε θρίαμβο και ότι θα αναλάμβανε
διαφορετικά καθήκοντα στην Ανατολή. Ο θρίαμβος έγινε με κάθε
λαμπρότητα στις 26 Μαΐου το 17 μ.Φ.
47
ΚΕΥΑΛΑΙΟ 3
Ο ΜΑΡΚΟ΢ ΑΤΡΗΛΙΟ΢ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΡΚΟΜΑΝΝΟΙ
3.1. Οι Μαρκομάννοι
Οι Μαρκομάννοι ήταν ένα Γερμανικό φύλο, συγγενές με τους ΢ουηβούς.
Είχαν εγκατασταθεί στην πεδιάδα του Ρήνου από το 100 π.Φ. Για να
αποφύγουν την Ρωμαϊκή επεκτατικότητα, το 9 μ.Φ. μετακινήθηκαν
ανατολικά προς την Βοημία, όπου ο βασιλιάς τους Maroboduus ίδρυσε ένα
πανίσχυρο βασίλειο το οποίο ο Αύγουστος θεώρησε ως μείζονα απειλή
για την Ρώμη. Προτού όμως προλάβει να αντιδράσει, ο Μαρκομάννος
βασιλιάς εκθρονίστηκε το 19 μ.Φ. από τον Catualda. Έκτοτε οι βασιλείς
των Μαρκομάννων ήταν υποτελείς της Ρώμης.36 Περί τα μέσα του 4ου
αιώνα μ.Φ. οι Μαρκομάννοι εκχριστιανίσθηκαν και μετακινήθηκαν προς
την Ισπανία. Εκεί ίδρυσαν ένα νέο βασίλειο στην βόρεια Πορτογαλία,
όπου εγκαταστάθηκαν ως φοιδεράτοι.
48
3.2. Οι Κουάδοι
Οι Κουάδοι (Quadi) ήταν μια μικρότερη Γερμανική φυλή, για την οποία
είναι γνωστά πολύ λίγα στοιχεία. Οι Ρωμαίοι τους αποκαλούσαν «Quadi».
Σον 1ο αιώνα π.Φ., σύμφωνα με τις Ρωμαϊκές πηγές, οι Κουάδοι
μετακινούνταν μαζί με τους Μαρκομάννους. Κινούμενοι από μια περιοχή
βόρεια του ποταμού Main, μετανάστευσαν προς την νότια Αυστρία, όπου
ίδρυσαν κράτος μαζί με τους Μαρκομάννους. Ο Σάκιτος στην Germania
αναφέρει ότι οι Κουάδοι ζούσαν μαζί με τους Μαρκομάννους.
Κατά τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Φ., ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος
πολέμησε
τους
Κουάδους,
οι
οποίοι
ήταν
σύμμαχοι
με
τους
Μαρκομάννους. Επίσης, το 375 ο αυτοκράτορας Βαλεντινιανός τους
πολέμησε στον Ρήνο, γιατί αποπειράθηκαν να διαβούν τα σύνορα μαζί με
τους ΢αρμάτες και τους Γότθους. Σέλος, το 409 ίδρυσαν μαζί με τους
Μαρκομάννους στην Πορτογαλία ένα νέο βασίλειο ως φοιδεράτοι της
Ρώμης.
36
Tacitus, Germania, I 42.
3.3. Οι πόλεμοι με τους Μαρκομάννους
Οι Μαρκομαννικοί πόλεμοι (Bellum Germanicum) διήρκεσαν από το 166
μ.Φ. έως το 180, κατά την βασιλεία του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου
(161-180). Η Ρώμη συγκρούστηκε με τους Μαρκομάννους, τους Κουάδους
και άλλους Γερμανούς κοντά στον ποταμό Δούναβη, επειδή εισέβαλαν
χωρίς άδεια στην επικράτεια της αυτοκρατορίας.
Οι εισβολές των βαρβάρων άρχισαν το 162 και διήρκεσαν έως το 165.
Εκείνο το διάστημα οι Chatti και οι Chauci εισήλθαν στις επαρχίες της
Raetia και της Germania Superior. Αυτές όμως οι εισβολές αποκρούσθηκαν
από τον Ρωμαϊκό στρατό. Κατά τις αρχές του 167, μια δύναμη από 6.000
Γερμανούς εισέβαλε στην Παννονία. Αυτή η εισβολή αποκρούσθηκε από
τις τοπικές Ρωμαϊκές δυνάμεις. Λόγω της συχνότητας των επιδρομών, ο
στρατιωτικός διοικητής της Παννονίας Μάρκος Ιάλλιος Βάσσος (Marcus
Iallius Bassus) ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τις βάρβαρες φυλές.
΢υνομολογήθηκε συνθήκη και οι βάρβαροι δέχθηκαν να αποσυρθούν από
την Ρωμαϊκή επικράτεια. Σον ίδιο χρόνο, Βάνδαλοι και ΢αρμάτες
εισέβαλαν στην Δακία και σκότωσαν τον διοικητή της Καλπούρνιο
Πρόκολο (Calpurnius Proculus).
Εκείνη την εποχή σε όλη την αυτοκρατορία είχε εξαπλωθεί λοιμός και ο
αυτοκράτορας
Μάρκος
Αυρήλιος
δεν
μπορούσε
να
δράσει
αποτελεσματικά σε αυτές τις προκλητικές ενέργειες. Σην άνοιξη του 167,
ο Μάρκος Αυρήλιος, μαζί με τον Λεύκιο Βέρο ως συναυτοκράτορα, έφυγαν
από την Ρώμη και εγκατέστησαν το αρχηγείο τους στην Aquileia. Οι δύο
αυτοκράτορες αναδιοργάνωσαν την άμυνα της Ιταλίας και του Ιλλυρικού
και, αφού ίδρυσαν δύο νέες λεγεώνες (Legio II Italica και Legio III Italica),
πέρασαν τις Άλπεις και εισήλθαν στην Παννονία. Οι Μαρκομάννοι και οι
Victuali πέρασαν τον Δούναβη και, όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον
Ρωμαϊκό στρατό, υποχώρησαν. Οι δύο αυτοκράτορες επέστρεψαν στην
Ακυηλία, αλλά το 169 ο Λεύκιος Βέρος πέθανε. Ο Μάρκος Αυρήλιος, μετά
το απροσδόκητο γεγονός, διασφάλισε οικονομικά και κοινωνικά τους
συγγενείς του Βέρου. Ο Λεύκιος αποθεώθηκε με το προσωνύμιο «Divus
Verus» και προσετέθη στο Ρωμαϊκό πάνθεον. Παρά ταύτα, δεν χτίσθηκε
νέος ναός προς τιμήν του Βέρου.
Μετά την τακτοποίηση των οικογενειακών πραγμάτων, ο Μάρκος
Αυρήλιος ήθελε να επιστρέψει στα βόρεια σύνορα το 169. ΢την περιοχή
της σημερινής Ουγγαρίας γίνονταν σφοδρές μάχες, καθώς οι βάρβαρες
49
φυλές προσπαθούσαν από αυτό το σημείο να διαβούν τα σύνορα της
Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Μέσα στο έτος 169, η επαρχία της Δακίας
έμεινε ακυβέρνητη, γιατί ο Καλπούρνιος Αγκρίκολας, που ασκούσε τα
καθήκοντα διοικητή, (Calpurnius Agricola) μάλλον πέθανε ή σκοτώθηκε
σε μάχη. Ο Κλαύδιος Υρόντων (Claudius Fronto), που ήταν διοικητής της
Άνω Μοισίας και της ανατολικής Δακίας, διατάχθηκε να αναλάβει την
διοίκηση της χηρεύουσας επαρχίας, η οποία ονομάστηκε Dacia Apulensis.
Περίπου το 169 προς 170, ο Υρόντων ανέλαβε την διοίκηση ολόκληρης της
επαρχίας της Δακίας, η οποία ονομάστηκε «Σρεις Δακίες».37
Ο Μάρκος Αυρήλιος έπρεπε να επιστρέψει στο μέτωπο γιατί τα
πράγματα είχαν γίνει πολύ κρίσιμα. Πρώτα όμως έπρεπε να σκεφτεί τι θα
κάνει με την κόρη του Λουκίλλα, την χήρα του Λούκιου. Η νεαρή γυναίκα
έπρεπε να προστατευθεί, γιατί ελλόχευε ο κίνδυνος να χρησιμοποιηθεί
από κάποιον φιλόδοξο άνδρα για να ευοδωθούν οι στόχοι του. Ο Μάρκος
έλυσε το πρόβλημα δίνοντάς την ως σύζυγο στον Κλαύδιο Πομπηιανό
(Claudius Pompeianus), έναν αριστοκράτη από την Αντιόχεια. Για τον
αυτοκράτορα, ο Πομπηιανός ήταν μια καλή επιλογή, επειδή είχε
υπηρετήσει το 167 ως διοικητής στην Κάτω Παννονία και θα μπορούσε να
γίνει
ένας
πολύ
καλός
στρατιωτικός
σύμβουλος.
Έτσι,
λοιπόν,
παντρεύθηκε την Λουκίλλα.
Προτού ο Μάρκος αναχωρήσει για τον πόλεμο, πήγε από την Ρώμη στην
Praeneste. Εκεί, εξ αιτίας μιας αρρώστιας, ο γιος του ο Άννιος Βέρος
πέθανε στην ηλικία των επτά ετών. Ο Μάρκος θρήνησε τον γιο του για
πέντε ημέρες. Ύστερα ξεκίνησε για το μέτωπο. Σον συνόδευαν πολλοί
σύμβουλοι, όπως ο Πόντιος Λαιλιανός και ο Δασούμιος Σύλλιος Σούσκος,
οι οποίοι ήταν διοικητές της Άνω Παννονίας. Επίσης, μαζί του ήταν ο
Κόιντος ΢όσιος Πρίσκος. Πιθανόν να είχε κληθεί και ο Ιούλιος Βέρος, γιατί
η οικογένειά του καταγόταν από την Δαλματία και είχε προσωπική
γνώση του εδάφους και γενικότερα του τόπου όπου θα επιχειρούσαν οι
Ρωμαϊκές λεγεώνες.
Η τοποθεσία του αρχηγείου του Μάρκου για τον χειμώνα του 169-170
είναι άγνωστη. Πιθανόν να ήταν το Singidunum, το σημερινό Βελιγράδι.
Σο πεδίο των συγκρούσεων ήταν εκεί κοντά, όπου διοικητής ήταν ο
Κλαύδιος Υρόντων. Σην άνοιξη του 170 οι Ρωμαίοι εξαπέλυσαν μια
γενικευμένη επίθεση κατά μήκος του Δούναβη, για να αποκρούσουν τα
37
G. Alföldy, Konsulat und Senatorenstand unter den Antoninen. Prosopographische
Untersuchungen zur senatorischen Führungsschicht, Bonn 1977, 222 f.
50
βαρβαρικά φύλα που είχαν περάσει τον ποταμό και διεξήγαν επιδρομές
στην αυτοκρατορική επικράτεια. Κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων ο
Κλαύδιος Υρόντων σκοτώθηκε. Σο ταφικό του μνημείο αναφέρει ότι «μετά
από πολλές μάχες κατά των Γερμανών και των Ιαζύγων, σκοτώθηκε για
την Δημοκρατία». Ο διάδοχός του στην διοίκηση της Δακίας ήταν ο ΢έξτος
Κορνήλιος Κλήμης (Sextus Cornelius Clemens). ΢την Άνω Μοισία
τοποθετήθηκε διοικητής ο Καιρέλλιος (Carellius).38
Ανενόχλητοι πια οι βάρβαροι εισέβαλαν στα Βαλκάνια καίγοντας και
λεηλατώντας. Κατέστρεψαν την Θράκη, την Μακεδονία, φτάνοντας
ακόμα και μέχρι την Ελευσίνα, όπου κατέστρεψαν το ιερό των Ελευσινίων
Μυστηρίων. Δεν επιτέθηκαν όμως στην Αθήνα. Οι βάρβαροι που
εισέβαλαν από τα ανατολικά του Δούναβη στην Μακεδονία, στην Αχαΐα
και στην Αττική ήταν οι Κοστοβώκοι (Costoboci), οι οποίοι δεν
συνάντησαν καμία αντίσταση.39 Όλες οι πόλεις που υπέστησαν
καταστροφές δεν είχαν τείχη, ούτε φρουρές για να τις υπερασπιστούν.
Τπήρξε ελάχιστη αντίσταση σε τοπικό επίπεδο. Ο Κλαύδιος Υρόντων
μάταια προσπάθησε να σταματήσει τους βαρβάρους.
Η επιδρομή των Κοστοβώκων δεν ήταν τόσο επικίνδυνη όσο αυτή στην
Ιταλία. Οι εισβολείς ήταν μακριά από την πατρίδα τους και είχαν
αναλώσει πολλές από τις δυνάμεις τους. Η απομάκρυνση των
Μαρκομάννων και των Κουάδων από την βόρεια Ιταλία και την περιοχή
των Άλπεων ήταν πολύ δύσκολη.
Η πιο επικίνδυνη όμως εισβολή ήταν όταν οι Μαρκομάννοι εισέβαλαν
από τα δυτικά. Ο ηγεμόνας τους, Ballomar, πέρασε με τον στρατό του τον
Δούναβη και νίκησε μια Ρωμαϊκή στρατιά από 20.000 άνδρες κοντά στο
Carnuntum. Ακολούθως, ο Ballomar οδήγησε το κύριο μέρος του στρατού
του κατά της Ιταλίας, ενώ το υπόλοιπο κατέστρεφε την επαρχία του
Νωρικού. Οι Μαρκομάννοι ισοπέδωσαν το Opitergium και πολιόρκησαν
την Ακυηλία. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που εχθρικές δυνάμεις εισέβαλαν
στην Ιταλία από το 101 π.Φ., όταν ο Μάριος είχε νικήσει τους Κίμβρους και
τους Σεύτονες.
Οι αλλεπάλληλες ήττες ανάγκασαν τον αυτοκράτορα να αναθεωρήσει
τις προτεραιότητές του. ΢υγκεντρώθηκαν μεγάλες δυνάμεις από όλη την
αυτοκρατορία για να πολεμήσουν τους Μαρκομάννους. Σέθηκαν υπό τις
38
A. R. Birley, The Fasti of Roman Britain, Οξφόρδη 1981.
Heather, Peter, Empires and Barbarians: The Fall of Rome and the Birth of Europe, Oxford
University Press 2010.
39
51
διαταγές του Κλαυδίου Πομπηιανού. Ιδρύθηκε μια νέα στρατιωτική
διοίκηση, η praetentura Italiae et Alpium, για να διασφαλίσει τους δρόμους
προς την Ιταλία, και ο στόλος του Δούναβη ενισχύθηκε. Η Ακυηλία
απαλλάχθηκε από την πολιορκία και προς τα τέλη του 171, οι εισβολείς
εκδιώχθηκαν από την Ρωμαϊκή επικράτεια. Αμέσως υιοθετήθηκε
διπλωματική δραστηριότητα, γιατί οι Ρωμαίοι προσεταιρίσθηκαν πολλές
βάρβαρες φυλές προκειμένου να ετοιμαστούν να διαβούν τον Δούναβη.
Τπογράφηκε συνθήκη ειρήνης με τους Κουάδους και τους Ιάζυγες, ενώ οι
φυλές των Hasdingi και των Lacringi έγιναν σύμμαχοι των Ρωμαίων.
Σο 172, οι Ρωμαίοι πέρασαν τον Δούναβη και εισέβαλαν στην επικράτεια
των Μαρκομάννων. Αν και δεν είναι γνωστές πολλές λεπτομέρειες για τα
γεγονότα, οι Ρωμαίοι ήταν νικηφόροι και υπέταξαν τους Μαρκομάννους
και τους συμμάχους τους. Ο Μάρκος Αυρήλιος προσέθεσε το προσωνύμιο
«Germanicus» στο όνομά του και έκοψε νομίσματα με την επιγραφή
«Germania subacta». Επίσης, το ίδιο προσωνύμιο έλαβε και ο γιος του ο
Κόμμοδος. Κατά την διάρκεια αυτής της εκστρατείας ο αρχηγός των
Naristi σκοτώθηκε από τον Ρωμαίο στρατηγό Μάρκο Βαλέριο Μαξιμιανό
(Marcus Valerius Maximianus).
Σο 173, οι Ρωμαίοι εκστράτευσαν κατά των Κουάδων, οι οποίοι
παραβίασαν την συνθήκη ειρήνης και υπέταξαν γειτονικά φύλα. Κατά
την διάρκεια αυτής της εκστρατείας, έλαβε χώρα ένα διάσημο
περιστατικό, το «θαύμα της βροχής». ΢ύμφωνα με τον Κάσσιο Δίωνα, η
λεγεώνα XII Fulminata πιεζόταν πολύ από μία υπέρτερη αριθμητικά
δύναμη Κουάδων και οι λεγεωνάριοι είχαν εξαντλήσει όλες τους τις
αντοχές· ήταν έτοιμοι να παραδοθούν. ΢ώθηκαν όμως από μια ξαφνική
βροχή και από ένα κεραυνό που χτύπησε τους Κουάδους.40 Σο περιστατικό
θεωρήθηκε ως θεϊκή παρέμβαση από τους σύγχρονους συγγραφείς.
Σην ίδια χρονιά, ο Δίδιος Ιουλιανός (Didius Iulianus), διοικητής των
συνόρων στον Ρήνο, απέκρουσε μια επίθεση των Chatti και των
Hermunduri, ενώ οι Chauci λεηλατούσαν περιοχές στην Gallia Belgica.
Σο 174, οι Ρωμαίοι εξαπέλυσαν μια επίθεση κατά των Κουάδων, ενώ οι
Κουάδοι εκθρόνισαν τον φιλορωμαίο βασιλιά τους, Υούρτιο (Furtius), και
τοποθέτησαν στην θέση του τον Αριόγαισο (Ariogaesus). Ο Μάρκος
Αυρήλιος όμως δεν τον αναγνώρισε. Μέχρι, λοιπόν, το 174 οι Κουάδοι
είχαν υποταχθεί. ΢ύμφωνα με την συνήθη Ρωμαϊκή πρακτική, τους
ζητήθηκε να παραδώσουν ομήρους και να παράσχουν στρατιωτικές
40
Cassius Dio, LXXII.8-1.
52
μονάδες για τον Ρωμαϊκό στρατό. Επίσης, εγκαταστάθηκαν φρουρές σε
όλη την επικράτεια των βαρβάρων.
Μετά από την ήττα των Κουάδων, οι Ρωμαίοι στράφηκαν στους Ιάζυγες
που ζούσαν κοντά στον ποταμό Tisza. Οι Ρωμαϊκές λεγεώνες ήταν
νικηφόρες και έτσι το 175 υπογράφηκε συνθήκη ειρήνης. ΢ύμφωνα με
τους όρους της συνθήκης, ο βασιλιάς των Ιαζύγων Ζάντικος παρέδωσε
100.000 Ρωμαίους αιχμαλώτους, όπως επίσης και 8.000 ιππείς ως
βοηθητικό σώμα για τον Ρωμαϊκό στρατό. Ο Μάρκος Αυρήλιος, ύστερα
από αυτήν την νίκη, υιοθέτησε τον τίτλο «Sarmaticus». Λόγω κάποιων
αναταραχών στην Ανατολή, δεν εορτάσθηκε με τις πρέπουσες τιμές η
νίκη κατά των βαρβάρων. Σελικά, στις 23 Δεκεμβρίου του 176, ο Μάρκος
μαζί με τον Κόμμοδο εόρτασαν έναν θρίαμβο στην Ρώμη για τις νίκες
τους κατά των Γερμανών.
Η ανάπαυλα όμως ήταν σύντομη. Σο 177, οι Κουάδοι επαναστάτησαν
μαζί με τους Μαρκομάννους. Ο Μάρκος Αυρήλιος ξεκίνησε μια νέα
εκστρατεία προς τον βορρά. Έφτασε στο Carnuntum τον Αύγουστο του 178
και επιτέθηκε κατά των Μαρκομάννων, και έπειτα το 179-180 κατά των
Κουάδων. Τπό τις διαταγές του Μάρκου Βαλερίου Μαξιμιανού (Marcus
Valerius Maximianus) οι Ρωμαίοι πολέμησαν και νίκησαν σε μια κρίσιμηυ
μάχη τους Κουάδους στο Laugaricio. Οι Κουάδοι εκδιώχθηκαν προς τα
δυτικά, προς την Γερμανία, όπου αργότερα τους νίκησε ο Tarutenius
Paternus. Ξαφνικά, όμως, πέθανε στην Βιέννη ο Μάρκος Αυρήλιος.
Ο διάδοχός του, ο Κόμμοδος, δεν συνέχισε τον πόλεμο. ΢υνομολόγησε
ειρήνη με τους Μαρκομάννους και τους Κουάδους και έφυγε για την Ρώμη
το φθινόπωρο του 180, όπου εόρτασε θρίαμβο τον Οκτώβρη του ίδιου
χρόνου. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά των Ιαζύγων και των Buri
συνεχίσθηκαν και οι Ρωμαίοι στρατηγοί Μάρκος Βαλέριος Μαξιμιανός,
Πεσκέννιος
Νίγκερ
και
Κλώδιος
Αλμπίνος
(Marcus
Valerius
Maximianus, Pescennius Niger και Clodius Albinus) κέρδισαν πολλές νίκες
κατά των βαρβάρων στον Δούναβη. Λόγω των νικών του Ρωμαϊκού
στρατού, ο Κόμμοδος υιοθέτησε το 182 τον τίτλο «Germanicus Maximus».
Ο πόλεμος με τους Γερμανούς αποκάλυψε την αδυναμία της Ρώμης να
προστατεύσει το βόρειο σύνορό της. Οι μισές λεγεώνες της αυτοκρατορίας
στάθμευαν κατά μήκος του Δούναβη και του Ρήνου προκειμένου να
εμποδίζουν τις εισβολές των βαρβάρων. Οι συγκρούσεις με τους
Μαρκομάννους
ήταν
το
προανάκρουσμα
των
εισβολών
που
θα
53
ακολουθούσαν τον 4ο και 5ο αιώνα και θα κατέλυαν την δυτική Ρωμαϊκή
αυτοκρατορία.
54
ΚΕΥΑΛΑΙΟ 4
ΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΜΕ ΣΟΤ΢ ΑΛΑΜΑΝΝΟΤ΢
4.1. Η άφιξη των Αλαμαννών
Οι Αλαμαννοί πολεμιστές εμφανίστηκαν την εποχή της Ύστερης
Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.41 Σο 365 ο αυτοκράτορας Βαλεντινιανός Α’
αρνήθηκε να βοηθήσει τον αδελφό του κατά του σφετεριστή Προκοπίου,
γιατί έπρεπε να αντιμετωπίσει στα δυτικά εισβολές των Αλαμαννών.
΢ύμφωνα με τον Αμμιανό Μαρκελίνο, οι Αλαμαννοί ήταν εχθροί όλου
του τότε κόσμου.42 ΢ύμφωνα με την παράδοση, το 496 ή 497 ο βασιλιάς των
Υράγκων Κλόβις απέρριψε τους θεούς των προγόνων του και έγινε
χριστιανός μετά την νίκη του κατά των Αλαμαννών στο Zülpich.43 Ακόμα
και σήμερα η Γερμανία ονομάζεται στα γαλλικά και στα ισπανικά
Allemagne και Alemania, γεγονός που δείχνει την σπουδαιότητα του λαού
των Αλαμαννών για την Ευρώπη της Ύστερης Αρχαιότητας.
Οι αυτοκράτορες της Ύστερης Αρχαιότητας εκμεταλλεύονταν τους
Γερμανούς για τους δικούς τους πολιτικούς σκοπούς. Γενικά, κατά τον 4ο
αιώνα, η «Γερμανική απειλή» ήταν πολύ επικίνδυνη για την δυτική
Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Οι πρώτες επαφές της Ρώμης με τους Γερμανούς
ήταν την εποχή του Καίσαρα όταν συγκρούστηκε με τον ηγεμόνα των
΢ουηβών Αριόβιστο. Ο Καίσαρ χρησιμοποιούσε τον όρο «Γερμανοί» ως
αναγνωριστικό για έναν μη Κελτικό πληθυσμό, που αποτελείτο από
ποικίλα φύλα τα οποία ζούσαν ανατολικά του Ρήνου. Με την πρόφαση
της απόκρουσης των εισβολών των Γερμανικών φύλων, ο Καίσαρ
κατέκτησε ολόκληρη την Γαλατία στα μέσα του 1ου αιώνα π.Φ. ΢το έργο
του Commentarii de Bello Gallico ο Καίσαρ περιγράφει πώς οι Ελβετοί
κινούνταν προς τα δυτικά στην Γαλατία, προσπαθώντας να αποφύγουν
την πίεση των Γερμανών που περνούσαν τον Ρήνο. Οι μετακινήσεις αυτές
έδωσαν την ευκαιρία στον Καίσαρα να προστατεύσει τους Κέλτες
συμμάχους του στον βορρά από την απειλή των Γερμανών. Ο Ρωμαϊκός
στρατός μετακινήθηκε προς την βόρεια Γαλατία για να ανταποκριθεί
στην έκκληση κάποιων Γαλατικών κοινοτήτων, οι οποίες ζήτησαν από τον
41
D. Geuenich, Geschichte der Alemannen, Stuttgart 1997.
Ammianus Marcellinus, 26.5.13.
43
Gregory of Tours, Dec. Lib. Hist., 2.30.
42
55
Καίσαρα να τους απαλλάξει από τους ΢ουηβούς που είχαν καταλάβει την
επικράτειά
τους.
Οι
΢ουηβοί
είχαν
κληθεί
ως
μισθοφόροι
και,
εκμεταλλευόμενοι την αναταραχή μεταξύ των Γαλατών, αποπειράθηκαν
να καταλάβουν ολόκληρη την Γαλατία. Από το 59 π.Φ. ο Αριόβιστος
αναγνωρίστηκε ως βασιλιάς και φίλος των Ρωμαίων. Ο Καίσαρ,
προκειμένου να εξαλείψει την απειλή των ΢ουηβών, προκάλεσε σε μάχη
τον Αριόβιστο. Η έκβαση ήταν νικηφόρα για τους Ρωμαίους και έτσι οι
επιδρομείς εξωθήθηκαν πέραν του Ρήνου. Λόγω της εχθρότητας των
Γερμανών, οι Ρωμαίοι συντηρούσαν πολλά στρατεύματα στον Ρήνο
ποταμό για να είναι έτοιμοι να αμυνθούν σε περίπτωση εισβολής των
Γερμανών. Παρά ταύτα, οι δραστηριότητες του Καίσαρος στην Γαλατία
τού έδωσαν την στρατιωτική και οικονομική δύναμη για να αναλάβει
κυρίαρχο ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Ρώμης και να διαχειρισθεί τις
τύχες της αυτοκρατορίας.
Γενικά, μπορούμε να διαπιστώσουμε δύο εξελίξεις: την απαρχή της
ανάμιξης των Γερμανών ηγεμόνων στα πολιτικά πράγματα της δυτικής
Γαλατίας και την εγκατάσταση της Ρώμης στον ποταμό του Ρήνου. Οι
επιδρομές των Γερμανών μέσα στην Γαλατία τρομοκράτησαν τις
Γαλατικές κοινότητες, οι οποίες αντιλήφθηκαν ενωρίς την στρατιωτική
ισχύ των Γερμανών. Έτσι, οι Γερμανοί έγιναν απόλυτοι κυρίαρχοι της
ανατολικής Γαλατίας.
Οι
Γερμανικές
επιδρομές
είχαν
ληστρικό
χαρακτήρα
και
δεν
συνιστούσαν πολιτισμική απειλή για την Ευρώπη. Μάλιστα, σύντομα
Γερμανοί πολεμιστές άρχισαν να κατατάσσονται στον Ρωμαϊκό στρατό· 44
επίσης, κατά την διάρκεια των συγκρούσεων Καίσαρος και Πομπηίου,
Αντωνίου και Οκταβιανού, οι Γερμανοί δεν εμφανίζονται πουθενά. Όταν
αποκαταστάθηκε η πολιτική ομαλότητα στην αυτοκρατορία με την τελική
επικράτηση του Αυγούστου το 27 π.Φ., τα σύνορα παγιώθηκαν στον
ποταμό Ρήνο. Οι Ρωμαϊκές λεγεώνες ασκούσαν αστυνομικά καθήκοντα
και
κάποιες
φορές
αναλάμβαναν
επιθετική
δράση
για
να
τρομοκρατήσουν τα βαρβαρικά φύλα που βρίσκονταν στην απέναντι
όχθη.
Σην εποχή των εμφυλίων συγκρούσεων, η Γαλατία χρησιμοποιήθηκε ως
βάση για τους στρατούς των αντιπάλων. Ο Οκταβιανός κατέλαβε όλη την
περιοχή το 40 π.Φ. Από το εν λόγω έτος έως το 16 π.Φ., ανελήφθη δράση
κατά των Γερμανών, με επικεφαλής τον Αγρίππα (38 π.Φ.), τον Γάιο
44
Commentarii de Bello Gallico, 7.13.1, 7.65.4.
56
Καρρίνα και τον Νόννιο Γάλλο (30-29 π.Φ.), τον Μάρκο Βινίκιο (25 π.Φ.),
και ξανά τον Αγρίππα το 21 π.Φ. Όλοι αντιστάθηκαν στις Γερμανικές
επιδρομές,
απαγόρεψαν
την
πρόσληψη
Γερμανών
μισθοφόρων,
προστάτεψαν τους Ρωμαίους εμπόρους από την ληστρική δράση των
Γερμανών, και γενικά διατράνωσαν παντού την αυτοκρατορική ισχύ. Σο
16 π.Φ., όμως, επανεμφανίζεται ο κίνδυνος των Γερμανών. Οι Sugambri, οι
Usipetes και οι Tencteri σταύρωσαν κάποιους Ρωμαίους που ήταν στην
επικράτειά τους, πέρασαν τον Ρήνο και λεηλάτησαν την ανατολική
Γαλατία. ΢υγκρούστηκαν με τον στρατό του διοικητή της περιοχής,
Μάρκου Λολλίου, και αιχμαλώτισαν την 5η λεγεώνα. Σο συγκεκριμένο
περιστατικό ανάγκασε τον Αύγουστο να πάει στην Γαλατία και να
παραμείνει εκεί για τρία χρόνια.45 Η Lolliana clades υπήρξε η αιτία για την
συγκέντρωση ισχυρών Ρωμαϊκών λεγεώνων στον Ρήνο. Η σφαγή του
στρατού του Λολλίου ήταν πολύ ατιμωτική για την Ρώμη. Όλα αυτά τα
γεγονότα ήταν αποκύημα πολλών επιδρομών των Γερμανών μέσα στην
Γαλατία. Ο Λόλλιος μπορεί να επέζησε αλλά τα Ρωμαϊκά όπλα
ντροπιάστηκαν. Σότε ο Αύγουστος αποφάσισε την επέκταση στην
Γερμανία, ώστε να τρομοκρατήσει τους βαρβάρους. Η στιγμή ήταν η
κατάλληλη. Η Ισπανία και η Γαλατία ήταν υποτεταγμένες στην Ρώμη. Οι
περιοχές του Άνω Ρήνου και του Άνω Δούναβη υποτάχθηκαν από τις
εκστρατείες του Δρούσου και του Σιβερίου, τους θετούς γιους του
Αυγούστου, το 16-15 π.Φ.46 Ο Δρούσος ξεκίνησε την εκστρατεία του το 12
π.Φ. ως απάντηση στις επιθέσεις των Sugambri και των Tencteri. Η
εκστρατεία συνεχίσθηκε έως το 9 μ.Φ. Μετά συνεχίσθηκε από τον αδελφό
του, Σιβέριο.
Τπάρχουν πολλά ερωτήματα σχετικά με το τι υποκίνησε τον Αύγουστο
να αναλάβει τόσο
δαπανηρές εκστρατείες. Πρώτον, υφίστατο
ο
παράγοντας της παγκόσμιας κυριαρχίας. Έπειτα, η απόκτηση δόξας από
τους επικείμενους πολεμικούς θριάμβους, απαραίτητους για την ενίσχυση
της πολιτικής εικόνας του. Όμως, πρέπει να ληφθούν υπόψιν και άλλοι
παράγοντες. Έπρεπε να απομακρυνθούν τα στρατεύματα από την
Γαλατία για να μπορέσει να ανακάμψει. Δεύτερον, έπρεπε να
διατηρούνται στρατεύματα δυτικά της Γερμανίας για να προστατεύεται η
Γαλατία από τις επιδρομές. Όσες φορές κι αν προσπάθησαν οι Γερμανοί
να συνάψουν ειρήνη με τους Ρωμαίους απέτυχαν, γιατί οι αυτοκράτορες
45
46
Velleius Paterculus 2.97.1.
J. F. Drinkwater, Roman Gaul. The Three Provinces. 58 bc–ad 260, London 1983, 122-125.
57
με αυτόν τον τρόπο διατηρούσαν τα στρατεύματά τους εμπειροπόλεμα
από τις συνεχείς μάχες.
Ο Σάκιτος, στο περίφημο έργο του Germania, περιγράφει μια μεγάλη
συνομοταξία φυλών που ζούσαν από την Βυρτεμβέργη έως τον Βιστούλα.
Ο πληθυσμός αυτός ονομαζόταν «΢ουηβοί». Από αυτούς, η παλαιότερη
φυλή ήταν οι ΢έμνονες. Έτσι, οι Αλαμαννοί ήταν μια παλιά φυλή
΢ουηβών, η οποία το 259/260 μ.Φ. πέρασε τον Ρήνο και εγκαταστάθηκε
στην Άνω Γερμανία. Έτσι, το 213 ο αυτοκράτορας Καρακάλλας διεξήγε
μια εκστρατεία στην Γερμανία, η οποία τον οδήγησε σε σύγκρουση με
έναν λαό, ο οποίος ονομάζεται από τον Κάσσιο Δίωνα «Αλμπαννοί» ή
«Αλαμπαννοί». Η εκδοχή του Δίωνος επιβεβαιώνεται από τον Aurelius
Victor, ο οποίος γράφοντας στα μέσα του 4ου αιώνα περιγράφει τις νίκες
του Καρακάλλα κατά των Αλαμαννών κοντά στον ποταμό Main.47 Γενικά
πιστεύεται ότι οι Αλαμαννοί προήλθαν από διάφορα Γερμανικά φύλα που
ζούσαν σε πρώην αυτοκρατορική επικράτεια.
Γύρω στο 230 μ.Φ. εντάθηκαν οι Γερμανικές επιδρομές, κατά την
βασιλεία του Αλεξάνδρου ΢εβήρου. Νομισματικά και αρχαιολογικά
ευρήματα επιβεβαιώνουν συχνές επιδρομές Γερμανικών φύλων στο
πρώτο μισό του 3ου αιώνα. Κάποιοι από τους επιδρομείς ονομάζονταν
Αλαμαννοί.48
Λόγω των συνεχόμενων επιδρομών από τους Γερμανούς, η περιοχή του
Ρήνου άρχισε να εγκαταλείπεται σταδιακά από τους Ρωμαίους. Τπάρχουν
ενδείξεις από πολίτες που μετακινούνταν προς τα φρούρια, και
αριστοκράτες που έφευγαν εντελώς από την περιοχή·49 ούτε υπάρχουν
στοιχεία για μια τοπική μορφή διακυβέρνησης μετά το 254. Από την άλλη
πλευρά, δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτό το έτος ως το τέλος της Ρωμαϊκής
κυριαρχίας στον Ρήνο. Η πιο πρόσφατη στρατιωτική επιγραφή από την
Άνω Γερμανία χρονολογείται το 249. Η εγκατάλειψη του limes λοιπόν
έγινε αργότερα και ξαφνικά.
Η απόφαση για να εγκαταλειφθεί ο limes στην Άνω Γερμανία λήφθηκε
από τον Postumus, ο οποίος το 260 επαναστάτησε με επιτυχία κατά του
αυτοκράτορα Γαλλιηνού και πήρε τον έλεγχο ολόκληρης σχεδόν της
47
Aurelius Victor, Caesares 21.2.
L. Okamura, Alamannia Devicta: Roman–German ConXicts from Caracalla to the First Tetrarchy
(ad 213–305), Ann Arbor MI 1984, 190-193, 217-218, 227, 229.
49
H. U. Nuber, «Zeitwende rechts des Rheins. Rom und die Alamannen», στο:
Die Alamannen, Stuttgart 1997, 64-65.
48
58
δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Μετά την επικράτησή του, ακολούθησε
μια σειρά από φοβερές επιδρομές Γερμανικών φύλων κατά μήκος του
Ρήνου. Οι Υράγκοι έφτασαν μέχρι την Ισπανία και την Αφρική, και οι
Αλαμαννοί εισήλθαν στην Ελβετία και στην Ιταλία.50 Πολλές φορές
αναγκάσθηκαν να δώσουν σκληρές μάχες με τον Ρωμαϊκό στρατό ώστε
να επικρατήσουν και να μπορέσουν να παραμείνουν στην περιοχή την
οποία καταλάμβαναν από την Ρωμαϊκή επικράτεια. Οι Αλαμαννοί
παρέμειναν στην δυτική Ευρώπη, αλλά συχνά τελούσαν υπό την εξουσία
των Υράγκων. Παρά ταύτα, βρίσκονταν σε συνεχή πόλεμο με τους
Ρωμαίους και οι καταστροφές τους έμειναν παροιμιώδεις.
4.2. Ο αυτοκράτωρ Γαλλιηνός και η μάχη των Μεδιολάνων
Ο αυτοκράτωρ Πόπλιος Λικίνιος Εγνάτιος Γαλλιηνός (Publius Licinius
Egnatius Gallienus, c. 218 – 268), ήταν συναυτοκράτορας με τον πατέρα του
Βαλεριανό από το 253 έως το 260, και μονοκράτορας από το 260 έως το 268.
Ανήλθε στην εξουσία σε μια περίοδο κατά την οποία η αυτοκρατορία
υπέφερε
από
οξεία
πολιτική
κρίση.
Για
να
αντιμετωπιστούν
λυσιτελέστερα τα ποικίλα προβλήματα που είχαν ανακύψει, ο Γαλλιηνός
και ο πατέρας του μοίρασαν την επικράτεια της αυτοκρατορίας: ο
Βαλεριανός παρέμεινε στην Ανατολή για να ασχοληθεί με τον Περσικό
κίνδυνο και ο Γαλλιηνός στην Ιταλία για να αντιμετωπίσει τις Γερμανικές
φυλές στον Ρήνο και στον Δούναβη.
Έτσι, ανάμεσα στα έτη 258-260 οι Αλαμαννοί και άλλα Γερμανικά φύλα
εισέβαλαν στην αυτοκρατορία. Εκμεταλλεύθηκαν το κενό που υπήρξε με
την αποχώρηση των στρατευμάτων από τα σύνορα, εξ αιτίας της
επανάστασης του Ingenuus κατά του αυτοκράτορα Γαλλιηνού.
Πρώτον, οι Υράγκοι εισέβαλαν από τον Κάτω Ρήνο και εισήλθαν από
την Γαλατία. Έπειτα, οι Αλαμαννοί εισέβαλαν από τον Άνω Ρήνο μαζί με
άλλα φύλα. Αφού κατέστρεψαν την Raetia, εισέβαλαν στην Ιταλία. Οι
εισβολείς έφτασαν κοντά στην Ρώμη, αλλά απωθήθηκαν από έναν
πρόχειρο στρατό που οργανώθηκε από την ΢ύγκλητο. Σο κύριο μέρος των
βαρβάρων συγκρούστηκε με τον στρατό του Γαλλιηνού στο Μιλάνο, ο
οποίος είχε επιστρέψει από τα Βαλκάνια μετά την νίκη του κατά του
50
Drinkwater,The Gallic Empire. Separatism and Continuity in the North-Western Provinces of the
Roman Empire ad 260–274, Stuttgart 1987, 23-24.
59
επαναστάτη Ingenuus. Μετά την σαρωτική νίκη του Γαλλιηνού, οι
Αλαμαννοί δεν ενόχλησαν την αυτοκρατορία για δέκα χρόνια.
4.3. Ο Κλαύδιος Γοτθικός και η μάχη στην λίμνη Benacus
Η μάχη στην λίμνη Benacus ήταν από τις πιο κρίσιμες μάχες του 3ου
αιώνα. Η σύγκρουση έλαβε χώρα τον Νοέμβριο του 268 κοντά στην λίμνη
Garda στην βόρεια Ιταλία, η οποία ήταν γνωστή στους Ρωμαίους με την
ονομασία Benacus. Ο Ρωμαϊκός στρατός ανερχόταν σε 35.000 άνδρες υπό
την ηγεσία του αυτοκράτορα Κλαυδίου Β’. Οι Αλαμαννοί συμποσούνταν
σε 100.000 άνδρες.
Οι Αλαμαννοί, οι οποίοι εισέβαλλαν συνεχώς στην επικράτεια της
αυτοκρατορίας από την εποχή του Μάρκου Αυρηλίου, πέρασαν από το
πέρασμα Brenner στα σύνορα Αυστρίας και Ιταλίας, και εισήλθαν στην
βόρεια Ιταλία ανενόχλητοι, επειδή το κύριο μέρος του Ρωμαϊκού στρατού
βρισκόταν στα Βαλκάνια και η εν λόγω περιοχή ήταν ανυπεράσπιστη. Ο
αυτοκράτωρ Κλαύδιος προσπάθησε να διαπραγματευθεί μαζί τους, αλλά
όταν απέτυχε, επέλεξε να τους πολεμήσει. Η μάχη ήταν νικηφόρα για
τους Ρωμαίους και έτσι οι Αλαμαννοί αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν
πίσω από τις Άλπεις.
4.4. Ο αυτοκράτωρ Αυρηλιανός και οι συγκρούσεις με τους Αλαμαννούς
Όταν ο αυτοκράτωρ Κλαύδιος πέθανε το 270, ο αδερφός του Κουιντίλλος
πήρε την εξουσία με την υποστήριξη της ΢υγκλήτου. Ο στρατός όμως
αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον νέο αυτοκράτορα. Αντιθέτως, προέκρινε
έναν από τους διοικητές του: ο Αυρηλιανός ανακηρύχθηκε αυτοκράτωρ
από τις λεγεώνες τον ΢επτέμβριο του 270 στο Sirmium. Ο Αυρηλιανός
νίκησε τον στρατό του Κουντίλλου και αναγνωρίσθηκε αυτοκράτωρ από
την ΢ύγκλητο.
Οι πρώτες πράξεις του νέου αυτοκράτορα αποσκοπούσαν στο να
εξαλείψουν εξωτερικούς κινδύνους που απειλούσαν την αυτοκρατορία.
΢τα τέλη του 270, ο Αυρηλιανός εκστράτευσε στην βόρεια Ιταλία κατά των
Βανδάλων, των Ιουθούνγκων και των ΢αρματών, τους οποίους απώθησε
από την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Λόγω αυτών των νικών, έλαβε τον τίτλο
Germanicus Maximus.
60
Ο κίνδυνος όμως των βαρβάρων ακόμα επικρεμόταν. Σο 271, οι
Αλαμαννοί κινήθηκαν προς την βόρεια Ιταλία, εισέβαλαν στην πεδιάδα
του Πάδου και άρχισαν να λεηλατούν την περιοχή. Ύστερα, πέρασαν τον
Πάδο, κατέλαβαν την Πλακεντία και κατευθύνθηκαν προς το Fano. Ο
Αυρηλιανός, ο οποίος ήταν στην Πανοννία και πολεμούσε τους
Βανδάλους, έφτασε ταχέως στην Ιταλία, αλλά ο στρατός του ηττήθηκε
στην Πλακεντία τον Ιανουάριο του 271. Όταν τα νέα της ήττας έφτασαν
στην Ρώμη, προκλήθηκε μεγάλος πανικός λόγω του ότι η πόλη ήταν
ανυπεράσπιστη. Ο Αυρηλιανός όμως ανασύνταξε τον στρατό του και
επιτέθηκε στο στρατόπεδό τους κοντά στον ποταμό Metaurus. Σους νίκησε
σε μάχη που δόθηκε στο Fano και τους ανάγκασε να υποχωρήσουν πέραν
του
Πάδου.
Όσο
υποχωρούσαν,
τους
επιτέθηκε
ξανά
και
τους
εξολόθρευσε στην Παβία. Παρά ταύτα, ο κίνδυνος από τους Γερμανούς
προκαλούσε τέτοιο πανικό, που ο αυτοκράτωρ έκτισε τα Αυρηλιανά Σείχη
της Ρώμης, για να θωρακίσει την πόλη από κάθε μελλοντική απειλή.
61
4.5. Οι συγκρούσεις των ετών 285-355
Οι Αλαμαννοί αποτελούσαν έναν φοβερό εχθρό για την Ρωμαϊκή
αυτοκρατορία και για την διατήρηση της ειρήνης στον πολιτισμένο κόσμο
που κυβερνάτο από τους νόμους και την θέληση των αυτοκρατόρων. ΢ε
όλη την διάρκεια του 3ου αιώνα οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες προσπάθησαν
να αποκρούσουν τον κίνδυνο των Αλαμαννών, άλλοτε επιτυχώς άλλοτε
ανεπιτυχώς.
Παρακάτω
θα
ακολουθήσει
η
εξιστόρηση
των
πιο
σημαντικών
γεγονότων
της
σύγκρουσης Ρώμης και Αλαμαννών,
ξεκινώντας από τον Διοκλητιανό έως την άφιξη του Ιουλιανού στην
Γαλατία.
Παρά τα εγγενή της προβλήματα, η μόνη αξιόπιστη πηγή για τα
γεγονότα είναι ο Αμμιανός Μαρκελίνος. Παράλληλα, πρέπει όμως να
στηριχθούμε σε ελάσσονες συγγραφείς, σε νομίσματα και επιγραφές.
Αυτό όμως προκαλεί προβλήματα. Επί παραδείγματι, οι πληροφορίες για
τις εκστρατείες από τις επιγραφές είναι τωόντι επισφαλείς.51 Μέχρι το 321
σώζονται 9 λατινικοί πανηγυρικοί λόγοι προς τιμήν αυτοκρατόρων. Οι
51
A. Lippold, «Constantius Caesar, Sieger über die Germanen, Nachfahre des Claudius
Gothicus?», Chiron 11 (1981), 347–69.
λόγοι αυτοί εστιάζουν σε όλες τις εκστρατείες κατά των βαρβάρων. Η
πραγματικότητα, πέραν των συμβάσεων της λογοτεχνικής μεταφοράς
των γεγονότων, είναι ότι η σύγκρουση της Ρώμης με τους Αλαμαννούς
έλαβε τεράστιες διαστάσεις και αποτέλεσε ένα ιστορικό φαινόμενο, που
αποδεικνύει την αδυναμία της αυτοκρατορίας να προασπίσει το σύνορο
του Ρήνου και του Δούναβη από τις επελαύνουσες βαρβαρικές ορδές.
Ο Διοκλητιανός έγινε αυτοκράτορας το 285. Αμέσβς έστειλε τον
Μαξιμιανό στην Γαλτία ως διοικητή της Δύσεως, και πριν το τέλος του
χρόνου
τον
είχε
ονομάσει
Καίσαρα.
Σο
286
τον
ανακήρυξε
συναυτοκράτορα.52 Ο Μαξιμιανός εστάλη στην Γαλατία για να ασχοληθεί
με τους Bagaudae, κάποιες ομάδες λιποτακτών και ληστών που ρήμαζαν
την ύπαιθρο. Μόλις τελείωσε μαζί τους, έστρεψε την προσοχή του στο
«Γερμανικό ζήτημα».
΢τα τέλη του 285 ή στις αρχές του 286, αντιμετώπισε μάλλον μια
σοβαρή βαρβαρική εισβολή.53 Ένας πανηγυρικός λόγος του 289 μας
αναφέρει ότι οι εισβολείς ήταν Γερμανοί και ότι ανάμεσα σε αυτούς ήταν
και οι Αλαμαννοί. Ο Μαξιμιανός επιτέθηκε εναντίον του λαού των
Chaibones με ένα μόνο μέρος των δυνάμεών του. Επίσης, στις 1
Ιανουαρίου του 287 ο Μαξιμιανός επιτέθηκε ξανά εναντίον των βαρβάρων
Γερμανών και νίκησε. Μάλλον αυτοί οι εισβολείς ήταν Υράγκοι.
Οι εκστρατείες που διεξήγε ο Μαξιμιανός είχαν ως σκοπό να
διατρανώσουν την φήμη του ως εξαιρέτου στρατηγού. Η επιτυχία του
κατά των Baugaudae ήταν ανέλπιστη, αλλά δεν είχε την βαρύτητα που θα
ήθελε γιατί νίκησε απλούς πεινασμένους χωρικούς. Όλες αυτές, λοιπόν,
οι προσπάθειες ήταν μικρής κλίμακας και χωρίς σημαντικά οφέλη για την
αυτοκρατορία.
Ο Μαξιμιανός όμως δεν έμεινε άπραγος. ΢τα τέλη του 287 εκστράτευσε
στον Ρήνο. Με ισχυρές δυνάμεις εισέβαλε στην χώρα των Αλαμαννών.
Εκεί ο Ρωμαϊκός στρατός κατέστρεψε τα πάντα, πυρπόλησε ό,τι έβρισκε
μπροστά του και γενικά ρήμαξε την χώρα. Δύο χρόνια αργότερα ένας
Γαλάτης ρήτορας είπε ότι τα πάντα στον Ρήνο είναι Ρωμαϊκά («quidquid
ultra Rhenum prospicio Romanum est»). Επίσης, το 287, μάλλον πριν την
εκστρατεία κατά των Αλαμαννών, ο Μαξιμιανός πολέμησε τους
52
D. Kienast, Römische Kaisertabelle. Grundzüge einer römischen Kaiserchronologie, Darmstadt
19962, 272.
53
C. E. V. Nixon και B. S. Rodgers, In Praise of Later Roman Emperors. The Panegyrici Latini,
Berkeley CA/Los Angeles CA/Oxford 1994, 61.
62
Υράγκους στον Κάτω Ρήνο και υπέταξε τον βασιλιά Gennobaudes. Ο
Υράγκος ηγεμόνας απέφυγε να συγκρουστεί με τον Ρωμαϊκό στρατό κατά
μέτωπο και προτίμησε να συνδιαλλαγεί. Έτσι, ο Μαξιμιανός είχε
υποτάξει έναν βασιλιά βαρβάρων και αυτό είχε ενισχύσει το κύρος του
έναντι του Διοκλητιανού. Όμως, ένας νέος κίνδυνος θα εμφανιζόταν από
τα δυτικά.
Ο κίνδυνος αυτός ήταν η εμφάνιση του σφετεριστή Marcus Aurelius
Mausaeus Valerius Carausius, μάλλον τον χειμώνα του 286-287. Η
επανάσταση που ξέσπασε απείλησε την πολιτική ευνομία και οργάνωση
που είχε επιτύχει ο Διοκλητιανός. Οι συναυτοκράτορες έπρεπε να
υπερασπιστούν τα κεκτημένα τους.
Εκείνη την εποχή ο Διοκλητιανός επέστρεψε από την Ανατολή.
Εκστράτευσε κατά των Αλαμαννών, στην περιοχή που βρισκόταν
απέναντι από
την
Raetia. Ο
Διοκλητιανός διεξήγε
στρατιωτικές
επιχειρήσεις δυτικά από την λίμνη της Κοστάντζας, όπου έφτασε εκεί
περνώντας τον Ρήνο. Μάλλον συνέχισε τις εκστρατείες του Μαξιμιανού,
αποδεικνύοντας
και
την
έγκρισή
δραστηριότητά του δυτικά της πόλης
του
γι’
αυτές.
Επέκτεινε
την
Günzburg. Οι δύο αυτοκράτορες
συναντήθηκαν και αποφάσισαν να δράσουν από κοινού κατά του
σφετεριστή Carausius.
Από το 288 έως το 289, οι δύο αυτοκράτορες ασχολήθηκαν με το ζήτημα
του Carausius. Έγιναν προετοιμασίες για την διοργάνωση ενός ισχυρού
στόλου που θα δρούσε στους ποταμούς της Γαλατίας και μιας ισχυρής
δύναμης που θα πολεμούσε κατά των Υράγκων του Κάτω Ρήνου. Ο
Μαξιμιανός ανέλαβε την διοίκηση του στόλου και ανέθεσε τον πόλεμο
κατά των Υράγκων στους στρατηγούς του. Οι εκστρατείες κατά των
Υράγκων δείχνουν πώς η προσοχή της Ρώμης είχε στραφεί από τους
Αλαμαννούς προς τους Υράγκους, και αποκαλύπτουν ότι ο πόλεμος δεν
γινόταν εναντίον ενός πραγματικού εχθρού παρά κατά μίας δυνητικής
απειλής. Διάφοροι πανηγυρικοί της εποχής παριστάνουν τους Υράγκους
ως δαιμονικά όντα. Άρα, δικαιολογούν την ανάληψη πολεμικής δράσης
κατά τέτοιων πλασμάτων και κατά συνέπεια την εξολόθρευσή τους. Ο
σφετεριστής Carausius είχε ταυτιστεί με τους Υράγκους. Ο σφετεριστής
ήταν Γαλάτης, μάλλον από μια περιοχή κοντά στην Βουλώνη. Βορειότερα,
μεταξύ του Waal και του Ρήνου, βρισκόταν η Batavia, περιοχή που
κατεχόταν από τους Υράγκους. Μέχρι το τέλος του 3ου αιώνα, ήταν
σύνηθες στον Ρωμαϊκό στρατό να στρατολογούνται Γερμανοί μισθοφόροι
63
με πολλούς τρόπους. Οι δυνάμεις του Carausius περιείχαν Υράγκους
στρατιώτες. Επίσης, ο στρατός του Μαξιμιανού περιείχε και αυτός
Υράγκους πολεμιστές, αν συνυπολογισθεί το γεγονός ότι είχε υποτάξει
Υράγκους ηγεμόνες που του παρείχαν υποχρεωτικώς στρατιωτικές
μονάδες. Η επανάσταση του σφετεριστή έπρεπε να κατασταλεί, αλλά για
πολύ καιρό δεν ήταν δυνατόν να γίνει κάτι ουσιώδες. Σελικά, όταν
συμφωνήθηκε από τους δύο αυτοκράτορες να αναληφθεί στρατιωτική
δράση, ο πόλεμος έγινε μεταξύ των Ρωμαίων και των Υράγκων, γιατί ο
πυρήνας του στρατού των επαναστατών αποτελείτο από πολεμιστές που
προέρχονταν από τις περιοχές όπου κατοικούσαν οι Υράγκοι. Έτσι, οι
Υραγκικές κοινότητες κοντά στον Ρήνο έγιναν το κατάλληλο πεδίο
πολεμικών επιχειρήσεων για τους Ρωμαίους. Ο Μαξιμιανός έστειλε τους
στρατηγούς του κατ’ αυτών των ανθρώπων, γιατί ήθελε να δείξει ότι δεν
μένει άπραγος κατά του οξέος πολιτικού προβλήματος που είχε εγερθεί
μέσα στην επικράτειά του.
Εν τούτοις, όλες αυτές οι προετοιμασίες έγιναν μάταια. Οι επιθέσεις
κατά του Carausius το 289-290 απέτυχαν ή άλλες αναβλήθηκαν. Ο
διεκδικητής της αυτοκρατορικής εξουσίας δεν μπορούσε να ηττηθεί. Η
στρατιωτική δράση λοιπόν στην Δύση τερματίσθηκε.54 Ένας λόγος ήταν
ότι οι βάρβαροι άρχισαν να πολεμούν μεταξύ τους και έτσι η συνέχιση του
πολέμου δεν θα είχε κανένα προφανές αποτέλεσμα.
Άλλη μία αιτία της απουσίας στρατιωτικών δυνάμεων από τα σύνορα
της βόρειας και δυτικής Ευρώπης ήταν μια δεύτερη συνάντηση των
συναυτοκρατόρων το 290 στο Μιλάνο. Δεν είναι ακριβώς γνωστό τι
συζητήθηκε, αλλά το βέβαιο είναι ότι θα ετέθη και το ζήτημα του
σφετεριστή.55 Μάλλον η συνάντηση πρέπει να οδήγησε στον σχηματισμό
της Σετραρχίας, αν και αυτό αμφισβητείται. Βέβαια, το πολιτικό σκηνικό
μετατράπηκε τον Μάρτιο του 293, όταν συγκροτήθηκε η τετραρχία, με τον
Κωνστάντιο Α’ και τον Γαλέριο ως βοηθούς Καίσαρες για τον Μαξιμιανό
και τον Διοκλητιανό αντιστοίχως. ΢υντόμως, μετά από μια επιτυχή
εκστρατεία, ο Κωνστάντιος κατέλαβε την βάση του Carausius στην
Βουλώνη, και άρχισε να ναυπηγεί έναν στόλο στον ΢ηκουάνα. Εν τω
μεταξύ, επιτέθηκε στους Υράγκους συμμάχους του Carausius, στους
Chamavi και στους Frisii, στον Κάτω Ρήνο. Σους νίκησε και εγκατέστησε
τους επιζώντες στην Γαλατία. ΢την Βρετανία ο Carausius δολοφονήθηκε
54
55
T. D. Barnes,The New Empire of Diocletian and Constantine, Cambridge MA/London 1982, 58.
C. E. V. Nixon και B. S Rodgers, In Praise of Later Roman Emperors, 80, 93.
64
από τον Allectus. Ο Allectus έχασε την εξουσία το 296, όταν ο Κωνστάντιος
ανακατέλαβε την Βρετανία. Σα στρατεύματα του Allectus ήταν βάρβαροι
λαοί. Όταν τα Ρωμαϊκά στρατεύματα κατέλαβαν το Λονδίνο, όλοι οι
Υράγκοι στρατιώτες κατασφάχθηκαν ανηλεώς. Όσο οι αυτοκρατορικές
δυνάμεις πολεμούσαν στην Βρετανία, στον Ρήνο δεν υπήρχε πρόβλημα
γιατί εκεί βρίσκονταν στρατεύματα του Μαξιμιανού.
Όταν ο Κωνστάντιος επέστρεψε στην Γαλατία, ασχολήθηκε με δημόσια
έργα και γενικά με την άνοδο της ποιότητας ζωής των κατοίκων. Εν
τούτοις, πρέπει να έγιναν κάποιες εκστρατείες μικρής κλίμακας κατά των
Υράγκων, αλλά και πάλι αυτό δεν είναι βέβαιο. Μετά από αυτά,
υπάρχουν αναφορές για άγριες μάχες με τους Αλαμαννούς.
Ένας πανηγυρικός λόγος του 310 αναφέρει ότι ο Κωνστάντιος, αν και
τραυματίας, νίκησε τους Lingones. Επίσης, ότι νίκησε μια τεράστια μάζα
Γερμανών από τον «παγωμένο Ρήνο». Αυτή η αναφορά επιβεβαιώνεται
από τον Ευτρόπιο, ο οποίος σημειώνει ότι όταν ο Κωνστάντιος βρισκόταν
με τον στρατό του κοντά στην Langres, ξαφνικά δέχθηκε επίθεση από
βαρβάρους. Μετά βίας κατάφερε να διαφύγει μέσα στην πόλη. Σην
επόμενη όμως μέρα κατέφθασε το κύριο σώμα του Ρωμαϊκού στρατού, το
οποίο νίκησε τους εχθρούς και σκότωσε 60.000 από αυτούς. Ο Ευτρόπιος
υποστηρίζει ότι αυτοί ήταν Αλαμαννοί. Για ακόμα μια φορά ο
Κωνστάντιος έλαβε τον τίτλο του Germanicus Maximus.
Σα γεγονότα βέβαια παρουσιάσθηκαν υπερβολικά από τους συγγραφείς
της εποχής. Οι 60.000 νεκροί Αλαμαννοί πολεμιστές είναι ένας
εξωφρενικός αριθμός. Μάλλον, η υπερβολή εξυπηρετούσε την πολιτική
προπαγάνδα υπέρ του Κωνσταντίου, σε αντιδιαστολή με τον λαμπρό
θρίαμβο που εόρτασε ο Γαλέριος το 297 για τις νίκες του κατά των
Περσών. Οι Αλαμαννοί ήταν το εξιλαστήριο θύμα για την φιλοδοξία του
Κωνσταντίου. Οι περιφανείς νίκες του Κωνσταντίου κατά των βαρβάρων
Υράγκων και Αλαμαννών εξήραν το στρατιωτικό τάλαντό του και
βοήθησαν εμμέσως τον Μέγα Κωνσταντίνο να ανέλθει στον θρόνο της
αυτοκρατορίας.
Εδώ όμως υπάρχει ένα παράδοξο: κανονικά όλα αυτά τα γεγονότα θα
μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Με την Σετραρχία να έχει ισχυρή
δύναμη, δεν θα έπρεπε να επιτραπεί στους Αλαμαννούς να εισβάλουν
τόσο βαθιά στην αυτοκρατορία. Επίσης, οι αυτοκράτορες δεν θα έπρεπε
να ριψοκινδυνεύουν την ίδια τους την ζωή, πολεμώντας αδιαλείπτως τους
βαρβάρους σε μάχες σώμα με σώμα. Οι εκστρατείες του Κωνσταντίου δεν
65
είχαν τιμωρητικό χαρακτήρα, αλλά αποσκοπούσαν στο να προσδώσουν
στον Καίσαρα δόξα και κύρος. Αφού νίκησε τους Γερμανούς, δηλαδή τους
Αλαμαννούς, έδειξε μεγάλη ανεκτικότητα. Δεν έσφαξε κανέναν ο
στρατός του, ούτε αιχμαλώτισε κανέναν. Απλά, έκανε επίδειξη δύναμης.
Σα γεγονότα αυτά είναι πραγματικά δυσερμήνευτα. Πάντως, υπήρχαν
σχέσεις μεταξύ των Αλαμαννών και της Ρώμης, άλλοτε φιλικές άλλοτε
εχθρικές. Η Ρώμη ενθάρρυνε την εγκατάσταση Γερμανών στα σύνορα.
Μπορεί να υποτεθεί ότι αυτό ξεκίνησε περίπου στο 300. Η Αλαμαννία
ήταν μια περιοχή όπου κινούνταν συνεχώς πληθυσμοί από τα ανατολικά
και τα δυτικά. Κατά το τέλος του 3ου αιώνα, υπήρχαν ακόμα ληστρικές
συμμορίες που έκαναν επιδρομές στην περιοχή. Έτσι, λοιπόν, το σύνορο
με την Αλαμαννία έπρεπε να ελέγχεται συνεχώς. Μετά την ήττα του
Allectus, οι επιδρομείς έμειναν ανεξέλεγκτοι και έτσι εισέρχονταν από την
περιοχή του Άνω Ρήνου γιατί οι Ρωμαϊκές φρουρές δεν ήταν πυκνές και
επίσης δεν υπήρχαν συμμαχικές κοινότητες προς την Ρώμη. Η δράση τους
όμως ήταν περιορισμένη και έτσι δεν ανέκυψε κάποιος ιδιαίτερος
κίνδυνος.
Πολλές φορές οι Αλαμαννοί συνεργάζονταν με τους Βουργουνδούς. Αν
και αναφορές για τους Βουργουνδούς υπάρχουν στις πηγές από τον 1ο
αιώνα, παρέμειναν στην αχλύ της ιστορίας, μέχρι που κινήθηκαν στην
Γαλατία στις αρχές του 5ου αιώνα. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να έπαιξαν
πολύ σημαντικό ρόλο στην πολιτική πραγματικότητα του 4ου αιώνα. Η
Ρώμη μάλλον προσπαθούσε με οποιονδήποτε τρόπο να τροφοδοτεί την
εχθρότητα των Αλαμαννών και των Βουργουνδών, ενώ με συμμαχίες που
συνήπτε με τοπικούς ηγεμόνες εξισορροπούσε την ισχύ των δύο λαών
πριν από το τέλος του 3ου αιώνα. Η εκστρατεία του Μαξιμιανού το 287 δεν
αποσκοπούσε μόνο στην προσωπική του προβολή. Η προέλασή του στην
χώρα των Αλαμαννών θα μπορούσε να τον οδηγήσει πιο νότια, μέχρι το
limes της Άνω Γερμανίας. Έτσι, με αυτόν τον τρόπο, η Ρώμη θα
επιβεβαίωνε την κυριαρχία της στις περιοχές αυτές, ενώ οι βάρβαροι θα
αντιλαμβάνονταν την μεγάλη δύναμή της. Με τις εκστρατείες αυτές θα
επιτυγχανόταν ο εκφοβισμός των Αλαμαννών που δεν συνόρευαν με την
Ρώμη και επίσης κατά των εχθρικών Βουργουνδών.
Η παραμέληση της κατάστασης με τους Αλαμαννούς και τους
Βουργουνδούς, στα τέλη της δεκαετίας του 290, θα ήταν πολύ επικίνδυνο.
Κάποιες εχθροπραξίες στον ποταμό Main υπήρξαν η αιτία για
περισσότερες επιδρομές. Πολλές ομάδες βαρβάρων μετακινήθηκαν στην
66
Γαλατία. Είναι πολύ πιθανό ότι η νίκη του Κωνσταντίου στην Vindonissa
(Windisch) το 298 κατά των Αλαμαννών αναπαριστάται σε ένα μνημείο
στην Νίκαια, όπου υπάρχει σχετική επιγραφή.
Ο Κωνστάντιος δεν πολέμησε άλλο τους Αλαμαννούς ως Καίσαρ· όταν ο
Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός αποσύρθηκαν από την εξουσία και έγινε
αυτοκράτορας της Δύση ς τον Μάιο του 305, έδειξε την ισχύ του
πολεμώντας στην βόρεια Βρετανία. Οι σχέσεις της Ρώμης με τους
Αλαμαννούς
είχαν
μάλλον
αποκατασταθεί.
΢την
Βρετανία
ο
Κωνστάντιος είχε σύμμαχο και σύμβουλο τον βασιλιά Crocus. Γενικά, οι
ηγεμόνες της Δύση ς από το 285 έως το 306 ασχολούνταν περισσότερο με
τους Υράγκους παρά με τους Αλαμαννούς.
Η κατάσταση αυτή έμεινε η ίδια μετά το 306, όταν ο Κωνστάντιος
πέθανε στην Τόρκη και ο Κωνσταντίνος Α’ αντικατέστησε τον πατέρα του
ως ηγεμόνας των βορειοδυτικών επαρχιών. Με την άνοδό του στον θρόνο
ξεκίνησε μια μακρά περίοδος πολιτικής αστάθειας, μέχρι που η νίκη του
κατά του Λικινίου το 324 τον κατέστησε κυρίαρχο μονοκράτορα. Από το
306 έως το 312, όταν έπρεπε να ασχοληθεί αποκλειστικά με τις
βορειοδυτικές επαρχίες, ο Κωνσταντίνος έστρεψε την προσοχή του στους
Υράγκους, οι οποίοι χαρακτηρίζονταν από «απιστία». Σο 306/307, ο
Κωνσταντίνος
εκδικήθηκε
κάποιες
επιθέσεις
των
Υράγκων
που
ξεκίνησαν την αρχή της βασιλείας του. Οι Υράγκοι ηγεμόνες, Ascaric και
Merogaisus, γνώρισαν την ισχύ των όπλων της Ρώμης. Η εκστρατεία του
308 ήταν εξίσου βίαιη, κατά την διάρκεια της οποίας εξαπολύθηκε μια
ευρείας κλίμακας επίθεση στον Ρήνο εναντίον των Bructeri.56 Οι
πολεμικές επιχειρήσεις δεν στόχευαν στην εξάλειψη κάποιου ορατού
κινδύνου από τους Υράγκους, αλλά εξυπηρετούσαν την Ρωμαϊκή
πολιτική στον Ρήνο. Η πρώτη εκστρατεία του Κωνσταντίνου τού έδωσε
την ευκαιρία να μεταφερθεί από την Βρετανία στον Ρήνο. Η δεύτερη
επιβεβαίωσε την ικανότητά του ως κατακτητή βαρβάρων λαών και
εξολοθρευτή έξωθεν απειλών. Σο 309, ο Κωνσταντίνος συνέχισε να πιέζει
τους Υράγκους ξεκινώντας το χτίσιμο ενός οχυρού στο Deutz της
Γερμανίας.57
56
C. E. V. Nixon και B. S Rodgers, In Praise of Later Roman Emperors, 235.
T. Grünewald, «Ein epigraphisches Zeugnis zur Germanenpolitik Konstantins des
Grossen», στο: H. E. Herzig and R. Frei-Stolba (ed.), Labor omnibus unus, Gerold Walser zum
70. Geburtstag (Historia Einzelschriften 60), Stuttgart 1989, 175.
57
67
Ο Κωνσταντίνος συμμάχησε πρώτα με τον Μαξιμιανό και την
οικογένειά του. Αρχικά η συμμαχία ήταν επιτυχής, αλλά το 308 μια
διαμάχη μεταξύ του Μαξιμιανού και του γιου του, Μαξεντίου, έφερε τον
πρώτο από την Ιταλία στην Γαλατία, κοντά στον Κωνσταντίνο. Η σχέση
τους χειροτέρεψε και το 310 ο Μαξιμιανός στράφηκε κατά του
Κωνσταντίνου στην Αρλ. Ο Κωνσταντίνος κινήθηκε γρήγορα, και
συνέλαβε τον Μαξιμιανό, αφού τον πολιόρκησε στην Μασσαλία. Σον ίδιο
χρόνο ο Κωνσταντίνος έπρεπε να αντιμετωπίσει επιδρομές των Υράγκων.
Είναι όμως δύσκολο να αποκατασταθεί η αλληλουχία των γεγονότων.
Κάποιοι υιοθετούν την άποψη του Λακταντίου ότι ο Κωνσταντίνος
αντιμετώπισε τους Υράγκους πριν την στάση του Μαξιμιανού. Εν τούτοις,
η άποψη του Λακταντίου αντιβαίνει στον πανηγυρικό του 310 και είναι
εξαιρετικά
μεροληπτική,
έχοντας
ως
σκοπό
τον
διασυρμό
του
Μαξιμιανού. Σο πιο εύλογο είναι να τοποθετηθεί η επίθεση των Υράγκων
μετά την μετακίνηση του Κωνσταντίνου στην νότια Γαλατία. Η επίθεση
αυτή δεν είχε κάποια σπουδαιότητα. Αφού ο κίνδυνος εξαλείφθηκε, ο
Κωνσταντίνος επισκέφθηκε το ιερό του Απόλλωνα στο Grand, όπου είδε
ένα όραμα.
Κατά την περίοδο του 306-312 δεν είναι γνωστή καμία σύγκρουση
μεταξύ του Κωνσταντίνου και των Αλαμαννών. ΢τον πανηγυρικό του 310
η έμφαση δόθηκε στους Υράγκους επιδρομείς. Δεν αναφέρονται οι
Αλαμαννοί πουθενά. Είναι αξιοσημείωτο ότι δεν υπήρξαν βαρβαρικές
επιθέσεις όταν ο Κωνσταντίνος κινήθηκε κατά του Μαξεντίου στην
Ιταλία το 312.
Σο 312 ο Κωνσταντίνος νίκησε τον Μαξέντιο στην μάχη της Μουλβίας
γέφυρας και έγινε ο απόλυτος κυρίαρχος του δυτικού τμήματος της
Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Μέχρι όμως το 324 πολεμούσε συνέχεια τους
Υράγκους. Σο 313 συγκρούστηκε με τους Υράγκους όταν επέστρεφε από
την Ιταλία στην Γαλατία.58 Η σύγκρουση ήταν πολύ άγρια και ο
Κωνσταντίνος νίκησε. Οι αιχμάλωτοι Υράγκοι εκτελέστηκαν σε θρίαμβο
που τελέστηκε για τον εορτασμό της νίκης. Σα στοιχεία αυτά βρίσκονται
σε έναν πανηγυρικό του 313. Ένας άλλος λόγος, χρονολογημένος το 321,
παραδίδει επιπλέον στοιχεία, περιλαμβάνοντας τα ονόματα των εξής
βαρβάρων: Bructeri, Chamavi, Cherusci, Lancionae, Tubantes και Alamanni.
Ο λόγος αυτός είναι περισσότερο εγκωμιαστικός προς τον αυτοκράτορα.
58
T. D. Barnes,The New Empire of Diocletian and Constantine, Cambridge MA/London 1982, 7172.
68
Ο Ναζάριος, που τον εκφώνησε, ασχολείται πιο πολύ με την αισθητική
εντύπωση που προκαλεί παρά με την ακρίβεια των πληροφοριών που
παρέχει. Παρά ταύτα, ο κίνδυνος των Υράγκων ήταν το κατάλληλο
αντιφάρμακο για τα έντονα προβλήματα στην δημόσια ζωή και ενίσχυε
την θέση του Κωνσταντίνου σε σχέση με πιθανούς ανταπαιτητές της
εξουσίας του.
Εν τέλει, ο Κωνσταντίνος άρχισε να ασχολείται εντατικότερα με τα
θέματα της αυτοκρατορίας. Σο 315-316 διαχείμασε για τελευταία φορά
στους Σρεβήρους (Trier). Η διοίκηση των βορειοδυτικών επαρχιών δόθηκε
στον γιο του, Κρίσπο, ο οποίος ανακηρύχθηκε το 317 Καίσαρ. Πριν το 321,
ο Κρίσπος είχε πολεμήσει με επιτυχία κατά των Υράγκων. Η νίκη του
ήταν λαμπρή. Οι Υράγκοι χρησιμοποιήθηκαν ως «θήραμα» για τον νεαρό
Καίσαρα, προκειμένου να αποδείξει τις δυνατότητές του, και να
διασφαλίσει την θέση της οικογένειάς του στην Γαλατία. Η ήττα των
Υράγκων βέβαια οφειλόταν στην ευφυΐα των στρατηγών του Κρίσπου, οι
οποίοι τον συμβούλευαν σε κάθε του κίνηση.
Μετά τον λόγο του 321 υπάρχει ένα κενό πάνω από 40 χρόνια μέχρι τον
επόμενο πανηγυρικό, που εκφώνησε ο Mamertinus στον Ιουλιανό. Μέχρι
να φτάσουμε στην εκτενέστερη αφήγηση του Αμμιανού για τα γεγονότα
του 353/354, πρέπει να διερευνήσουμε τις σχέσεις της Ρώμης με τους
Γερμανικούς λαούς της Δύση ς από τα νομίσματα, από τις επιγραφές και
από ήσσονος σημασίας λογοτεχνικές πηγές.
Νομίσματα που παρήχθησαν στους Σρεβήρους από το 322 έως το 323
παρέχουν πληροφορίες για εκστρατείες στον Ρήνο. Φρυσοί solidi
χαιρετίζουν τον Κωνσταντίνο Α’ ως «κατακτητή των βαρβάρων»
(debellator gentium barbarum). Άλλα νομίσματα χαιρετίζουν αυτόν και τον
Κρίσπο ως κατακτητές της Αλαμαννίας και της Υραγκίας και τους
αναγνωρίζουν ως αυτούς που έδωσαν την χαρά στον Ρωμαϊκό λαό
(gaudium Romanorum). Οι εκστρατείες αυτές ήταν μικρής κλίμακας και
είχαν σκοπό να αποτρέψουν μια πιθανή συμμαχία μεταξύ των Υράγκων
και των Αλαμαννών.
Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Κωνσταντίνου Α’ είναι απίθανο να
συνέβησαν σοβαρές συγκρούσεις μεταξύ του Ρωμαϊκού στρατού, των
Αλαμαννών και των Υράγκων.59 Οι υπάρχουσες λογοτεχνικές μαρτυρίες
είναι ελάχιστες, οι οποίες θα μπορούσαν να αποδείξουν μια τέτοια
59
K. F. Stroheker, «Die Alamannen und das Spätrömische Reich», στο: W. Müller, (ed.), Zur
Geschichte der Alemannen, Darmstadt 1975, 20-48.
69
ερμηνεία. Σο 309/310 ο Κωνσταντίνος δεν είχε την ευχέρεια να πολεμήσει
τους Αλαμαννούς ή τους Υράγκους, γιατί είχε έντονα προβλήματα με τον
Μαξιμιανό. Οι αναφορές λοιπόν στα νομίσματα για νίκες κατά των
Αλαμαννών και των Υράγκων σχετίζονται με παλαιότερα γεγονότα. Ο
Κωνσταντίνος έπρεπε να πείσει τους υπηκόους των βορειοδυτικών
επαρχιών ότι τα σύνορα ήταν ασφαλή και ότι θα παρέμεναν το ίδιο όταν
αυτός θα μετακινείτο από τον Ρήνο στην Ιταλία. Σο αίσθημα ασφάλειας
είχε εμπεδωθεί λόγω της δικής του στρατιωτικής δράσης και του πατέρα
του Κωνσταντίου Α’ κατά των Υράγκων και των Αλαμαννών. Η
Αλαμαννία και η Υραγκία είχαν ήδη υποταχθεί. Από το 306 έως το 312,
υπήρχε ειρήνη με τους Αλαμαννούς.
Από τους Σρεβήρους, την περίοδο 319-320, κόπηκαν μια σειρά από
νομίσματα που ανέφεραν τους θριάμβους του Κωνσταντίνου και του
Κρίσπου κατά των Αλαμαννών και των Υράγκων. ΢ε αυτά ο
Κωνσταντίνος συνδέεται με την Αλαμαννία, και ο Κρίσπος με την
Υραγκία. Οι αναφορές στον Κρίσπο εμφανίζονται ταυτόχρονα με την νίκη
κατά των Υράγκων που εγκωμιάζει ο Ναζάριος, ενώ η χρονολογία αυτής
της εκστρατείας είναι περίπου το 319.60 Δεν μπορούμε όμως να
θεωρήσουμε το ίδιο για τον Κωνσταντίνο, γιατί εκείνη την περίοδο
βρισκόταν στα Βαλκάνια. Σα νομίσματα διασαλπίζουν το γεγονός ότι το
σύνορο του Ρήνου ήταν ασφαλές με τον νέο Καίσαρα, του οποίου ο
πατέρας και ο παππούς είχαν καταβάλει μεγάλες προσπάθειες για να
κάνουν ειρήνη με τους βαρβάρους που ζούσαν στα σύνορα.
Επιστρέφοντας στην έρευνα σχετικά με τα νομίσματα του 322-323, η
σκέψη ότι αναφέρονται σε σύγχρονες στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν
πρέπει να ευσταθεί. ΢υνέβησαν μείζονα πολιτικά γεγονότα, όπως η
σύγκρουση μεταξύ Κωνσταντίνου Α’ και Λικινίου, κατά την διάρκεια της
οποίας ο Κρίσπος έπαιξε σημαντικό ρόλο ως ναύαρχος. Ο Κρίσπος, εν τω
μεταξύ, ασχολιόταν με την διασφάλιση των συνόρων στον Ρήνο. Είχε
επαφές με Υράγκους και Αλαμαννούς ηγεμόνες, οι οποίοι επιβεβαίωσαν
τις φιλικές τους διαθέσεις προς την Ρώμη. Σα γεγονότα αυτά
αποτυπώθηκαν στα νομίσματα της εποχής, τα οποία προορίζονταν για
τους υπηκόους της αυτοκρατορίας και όχι για τους βαρβάρους των
συνόρων.
60
P. A. Barceló, Roms auswärtige Beziehungen unter der Constantinischen Dynastie (306–363),
Regensburg 1981, 20-21.
70
Σα νομίσματα από το Sirmium είναι και αυτά πολύ σημαντικά, διότι
δεικνύουν μια αλλαγή από το 324. Φάλκινα νομίσματα του 324/325 από το
Sirmium συνδέουν τον Κρίσπο και τον Κωνσταντίνο Β’ με τον θρύλο της
Alamannia devicta, χωρίς να αναφέρονται καν στην Υραγκία. Παρομοίως,
χρυσά νομίσματα από τους Σρεβήρους, τα οποία φέρουν το όνομα του
Κωνσταντίνου Β’, επαναλαμβάνουν τους θριαμβικούς τίτλους που
σχετίζονται με την Αλαμαννία και όχι με την Υραγκία. Επίσης, από μία
επιγραφή από την Υρυγία γνωρίζουμε ότι ο Κωνσταντίνος Β’ έφερε τον
τίτλο «Alamannicus» το 331. Υαίνεται ότι μετά από 40 χρόνια περίπου, η
Αλαμαννία ήταν πάλι στόχος των αυτοκρατόρων. Οι βάρβαροι λαοί ήταν
αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους αυτοκράτορες προκειμένου να
διατρανώνουν την αίγλη και την ισχύ τους. Ο Κωνσταντίνος Β’ θα
επωφελείτο σημαντικά από τις εκστρατείες κατά των Αλαμαννών για να
δείξει έτσι την ικανότητά του να αναρριχηθεί στον θρόνο της
αυτοκρατορίας. Μετά την νίκη του Κωνσταντίνου Α’ κατά του Λικινίου,
έγινε ο απόλυτος κυρίαρχος σε όλη την αυτοκρατορία, και έπρεπε οι γιοι
του να μοιραστούν τα βάρη της εξουσίας, ιδίως στην Δύση . Η
οικογενειακή έριδα που οδήγησε στην εκτέλεση του Κρίσπου το 326
στέρησε
την
Ρώμη
από
έναν
ικανώτατο
στρατιωτικό
ηγέτη.
Ο
Κωνσταντίνος Β’ χρειαζόταν την υποστήριξη ολόκληρης της οικογένειάς
του για να επιτύχει στον πολιτικό και στρατιωτικό στίβο. Έτσι, ξεκίνησε
άλλη μία εκστρατεία κατά των Αλαμαννών, από την οποία κέρδισε τον
τίτλο Alamannicus.61 Επιπλέον, κάθε χρόνο τον Οκτώβρη γίνονταν στην
Ρώμη εκδηλώσεις με τίτλο ludi Alamannici, αποδεικνύοντας την ιδιαίτερη
πολιτική σημασία που δινόταν στους Αλαμαννούς.
Ποιοι ήταν ακριβώς οι Αλαμαννοί και γιατί η Ρώμη εξαπέλυε επιθέσεις
εναντίον τους είναι άγνωστο. Γενικά, οι Αλαμαννοί θεωρούνταν πιο
επικίνδυνος εχθρός από τους Υράγκους. Πάντα, αντιμετωπίζονταν ως μια
ορατή και ζώσα απειλή για την αυτοκρατορία. Οι εκστρατείες του 322/323
και 328/329 ήταν ασυνήθιστες. Δεν αποτελούσε αντικείμενο της Ρωμαϊκής
πολιτικής να ενοχλεί τις κοινότητες των Αλαμαννών στα σύνορά της.
Από την άλλη πλευρά, καμία εκστρατεία δεν είχε μεγάλη διάρκεια· και το
πιο πιθανό είναι ότι δεν επαναλήφθηκαν. Όμως, η Αλαμαννία παρέμενε
ένας πάγιος στρατιωτικός στόχος της Ρώμης, αφού εξυπηρετούσε την
61
M. R. Salzman, On Roman Time. The Codex Calendar of 354 and the Rhythms of Urban Life in
Late Antiquity, Berkeley CA/Los Angeles CA 1990, 135.
71
αυτοκρατορική προπαγάνδα για την εξύψωση της πολιτικής θέσης του
αυτοκράτορα.
Ο Κωνσταντίνος Α’ πέθανε στις 22 Μαΐου του 337. Μετά από μια μικρή
περίοδο αβεβαιότητας και πολιτικής ρευστότητας, τον διαδέχθηκαν οι
τρεις γιοι του. Ο Κωνστάντιος Β’ έλεγχε τις ανατολικές επαρχίες και ο
Κωνσταντίνος Β’ τις δυτικές. Όμως, ενώ ο Κωνστάντιος βασίλευε μόνος
του, ο Κωνσταντίνος μοιραζόταν την εξουσία με τον Κώνσταντα, ο οποίος
είχε υπό την εξουσία του την Ιταλία, την Αφρική και το Ιλλυρικό. Οι τρεις
διάδοχοι επιζητούσαν, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, να
εδραιώσουν την εξουσία τους και υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι ο
Κωνσταντίνος Β’ διεξήγαγε άλλη μια εκστρατεία κατά των Αλαμαννών
το 338.62 Όμως, το 339 ξεκίνησε διαμάχη με τον Κώνσταντα και στις αρχές
του 340 σκοτώθηκε στην Ακυηλία. Ο Κώνστανς έγινε αυτοκράτορας της
Δύση ς. ΢ύντομα και ο ίδιος διεξήγε πόλεμο με τους Γερμανούς, αλλά
αυτή την φορά με τους Υράγκους. Η εκστρατεία αυτή, που έγινε το
341/342, έλαβε μεγάλες διαστάσεις από την κρατική προπαγάνδα. Είναι
πιθανό ότι ο Κώνστανς επέτρεψε στους ΢αλίους Υράγκους να κινηθούν
από την Batavia προς την επικράτεια της αυτοκρατορίας και να φτάσουν
στον Μεύση δυτικά της Κολονίας. ΢την περιοχή αυτή συγκρούστηκαν το
358 με τον Ιουλιανό.63 Εν τούτοις, ο Κώνστανς ασχολήθηκε περισσότερο με
την βόρεια Ιταλία και τα Βαλκάνια παρά με τα σύνορα στον Ρήνο. Έτσι,
δεν συνέβησαν εχθροπραξίες στα σύνορα με Γερμανικές φυλές για ένα
ορισμένο διάστημα.
Οι σχέσεις λοιπόν των Αλαμαννών και της Ρώμης την περίοδο 285-350
ήταν εξαιρετικά τεταμένες. Οι Γερμανοί που κατοικούσαν πλησίον του
Ρήνου ήταν μια σοβαρή απειλή για την Ρώμη. Όμως, την πρωτοβουλία
στις επιθετικές κινήσεις την κατείχε η Ρώμη, η οποία εξαπέλυε συνεχώς
εκστρατείες τιμωρητικού χαρακτήρα εναντίον τους ή απλά έκανε επίδειξη
δύναμης.64 Άρα, το πρώτο μισό του 4ου αιώνα ήταν μια περίοδος συνεχών
πολεμικών συγκρούσεων με τους Αλαμαννούς. Πολλές φορές οι Ρωμαίοι
αυτοκράτορες
έστρεφαν
τους
Υράγκους
κατά
των
Αλαμαννών,
προκειμένου να κερδίσουν χρόνο ή να ασχοληθούν με κάτι άλλο.
62
T. D. Barnes, Athanasius and Constantius. Theology and Politics in the Constantinian Empire,
Cambridge MA/London 1993, 218.
63
P. A. Barceló, Roms auswärtige Beziehungen, 38.
64
P. A. Barceló, Roms auswärtige Beziehungen, 13-18.
72
Η δυναστεία των Υλαβίων απειλήθηκε με εξαφάνιση στις αρχές του 350,
όταν ο Κώνστανς σκοτώθηκε στην Γαλατία από μια συνωμοσία αυλικών,
οι οποίοι ανέβασαν στον θρόνο της Δύση ς έναν αξιωματικό, τον Μάγνο
Μαγνέντιο (Magnus Magnentius). Ο Μαγνέντιος αναγνωρίσθηκε στην
Δύση ως αυτοκράτορας, εκτός από τα Βαλκάνια, γιατί εκεί την εξουσία
κατείχε ένας άλλος αξιωματικός, ο Vetranio. Ο μοναδικός αυτοκράτορας
από την δυναστεία των Υλαβίων, ο Κωνστάντιος Β’, θα έπρεπε στο εξής
να αποτελέσει μέρος μιας ιδιότυπης τριαρχίας. Μέχρι όμως το τέλος του
έτους, απομάκρυνε τον Vetranio· και τον ΢επτέμβριο του 351 νίκησε τον
Μαγνέντιο στον ποταμό Drava στην Κροατία και τον ανάγκασε να
υποχωρήσει. Κατέλαβε την Ιταλία το 352, και ο Μαγνέντιος αποσύρθηκε
στην Γαλατία. ΢τις 10 Αυγούστου του 353, ο Κωνστάντιος νίκησε τον
Μαγνέντιο στην Λυών, ο οποίος αυτοκτόνησε.65
Λόγω
του
εμφυλίου
πολέμου,
οι
βάρβαρες
Γερμανικές
φυλές
προκάλεσαν τον όλεθρο στην Γαλατία. Οι επιθέσεις τους άρχισαν κατά
την βασιλεία του Μαγνεντίου, και συνέχισαν μετά την πτώση του. Οι
Υράγκοι και οι Αλαμαννοί συμμετείχαν σε αυτές τις επιδρομές. Μέχρι το
τέλος του 355 οι Γερμανοί έλεγχαν όλη την πεδιάδα του Ρήνου, αφού δεν
υπήρχε πια δυνατότητα αντίστασης από την Ρώμη.
Ο Κωνστάντιος Β’ ήταν υπεύθυνος για την επιστροφή των Αλαμαννών
στην Γαλατία. Παρέσχε στους ηγεμόνες των Αλαμαννών έγγραφες
επιβεβαιώσεις ότι θα τους παραχωρούσε γη στην αριστερή πλευρά του
Ρήνου. Ο Κωνστάντιος, πρόθυμος να χρησιμοποιήσει οτιδήποτε κατά των
εχθρών του, ενθάρρυνε μάλλον τους Αλαμαννούς να επιτεθούν κατά του
Μαγνεντίου στην Γαλατία.
΢υμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι οι αυτοκράτορες εκμεταλλεύονταν τους
Γερμανούς του Ρήνου, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα πολιτικά τους
συμφέροντα. Εν τούτοις, ο ηγεμόνας των Αλαμαννών Chnodomarius και
άλλοι εντόπιοι φύλαρχοι συνεργάζονταν με τους Ρωμαίους προκειμένου
να αποκομίσουν τα μέγιστα δυνατά οφέλη. Θεωρούσαν τους εαυτούς τους
ως φίλους της Ρώμης και όχι υπηκόους της. Βέβαια, βοήθησαν τον
Κωνστάντιο
Β’
να
πολεμήσει
τους
ανταπαιτητές
της
εξουσίας.
Επιπροσθέτως, στα μέσα του 4ου αιώνα πολλοί Αλαμαννοί είχαν
παρεισφρήσει στην αυτοκρατορική αυλή και υπηρετούσαν ως στρατηγοί
στον Ρωμαϊκό στρατό. Έτσι, λοιπόν, οι αυτοκράτορες βρίσκονταν σε
65
D. Kienast, Römische Kaisertabelle. Grundzüge einer römischen Kaiserchronologie, Darmstadt
1996, 319-321.
73
συνεχή επαφή με τους Αλαμαννούς, τους οποίους χρησιμοποιούσαν ως
συμμάχους αναλόγως των αναγκών τους κάθε φορά.
Ο Κωνστάντιος όμως δεν αγνόησε τους Αλαμαννούς. Σο 354, αντί να
κατευθυνθεί από την Γαλατία προς την Ιταλία, προέλασε μέχρι τον Άνω
Ρήνο για να τους αντιμετωπίσει. Κινήθηκε εναντίον του Gundomadus και
του Vadomarius, οι οποίοι ήταν βασιλείς των Αλαμαννών και διεξήγαν
επιδρομές σε εδάφη της Γαλατίας. Τπήρξαν κάποια προβλήματα λόγω
θεμάτων ανεφοδιασμού, αλλά ο στρατός εν τέλει έφτασε στον Άνω Ρήνο
γύρω από το Kaiseraugst, όπου ο Κωνστάντιος σκόπευε να περάσει. Οι
Αλαμαννοί εμπόδισαν το κτίσιμο γέφυρας, γιατί κάποιοι ομοεθνείς τους
από το στρατόπεδο των Ρωμαίων αποκάλυψαν τα σχέδιά τους για να
διαβούν τον ποταμό. Έτσι, οι Αλαμαννοί επεδίωξαν να κάμνουν ειρήνη με
τον αυτοκράτορα προτού οι λεγεώνες βρεθούν στην επικράτειά τους.
Οι Αλαμαννοί ζήτησαν από τον αυτοκράτορα ειρήνη και συγχώρηση. Ο
Κωνστάντιος αποδέχθηκε το αίτημά τους, αν και ζήτησε από τον στρατό
να αποφασίσει για το τι έπρεπε να γίνει. Σελικά, συμφωνήθηκε ειρήνη και
ο Κωνστάντιος κατευθύνθηκε για να διαχειμάσει στο Μιλάνο. Μετά από
αυτήν την επιτυχία, ο Κωνστάντιος έλαβε τον τίτλο Germanicus
Alamannicus Maximus. Εν τούτοις, η εκστρατεία αυτή χρειάζεται
περισσότερη εξέταση.
Ο Κωνστάντιος θα μπορούσε να είχε ταξιδέψει πολύ πιο γρήγορα από
την Αρλ στην Ιταλία. Ξεκίνησε στις αρχές της άνοιξης και είχε τελειώσει
στα τέλη του Μαΐου ή στις αρχές του Ιουνίου. Η εκστρατεία στον Ρήνο,
υπό αντίξοες συνθήκες, με όλο τον στρατό του ήταν ένα εγχείρημα με
μεγάλο ρίσκο, συνυπολογιζομένων των αστάθμητων κινδύνων στην
περιοχή. Γιατί όμως ριψοκινδύνευσε; Ο κύριος λόγος ήταν ότι ήθελε να
χρησιμοποιήσει τους Γερμανούς για να επιτύχει μια νίκη που θα ενίσχυε
την θέση του ως αυτοκράτορα. Επίσης, η νίκη κατά των βαρβάρων θα
ανέβαζε το ηθικό του στρατού και θα δημιουργούσε μια σχέση
εμπιστοσύνης προς τον αυτοκράτορα. Οι Αλαμαννοί ήταν το τέλειο θύμα
για την περίσταση.
Σο 355, ο Κωνστάντιος επέστρεψε στον Άνω Ρήνο. ΢ύμφωνα με τον
Αμμιανό Μαρκελίνο, κηρύχθηκε πόλεμος εναντίον δύο Αλαμαννών
ηγεμόνων, οι οποίοι διεξήγαν επιδρομές στην Ρωμαϊκή επικράτεια. Ο
Κωνστάντιος οδήγησε τον στρατό του στην Raetia. Έπειτα, έστειλε τον
magister equitum Arbetio στην λίμνη της Κωστάντζας. Ο Arbetio συνελήφθη
σε μια ενέδρα των Αλαμαννών, αλλά διέφυγε, ανασύνταξε τον στρατό
74
του και νίκησε τελικά τον εχθρό. Ο Κωνστάντιος επέστρεψε θριαμβευτικά
στο Μιλάνο. ΢ύντομα θα έστελνε τον Ιουλιανό στον πόλεμο με τους
Αλαμαννούς.
4.6. Οι συγκρούσεις των ετών 356-361
Αν και ο Ιουλιανός παρέμεινε για λίγο χρονικό διάστημα στην Δύση ,
μέσω των γραπτών του γνωρίζουμε πολλά για την δραστηριότητά του και
την σχέση του με τους Αλαμαννούς. Η πρώτη εκστρατεία του Ιουλιανού
κατά των Αλαμαννών έγινε το 356, κατά την οποία ο νεαρός στρατηγός
βρέθηκε για πρώτη φορά στο πεδίο της μάχης.
Σο 356 έγιναν δύο εκστρατείες κατά των Αλαμαννών. Η πιο γνωστή
είναι αυτή κατά την διάρκεια της οποίας ο Ιουλιανός ανέλαβε για πρώτη
φορά πολεμική δράση. Ο Αμμιανός παραδίδει ότι ο Ιουλιανός έφυγε από
την Βιέννη, όπου πέρασε τον χειμώνα, και κινήθηκε προς την Reims.
Πορευόμενος προς τα εκεί, δέχθηκε επίθεση από ομάδες βαρβάρων. Όταν
έφτασε στην Reims, ανασύνταξε τον στρατό του και επιτέθηκε κατά των
Αλαμαννών στην πεδιάδα του Ρήνου. Ηττήθηκε και αποχώρησε με
προσοχή. Υτάνοντας προς τον Ρήνο, ανακατέλαβε το Brumath, το
΢τρασβούργο, την Seltz, την Rheinzabern και άλλες περιοχές που είχαν
καταληφθεί από τους βαρβάρους. Η μόνη αντίσταση που συνάντησε ήταν
όταν πλησίαζε στο Brumath. Μετά από εκεί, προχώρησε με τον στρατό του
ανακαταλαμβάνοντας την Κολονία και αναγκάζοντας τους Υράγκους
βασιλείς να συνάψουν συνθήκη ειρήνης.
Σο 356 διεξήγε μια τρίτη εκστρατεία ο Κωνστάντιος. Εισέβαλε στην
επικράτεια των Αλαμαννών μέσω της Raetia. ΢υνάντησε ελάχιστη
αντίσταση, γιατί στο τέλος οι Αλαμαννοί ζήτησαν ειρήνη. Ο αυτοκράτωρ
δέχθηκε και έτσι τερματίσθηκε η εκστρατεία στην Γερμανία.
Οι εκστρατείες όμως του 357 ήταν οι πιο διάσημες στην καριέρα του
Ιουλιανού ως στρατηγού. Ο Αμμιανός αναφέρει ότι τον χειμώνα του
356/357 ο Ιουλιανός αποκλείστηκε στην Senon από βαρβάρους. Όταν ο
magister equitum Μάρκελλος αρνήθηκε να τον βοηθήσει, ο Ιουλιανός
εξέφρασε την δυσαρέσκειά του στον Κωνστάντιο Β’, ο οποίος απέταξε τον
Μάρκελλο. Ο Μάρκελλος διαμαρτυρήθηκε, αλλά ο Κωνστάντιος έμεινε
ακλόνητος στην απόφασή του. Ύστερα ο Ιουλιανός κινήθηκε προς την
Reims, όπου εκεί βρισκόταν ο ΢εβήρος επικεφαλής 13.000 ανδρών. Εν τω
75
μεταξύ, ο magister peditum του Κωνστάντιου, Barbatio, οδήγησε μια δύναμη
25.000 στρατιώτες από την Ιταλία στο Kaiseraugst. Σο σχέδιο ήταν να
εγκλωβίσουν τους Αλαμαννούς που λεηλατούσαν την ύπαιθρο. Εν
τούτοις, κάποιοι βάρβαροι επιτέθηκαν στην Λυών. Απωθήθηκαν από τον
Ρωμαϊκό στρατό και απομακρύνθηκαν. Κατά την διάρκεια της επιστροφής
τους, ο Ιουλιανός τους επιτέθηκε και τους προκάλεσε κάποιες απώλειες.
Σαυτόχρονα,
οι
Αλαμαννοί
που
ζούσαν
δυτικά
του
Ρήνου,
τρομοκρατημένοι από την άφιξη των Ρωμαϊκών λεγεώνων, έκλεισαν τα
περάσματα και αποσύρθηκαν στα νησιά του ποταμού. Ο Ιουλιανός
ζήτησε επτά πλοία από τον Barbatio, αλλά το αίτημά του δεν έγινε δεκτό·
επίσης, ο Barbatio πυρπόλησε όλα του τα πλοία. Ο Ιουλιανός, όμως,
κατάφερε να προσεγγίσει τα νησιά αυτά και κατέσφαξε όσους από τους
βαρβάρους είχαν καταφύγει εκεί. Όσοι επέζησαν από αυτήν την τρομερή
επίθεση, κατευθύνθηκαν ανατολικά. Ο Ιουλιανός τοποθέτησε εκ νέου
φρουρά στο φρούριο Saverne, το οποίο ήταν πολύ σημαντικό διότι έλεγχε
την είσοδο στην κεντρική Γαλατία, και έπειτα, από το αρχηγείο του στο
΢τρασβούργο, ετοιμάστηκε για μια μεγάλη εκστρατεία.66 Ο Barbatio
δέχθηκε μια αιφνιδιαστική επίθεση από τους Αλαμαννούς και υποχώρησε
πέρα από το Kaiseraugst. Εγκατέλειψε την εκστρατεία και επέστρεψε στον
Κωνστάντιο. Ενθαρρυμένοι από την αποτυχία του Barbatio, επτά
ηγεμόνες των Αλαμαννών με επικεφαλής τον Chnodomarius διέταξαν τον
Ιουλιανό να εγκαταλείψει την γη που είχαν καταλάβει με το ξίφος τους. Ο
Ιουλιανός χλεύασε το αίτημά τους και συνέλαβε τους πρέσβεις που είχαν
στείλει. Έπειτα, προέλασε κατά των Αλαμαννών και συγκρούστηκε μαζί
τους στο ΢τρασβούργο, όπου τους νίκησε. Σο πεδίο της μάχης ήταν κοντά
στο
Oberhausbergen,
περίπου
3
χιλιόμετρα
βορειοδυτικά
του
΢τρασβούργου. Οι δύο στρατοί συγκρούστηκαν εκεί στα τέλη Αυγούστου
του 357. Πρώτα όμως πρέπει να διευκρινισθούν ορισμένα θέματα που
συνδέονται με την μάχη.
Πρώτον, ο αριθμός των Αλαμαννών πολεμιστών. Ο Αμμιανός αναφέρει
ότι ο στρατός των Αλαμαννών ανερχόταν σε 35.000 άνδρες. Πολλοί όμως
θεωρούν ότι ο αριθμός αυτός είναι υπερβολικός, αποσκοπώντας να εξάρει
την επιτυχία του Ιουλιανού. Ο Αμμιανός λέγει ότι ο στρατός του Barbatio
αποτελείτο από 25.000 άνδρες και του Ιουλιανού από 13.000 άνδρες. Σο πιο
πιθανό είναι ότι ο στρατός των Αλαμαννών ήταν 13.000 άνδρες, όπως
66
D. Geuenich, Geschichte der Alemannen, Stuttgart 1997, 46.
76
μπορεί να υποτεθεί από διάφορες αναφορές και εκτιμήσεις αναλογικά με
τα
δεδομένα.
στρατιώτες
Ο
του,
Ιουλιανός
αλλά
χαιρετίσθηκε
αρνήθηκε
«Αύγουστος»
εμφατικά
την
τιμή
από
τους
αυτή.
Ο
Chnodomarius αιχμαλωτίσθηκε και ο Ιουλιανός τον έστειλε στον
Κωνστάντιο, ο οποίος τον εξόρισε στην Ρώμη.
Ο Ιουλιανός όμως συνέχισε την εκστρατεία κατά των Αλαμαννών.
Ελευθέρωσε τους Αλαμαννούς πρέσβεις, πήγε στο Mainz και, αφού
πέρασε τον Ρήνο με αυτοσχέδια γέφυρα, εισέβαλε στην επικράτεια των
Αλαμαννών δυτικά του Wetterau. Οι Αλαμαννοί, αιφνιδιασμένοι από την
ταχεία προέλαση του Ιουλιανού, προσπάθησαν πρώτα να προτείνουν
ειρήνη, αλλά έπειτα άλλαξαν γνώμη και απαίτησαν να απομακρυνθούν
τα αυτοκρατορικά στρατεύματα. Ο Ιουλιανός τους παγίδευσε με έναν
έξυπνο ελιγμό. Όσο οι δυνάμεις του κατέστρεφαν και λεηλατούσαν,
κάποιοι Αλαμαννοί που ζούσαν βόρεια του Main ενώθηκαν με αυτούς που
βρίσκονταν νότια. Εν τούτοις, άλλα στρατεύματα των Αλαμαννών
κρύβονταν στο δάσος βόρεια του Main, εναντίον των οποίων κινήθηκε ο
Ιουλιανός. Μετά από πορεία 16-17 χιλιομέτρων, βρήκε τον δρόμο
αποκλεισμένο με κορμούς δέντρων. Τποχώρησε και στρατοπέδευσε σε
ένα οχυρό εκεί κοντά. Σελικά, οι Αλαμαννοί ζήτησαν ειρήνη. Τπεγράφη
μια συμφωνία διάρκειας 10 μηνών με τρεις από τους βασιλείς των
βαρβάρων. Μετά ο Ιουλιανός αποσύρθηκε στο χειμερινό στρατόπεδο του
Παρισιού. Όσο κατευθυνόταν προς τα εκεί, συνάντησε 600 Υράγκους
επιδρομείς.
Εκμεταλλεύθηκαν
την
απουσία
του
Ιουλιανού
και
λεηλατούσαν την ύπαιθρο. Όταν όμως πλησίασε εκεί ο Ρωμαϊκός
στρατός, οχυρώθηκαν σε δύο εγκαταλελειμμένα οχυρά στον ποταμό
Μεύση. Ο Ιουλιανός τους πολιόρκησε για 54 ημέρες, από τον Δεκέμβριο
έως τον Ιανουάριο. Σους συνέλαβε και τους έστειλε στον Κωνστάντιο.
Δεν είναι δύσκολο να χρονολογηθούν αυτές οι εκστρατείες κατά των
Αλαμαννών. Από αναφορές στην αφήγηση του Αμμιανού, η μάχη στο
΢τρασβούργο έγινε στις αρχές του φθινοπώρου. Ο Ιουλιανός εκστράτευσε
στον Main μέσα στο φθινόπωρο. ΢υνεπώς, πέρασε τον Ρήνο στο Mainz
στα τέλη του ΢επτέμβρη. Εν τέλει, επιτέθηκε στους Υράγκους επιδρομείς
τον Δεκέμβρη του 357 και τους αιχμαλώτισε τον Ιανουάριο του 358. Οι
επιθετικές επιχειρήσεις του Ιουλιανού στόχευαν στην εκμηδένιση του
«Αλαμαννικού κινδύνου» και στον εκφοβισμό επίδοξων επιδρομέων στην
αυτοκρατορική επικράτεια.
77
4.7. ΢υγκρούσεις των ετών 365-394
Ο Ιουλιανός έφυγε από την Γαλατία την άνοιξη του 361 για να
αντιμετωπίσει τον Κωνστάντιο Β’. Σελικά έμεινε μόνος του στην εξουσία,
επειδή ο Κωνστάντιος πέθανε ξαφνικά τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο. Ο
Ιουλιανός πέθανε τον Ιούνιο του 363 όταν εισέβαλε στην Περσία.
Ακολούθησε η βραχεία βασιλεία του Ιοβιανού, τον οποίο διαδέχθηκαν ο
Ουαλεντινιανός Α’ και ο αδερφός του, Ουάλενς. Αφού μοίρασαν την
αυτοκρατορία, ο Ουαλεντινιανός πήγε στο Μιλάνο όπου εόρτασε την
πρώτη του υπατεία την 1η Ιανουαρίου του 365.
Ο Αμμιανός Μαρκελίνος είναι η κύρια πηγή μέχρι το 378, σχετικά με την
βασιλεία του Ουαλεντινιανού και τα πρώτα χρόνια βασιλείας του
Γρατιανού. Η έλλειψη μιας αναλυτικής και σύγχρονης πηγής για τα τέλη
του 4ου αιώνα δεν μας επιτρέπει να εμβαθύνουμε περισσότερο στα
γεγονότα. Εν τούτοις, υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να ερευνηθούν οι
κύριες εξελίξεις στις σχέσεις της Ρώμης με τους Γερμανούς του Ρήνου.
Αναφορικά με την πρώτη περίοδο της βασιλείας του Ουαλεντινιανού, ο
Αμμιανός συνεχίζει να περιγράφει τις σχέσεις του αυτοκράτορα με τους
Αλαμαννούς για κάθε έτος, αν και με λιγοστές λεπτομέρειες.
΢ύμφωνα με τον Αμμιανό, οι Αλαμαννοί έκαναν επιδρομές στην
Γαλατία στις αρχές της βασιλείας του Ουαλεντινιανού. Η αιτία αυτών των
πράξεων των Αλαμαννών ήταν ότι οι πρέσβεις που είχαν στείλει στο
Μιλάνο για να παραλάβουν τα «ετήσια δώρα» από τον αυτοκράτορα,
μεταχειρίσθηκαν με βάναυσο τρόπο από τον magister officiorum Ursacius.
Οι επιδρομές άρχισαν όταν κάποιος Προκόπιος επαναστάτησε για να
εκθρονίσει τον Ουάλεντα. Ο Ουαλεντινιανός πληροφορήθηκε τα νέα την
1η Νοεμβρίου. Βρισκόταν στην Γαλατία και πήγαινε στο Παρίσι.
Όταν έφτασε στο Παρίσι, έστειλε τον magister militum, Dagalaifus,
εναντίον των Αλαμαννών. Οι επιδρομείς, αφού λεηλάτησαν την περιοχή
στα σύνορα, αποσύρθηκαν. Εν τω μεταξύ, σκεπτόμενος αν θα έπρεπε να
επιτεθεί κατά του Προκοπίου, αποφάσισε να παραμείνει στην Γαλατία
και να μετακινηθεί στην Reims. Σον Ιανουάριο του 366 οι Αλαμαννοί
επιτέθηκαν ξανά. Εναντίον τους κινήθηκε μια Ρωμαϊκή δύναμη με
επικεφαλής τον Charietto και τον Severianus, η οποία ηττήθηκε. Ο
Severianus τραυματίσθηκε βαριά, ο Charietto σκοτώθηκε, όπως και πολλοί
λεγεωνάριοι. Ο Ουαλεντινιανός έστειλε από το Παρίσι κατά των
Αλαμαννών τον Dagalaifus, ο οποίος δεν τους επιτέθηκε, ισχυριζόμενος
78
ότι είχαν διασπαρεί. Σον Dagalaifus αντικατέστησε ο Jovinus, ο magister
equitum. Αιφνιδίασε δύο ομάδες Αλαμαννών τις οποίες κατέσφαξε στο
Scarponne. Έπειτα, εντόπισε μια τρίτη ομάδα την οποία νίκησε σε μια
μάχη στο Châlons-sur-Marne. Οι Αλαμαννοί είχαν 6.000 νεκρούς και 4.000
τραυματίες, ενώ οι Ρωμαίοι 1.200 νεκρούς και 200 τραυματίες. Σην
επομένη ημέρα ο Ρωμαϊκός στρατός κατεδίωξε τους επιζήσαντες, αλλά
ματαίως. Ο Ρωμαίος στρατηγός λυπήθηκε όταν ανακάλυψε ότι οι
στρατιώτες του σκότωσαν έναν αιχμάλωτο βασιλιά των Αλαμαννών και
κάποιους από τους ακολούθους του. Ο Jovinus επέστρεψε στο Παρίσι όπου
έγινε δεκτός με τιμές από τον Ουαλεντινιανό, ο οποίος του απένειμε το
αξίωμα του υπάτου.
Γενικά, οι Αλαμαννοί υποτάχθηκαν στον Ρωμαίο αυτοκράτορα. ΢τις
αρχές
του
366,
η
κατάσταση
στην
Ανατολή
ήταν
αβέβαιη.
Ο
Ουαλεντινιανός παρέμενε στην Γαλατία, έως ότου ήρθαν τα νέα για την
καταστροφή του σφετεριστή Προκοπίου στα μέσα του Ιουνίου. Ο
στρατηγός Jovinus απομόνωσε με διάφορους ελιγμούς τους Αλαμαννούς
επιδρομείς και τους επιτέθηκε με σφοδρότητα. Η κίνησή του στέφθηκε
από επιτυχία, αφού τους νίκησε και τους απώθησε από την Γαλατία.
Σην περίοδο του 364-366, ο Ουαλεντινιανός ισχυροποίησε την θέση του.
Σο καλοκαίρι του 367 αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα με την αρρώστιά
του και υπέδειξε τον Γρατιανό ως Αύγουστο. Σο γεγονός έλαβε χώρα στην
Αμιένη. Μετά η αυλή του αυτοκράτορα έφυγε από κει και κατευθύνθηκε
προς τους Σρεβήρους. Όμως ήρθαν νέα για εξεγέρσεις των βαρβάρων
στην Βρετανία και για επιδρομές των Υράγκων και των ΢αξόνων στις
βόρειες ακτές της Γαλατίας. Ο αυτοκράτορας ανέθεσε την καταστολή των
εξεγέρσεων στους στρατηγούς του, οι οποίοι αποκατέστησαν την τάξη
στις εξεγερμένες περιοχές. Έτσι, ο Ουαλεντινιανός έδειξε το πολεμικό του
θάρρος κατά των βαρβάρων. Σο 366 και 367 έγιναν κάποιες συγκρούσεις
με τους Υράγκους, αλλά είχαν τοπικό χαρακτήρα. Οι Αλαμαννοί όμως
παρέμεναν ο πάγιος στόχος της Ρώμης. Μάλλον η μεταφορά της αυλής
του αυτοκράτορα από την Reims στους Σρεβήρους το 367 ήταν το
προανάκρουσμα για την προετοιμασία μιας εκστρατείας κατά των
Αλαμαννών. Ήταν αναμενόμενο ότι ο αυτοκράτορας θα ξεκινούσε ξανά
τον πόλεμο κατά των Αλαμαννών το 368.
Ό,τι
είναι
γνωστό
για
τα
γεγονότα
μέχρι
τον
θάνατο
του
Ουαλεντινιανού το 375, προέρχεται από τον Αμμιανό Μαρκελίνο. Ο
Αμμιανός
αναφέρει
όλες
τις
στρατιωτικές
δραστηριότητες
του
79
αυτοκράτορα. Από το 367 και εξής μας παραθέτει τα γεγονότα που
ακολούθησαν. ΢ύμφωνα με την αφήγησή του, ο Ουαλεντινιανός έπρεπε
να ασχολείται με τα σύνορα στον Ρήνο γιατί οι βάρβαροι βρίσκονταν
συνεχώς σε εγρήγορση. Σέλος, την σφαγή των Ρωμαίων λεγεωναρίων από
τους Αλαμαννούς στο όρος Piri το 369 ακολούθησε η εκτέλεση όλων των
αιχμαλώτων από τους βαρβάρους. Για όλα αυτά ο Αμμιανός δεν έκανε
καμία μνεία. Σα γεγονότα όμως δεν σταματάνε εδώ.
Αφού ανέφερε ο Αμμιανός ότι στην Ισαυρία υπήρχε οξύτατο πρόβλημα,
προχωρεί την αφήγησή του λέγοντας ότι, όταν ο Ουαλεντινιανός ξεκίνησε
προσεκτικά την εκστρατεία του, ένας πρίγκιπας των Αλαμαννών, ο
Rando, επιτέθηκε με μια ομάδα πολεμιστών στην περιοχή του Mainz,
συνέλαβε πολλούς αιχμαλώτους και αποκόμισε πολλά λάφυρα. Ο Rando
πέτυχε τον στόχο του γιατί ήταν καλά προετοιμασμένος και η πόλη ήταν
αφύλακτη. Αμέσως ήρθαν καλύτερα νέα. Ο βασιλιάς Vithicabius, γιος και
διάδοχος του Vadomarius, ήταν νεκρός, γιατί δολοφονήθηκε από έναν
υπηρέτη του, ο οποίος δωροδοκήθηκε από τους Ρωμαίους. Ο θάνατος του
Αλαμαννού ηγεμόνα προκάλεσε τον τερματισμό των επιδρομών στην
Ρωμαϊκή επικράτεια.
Μετά από αυτό, ο Ουαλεντινιανός εκστράτευσε κατά των Αλαμαννών,
με έναν μεγάλο στρατό, προσεκτικά οπλισμένο και εφοδιασμένο. Οι
Αλαμαννοί ήταν ένας ισχυρός εχθρός και οι Ρωμαίοι έπρεπε να είναι
έτοιμοι για όλα. Μόλις ξεκίνησε το καλοκαίρι, ο Ουαλεντινιανός, μαζί με
τον Γρατιανό, κατευθύνθηκε στον Ρήνο. Δεν συνάντησε καμία αντίσταση
πουθενά και έτσι η πορεία του συνεχίσθηκε με την βοήθεια ανιχνευτών.
Ύστερα από λίγες μέρες, χωρίς να υπάρξει καμία επαφή με τον εχθρό, ο
αυτοκράτωρ διέταξε να πυρποληθούν σοδειές και κατοικίες και
προχώρησε προς το Solicinium. Εκεί σταμάτησε γιατί πληροφορήθηκε ότι
ο εχθρός ήταν μπροστά σε έναν λόφο και ήταν έτοιμος να πολεμήσει. Ο
αυτοκράτωρ επινόησε ταχέως σχέδιο μάχης. Ένας από τους στρατηγούς, ο
΢εβαστιανός, θα τασσόταν στην βόρεια πλαγιά του λόφου για να επιτεθεί
στους Αλαμαννούς όσο θα έφευγαν. Ο υπόλοιπος στρατός θα έκανε
επίθεση στα βραχώδη υψώματα, όπου οι ανιχνευτές είχαν βρει ένα
μονοπάτι. Ο Γρατιανός δεν θα συμμετείχε στην σύγκρουση. Όσο ο
Ρωμαϊκός στρατός παρατασσόταν, ο αυτοκράτωρ με μια μικρή δύναμη
ξεκίνησε ανίχνευση των υψωμάτων, γιατί θεωρούσε ότι θα έβρισκε έναν
άλλον δρόμο για να προσεγγίσει τους Αλαμαννούς. Έπεσε όμως σε
ενέδρα και σχεδόν κατάφερε να ξεφύγει. Η μάχη ξεκίνησε και οι Ρωμαίοι
80
επιτέθηκαν στον λόφο. Η σύγκρουση ήταν τρομερή. Οι Αλαμαννοί
περικυκλώθηκαν και άρχισαν να υποχωρούν. Καταδιώχθηκαν από τον
στρατηγό ΢εβαστιανό και κατασφάχθηκαν. Έπειτα, οι Ρωμαϊκές δυνάμεις
υποχώρησαν στο χειμερινό στρατόπεδο και ο Ουαλεντινιανός και ο
Γρατιανός επέστρεψαν στους Σρεβήρους.
Μετά ο Αμμιανός αφηγείται ότι ο αυτοκράτωρ οχύρωσε ολόκληρο τον
Ρήνο, από την Raetia έως την Βόρεια Θάλασσα. Ο Ουαλεντινιανός
ασχολήθηκε με το οχυρό στον ποταμό Neckar, το οποίο είχε κτίσει ο ίδιος
και είχε υποστεί εκτεταμένες ζημιές. Έπειτα, αποφάσισε να κτίσει ένα
ακόμα οχυρό στο όρος Piri. Η κατασκευή ανατέθηκε στον δούκα Arator
και τον διάδοχό του Ερμογένη, τους οποίους επισκέφθηκαν κάποιοι
άρχοντες των Αλαμαννών ζητώντας να σταματήσουν το κτίσιμο του
οχυρού γιατί αντέβαινε στις συμφωνίες που είχαν συνάψει. Όταν οι
Ρωμαίοι αρνήθηκαν, οι πρέσβεις έφυγαν. Σότε οι Αλαμαννοί επιτέθηκαν
στα στρατεύματα που ασχολούνταν με το οχυρό και τους έσφαξαν όλους·
έμεινε μόνον ένας επιζών. Ένας από τους νεκρούς ήταν ο Κωνσταντιανός,
γαμπρός του Ουαλεντινιανού.
Κατά την τρίτη υπατεία του Ουαλεντινιανού και του Ουάλεντος, ο
Αμμιανός περιγράφει μια επίθεση ΢αξώνων στην βόρεια Γαλατία την
οποία απέκρουσαν οι Ρωμαϊκές δυνάμεις. Ύστερα από αυτά τα γεγονότα,
ο Ουαλεντινιανός ήθελε να τερματίσει το θράσος των Αλαμαννών και του
βασιλιά τους, Μακριανού, γιατί έκαναν επιδρομές στην αυτοκρατορική
επικράτεια. Αποφάσισε να συμμαχήσει με τους Βουργουνδούς, οι οποίοι
θα επετίθεντο συνδυασμένα με τους Ρωμαίους κατά των Αλαμαννών. Οι
Βουργουνδοί συμφώνησαν, αλλά έφτασαν προτού ο Ουαλεντινιανός να
είναι έτοιμος. Όταν ο αυτοκράτωρ δεν εμφανίστηκε, οι Βουργουνδοί
άρχισαν να υποχωρούν. Ζήτησαν την υποστήριξη γιατί δέχθηκαν επίθεση
στα μετόπισθεν. Δεν έλαβαν τίποτε και επέστρεψαν στην χώρα τους
οργισμένοι, αφού εκτέλεσαν όλους τους αιχμαλώτους τους. Εν τω μεταξύ,
ο κόμης Θεοδόσιος, βλέποντας ότι οι Αλαμαννοί τρομοκρατήθηκαν από
την έλευση των Βουργουνδών, τους επιτέθηκε από την Raetia, σκότωσε
πολλούς και έστειλε τους αιχμαλώτους του στην Ιταλία, όπου
εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Πάδου.
Λίγο αργότερα, ο Αμμιανός επιστρέφει στην αφήγηση των γεγονότων
που αφορούν στον Ουαλεντινιανό και στον Μακριανό. Ο Ρωμαίος
αυτοκράτωρ ήθελε να συλλάβει τον Αλαμαννό βασιλιά ζωντανό, με
οποιοδήποτε μέσον γιατί η ισχύς του είχε αυξηθεί και απειλούσε τα
81
Ρωμαϊκά συμφέροντα. Ο αυτοκράτωρ έμαθε από λιποτάκτες που
βρισκόταν ο Μακριανός και έστειλε μια δύναμη πέραν του Ρήνου, με
επικεφαλής τον ΢εβήρο, τον magister peditum, με κατεύθυνση το
Wiesbaden. Ο ΢εβήρος προχώρησε αρκετά, αλλά ανήσυχος για την
ολιγάριθμη δύναμή του σταμάτησε. Έφτασαν ελαφρά οπλισμένα
στρατεύματα με τον Ουαλεντινιανό και έτσι η προέλαση συνεχίσθηκε.
Πιθανόν να υπήρξε κάποια επίθεση στον τόπο κατοικίας του Μακριανού.
Η αφήγηση αναφέρει ότι τα Ρωμαϊκά στρατεύματα άρχισαν να καίνε και
να καταστρέφουν τα πάντα. Ο θόρυβος αφύπνισε τους υπηρέτες του
Μακριανού, τον οποίο μετακίνησαν σε ένα μέρος στους λόφους. Ο
Ουαλεντινιανός απώλεσε την λεία του και, αφού κατέστρεψε την εχθρική
περιοχή όσον μπορούσε, επέστρεψε στους Σρεβήρους. Όρισε ως βασιλιά
του Αλαμαννικού φύλου των Bucinobantes τον Fraomarius. Επίσης,
παραχώρησε στρατιωτικά αξιώματα στους Αλαμαννούς αρχηγούς
Bitheridus και Hortarius, αλλά αργότερα εκτέλεσε τον Hortarius γιατί
διατηρούσε επικοινωνία με τον βασιλιά Μακριανό και τους άλλους
βαρβάρους ηγεμόνες.
Ο Ουαλεντινιανός έπειτα ξεκίνησε έναν πόλεμο ευρείας κλίμακας κατά
των Κουάδων. Σον επόμενο χρόνο, αφού κατέστρεψε και λεηλάτησε
περιοχές των Αλαμαννών, άρχισε να κτίζει ένα φρούριο κοντά στην
Βασιλεία, όπου έμαθε ότι υπήρχαν προβλήματα στον Δούναβη. Οι
σύμβουλοί του όμως τον απέτρεψαν γιατί έπρεπε πρώτα να ασχοληθεί με
τον Μακριανό. Αμέσως κάλεσε τον Μακριανό για να συναντηθούν στο
Mainz. Ο Αλαμαννός βασιλιάς έφθασε στις όχθες του Ρήνου ενώ οι
πολεμιστές της συνοδείας του βροντούσαν θριαμβευτικά τις ασπίδες τους
με τα ξίφη. Οι Ρωμαίοι, μαζί με τον Ουαλεντινιανό, επιβιβάστηκαν σε
βάρκες και τον πλησίασαν. Εκφωνήθηκαν λόγοι και από τις δύο πλευρές,
και συνάφθηκε συμμαχία που επισφραγίστηκε από όρκο. Μετά ο Ρωμαίος
αυτοκράτωρ αποσύρθηκε στους Σρεβήρους για να διαχειμάσει. Ο
Μακριανός αποδείχθηκε σταθερός σύμμαχος, μέχρι που πέθανε ενώ
έκανε επιδρομή στην περιοχή των Υράγκων. Σον επόμενο χρόνο, ο
Ουαλεντινιανός μετακινήθηκε στο Ιλλυρικόν για να πολεμήσει τους
Κουάδους. Εκεί πέθανε από αποπληξία.
Η εκστρατεία που κατέληξε στην νίκη στο Solicinium πρέπει να έγινε το
368, μετά την ανακήρυξη του Γρατιανού ως Αυγούστου. Η συμμαχία με
τους
Βουργουνδούς
συνάφθηκε
το
370.
Η
προσπάθεια
του
82
Ουαλεντινιανού να συλλάβει τον Μακριανό έγινε το 371. Η συμφωνία με
τον Μακριανό έγινε το 374.
Ο Ουαλεντινιανός δεν αποσκοπούσε στο να ιδρύσει μια Ρωμαϊκή
επαρχία στην Αλαμαννία, επισήμως τουλάχιστον. Σο σχέδιο του
αυτοκράτορα ήταν να ελέγξει τον Ρήνο και να αποτρέψει κάθε επίδοξο
εισβολέα. Με τα προκεχωρημένα φρούρια στις όχθες του Ρήνου οι
Ρωμαϊκές
δυνάμεις
θα
ειδοποιούνταν
εγκαίρως
για
οποιαδήποτε
παραβίαση των συνόρων. Έτσι, οι Αλαμαννοί ήταν το εξιλαστήριο θύμα
της Ρωμαϊκής επεκτατικότητας, όπως συμπεραίνεται αβίαστα από την
φύση και τα κίνητρα των διαφόρων εκστρατειών.
Σελικά, ο Ουαλεντινιανός πέθανε το 375. Είχε πολεμήσει τους
βαρβάρους, γιατί έπρεπε να αποδείξει την αξία του ως στρατιωτικός
ηγέτης. Οι εχθροί του ήταν οι Αλαμαννοί και κανείς άλλος. Εν τούτοις,
κατά το τέλος της βασιλείας του τα πράγματα είχαν αποκατασταθεί. Ο
Ρωμαίος αυτοκράτωρ μετεγκατέστησε το αρχηγείο των στρατιωτικών
επιχειρήσεων στον Δούναβη και αποκατέστησε τις σχέσεις του με τους
Αλαμαννούς. Σα οχυρά που έκτισε στον Άνω Ρήνο ήταν επιφορτισμένα
για την επίβλεψη των συνόρων και όχι για να αποτελέσουν τις βάσεις για
έναν επεκτατικό πόλεμο προς την Ανατολή. Η Ρώμη δεν σκόπευε να
εφαρμόσει την ιμπεριαλιστική της πολιτική πέραν του Ρήνου, αλλά να
προστατεύσει τα σύνορά της και να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με
τους ντόπιους βάρβαρους ηγεμόνες.
Οι Αλαμαννοί όμως δεν έμειναν άπραγοι. Σο 377 οι Lentienses,67 ένα
Αλαμαννικό φύλο, παραβίασαν τις συνθήκες και εισέβαλαν στην
αυτοκρατορία. ΢χημάτισαν διάφορες ομάδες, οι οποίες προσπάθησαν να
περάσουν τον παγωμένο Ρήνο, αλλά απωθήθηκαν. Δεν πτοήθηκαν όμως.
΢υγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους, περίπου 40.000 άνδρες, και εισέβαλαν
στην αυτοκρατορική επικράτεια. Ο αυτοκράτωρ Γρατιανός ανακάλεσε τις
δυνάμεις που είχε στείλει στην Παννονία για να αντιμετωπίσουν τους
Γότθους, και τις έστειλε με επικεφαλής τους στρατηγούς Nannienus και
Mallobaudes στην Γαλατία. Η μάχη έγινε στο Colmar της Γαλλίας
(Argentaria) και ήταν φονικώτατη. Οι Ρωμαίοι νίκησαν και μόλις 5.000
Αλαμαννοί κατάφεραν να διαφύγουν. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο
βασιλιάς Priarius.
Ο Γρατιανός, που ήδη κινείτο ανατολικά, έμαθε τα νέα της νίκης και
άρχισε να κατευθύνεται βόρεια από τον Ρήνο για να εκδικηθεί τους
67
D. Geuenich, «Lentienses», στο: Reallexikon der Germanischen Altertumskunde. 18, Berlin 2001.
83
βαρβάρους
ο
ίδιος.
Ήταν
αποφασισμένος
να
τους
καταστρέψει
ολοσχερώς. Οι βάρβαροι, μην μπορώντας να αντισταθούν, έφυγαν στα
βουνά για να σώσουν τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Οι Ρωμαίοι
σχημάτισαν μια ειδική ομάδα που θα καταδίωκε στους λόφους και στα
βουνά τους διαφυγόντες βαρβάρους. Οι συγκρούσεις διήρκεσαν μέχρι το
βράδυ, με βαρειές απώλειες και για τις δύο πλευρές. Ο Γρατιανός μετά
αποφάσισε να προκαλέσει λιμοκτονία στον εχθρό. Οι Lentienses όμως
διέσπασαν
τον
κλοιό
και
κατέφυγαν
σε
πιο
ψηλά
υψώματα,
καταδιωκόμενοι από τους Ρωμαίους. Βλέποντας ότι ο αυτοκράτωρ δεν
παραδιδόταν, παραδόθηκαν. Λόγω των όρων της συμφωνίας που έκαναν,
έδωσαν νεαρούς άνδρες για κατάταξη στον Ρωμαϊκό στρατό. Οι
υπόλοιποι αφέθηκαν ελεύθεροι. Αφού τακτοποίησε τα πράγματα στην
Γερμανία, ο Γρατιανός κατευθύνθηκε προς τον Δούναβη. Είχε όμως
καθυστερήσει, γιατί ο Ουάλενς σκοτώθηκε στην μάχη της Αδριανούπολης
από τους Γότθους, στις 9 Αυγούστου του 378.
Ο Γρατιανός, ο οποίος παρέμενε στο Sirmium, έλυσε το πρόβλημα των
Γότθων ορίζοντας τον Θεοδόσιο ως αυτοκράτορα του ανατολικού μέρους
της αυτοκρατορίας, στις 19 Ιανουαρίου του 379. Ύστερα από αυτό, έφυγε
για την Γαλατία για να αποκρούσει κάποιες επιδρομές από Αλαμαννούς.
Σο 383 ο στρατηγός Μάγκνος Μάξιμος (Magnus Maximus) επαναστάτησε
στην Βρετανία και διαπεραιώθηκε στην Γαλατία. Σότε ο Γρατιανός
πολεμούσε τους Αλαμαννούς. Προσπάθησε να αντιμετωπίσει τον
επαναστάτη, αλλά ηττήθηκε, αιχμαλωτίσθηκε και σκοτώθηκε στην Λυών
στις 25 Αυγούστου 383.
Πρώτον, ο Μάγκνος Μάξιμος κυβέρνησε από τους Σρεβήρους. Η Ιταλία
διοικήθηκε από τον Ουαλεντινιανό Β’ και τους συμβούλους του. Μετά τον
φόνο του Γρατιανού, οι Ιουθούνγκοι επέδραμαν στην Raetia αλλά
απωθήθηκαν από τον στρατηγό του Ουαλεντινιανού, τον Bauto, ο οποίος
χρησιμοποίησε στον στρατό του Αλανούς και Ούνους πολεμιστές. Οι
βάρβαροι σύμμαχοι των Ρωμαίων άρχισαν να καταστρέφουν και αυτοί με
την σειρά τους την Γαλατία και έτσι ο Ουαλεντινιανός τους κατέβαλε ένα
χρηματικό ποσό για να φύγουν. Σο 387, ο Μάξιμος μετακινήθηκε στην
Ιταλία, αναγκάζοντας τον Ουαλεντινιανό να προσφύγει στον Θεοδόσιο.
Σο 388, ο Θεοδόσιος ήρθε στην Δύση, νίκησε τον Μάξιμο, τον οποίο
σκότωσε,
και
αποκατέστησε
στον
θρόνο
τον
Ουαλεντινιανό.
Ο
Ουαλεντινιανός εστάλη στην Γαλατία υπό την καθοδήγηση του Υράγκου
στρατηγού, Αρβογάστη. Οι σχέσεις των δύο επιδεινώθηκαν, και ο
84
Ουαλεντινιανός βρέθηκε νεκρός υπό περίεργες συνθήκες στην Βιέννη,
στις 15 Μαΐου 392. Αμέσως ο Αρβογάστης ενθρόνισε στις 22 Αυγούστου
τον αυτοκράτορα της αρεσκείας του, ο οποίος ήταν ο Ευγένιος. ΢τις αρχές
του 393 έφυγαν και οι δύο από την Γαλατία και πήγαν στην Ιταλία.
Προτού φύγουν ανανέωσαν τις συνθήκες που ίσχυαν με τους βασιλείς
των Υράγκων και των Αλαμαννών. Αντιμετώπισαν τον Θεοδόσιο στην
μάχη του ποταμού Frigidus στις 5 ΢επτεμβρίου του 394 και ηττήθηκαν.
Έτσι, λοιπόν, μετά και την μάχη της Αδριανούπολης, οι σχέσεις της
Ρώμης με τους Αλαμαννούς και τους Υράγκους δεν άλλαξαν ριζικά. Λόγω
όμως των εσωτερικών πολιτικών διαμαχών μεταξύ των κάθε λογής
επίδοξων αυτοκρατόρων, συνεχώς ανέκυπτε ανάγκη για στρατεύματα.
Επί
παραδείγματι,
ο
Ευγένιος
και
Αρβογάστης
στρατολόγησαν
πολεμιστές από τους Αλαμαννούς και τους Υράγκους, γιατί γνώριζαν την
εμπειρία και την δεξιοτεχνία τους στην μάχη. Σα στρατεύματα αυτά
πολέμησαν
στην
μάχη
του
ποταμού
Frigidus
στο
πλευρό
των
σφετεριστών. Μετά όμως το 383 τερματίζεται οποιαδήποτε διαμάχη
μεταξύ των Ρωμαίων και των Αλαμαννών.
4.8. Ο 5ος αιώνας
Ο Θεοδόσιος πέθανε στο Μιλάνο στις 17 Ιανουαρίου του 395, αφήνοντας
ως διαδόχους του, τον Αρκάδιο στην Ανατολή και στην Δύση τον Ονώριο.
Επειδή θεωρήθηκαν άπειροι στην άσκηση της εξουσίας, βασίλευσαν μαζί
με αντιβασιλείς. ΢την Δύση ήταν ο ΢τιλίχων, ανιψιός του Θεοδοσίου.
Μετά τον θάνατο του Θεοδοσίου, μάλλον το 396, ο ΢τιλίχων επισκέφθηκε
τον Ρήνο για να συνάψει συνθήκες ειρήνης με τους βαρβάρους λαούς που
κατοικούσαν εκεί. Σαξίδεψε γρήγορα προς τα εκεί, χωρίς συνοδεία,
δεχόμενος τις δηλώσεις υποταγής των διαφόρων βασιλέων της περιοχής
χωρίς να χρειαστεί να πολεμήσει. Οι Γερμανικοί λαοί του Ρήνου
πρόσφεραν στρατιωτική βοήθεια, αλλά ο ΢τιλίχων την αρνήθηκε.
Ο ΢τιλίχων, όμως, συνέχισε την δράση του. Έστρεψε την προσοχή του
στην Ανατολή, προσπαθώντας να εκθρονίσει τον Αρκάδιο. ΢υμμάχησε με
τον Αλάριχο, έναν αρχηγό μιας στρατιάς Γότθων, αποσκοπώντας να
αποσπάσει την αυτοκρατορική εξουσία. Σο 402, ο ΢τιλίχων νίκησε στο
Pollentia και στην Βερόνα της Ιταλίας τον Αλάριχο, αλλά το 408 ζήτησε
την βοήθειά του για να πολεμήσει τον Αρκάδιο και τον Κωνσταντίνο Γ’.
Σο 405 όμως ο ΢τιλίχων έπρεπε να αντιμετωπίσει την εισβολή ενός
85
βαρβάρου στρατηγού στην Ιταλία, του Radagaisus. Μετά εισέβαλαν το 406
οι Βάνδαλοι, οι ΢ουηβοί και οι Αλανοί.
Η ρευστή αυτή κατάσταση προκάλεσε αναταραχές στην Βρετανία. Σο
407 ο Κωνσταντίνος Γ’ διεκδίκησε τον θρόνο της Δύσεως. Αυτός
διαπεραιώθηκε στην Γαλατία και ανανέωσε όλες τις συνθήκες συμμαχίας
με τους Υράγκους, τους Αλαμαννούς και τους Βουργούνδιους. Παρόμοιες
αναταραχές προκάλεσαν την πτώση και την εκτέλεση του ΢τιλίχωνος
στις 22 Αυγούστου του 408. Για κάποιο χρονικό διάστημα ο σφετεριστής
Κωνσταντίνος είχε τον απόλυτο έλεγχο απειλώντας να εκθρονίσει τον
Ονώριο. Ο Κωνσταντίνος όμως ήταν άτυχος. Σο 411, εισέβαλε στην
Γαλατία ο Γερόντιος. Έτσι, λοιπόν, ο Υράγκος στρατηγός, Edobichus,
εστάλη στον βορρά για να στρατολογήσει πολεμιστές από τους Υράγκους
και τους Αλαμαννούς. Ο Γερόντιος συνέλαβε τον Κωνσταντίνο στην Arles,
αλλά υποχώρησε όταν έφτασε ένας αυτοκρατορικός στρατός υπό την
ηγεσία των στρατηγών Κωνσταντίου και Ουλφίλα. Όταν κατέφθασε ο
στρατός του Edobichus ηττήθηκε από τον σφετεριστή.
Η ιστορία του δυτικού μέρους της αυτοκρατορίας ξεκινά με την άνοδο
του Jovinus στον θρόνο, μάλλον στο Mainz, το 411. Ο Jovinus
υποστηρίχθηκε από τους τοπικούς βαρβάρους ηγεμόνες και ιδίως από τον
Goar των Αλανών και των Guntiarius των Βουργουνδών. Σα πράγματα
είχαν περιέλθει στον έλεγχο των Γερμανών ηγεμόνων.
Ο Jovinus καταστράφηκε γιατί ηττήθηκε από τον Γότθο σύμμαχο του
Ονωρίου, Αταούλφο. Η τάξη αποκαταστάθηκε στην Δύση για κάποιο
χρονικό διάστημα. Η Θεοδοσιανή δυναστεία εξασφάλισε την περιπόθητη
σταθερότητα στην Γαλατία και στον Ρήνο. Σο επίτευγμα αυτό οφειλόταν
στην μακρόχρονη βασιλεία του Ονωρίου και του Ουαλεντινιανού Γ’,
καθώς και στις ικανότητες των δύο στρατηγών της Δύσης, του Υλαβίου
Κωνσταντίου και του Υλαβίου Αετίου.68
Ο Αέτιος είχε καταφέρει ένα
μείζον πλήγμα κατά των Ιουθούνγκων το 430-431. Μετά εξαφανίζονται
από την ενεργό δράση. Έτσι, σταδιακά δημιουργήθηκαν βαρβαρικές
κοινότητες Γερμανικών φυλών στην αυτοκρατορική επικράτεια.
Μέσα σε όλες αυτές τις διαδικασίες, ποια ήταν η θέση των Αλαμαννών;
Απλά, διατηρούσαν παθητική στάση. Δεν σημαίνει όμως ότι δεν
προκαλούσαν προβλήματα. Ήταν μια κοινωνία πολεμιστών, και παρά
68
W. Lütkenhaus, Constantius III. Studien zu seiner Tätigkeit und
Stellung im Westreich 411–421, Bonn 1998.
86
την απουσία αναφορών γι’ αυτούς από τις πηγές, ομάδες πολεμιστών
έκαναν συνεχώς επιδρομές έξω από την Αλαμαννία. Εν τούτοις, κατά το
δεύτερο μισό του 5ου αιώνα, οι Αλαμαννοί δεν δραστηριοποιούνται στον
Ρήνο.
Τπάρχουν ενδείξεις ότι ο αυτοκρατορικός έλεγχος στον Ρήνο είχε
μειωθεί από το 440. Η σταθερότητα στην περιοχή διασαλεύθηκε λόγω της
εισβολής των Ούνων στην Γαλατία το 451, του φόνου του Αετίου το 454,
και την δολοφονία του Ουαλεντινιανού το 455. Ακολούθησε μια περίοδος
έντονης πολιτικής αναστάτωσης και στρατιωτικών καταστροφών και,
μέσα σε 20 χρόνια, το τέλος του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής
αυτοκρατορίας. Ο Αττίλας, επικεφαλής μιας μεγάλης, μικτής δύναμης
από βαρβάρους, ήρθε από την Παννονία στην Γαλατία μέσω της
Αλαμαννίας.69 Ο Αέτιος με τους Γαλάτες και Γερμανούς συμμάχους του
απέκρουσε τον Αττίλα κοντά στην Troyes το καλοκαίρι του 451. Δεν είναι
γνωστό το πώς επηρέασε η εισβολή και η υποχώρηση των Ούνων τους
Αλαμαννούς, ή κατά το πόσο οι Αλαμαννοί αντιστάθηκαν στον Αττίλα.
Μάλλον διατήρησαν επαμφοτερίζουσα στάση, όπως οι Βουργουνδοί και οι
Υράγκοι.70 Πέραν τούτου, οι Ούνοι θα πρέπει να επηρέασαν έως ένα
βαθμό τις κοινωνίες των Αλαμαννών, όχι όμως ολοκληρωτικά.
Η πιο επιτυχής απόδειξη της αλλαγής που συνέβη στις κοινωνίες των
Αλαμαννών μετά την εισβολή των Ούνων είναι η επέκτασή τους προς την
Ρωμαϊκή επικράτεια. Όλες οι κοινότητες των βαρβάρων στην Γαλατία
εκμεταλλεύθηκαν την πολιτική και στρατιωτική αδυναμία της Ρώμης και
ισχυροποίησαν την θέση τους. Γύρω στο 457 οι Υράγκοι κατέλαβαν την
Κολωνία, και την ίδια περίοδο ο Φιλδέριχος, πατέρας του Κλόβι, άρχισε να
θέτει τα θεμέλια του Μεροβίγγειου βασιλείου. Σότε για πρώτη φορά
αναφέρονται στις γραπτές πηγές οι Αλαμαννοί πολεμιστές.
Από τον Sidonius Apollinaris, πολιτικό της αυτοκρατορικής αυλής,71
αρυόμεθα στοιχεία βάσει των οποίων συμπεραίνεται η συνακόλουθη
εξάπλωση των βαρβάρων στην Γαλατία. Ο πεθερός του, Eparchius Avitus,
ήταν ο διάδοχος του Petronius Maximus, ο οποίος είχε οργανώσει την
δολοφονία του Ουαλεντινιανού Γ᾿ . ΢τον πανηγυρικό λόγο που εκφώνησε
προς τον Avitus στις 1 Ιανουαρίου του 456, ο Sidonius περιγράφει το πώς οι
69
O. J. Maenchen-Helfen, The World of the Huns. Studies in their History and Culture, Berkeley
CA/Los Angeles CA/London 1973, 129.
70
Geuenich, Geschichte der Alemannen, 68.
71
C.E. Stevens, Sidonius Apollinaris and his Age, Oxford University Press, 1933.
87
΢άξονες και οι Υράγκοι εκμεταλλεύθηκαν την ρευστή πολιτική
κατάσταση και ξεκίνησαν επιδρομές στην Γαλατία. Αργότερα, σε έναν
δεύτερο πανηγυρικό προς τον διάδοχο του Avitus, Majorian, αφηγείται τις
δραστηριότητές του ως magister militum από την πτώση του Avitus μέχρι
και την διαδοχή του. Ανάμεσα σ’ αυτά ήταν και η καταστροφή μιας
ληστρικής ομάδας 900 Αλαμαννών.
Μια επόμενη αξιόπιστη πηγή στον 6ο αιώνα είναι ο αγιογράφος
Eugippius, ο οποίος στον Βίο του Αγίου ΢εβερίνου αναφέρει έναν
Αλαμαννό βασιλιά, τον Gibuldus, ο οποίος δρούσε στα σύνορα της Raetia
και του Νωρικού την περίοδο από το 470 έως το 476. Αν και ο Αλαμαννός
βασιλιάς εξαπέλυε συνεχείς επιθέσεις κατά της πόλης Passau, σεβάσθηκε
τον ΢εβερίνο και σταμάτησε τις επιθέσεις του. Επίσης, μετά από
παρακλήσεις του Αγίου, παρέδωσε όλους τους Ρωμαίους αιχμαλώτους. Ο
Eugippius αναφέρει και άλλες επιδρομές των Αλαμαννών κατά του
Passau και άλλων πόλεων. Σέλος, ο Γρηγόριος της Tours αναφέρει ότι, τον
15ο χρόνο της βασιλείας του, ο Κλόβις συγκρούστηκε με τους
Αλαμαννούς. Επειδή η έκβαση της μάχης ήταν αμφίρροπη, ο Κλόβις
ορκίσθηκε στον Φριστό ότι εάν νικούσε θα γινόταν Φριστιανός. Ο Κλόβις
νίκησε και οι Αλαμαννοί υποτάχθηκαν στην εξουσία του. Επιπλέον, στο
ίδιο κείμενο του Γρηγορίου γίνεται λόγος για τον ΢ιγιβέρτο τον Φωλό,
βασιλιά των Υράγκων του Ρήνου, ο οποίος τραυματίσθηκε σε μια μάχη
κατά των Αλαμαννών στο Zülpich. Σα δύο αυτά γεγονότα καταδεικνύουν
ότι οι Αλαμαννοί κινούνταν προς τα βόρεια, και συγκεκριμένα προς την
Κολωνία, περίπου το 490.
Οι Αλαμαννοί τέθηκαν τελικά υπό την πλήρη έλεγχο των Υράγκων
κατά τα τέλη του 5ου αιώνα. ΢υνεχείς εκστρατείες των Υράγκων
βασιλέων υπέταξαν όλες τις περιοχές όπου κατοικούσαν Αλαμαννοί. Τπό
την εξουσία των Υράγκων η Αλαμαννία οργανώθηκε σε αυτόνομη
διοικητική οντότητα στις αρχές του
6ου αιώνα. Οι Αλαμαννοί,
αποδυναμωμένοι και αποδιοργανωμένοι από τις συνεχείς επιθέσεις του
αυτοκρατορικού στρατού, δεν κατάφεραν ποτέ να ιδρύσουν ένα
ανεξάρτητο και ισχυρό
βασίλειο.
΢την προϊούσα παρακμή
τους
συνέβαλαν οι επεκτατικοί πόλεμοι των Υράγκων, οι οποίοι αποτέλεσαν
έναν από τους κυριώτερους εχθρούς τους. Όμως με ποιο τρόπο οι Υράγκοι
κατέκτησαν ολοκληρωτικά την Αλαμαννία; Ο βασιλιάς Κλόβις και οι
διάδοχοί του δεν υιοθέτησαν ποτέ την αυτοκρατορική πολιτική και
δρούσαν βάσει των συμφερόντων τους. Έτσι, απερίσπαστοι οι Υράγκοι
88
κατέκτησαν και υπέταξαν την Αλαμαννία, τριάντα περίπου χρόνια μετά
την πτώση του τελευταίου Ρωμαίου αυτοκράτορα της Δύσης.
89
ΚΕΥΑΛΑΙΟ 5
Η ΡΩΜΗ ΚΑΙ ΟΙ ΓΟΣΘΟΙ
5.1. Οι Γότθοι πριν την βασιλεία του Κωνσταντίνου του Μεγάλου
Οι Γότθοι είχαν τεράστια επίδραση στην Ρωμαϊκή ιστορία, οι οποίοι
εμφανίσθηκαν σχεδόν από το πουθενά τις πρώτες δεκαετίες του 3ου
αιώνα. Σους συναντάμε μαζί με άλλους βαρβάρους, οι οποίοι έκαναν
επιδρομές στις ανατολικές επαρχίες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Σο
δεύτερο μισό του 3ου αιώνα ήταν μια εποχή συνεχούς εμφυλίου πολέμου
μεταξύ Ρωμαϊκών στρατιών, λόγω του οποίου δημιουργήθηκε ένα κενό
εξουσίας και διοίκησης. Αυτό το κενό εκμεταλλεύθηκαν οι βάρβαροι και
εισέβαλαν στην αυτοκρατορία. Η επαφή με την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία
στρατιωτικοποίησε την βαρβαρική κοινωνία. Οι βάρβαροι, ακολουθώντας
τις πολεμικές τακτικές των Ρωμαίων, άρχισαν επιδρομές κατά μήκος των
συνόρων καταστρέφοντας σχεδόν τα πάντα. Όταν εμφανίσθηκαν στο
προσκήνιο της Ιστορίας οι Γότθοι, η αυτοκρατορία χειμαζόταν από τους
καταστρεπτικούς εμφυλίους πολέμους. Δεν είναι όμως εύκολο να
διαχωρισθούν οι Γότθοι του 3ου αιώνα από τους υπολοίπους βαρβάρους.
Οι Έλληνες συγγραφείς που έγραψαν για τους Γότθους, τους ονομάζουν
«΢κύθες». Η ονομασία «΢κύθης» είναι αρχαιότατη, η οποία απαντάται
για πρώτη φορά στο ιστορικό έργο του Ηροδότου. Για τον Ηρόδοτο, οι
΢κύθες ήταν βαρβαρικός λαός που ζούσε βόρεια από την Μαύρη
Θάλασσα, στην σημερινή Ουκρανία. Ζούσαν πάνω στα άλογά τους,
έτρωγαν ωμό κρέας, ντύνονταν περίεργα και γενικά ήταν ιδιόρρυθμος
λαός στις συνήθειές του.
Για τους Έλληνες συγγραφείς του 3ου, 4ου και 5ου αιώνα μ.Φ., οι
βάρβαροι που προέρχονταν από τις περιοχές τις οποίες περιέγραφε ο
Ηρόδοτος ως τόπο κατοικίας των ΢κυθών, ήταν ΢κύθες. Έτσι, οι Γότθοι
ονομάζονται «΢κύθες» στα κλασικίζοντα ιστορικά έργα Ελλήνων
συγγραφέων της εποχής.
Δεν μπορεί, όμως, να ειπωθεί με βεβαιότητα το πότε ακριβώς οι Γότθοι
εισέβαλαν στην ζωή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η πρώτη επιδρομή
Γότθων κατά της αυτοκρατορίας έγινε το 238, όταν επιτέθηκαν στην
Ιστρία και την λεηλάτησαν· αποχώρησαν μόνο όταν έλαβαν ένα μεγάλο
χρηματικό ποσό. Σο 249, δύο βασιλείς, ο Argaith και ο Guntheric,
90
λεηλάτησαν την Μαρκιανούπολη, μια πόλη στρατηγικής σημασίας για
την πρόσβαση στην Μαύρη Θάλασσα. Σο 250, ένας Γότθος βασιλιάς, ο
Cniva, πέρασε τον Δούναβη και λεηλάτησε πολλές πόλεις στην
Βαλκανική χερσόνησο. Σο γεγονός ότι ο Cniva και ο στρατός του πέρασαν
τον χειμώνα στην Ρωμαϊκή επαρχία, είναι αντιληπτή η ισχύς του έναντι
της αυτοκρατορίας. Σο 251, ο Cniva κατέστρεψε τον στρατό του
αυτοκράτορα Δεκίου στο σημερινό Razgrad της Βουλγαρίας, όπου
σκοτώθηκε και ο ίδιος ο Ρωμαίος αυτοκράτορας.
Οι επιδρομές των Γότθων στην Θράκη συνεχίσθηκαν από το 250 και
εξής. Οι βάρβαροι ξεκινούσαν βόρεια της Μαύρης Θάλασσας με
προορισμό τις ακτές της Μικράς Ασίας. Σι ρόλο έπαιξαν οι Γότθοι σε
αυτές τις επιθέσεις δεν είναι ξεκάθαρο, ούτε ποια χρονολογία ακριβώς
έγιναν. Οι πρώτες εισβολές από θαλάσσης, που πραγματοποιήθηκαν
μεταξύ των ετών 253-256, έγιναν από τους Βοράνους.72 Η ονομασία λοιπόν
«΢κύθες» αναφέρεται στους Γότθους ως μία εθνική ομάδα λαών ή σε
ανθρώπους από
τον βορρά. Πράγματι, οι
Γότθοι έκαναν πολύ
καταστρεπτικές επιδρομές. Ενώ οι Βοράνοι κατέστρεψαν τον Πιτυούντα
και την Σραπεζούντα που είχαν εύκολη πρόσβαση από την θάλασσα, τα
επόμενα χρόνια έγιναν επιδρομές ακόμα και στον Πόντο και στην
Βιθυνία.
Δέκα χρόνια αργότερα, οι επιθέσεις στην Μικρά Ασία επαναλήφθηκαν.
Πόλεις γύρω από τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας δέχθηκαν επιθέσεις,
όπως και πολλές πόλεις στην Βαλκανική, οι οποίες βρίσκονταν κοντά στις
ακτές. Οι στόλοι των βαρβάρων μπορούσαν να διεξάγουν επιδρομές στο
Αιγαίο, στην Ρόδο και στην Κύπρο. Έγιναν αποβάσεις στην ηπειρωτική
Ελλάδα οι οποίες κατέληξαν σε συγκρούσεις γύρω από την Θεσσαλονίκη
και την Αττική, όπου η Αθήνα πολιορκήθηκε αλλά προέβαλε αντίσταση
με επικεφαλής τον ιστορικό Δέξιππο, ο οποίος αργότερα έγραψε τα
Σκυθικά, μια εξιστόρηση των πολέμων με τους Γότθους. Αν και υπάρχουν
μόνο αποσπάσματα από το εν λόγω έργο, ο Δέξιππος είναι η βασικότερη
πηγή για τον Ζώσιμο, του οποίου το έργο Ἱστορία Νέα73 περιγράφει
λεπτομερειακά τους Γοτθικούς πολέμους του 3ου αιώνα. Όπως αναφέρει
ο Ζώσιμος, πολλοί στρατηγοί και αυτοκράτορες εκστράτευσαν κατά των
Γότθων, οι οποίοι τελικά αναγκάσθηκαν να σταματήσουν τις επιδρομές.
72
B. Bleckmann, Die Reichskrise des III. Jahrhunderts in der spätantiken und byzantinischen
Geschichtsschreibung, Munich 1992, 156–219.
73
F. Paschoud, Zosime. Histoire nouvelle, vols. 1-3., Paris, Les Belles Lettres, 1970-1993.
91
Η ήττα των Γότθων το 268 σηματοδότησε τον τερματισμό των επιδρομών
στον βορρά.
Σο 271, μετά από μια επιδρομή των Γότθων στον Δούναβη που κατέληξε
στην λεηλασία πολλών πόλεων της Βαλκανικής,
ο αυτοκράτωρ
Αυρηλιανός εξαπέλυσε μια επίθεση κατά μήκος του ποταμού η οποία είχε
κάποια επιτυχία. Ο Αυρηλιανός ήταν ικανός στρατιώτης και είχε άμεση
αντίληψη του προβλήματος. Σο έργο Historia Augusta74 αναφέρει μια νίκη
του Αυρηλιανού, ο οποίος νίκησε και συνέλαβε τον Γότθο βασιλιά
Cannobaudes. Εδώ, όμως, ανακύπτει ένα πρόβλημα. Η Historia Augusta
είναι η μοναδική αξιόπιστη λατινική πηγή για την ιστορία του 3ου αιώνα.
Όταν αναφέρεται σε γεγονότα γνωστά από Έλληνες ιστορικούς, συχνά
παρέχει λεπτομέρειες τις οποίες οι ελληνικές πηγές αγνοούν. Παρά
ταύτα, το έργο συνολικά γέμει φανταστικών στοιχείων καθώς ο
συγγραφέας αποσκοπεί στο να εντυπωσιάσει. Οι βιογραφίες όμως των
αυτοκρατόρων είναι αξιόπιστες περιγραφές, οι περισσότερες από τις
οποίες δεν περιέχουν καθόλου φανταστικά στοιχεία. Βάσει όλων των
παραπάνω, ο Γότθος βασιλιάς Cannobaudes δεν είναι αποδεδειγμένο αν
ήταν κάποιο ιστορικό πρόσωπο.
΢ε αυτήν την περίπτωση, όμως, μπορούμε να επιβεβαιώσουμε την
αξιοπιστία μέρους της Historia Augusta από τις επιγραφές που αναφέρουν
ότι ο Αυρηλιανός διεξήγε εκστρατεία κατά των Γότθων. Όταν ένας
Ρωμαίος στρατηγός νικούσε σε μάχη έναν γειτονικό λαό, πρόσθετε στο
όνομά του το όνομα αυτού του λαού, ως επινίκιο τίτλο. Επίσης, παρομοίως
έπρατταν και οι αυτοκράτορες αφού έτσι ενισχυόταν το κύρος τους.
΢ύμφωνα με αυτήν την τακτική, μια εκστρατεία κατά των Περσών θα
επέτρεπε στον αυτοκράτορα να προσθέσει τον τίτλο Persicus στο όνομά
του. Οι ονομασίες αυτές συμπεριελήφθησαν σε πολλούς τύπους
επιγραφών που αναφέρονταν σε αυτοκράτορες. Έτσι, οι επιγραφές αυτές
είναι μια πλούσια πηγή ειδήσεων, γιατί οι επινίκιοι τίτλοι αποδεικνύουν
την διεξαγωγή εκστρατειών που δεν είναι γνωστές από αλλού. Επομένως,
στα επόμενα κεφάλαια θα γίνεται μνεία για κάποια εκστρατεία κατά των
Γότθων, στηριγμένη σε κάποια ένδειξη επιγραφής που φέρει τον τίτλο
Gothicus. Όταν λοιπόν ο Αυρηλιανός χρησιμοποίησε αυτό το προσωνύμιο
στον τίτλο του, είχε πολεμήσει εναντίον των Γότθων και είχε νικήσει.
Μπορούμε να συμπεράνουμε την επιτυχία του κατά των Γότθων από το
γεγονός ότι η νίκη του αναφερόταν εκατό χρόνια μετά, και επίσης από το
74
Ronald Syme, Historia Augusta Papers, Oxford 1983.
92
ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις για επιδρομές των Γότθων μετά το τέλος της
βασιλείας του.75
Οι εισβολές των Γότθων στην αυτοκρατορία επηρέασαν σημαντικά την
καθημερινή ζωή. Οι επαναλαμβανόμενες εισβολές των Γότθων στην
Μικρά Ασία και στην ηπειρωτική Ελλάδα ήταν πολύ τραυματικές για τους
κατοίκους, εκτός από τα δεινά που προκάλεσαν. Όμως, ποια ήταν η αιτία
των εισβολών των Γότθων και γιατί έγιναν ένα επαναλαμβανόμενο
φαινόμενο; Οι Ελληνορωμαϊκές πηγές εξηγούν απλά ότι οι βάρβαροι
είχαν σκοπό την καταστροφή του πολιτισμένου κόσμου. Η απλοϊκότητα
όμως αυτής της ερμηνείας δεν είναι αρκετή· πρέπει να διερευνηθεί το
ιστορικό πλαίσιο αυτών των γεγονότων. Ο 3ος αιώνας ήταν μια περίοδος
κοσμογονικών αλλαγών για την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όπου συνέβησαν
κοινωνικές
και
πολιτικές
εξελίξεις
λόγω
της
επέκτασης
της
αυτοκρατορίας τον 1ο και 2ο αιώνα μ.Φ. Τπό αυτό το ερμηνευτικό πρίσμα,
γίνεται κατανοητή η εμφάνιση των Γότθων τον 3ο αιώνα μ.Φ. Η Ρωμαϊκή
επέκταση μετέτρεψε άρδην την Ευρώπη και την λεκάνη της Μεσογείου.
Επηρέασε ολόκληρους πληθυσμούς, καθώς και την πολιτική υπόσταση
της ίδιας της αυτοκρατορίας. Επίσης, πολλές επιδράσεις δέχθηκαν και
λαοί που ζούσαν κατά μήκος των συνόρων της αυτοκρατορίας. Ακόμα, η
εσωτερική πολιτική αναστάτωση που χαρακτήρισε ολόκληρο τον 3ο
αιώνα προκάλεσε συνακόλουθα και την αστάθεια αναφορικά με την
ασφάλεια των συνόρων.
Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν μοναρχία από τα τέλη του 1ου αιώνα
π.Φ., όταν ο Αύγουστος τερμάτισε τους εμφυλίους πολέμους που είχαν
υπονομεύσει σοβαρά την υπόσταση της Δημοκρατίας. Ο Αύγουστος
εγκαθίδρυσε την pax Romana, εγγυώμενος την ευημερία και την ανάπτυξη.
Η αυτοκρατορική δυναστεία που ίδρυσε ο Αύγουστος διήρκεσε έως το 68
μ.Φ. Μέχρι εκείνο το έτος είχαν βασιλεύσει τρεις γενιές αυτοκρατόρων.
Βασική επιδίωξη όλων των αριστοκρατών ήταν να οικοδομήσουν καλές
σχέσεις με τον αυτοκράτορα, προκειμένου να επωφελούνται από την
εύνοιά του και την παροχή αξιωμάτων. Μέχρι το 68, οι αυτοκράτορες
ανακηρύσσονταν στην Ρώμη, και απαραίτητο κριτήριο της ανάρρησής
τους στον θρόνο ήταν η ρητή πίστη τους στην δυναστεία του Αυγούστου.
Οι εμφύλιοι πόλεμοι του 68-69 άλλαξαν αυτά τα δεδομένα: ο τελικός
νικητής
τους
ο
Βεσπασιανός
ανακηρύχθηκε
αυτοκράτορας
στις
ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, όπως άλλοι ανταπαιτητές που
75
Zosimus, Historia Nova, 1.63.1.
93
διεκδίκησαν την αυτοκρατορική πορφύρα στην Ισπανία ή στην Γερμανία.
Έτσι, λοιπόν, αυτοκράτορες ανακηρύσσονταν πια και έξω από την Ρώμη.
Η Ιταλία παρέμενε το κέντρο της αυτοκρατορίας, αλλά η σημασία των
επαρχιών ήταν μεγάλη για την προώθηση των συμφερόντων της
αυτοκρατορίας. Οι επαρχίες είχαν αναπτύξει ανεξάρτητη ζωή και
ασκούσαν ιδιαίτερη πολιτική επίδραση στην Ρώμη.
Μερικές επαρχίες, όπως η Ισπανία, η νότια Γαλατία, η βόρεια Αφρική
αποτελούσαν μέρος της αυτοκρατορικής επικράτειας για πάνω από έναν
αιώνα. Άλλες, όπως η Βρετανία, η Βαλκανική, ή το σημερινό Μαρόκο
επρόκειτο να κατακτηθούν σύντομα από τα Ρωμαϊκά στρατεύματα. Κατά
τα τέλη του 3ου αιώνα, αυτές οι επαρχίες κυβερνώνταν με ποικίλους
τρόπους από τους εκάστοτε διοικητές. Επίσης, παντού εξαπλωνόταν ο
Ρωμαϊκός τρόπος ζωής και εξαλείφονταν τα τοπικά έθιμα και οι
παραδόσεις.
Ακόμα,
παρεχόταν
η
Ρωμαϊκή
υπηκοότητα
στους
αριστοκράτες των επαρχιών προκειμένου να συσφίγγονται οι σχέσεις με
την Ρώμη. Όταν οι αριστοκράτες των επαρχιών γίνονταν Ρωμαίοι πολίτες,
προσδοκούσαν στην κατάταξή τους στην κοινωνική τάξη των ιππέων ή
των συγκλητικών, και εάν αυτό επιτυγχανόταν να αποκτούσαν μέρος
στην διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας. Ήδη το 97 μ.Φ. ο Σραϊανός είχε
γίνει αυτοκράτορας, ο οποίος καταγόταν από την Ισπανία. Ο διάδοχος του
Σραϊανού, ο Αδριανός, είχε Ισπανική καταγωγή.
Οι αυτοκράτορες που κατάγονταν από τις επαρχίες είναι η πιο
εντυπωσιακή απόδειξη της επέκτασης της Ρωμαϊκής ταυτότητας στις
επαρχίες, αλλά η συνεχής προσχώρηση των αριστοκρατών των επαρχιών
στην
Ρωμαϊκή
υπηκοότητα
ήταν
πολύ
σημαντική,
γιατί
έτσι
επιτυγχανόταν η ομογενοποίηση της αυτοκρατορίας από την Αραβική
έρημο μέχρι την Ουαλία, και από την ΢κωτία έως την ΢αχάρα. Οι
αριστοκράτες αυτοί επικοινωνούσαν μεταξύ τους μέσω μιας ομοειδούς
κουλτούρας. Η κουλτούρα αυτή βασίσθηκε σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα
που στόχο είχε την καλλιέργεια του δημόσιου λόγου, επειδή η ρητορική
δεινότητα ήταν απαραίτητο προσόν για να διακριθεί κανείς στην πολιτική
ζωή. Όποιος αποκτούσε λοιπόν αυτήν την παιδεία, είτε Ρωμαίος είτε
Έλληνας είτε εκρωμαϊσμένος Έλληνας, μπορούσε να συμμετάσχει στην
διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων ασχέτως τι καταγωγή είχε.
Η εξάπλωση της Ρωμαϊκής υπηκοότητας στους αριστοκράτες των
επαρχιών επέτρεψε στους άνδρες αυτούς να προσβλέπουν στην απόκτηση
του αυτοκρατορικού αξιώματος. Σο αξίωμα του αυτοκράτορα, όμως,
94
μπορούσε να αποκτηθεί μόνο με την στρατιωτική υπεροπλία και την νίκη
στο πεδίο της μάχης. Δεν ήταν κάτι εύκολο. Σην εποχή του Αυγούστου, η
ασφάλεια της μοναρχικής διακυβέρνησης ήταν εγγυημένη. Η εγγύηση
προερχόταν
από
την
διατήρηση
του
ελέγχου
στον
στρατό.
Η
αυτοκρατορία δεν υπήρχε χωρίς τον στρατό, και δεν είναι υπερβολή αν
ειπωθεί ότι οι φόροι που αντλούνταν από τις επαρχίες δίνονταν για την
διατήρηση των στρατιωτικών εγκαταστάσεων και των στρατευμάτων στα
σύνορα της αυτοκρατορίας. Οι στρατιώτες έπρεπε να πληρώνονται αλλά
και να είναι μάχιμοι: γι’ αυτό οι πόλεμοι στα σύνορα ήταν μια
αναγκαιότητα αναπόφευκτη.
Εάν οι στρατιωτικές δυνάμεις ήταν νικηφόρες, τότε η θέση του
αυτοκράτορα παρέμενε ισχυρή. Ο αυτοκράτορας κυβερνούσε γιατί οι
στρατιές του ήταν αήττητες και υπεράσπιζε με επιτυχία την Ρώμη από
όλους τους εχθρούς της. Αφότου όμως τέλειωσαν οι επεκτατικοί πόλεμοι
τον 2ο αιώνα, οι λεγεώνες της αυτοκρατορίας έπρεπε να καταγάγουν και
άλλους θριάμβους: ο προφανής στόχος ήταν οι βάρβαροι. Έτσι,
διεξήχθησαν συνεχείς πόλεμοι στα σύνορα, οι οποίοι επέτρεψαν στους
εκάστοτε αυτοκράτορες να υιοθετήσουν επινίκιους τίτλους. Προστάτευαν
την αυτοκρατορία από τις ορδές των βαρβάρων και από το πανίσχυρο
βασίλειο της Παρθίας, το οποίο αποτελούσε το αντίπαλο δέος της Ρώμης.
΢υνεπώς, η στρατιωτικοποίηση των βορείων συνόρων της αυτοκρατορίας
επηρέασε σημαντικά τις βαρβαρικές κοινωνίες πέραν του Ρήνου και του
Δούναβη, αλλά στις αρχές του 3ου αιώνα, μια ακόμα αλλαγή στα
ανατολικά σύνορα συνέβη ως συνέπεια της στρατιωτικής ανάμιξης της
Ρώμης.
Κεντρική μορφή εδώ αναδεικνύεται ο αυτοκράτορας Καρακάλλας
(Lucius Septimius Bassianus, 188–217). Σο 216 εισέβαλε στην Παρθία. Από
την εποχή που ηττήθηκε ο Κράσσος στις Κάρρες, η Παρθία είχε
αναδειχθεί ως ο κυριώτερος αντίπαλος της Ρώμης στην Ανατολή. Έτσι,
ένας πόλεμος κατά των Πάρθων ήταν κάτι περισσότερο από μια απλή
σύρραξη: ήταν πόλεμος ιδεολογίας και κουλτούρας. Όταν, λοιπόν, ο
Καρακάλλας θέλησε να αποκομίσει μια εύκολη νίκη, άθελά του
κατέστρεψε την Παρθική μοναρχία. Αντικαταστάθηκε από έναν πιο
επικίνδυνο
εχθρό,
την
δυναστεία
των
΢ασσανιδών.
Ο
Πέρσης
αριστοκράτης Ardashir (224-241) επαναστάτησε και ανήλθε στην εξουσία,
αφού νίκησε τον τελευταίο Πάρθο βασιλιά.
95
Τπό την εξουσία του ΢απώρ Α’, γιου του Ardashir, η δυναστεία των
΢ασσανιδών
διεξήγε
συνεχώς
πολέμους
κατά
της
Ρωμαϊκής
αυτοκρατορίας. Πιθανόν να στόχευε στην αναβίωση της αυτοκρατορίας
των Αχαιμενιδών. Ο Καρακάλλας δολοφονήθηκε το 217 ενώ είχε
εκστρατεύσει κατά των Πάρθων. Η Περσία των ΢ασσανιδών ήταν πια
στόχος όλων των μετέπειτα αυτοκρατόρων, γιατί οι Πέρσες μονάρχες
έκαναν επιθέσεις στις επαρχίες της αυτοκρατορίας και απειλούσαν την
εδαφική της ακεραιότητα. Μόλις οι αυτοκράτορες έστρεφαν την προσοχή
τους στην ταραγμένη Ανατολή, βρίσκονταν αντιμέτωποι με ανταπαιτητές
του θρόνου, οι οποίοι εκμεταλλεύονταν την απουσία τους. Άρα, η άνοδος
των ΢ασσανιδών υπήρξε η αιτία για τον κύκλο της βίας που άνοιξε τον 3ο
αιώνα. Ο εκλεγμένος αυτοκράτορας έπρεπε να είναι πάντα σε εγρήγορση
για να εξουδετερώσει οποιονδήποτε μελλοντικό διεκδικητή της εξουσίας.
΢ε αυτές τις περιστάσεις ο εμφύλιος πόλεμος ήταν αναπόφευκτος, και οι
συνέπειές του ήταν καταλυτικές. Σα σύνορα παραβιάσθηκαν από τους
βαρβάρους, οι εκμεταλλεύθηκαν την αδυναμία της αυτοκρατορίας να
δράσει συντονισμένα εναντίον τους. Κατά συνέπεια, για πενήντα περίπου
χρόνια, ξεκίνησε μια ζοφερή περίοδος εμφυλίων πολέμων και εισβολών
από βαρβάρους.
Όταν ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος ΢εβήρος σκοτώθηκε το 235, υπήρξαν
πολλοί ανταπαιτητές. Η επόμενη δεκαετία αναλώθηκε σε εμφυλίους
πολέμους, οι οποίοι προκάλεσαν την εισβολή από βαρβάρους λαούς, όπως
του Γότθου βασιλιά Cniva που κατέληξε στον θάνατο του αυτοκράτορα
Δεκίου το 251. Οι διάδοχοι του Δεκίου νίκησαν τους επιδρομείς, αλλά τα
προβλήματα συνεχίσθηκαν. Οι βασιλείες του Βαλεριανού και του
Γαλλιηνού
παρουσιάζονται
από
τις
πηγές
ως
μια
περίοδος
καταστρεπτικών βαρβαρικών επιδρομών. Όταν ο Βαλεριανός πολεμούσε
τους Πέρσες και συνελήφθη αιχμάλωτος από τον Πέρση βασιλιά, πολλές
ανατολικές επαρχίες περιήλθαν στον έλεγχο του βασιλείου της
Παλμύρας, το οποίο ήταν ανεξάρτητο από την εξουσία του Γαλλιηνού.
Έτσι, όταν ο Γαλλιηνός έπρεπε να ασχοληθεί με μια απειλή στα σύνορα,
σχεδόν ταυτόχρονα εμφανιζόταν ένας σφετεριστής του θρόνου.
Είναι λοιπόν αναγκαίο να αντιληφθούμε την σχέση μεταξύ των
Ρωμαϊκών εμφυλίων και των εισβολών των βαρβάρων, αναφορικά με τον
θάνατο του Marcus Aurelius Probus. Όταν έγινε γνωστός ο θάνατος του
αυτοκράτορα, όλοι οι βάρβαροι εισέβαλαν στην αυτοκρατορία.76 Ο νέος
76
Aurelius Victor 38.2.
96
αυτοκράτορας Marcus Aurelius Carus τοποθέτησε τον γιο του Carinus
επικεφαλής των δυτικών επαρχιών και οδήγησε ένα στράτευμα κατά των
Κουάδων και των ΢αρματών στον Δούναβη προτού εκστρατεύσει στην
Περσία. Όταν ο Carinus προέλασε ανατολικά για να αντιμετωπίσει τον
Διοκλητιανό, το κενό εξουσίας που άφησε επέτρεψε στους βαρβάρους να
κάνουν επιδρομές στις Γαλατικές ακτές. Ο Carinus ηττήθηκε και
σκοτώθηκε το 285 στην μάχη του ποταμού Margus στην σημερινή ΢ερβία.
Έτσι, ο νικηφόρος Διοκλητιανός εκστράτευσε κατά των ΢αρματών στον
Δούναβη. Επίσης, υπέδειξε ένα νέο συμμέτοχο στο αυτοκρατορικό
αξίωμα: τον στρατιωτικό Μαξιμιανό, ο οποίος εκστράτευσε στον Ρήνο.77
Η ενέργεια αυτή του Διοκλητιανού αποσκοπούσε στο να διασφαλίσει
την μακροβιότητα της εξουσίας του. Με έναν συναυτοκράτορα, ο
Διοκλητιανός έλπιζε ότι θα διατηρούσε τον θρόνο του και ότι θα εμπόδιζε
μελλοντικούς ανταπαιτητές από το να τον απειλήσουν. Σο μοντέλο αυτό
διακυβέρνησης απέδωσε καρπούς, αν και χρειάσθηκε αρκετός χρόνος. Ο
Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός συνεργάστηκαν στην καταστολή
διαφόρων επαναστάσεων στις επαρχίες και στην ασφάλεια των συνόρων.
Επίσης, ο Διοκλητιανός έκτισε πολλά φρούρια και οχυρά στον Δούναβη,
προκειμένου να αποτελέσουν ανάχωμα στις επιδρομές των Γότθων.
Η δημιουργία οχυρών και άλλων αμυντικών έργων δεν αποτελούσαν
μόνο μορφές παθητικής άμυνας, αλλά αντιθέτως χρησιμοποιούνταν και
ως
βάσεις
ανεφοδιασμού
όταν
τα
αυτοκρατορικά
στρατεύματα
εκστράτευαν πέραν των συνόρων. Από το 280 και μετά, ο Διοκλητιανός
και ο Μαξιμιανός θέλησαν να εκστρατεύσουν πέραν των συνόρων και
έτσι κέρδισαν πολλές νίκες κατά των Υράγκων στον Κάτω Ρήνο. Εν τω
μεταξύ,
ο
Διοκλητιανός
εκστράτευσε
στον
Δούναβη
κατά
των
Σερβινγκίων και των Taifali, κερδίζοντας νίκες το 289 και το 291. Η
εκστρατεία αυτή είναι σημαντική για το διερευνώμενο θέμα του βιβλίου,
επειδή για πρώτη φορά εμφανίζεται το όνομα της Γοτθικής φυλής των
Σερβινγκίων σε ελληνικά και λατινικά κείμενα. Όπως θα καταδειχθεί
παρακάτω, οι Σερβίνγκιοι ήταν η πιο σημαντική υποδιαίρεση των Γότθων.
Ήταν η Γοτθική φυλή με την οποία η Ρώμη είχε συχνές σχέσεις. Με αυτόν
τον λαό ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος έκανε ειρήνη την δεκαετία του
330· η ίδια Γοτθική φυλή πέρασε τον Δούναβη το 376 και εγκαταστάθηκε
στην Βαλκανική.
77
Eutropius 9.20.3.
97
Η
παρουσία
λοιπόν
των
Σερβινγκίων
στην
επικράτεια
της
αυτοκρατορίας είναι εξαιρετικά χρήσιμη για την εμφάνιση των Γότθων.
Δεν μπορούμε, βέβαια, να εξακριβώσουμε πόσο σημαντικοί ήταν αυτοί οι
πληθυσμοί τον 3ο αιώνα. Μέχρι το 291 τα πράγματα, όσον αφορά τα
εσωτερικά ζητήματα της αυτοκρατορίας, είχαν αλλάξει ριζικά. Η
συμβασιλεία του Διοκλητιανού με τον Μαξιμιανό έθεσε τέρμα στις
φοβερές πολιτικές διαμάχες που υπονόμευσαν την σταθερότητα της
αυτοκρατορίας τον 3ο αιώνα. Ισχυροποίησαν την κεντρική διακυβέρνηση
και έθεσαν τα θεμέλια για ένα πολιτικό σύστημα που θα διαρκούσε για
πολλές εκατοντάδες χρόνια. Με τον τρόπο αυτό ο Διοκλητιανός
αποκατέστησε τις σχέσεις της αυτοκρατορίας με τους βαρβάρους λαούς
στα σύνορα. Σο πιο ισχυρό φύλο στην περιοχή του Δούναβη ήταν οι
Γότθοι.
Αν λοιπόν το μέσον ο 3ος αιώνας ήταν μια περίοδος ατέρμονης βίας, με
ποιο τρόπο οι βάρβαροι εκμεταλλεύθηκαν την αδυναμία της κεντρικής
εξουσίας και επεκτάθηκαν σε περιοχές ζωτικής σημασίας για την
αυτοκρατορία; Λόγω της ρευστής και κρίσιμης πολιτικής κατάστασης, οι
βάρβαροι λαοί καλούνταν να συμμετάσχουν ενεργά στις διαμάχες είτε με
την μία πλευρά είτε με την άλλη. Για να γίνουν κατανοητά αυτά τα
δεδομένα, πρέπει να εξετάσουμε ενδελεχώς την δομή των βαρβαρικών
κοινωνιών που βρίσκονταν πέραν των συνόρων της Ρώμης.
5.2. Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και οι κοινωνίες των βαρβάρων
Όσο οι επαρχίες της αυτοκρατορίας εκρωμαΐζονταν, μείζονες κοινωνικές
αλλαγές συνέβησαν στις βαρβαρικές κοινωνίες της βόρειας και της
κεντρικής Ευρώπης. Μετά την έκδοση της Constitutio Antoniniana78 βάσει
της οποίας δόθηκε το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη σε όλους τους
κατοίκους της αυτοκρατορίας, ο κόσμος διαιρέθηκε σε δύο μεγάλα μέρη:
τον πολιτισμένο και τον βαρβαρικό, που βρισκόταν πέραν των συνόρων.79
Όσο οι επαρχίες υιοθετούσαν τον Ρωμαϊκό τρόπο ζωής, παρείχαν το
βασικό πλαίσιο δομής και εξέλιξης για τους λαούς που διαβιούσαν έξω
από την Ρωμαϊκή εξουσία.
78
Kostas Buraselis: Theia Dorea - das göttlich-kaiserliche Geschenk. Studien zur Politik der Severer
und zur Constitutio Antoniniana, Wien 2007.
79
T. Sarnowski, «Barbaricum und ein Bellum Bosporanum in einer Inschrift aus Preslav»,
Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik 87 (1991), 137–144.
98
Οι συχνές πολιτικές και οικονομικές σχέσεις με τους βαρβάρους ήταν
ορατές κοντά στα αυτοκρατορικά σύνορα. Από τον 1ο αιώνα και εξής,
πολλοί βάρβαροι υπηρέτησαν στον Ρωμαϊκό στρατό, και σταδιακά το
ποσοστό αυτό αυξανόταν γιατί η στρατιωτική υπηρεσία γινόταν ολοένα
και πιο απεχθής στους Ρωμαίους πολίτες. Σα πλεονεκτήματα ήταν πολλά
για τους βαρβάρους, διότι πληρώνονταν πολύ καλά και αρκετές φορές
λάμβαναν την Ρωμαϊκή υπηκοότητα μόλις απολύονταν. Οι Γότθοι, εν
προκειμένω,
υπηρετούσαν
μαζικά
στον
Ρωμαϊκό
στρατό.
Γότθοι
στρατιώτες ήταν στις τάξεις του Ρωμαϊκού στρατό όταν υπέστη μια
συντριπτική ήττα από τον Πέρση βασιλιά ΢απώρ. Πολλοί βάρβαροι που
υπηρετούσαν στον στρατό εγκλιματίσθηκαν στον Ρωμαϊκό τρόπο ζωής,
ζώντας και πεθαίνοντας ως Ρωμαίοι πολίτες μετά από μακράς διάρκειας
θητεία. Άλλοι επέστρεψαν στις κοινότητές τους πέρα από τα σύνορα,
φέρνοντας μαζί τους Ρωμαϊκά ήθη και έθιμα, νομίσματα και διάφορα
προϊόντα. Έτσι, αυξήθηκε η ζήτηση των Ρωμαϊκών προϊόντων πέρα από
τα σύνορα και έγιναν στενότερες οι εμπορικές σχέσεις της αυτοκρατορίας
με τους γείτονές της.
Η οικονομική επιρροή της Ρώμης στις βαρβαρικές κοινωνίες ήταν
καταλυτικής σημασίας για την εξέλιξη και ανάπτυξή τους. Επίσης,
επίφοβη για τις κοινωνίες αυτές ήταν η τεράστια στρατιωτική δύναμη της
Ρώμης, η οποία είχε καταστρεπτικές συνέπειες όταν κινείτο εναντίον
κάποιου λαού. Ακόμα και σε καιρό ειρήνης, η στρατιωτική δύναμη της
Ρώμης ήταν μια διαρκής απειλή. Οι στρατιωτικές νίκες ήταν απαραίτητες
για την διασφάλιση του αυτοκρατορικού θρόνου· οι αυτοκράτορες έκαναν
πολέμους σε γειτονικούς λαούς προκειμένου να επιδεικνύουν την ισχύ
τους αλλά και την ικανότητά τους ως στρατιωτικοί. Έκαναν περιοδικές
επιθέσεις κατά γειτονικών λαών, έπαιρναν φόρους, συνελάμβαναν
ομήρους και δούλους και παρέδιδαν τα χωριά στην μανία των Ρωμαίων
στρατιωτών. Η Ρωμαϊκή στρατιωτική ισχύ ήταν ακαταγώνιστη και οι
βάρβαροι με δυσκολία μπορούσαν να αντιτάξουν υπολογίσιμη αντίσταση.
Αρκετοί προσχωρούσαν στον Ρωμαϊκό στρατό ή ακόμα και ολόκληρες
φυλές αναγκάζονταν να συνομολογήσουν ειρήνη και να γίνουν σύμμαχοι
με την Ρώμη.
Σο Ρωμαϊκό πολιτικό δόγμα υπαγόρευε ότι όλοι οι βάρβαροι ήταν
επικίνδυνοι και ότι ήταν συμφέρον να υπάρχουν διαμάχες μεταξύ τους.
Για να διατηρούν λοιπόν αυτήν την εχθρότητα μεταξύ των βαρβάρων, οι
Ρωμαίοι αυτοκράτορες υποστήριζαν κάποιους βασιλείς άμεσα. Έτσι
99
εφαρμοζόταν το «διαίρει και βασίλευε» ανάμεσα στις βαρβαρικές φυλές.
Η εν λόγω τακτική ανάμιξης επέτρεπε στους αυτοκράτορες να
διαχειρίζονται τις σχέσεις των βαρβάρων με την αυτοκρατορία, όπως και
τις σχέσεις μεταξύ των βαρβαρικών φυλών. Σο βασικό εργαλείο
ποδηγέτησης των βαρβάρων ήταν η παροχή χρηματικών ποσών σε όποιον
έδειχνε ενδιαφέρον να συνεργαστεί με τους Ρωμαίους.
Έτσι, μερικοί ηγέτες απέκτησαν μεγάλη δύναμη και συνακολούθως
ολόκληρη η φυλή στην οποία ανήκαν. Οι βάρβαροι πολεμιστές που
υπηρετούσαν στον Ρωμαϊκό στρατό ήταν απόλυτα πειθαρχημένοι και
εκτελούσαν πιστά τα καθήκοντά τους, αρκεί να πληρώνονταν τακτικά. Η
θέση λοιπόν των βαρβάρων ισχυροποιείτο διαρκώς και, όταν οι
αυτοκράτορες ασχολούνταν με κάποια άλλη υπόθεση, στρέφονταν κατά
των επαρχιών. ΢υνέπεια όλων αυτών ήταν συνεχείς επιθέσεις των
βαρβάρων σε συνοριακές περιοχές της αυτοκρατορίας.
Παραδείγματα αυτού του φαινομένου υπάρχουν σε όλη την ιστορία της
αυτοκρατορίας, όπως με τον Δάκα βασιλιά Δεκέβαλο. Η ισχύς του
περιορίσθηκε από τις εκστρατείες του Σραϊανού, που έγιναν πέρα από τον
Δούναβη. Έκανε ειρήνη με τους Ρωμαίους και, απερίσπαστος πια,
ξεκίνησε να απειλεί τις αυτοκρατορικές επαρχίες. Φρειάσθηκαν δύο
χρόνια πολέμων για να αποσοβηθεί η απειλή που είχε ανακύψει από την
αυτοκρατορική πολιτική. Παρομοίως οι Μαρκομαννικοί πόλεμοι του 2ου
αιώνα, επέσπευσαν εισβολές βαρβάρων στην Βαλκανική χερσόνησο και
στην βόρεια Ιταλία. Ο Μάρκος Αυρήλιος ήταν ανεπιτυχής στην
αντιμετώπιση αυτών των απειλών διότι στράφηκε εναντίον μερικών
φυλών και αντάμειψε άλλους. Οι φύλαρχοι που είχαν ευνοηθεί από τον
Ρωμαίο αυτοκράτορα επιτέθηκαν στους άλλους φυλάρχους, εξωθώντας
τους στις αυτοκρατορικές επαρχίες και προκαλώντας την διεξαγωγή νέων
εκστρατειών από τους αυτοκράτορες. Οι αυτοκράτορες του 3ου αιώνα
συνέχισαν να διαχειρίζονται με τον ίδιο τρόπο τους βαρβάρους αρχηγούς,
αλλά το έκαναν από πιο αδύναμη θέση σε σύγκριση με τους προκατόχους
τους. Εξ αιτίας αυτών των δεδομένων, ο 3ος αιώνας ήταν μια εποχή που οι
βάρβαροι λαοί απείλησαν σοβαρά τα σύνορα της αυτοκρατορίας.
Σον 3ο αιώνα, εμφανίσθηκαν βάρβαροι λαοί στα σύνορα της
αυτοκρατορίας: οι Αλαμαννοί, οι Γότθοι και οι Υράγκοι. Αν και ήταν
άγνωστοι στον Ρωμαϊκό κόσμο, οι λαοί αυτοί θα παρέμεναν μόνιμη
ενασχόληση της αυτοκρατορικής πολιτικής. ΢ε όλη την διάρκεια του 3ου
αιώνα, πολλοί βάρβαροι στον Άνω Ρήνο με την ονομασία Αλαμαννοί
100
ξεκίνησαν να μετακινούνται και να δραστηριοποιούνται κατά της Ρώμης.
Σον 4ο αιώνα, αποτελούσαν μια ομοσπονδία διαφόρων ηγεμόνων, η οποία
ενωνόταν για να εκστρατεύει κατά των Ρωμαίων. Έτσι και οι Υράγκοι
δραστηριοποιούνταν
κατά
της
Ρώμης.
Παράλληλα,
οι
Γότθοι
εμφανίσθηκαν υπό τις ίδιες συνθήκες.
΢τις περιοχές όπου εμφανίζονται οι Γότθοι για πρώτη φορά τον 3ο
αιώνα υπήρχαν μικρές αλλά ισχυρές κοινότητες βαρβάρων. Σότε
παρουσιάζονται οι Γότθοι στο προσκήνιο της ιστορίας. Αντιθέτως,
κοινότητες ΢αρματών διατηρούσαν πυκνές σχέσεις με τις Ρωμαϊκές
επαρχίες, αν και ορισμένες φορές υφίσταντο επιθέσεις από τον Ρωμαϊκό
στρατό. ΢ταδιακά, όμως, οι βάρβαροι που ζούσαν στον Δούναβη και στις
στέπες της Ουκρανίας θεωρήθηκαν μια επιπλέον σοβαρή απειλή για την
Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Οι περιοχές αυτές απέκτησαν μεγάλη σημασία
για την αυτοκρατορική στρατηγική του 3ου αιώνα· την εποχή αυτή έχουμε
τις πρώτες πληροφορίες για τους Γότθους.
Οι επαρχίες που βρίσκονταν στα Βαλκάνια και αυτές κοντά στον
Δούναβη προστέθηκαν σχετικά αργά στην επικράτεια της Ρωμαϊκής
αυτοκρατορίας. Αν και από την εποχή του Αυγούστου υπήρχε ένα
σύστημα επικοινωνίας των ανατολικών με τις δυτικές επαρχίες, το
εσωτερικό των Βαλκανίων αναπτύχθηκε με αργούς ρυθμούς. Σο κτίσιμο
πολλών φρουρίων στα σύνορα δεν υποστηρίχθηκε από μια προϊούσα
αστικοποίηση και την δημιουργία κατάλληλου οδικού δικτύου όπως στην
Γαλατία. Έτσι, οι Βαλκανικές επαρχίες καθυστέρησαν να αναπτυχθούν
και δεν είχαν την ίδια εξέλιξη όπως οι αντίστοιχες στην Δύση. Όταν ο
Σραϊανός
δημιούργησε
την
επαρχία
της
Δακίας
στην
σημερινή
Σρανσυλβανία, τότε ξεκίνησε να εξελίσσεται η περιοχή νότια του
Δούναβη. ΢ταδιακά, λοιπόν, στην περιοχή αυτή οι κοινωνίες των
βαρβάρων υιοθέτησαν οργανωμένες δομές. Η ίδρυση της καινούριας
επαρχίας επηρέασε τους λαούς όπως η Ρωμαϊκή Γαλατία επηρέασε την
βάρβαρη Γερμανία. Τπό το φως αυτών των εξελίξεων, ο λαός των Γότθων
εμφανίσθηκε στο προσκήνιο της ιστορίας.
5.3. Η καταγωγή των Γότθων
Η ιστορία των Γότθων είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την έννοια της
μετανάστευσης.80 Η ιστορία του συγκεκριμένου λαού ξεκινά στην
80
P. Heather, The Goths, Blackwell 1996.
101
΢κανδιναβία, μετά στην Βαλτική και, τέλος, καταλήγει στην Μαύρη
Θάλασσα. ΢χετικά με τους Γότθους, υπάρχει μια μόνο πηγή που εξιστορεί
τις μετακινήσεις αυτού του λαού: είναι το Getica του Ιορδάνη, συγγραφέν
τον 6ο αιώνα μ.Φ. Βάσει αυτού του έργου, ιχνηλατούμε την ιστορία των
Γότθων, η οποία αρχίζει από την βόρεια Ευρώπη και δεν είχε καμία σχέση
ή σύνδεση με τον Ελληνορωμαϊκό κόσμο.
Από τότε που το έργο του Ιορδάνη τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1515
από τον ουμανιστή Conrad Peutinger, παρέμεινε η βασική πηγή αναφοράς
για όποιον επιθυμεί ν διερευνήσει την ιστορία των Γότθων. Καμία άλλη
γραπτή πηγή δεν αναφέρεται στην ιστορία των Γότθων πριν τον 3ο
αιώνα. Έτσι, το έργο του Ιορδάνη είναι πολύ σημαντικό για την ανίχνευση
των αρχών της ιστορίας των Γότθων.
Ο Ιορδάνης ήταν γιος του Alanoviamuth και εγγονός του Paria, ενός
γραμματέα του βαρβάρου φυλάρχου Candac. Προτού γίνει χριστιανός ο
Ιορδάνης, ήταν γραμματέας ενός βαρβάρου φυλάρχου, του Gunthigis. Σα
ονόματα των προγόνων του Ιορδάνη είναι βαρβαρικά, και ο ίδιος είχε
Γοτθική καταγωγή. Ο Ιορδάνης έγραψε δύο έργα, το Romana και το Getica,
ο οποίος είναι ο σύντομος τίτλος του έργου De origine actibusque Getarum
(«Περί της καταγωγής και των πράξεων των Γότθων»). ΢υνέγραψε στην
Κωνσταντινούπολη, σε λατινική γλώσσα. Σο Getica συγγράφηκε μετά το
550. Όταν ο Ιορδάνης συνέγραφε, το βασίλειο των Βανδάλων είχε
καταστραφεί από τα στρατεύματα του Ιουστινιανού.
Ένα πρόβλημα όμως που εγείρεται εδώ είναι το πώς μπορεί να
ξεχωρίσει ένας Γότθος από έναν Υράγκο ή ένας Αλαμαννός από έναν
΢αρμάτη; Πώς τους διαχώριζαν όμως οι Ρωμαίοι; Οι τρεις λέξεις που είναι
γνωστές στις ελληνικές και ρωμαϊκές πηγές και περιγράφουν τις
βαρβαρικές φυλές είναι gens, natio και ἔθνος. Οι δύο πρώτες λέξεις είναι
λατινικές και η τρίτη ελληνική. Βάσει της ετυμολογίας τους, η λέξη gens
αναφέρεται σε μια εκτεταμένη φυλετική ομάδα, ενώ η λέξη natio σε ένα
σύνολο τέτοιων ομάδων· το ελληνικό ισοδύναμό τους είναι η λέξη ἔθνος.
Έτσι, όταν οι Ελληνικές και οι Ρωμαϊκές πηγές χρησιμοποιούν τις
προαναφερθείσες λέξεις, αναγνωρίζουν την ύπαρξη μιας διαφορετικής
φυλετικής ομάδας, που δεν έχει την Ελληνική ή την Ρωμαϊκή ταυτότητα.
Με άλλα λόγια, οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι δεν νοιάζονταν να
διαχωρίσουν τις βαρβαρικές ομάδες ή φυλές.
Πώς
όμως
ξεχώριζε
ένας
Γότθος
από
τους
υπόλοιπους;
Πώς
αναγνωρίζονταν από τους Έλληνες και τους Ρωμαίους; Πιθανόν από την
102
ενδυμασία. Είναι όμως ανέφικτο να ανασυσταθεί η ενδυμασία των
Γότθων
μόνο
από
αρχαιολογικά
ευρήματα.
Μάλλον,
η
γλώσσα
αποτελούσε ένα διαφοροποιητικό στοιχείο, ειδικά από τότε που η Γοτθική
έγινε γραφομένη. Δεν υπάρχει καμία πηγή όμως που να διαχωρίζει έναν
Γότθο από έναν Γέπιδα, που ζούσαν στα σύνορα του Δούναβη. Σι ήταν
όμως αυτό που δημιούργησε την αίσθηση μιας κοινής καταγωγής για
όλους τους Γότθους τον 3ο και 4ο αιώνα; Γνώριζαν ότι οι Έλληνες και οι
Ρωμαίοι τους ονόμαζαν Γότθους;
Οι Ρωμαίοι διαχώριζαν όλες αυτές τις ποικίλες βαρβαρικές φυλές,
έχοντας ως κριτήριο τον τόπο καταγωγής τους. ΢τρατολογούσαν
Υράγκους ή Γότθους στον στρατό τους σε ιδιαίτερες μονάδες. Επίσης, οι
βάρβαροι αυτοί, όταν ανέπτυσσαν πολιτική δραστηριότητα με την
Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ονόμαζαν τους εαυτούς τους «Υράγκους» ή
«Γότθους» αντιστοίχως. Η ονομασία τους γινόταν γνωστή όταν νικούνταν
από έναν αυτοκράτορα και προστίθετο το όνομα της φυλής τους στον
επινίκιο αυτοκρατορικό τίτλο. Όσο η ισχύς των αρχηγών των Γότθων
αύξανε, τόσο εδραιωνόταν η πολιτική τους θέση έναντι της Ρώμης. ΢τα
τέλη του 3ου αιώνα, κάποιοι από αυτούς τους πολεμιστές απέκτησαν
σημαντική δύναμη για να ελέγχουν τις περιοχές βόρεια του Δούναβη και
της Μαύρης Θάλασσας. Μερικές φορές είτε στράφηκαν κατά της
αυτοκρατορίας είτε πολέμησαν μεταξύ τους είτε υπηρέτησαν στον
αυτοκρατορικό στρατό. Ανεξαρτήτως των σχέσεων που ανέπτυξαν
μεταξύ τους ή με την αυτοκρατορία, οι Γότθοι εμφιλοχώρησαν στην
πολιτική ζωή της Ρώμης έως ότου κατέλυσαν το δυτικό μέρος της
αυτοκρατορίας.
5.4. Η άνοδος της Γοτθικής ισχύος
΢τις τρεις πρώτες δεκαετίες του 4ου αιώνα οι Γότθοι κυριάρχησαν
απόλυτα στον Δούναβη μέχρι και τις στέπες του Καυκάσου. Έτσι, γύρω
στο 320, ο Δούναβης θεωρείτο Γοτθικός ποταμός. Οι περιοχές πέραν του
Δούναβη ονομάζονταν «Γοτθία», μια λέξη που δανείστηκε η Γοτθική
γλώσσα και την μετέτρεψε ως Gutthiuda, δηλαδή «χώρα των Γότθων». Η
άνοδος της ισχύος των Γότθων εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των
Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Σο ορόσημο σε αυτό ήταν η περίοδος της
βασιλείας του Διοκλητιανού.
103
Σην δεκαετία του 290, ο Διοκλητιανός μετέτρεψε άρδην το διοικητικό
σύστημα
της
Ρωμαϊκής
αυτοκρατορίας.
Περιορίστηκαν
ή
και
εξαλείφθηκαν οι αιτίες που οδήγησαν στην διάλυση της αυτοκρατορίας
τον 3ο αιώνα, και έτσι δημιουργήθηκε το ισχυρό κράτος το οποίο είχαν να
αντιμετωπίσουν οι Γότθοι τον 4ο αιώνα. Η πρώτη ενέργεια του
Διοκλητιανού ήταν να ορίσει ως συναυτοκράτορα τον Μαξιμιανό, το 285.
Ο στόχος ήταν να υπάρξει η δυνατότητα να αντιμετωπίζονται πολλές
απειλές ταυτόχρονα. Επιπλέον, ο Διοκλητιανός όρισε και δύο νέους
καίσαρες ώστε να βοηθούν στο διοικητικό έργο των αυτοκρατόρων.
Ουσιαστικά, επρόκειτο για τέσσερεις αυτοκράτορες οι οποίοι δρούσαν από
κοινού. Ήταν η λεγόμενη «τετραρχία», η οποία αποτελείτο από τον
Διοκλητιανό, τον Μαξιμιανό, τον Κωνστάντιο και τον Γαλέριο.
Η αναμόρφωση του αυτοκρατορικού αξιώματος συνοδεύθηκε από την
παγίωση μιας θρησκευτικής ιδεολογίας, η οποία προσέδιδε στους
αυτοκράτορες θεϊκή καταγωγή από τον Δία και τον Ηρακλή, τις πιο
διακεκριμένες θεότητες στο Ρωμαϊκό πάνθεον. Η τετραρχία ανανέωσε
την λατρεία προς το πρόσωπο του αυτοκράτορα. Οι δύο αυτές
πρωτοβουλίες είχαν ως σκοπό την απόσπαση της θεϊκής εύνοιας. Οι
διωγμοί που εξαπέλυσε ο Διοκλητιανός κατά των Φριστιανών ήταν η
συνέπεια αυτής της ιδεολογίας των τετραρχών, γιατί οι Φριστιανοί
αρνούνταν να λατρεύσουν άλλο θεό, εκτός του δικό τους· έτσι
διακινδύνευε η ασφάλεια του κράτους. Ο Διοκλητιανός εφάρμοσε και
άλλα μέτρα, όπως την αναμόρφωση του νομίσματος, την ανασύνταξη του
στρατού και την ισχυροποίηση της αυτοκρατορικής φρουράς. Επίσης,
κατήργησε τις εκτεταμένες επαρχίες και δημιούργησε πολλές μικρότερες.
Έτσι, οι διάφορες μεταρρυθμίσεις που ανέλαβε ο Διοκλητιανός ήταν ad hoc
μέτρα,
που
αποσκοπούσαν
στο
να
απαλείψουν
τα
διαφορετικά
προβλήματα που ταλάνιζαν την αυτοκρατορία. Ο Διοκλητιανός με αυτόν
τον τρόπο διασφάλισε το αυτοκρατορικό αξίωμα, προκειμένου ο εκάστοτε
αυτοκράτορας να μπορεί απερίσπαστος να ασχοληθεί με τους βαρβάρους
πέρα από τα βόρεια σύνορα.
Η ισχυροποίηση του αυτοκρατορικού αξιώματος σήμανε την λήξη των
συνοριακών πολέμων πριν το 305, όταν πια το σύστημα της τετραρχίας
εδραιώθηκε. Οι τετράρχες είχαν πια την δυνατότητα να αποφασίζουν
γρηγορότερα για το αν θα έπρεπε να αναλάβουν δράση για κάποιο
πρόβλημα που αναφυόταν στα σύνορά τους. Άρχισαν να προσεγγίζουν
φυλάρχους βαρβαρικών φυλών προκειμένου να τους εντάξουν στους
104
αυτοκρατορικούς κύκλους και να προωθήσουν έτσι αποτελεσματικότερα
τα συμφέροντα της Ρώμης. ΢τις αρχές όμως του 4ου αιώνα η φυλή των
Σερβινγκίων απέκτησε μεγάλη δύναμη. Πριν το 307, ο Γαλέριος είχε
πολεμήσει κατά των ΢αρματών. Έπειτα, το καλοκαίρι του 307, επιτέθηκε
πιο ανατολικά κατά του λαού των Carpi, τοποθετώντας πολλούς από
αυτούς νότια του Δούναβη αφού τους νίκησε.81
Η θέληση των Carpi να μετεγκατασταθούν σε μια άλλη περιοχή είναι
πολύ
σημαντική
παράμετρος. Μάλλον
πιέζονταν από
γειτονικές
βαρβαρικές φυλές, εισήλθαν στην αυτοκρατορική επικράτεια και έτσι
προκάλεσαν τον Γαλέριο να κινηθεί εναντίον τους. Οι Γοτθικής
καταγωγής Σερβίνγκιοι τούς ασκούσαν μεγάλη πίεση για να φύγουν από
την περιοχή αυτή. ΢ε αυτό πρέπει να συνεπικουρήθηκαν από τους
τετράρχες, οι οποίοι δεν διεξήγαν εκστρατείες μετά το 291 εναντίον τους.
Απολάμβαναν λοιπόν την αυτοκρατορική εύνοια και είχαν αναδειχθεί ως
ο ρυθμιστικός παράγοντας στον Δούναβη, ελέγχοντας τις υπόλοιπες
φυλές.
Ενώ ο Κάτω Δούναβης διατελούσε υπό την δικαιοδοσία
ενός
αυτοκράτορα ο οποίος έδρευε στα Βαλκάνια, οι επαρχίες βόρεια του
Δούναβη ήταν το πεδίο συγκρούσεων μεταξύ των αντιπάλων μετά το 305.
Επιπροσθέτως, ήταν πολύ χρήσιμο να υπάρχει μια σύμμαχη Γοτθική
φυλή στην περιοχή των Βαλκανίων, διότι θα λειτουργούσε ως ανάχωμα
στην επεκτατικότητα άλλων βαρβαρικών φυλών.
Εν τω μεταξύ, η τετραρχία κατέρρευσε. Ο Διοκλητιανός και ο
Μαξιμιανός παραιτήθηκαν το 305, για άγνωστους λόγους. Ο Γαλέριος και
ο Κωνστάντιος ανακηρύχθηκαν Αύγουστοι, αλλά η επιλογή των νέων
καισάρων δημιούργησε προβλήματα. Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίου
το 306 στην Τόρκη, ο Κωνσταντίνος ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας με την
υποστήριξη του Αλαμαννού βασιλιά Crocus, ο οποίος κατείχε υψηλή θέση
στον αυτοκρατορικό στρατό.82 Ο Μαξέντιος, γιος του Μαξιμιανού,
ανακηρύχθηκε και αυτός αυτοκράτορας το ίδιο έτος στην Ρώμη, έχοντας
την υποστήριξη του Ρωμαϊκού όχλου. Ο Κωνσταντίνος αναγνωρίσθηκε ως
αυτοκράτορας από τον Γαλέριο, αλλά ο Μαξέντιος δεν έγινε αποδεκτός
ως νόμιμος αυτοκράτορας. Έτσι, ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος από το 307
έως το 313. Σελικά, έμειναν δύο αυτοκράτορες, ο Μέγας Κωνσταντίνος
στην Δύση και ο Λικίνιος στην Ανατολή.
81
82
T. D. Barnes, Constantine and Eusebius, Cambridge 1981, 299.
Epitome de Caesaribus 41.3.
105
Μεταξύ των ετών 313 και 316, οι δύο αυτοκράτορες συνεργάζονταν αλλά
υφείρπε ένταση στις σχέσεις τους. Έτσι, ξέσπασε πόλεμος. Σα δυτικά
Βαλκάνια κατελήφθησαν από τον Κωνσταντίνο. Σο Sirmium, όπου
διέμενε ο Λικίνιος, κατελήφθη. Ο γιος του Κωνσταντίνου, Κρίσπος, έμεινε
στους Σρεβήρους για να εκστρατεύσει κατά των Υράγκων και των
Αλαμαννών. Σο 323 ο Κωνσταντίνος εκστράτευσε κατά των ΢αρματών
στην Παννονία, κερδίζοντας μια μάχη κατά του βασιλιά Rausimod, όπως
και αλλού στον Δούναβη. Έτσι, ο Κωνσταντίνος έλαβε τον επινίκιο τίτλο
Sarmaticus. Εκστρατεύοντας όμως στα Βαλκάνια προκαλούσε τον Λικίνιο,
διότι ευρισκόταν στην περιοχή δικαιοδοσίας του. ΢κόπιμα λοιπόν ξέσπασε
ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ τους.
Κατά
την
διάρκεια
των
εχθροπραξιών,
και
οι
δύο
πλευρές
στρατολόγησαν πολεμιστές από βαρβαρικές φυλές. Ο Λικίνιος πριν το 315
είχε κερδίσει μια νίκη κατά των Γότθων και μάλλον οι όροι της ειρήνης
περιλάμβαναν θητεία Γότθων πολεμιστών στον αυτοκρατορικό στρατό.
΢τον πόλεμο κατά του Κωνσταντίνου, οι Γότθοι πολέμησαν μαζί με τον
Λικίνιο,
υπό
τις
διαταγές
του
στρατηγού
Alica.
Αντιθέτως,
ο
Κωνσταντίνος χρησιμοποιούσε Υράγκους πολεμιστές στον στρατό του. Οι
βάρβαροι υπηρετούσαν πάντα στα αυτοκρατορικά στρατεύματα, αλλά
τώρα το φαινόμενο είχε λάβει διαφορετικές διαστάσεις.
΢τις αρχές της δεκαετίας του 320, οι αντίπαλοι αυτοκράτορες
στρατολογούσαν στρατεύματα για να τους χρησιμοποιήσουν στα
στρατεύματά τους. Ο Κωνσταντίνος και ο Λικίνιος συναγωνίζονταν για
τον έλεγχο των βαρβαρικών φυλών των ΢αρματών και των Γότθων,
προκειμένου οι βάρβαροι αυτοί να κατατάσσονται στον στρατό του
αυτοκράτορα με τον οποίο είχαν καλές σχέσεις. Σον 4ο αιώνα, οι
αυτοκράτορες χρησιμοποιούσαν συνέχεια βαρβάρους πολεμιστές για να
στελεχώσουν τα στρατεύματά τους.
5.5. Ο πόλεμος του Μεγάλου Κωνσταντίνου με τους Γότθους
Κατά τα τέλη της δεκαετίας του 320 συνέβησαν κάποιες αναταραχές στα
σύνορα του Δούναβη. Η αιτία ήταν ότι οι Σερβίνγκιοι απειλούσαν
γειτονικούς
λαούς
και
είχαν
προκαλέσει
μετακίνηση
μεγάλων
πληθυσμιακών ομάδων. Πρώτον, το 330, οι Taifali εισέβαλαν στα
Βαλκάνια, γιατί πιέζονταν από τους Σερβίνγκιοι. Ακολούθησε μια
έκκληση βοήθειας προς τον αυτοκράτορα από κάποιους λαούς και έτσι
106
ξέσπασε πόλεμος με τους Γότθους. Οι ΢αρμάτες μάλλον απεύθυναν την
έκκληση αυτή, αφού διατελούσαν σύμμαχοι της Ρώμης στην περιοχή. Ο
Κωνσταντίνος εκστράτευσε κατά των Γότθων, κινούμενος στην περιοχή
της Παννονίας.
Όσο ο Κωνσταντίνος και ο Λικίνιος συγκρούονταν μεταξύ τους, ένας
βασιλιάς των Σερβινγκίων άδραξε την ευκαιρία και επέκτεινε την
επικράτειά του εις βάρος των γειτόνων του, αν και δεν απειλούσε άμεσα
κάποια Ρωμαϊκή επαρχία. Μάλλον ανέμενε την βέβαιη έκβαση των
πραγμάτων: οι εχθροί του θα γίνονταν αποδεκτοί από την Ρωμαϊκή
αυτοκρατορία και θα εγκαθίσταντο εκεί, ενώ ο ίδιος θα επεξέτεινε την
κυριαρχία του και στις περιοχές πέραν του Δούναβη. Αν αυτά ήταν τα
σχέδιά του που ήθελε να εφαρμόσει, δεν προέβλεψε την αντίδραση του
αυτοκράτορα. Ο Κωνσταντίνος έστειλε τον μεγαλύτερο γιο του καίσαρα,
Κωνσταντίνο, να εκστρατεύσει κατά μήκος του Δούναβη. Έτσι, η
εκστρατεία του αυτοκράτορα οδήγησε περίπου 100.000 Γότθους στην
πείνα και στο κρύο. Ο Κωνσταντίνος ζήτησε και έλαβε ομήρους, ανάμεσα
στους οποίους βρισκόταν και γιος του Γότθου βασιλιά Αριάριχος .83 Μετά
την ήττα των Γότθων, ο Κωνσταντίνος εκστράτευσε κατά των ΢αρματών,
γιατί δεν είχαν τηρήσει την συμφωνία τους μαζί του.
Ο Κωνσταντίνος κέρδισε μια πολύ σημαντική νίκη κατά των Γότθων.
Επικράτησε ειρήνη στην περιοχή νότια του Δούναβη και σταμάτησαν οι
αναταραχές. Η ειρήνη που συμφωνήθηκε το 332 σηματοδοτεί ένα σημείο
σταθμό στην ιστορία των σχέσεων μεταξύ Ρώμης και Γότθων.
Επιβλήθηκε ειρήνη διάρκειας 30 ετών και έτσι οι Γότθοι υποτάχθηκαν
στην ισχύ της Ρώμης.84 Πολλοί Γότθοι υπηρέτησαν στον αυτοκρατορικό
στρατό και έτσι ωφελήθηκαν οικονομικά και πολιτικά και οι δύο πλευρές.
5.6. Γότθοι και Ρωμαίοι το διάστημα 332-376
Η πολιτική σταθερότητα στον Δούναβη είχε ευνοήσει την ευημερία και
την πρόοδο για όλες τις Γοτθικές φυλές, που διαβιούσαν στην περιοχή. Η
σταθερότητα
όμως
αυτή
συνιστούσε
κίνδυνο
για
την
Ρωμαϊκή
αυτοκρατορία. Η νίκη του Κωνσταντίνου επί του βασιλιά Αριάριχος των
Σερβινγκίων το 332, και η συνακόλουθη ειρήνη, δεν περιόρισε καθόλου
την στρατιωτική ισχύ αυτής της Γοτθικής φυλής. Όταν, λοιπόν, ο Ουάλενς
83
84
Eusebius, Vita Const. 4.5.1–2.
Eusebius, Vita Const. 4.5.2.
107
στα τέλη της δεκαετίας του 360 ξεκίνησε πόλεμο εναντίον τους, είχαν ήδη
μεγάλη δύναμη. Ακόμα πιο εντυπωσιακή ήταν η νίκη των Γότθων το 378
στην Αδριανούπολη, κατά την οποία καταστράφηκε το μεγαλύτερο μέρος
του ανατολικού Ρωμαϊκού στρατού. Δεν είναι όμως γνωστό το πώς
αυξήθηκε η ισχύς των Γότθων στα τριάντα χρόνια ειρήνης που
ακολούθησαν μετά το 332, και πόσο μάλλον για συγγενικά Γοτθικά φύλα.
Δεν είναι επιβεβαιωμένο ότι ο βασιλιάς Αριάριχος ήταν ο μοναδικός
βασιλιάς των Γότθων κατά του οποίου εστράφη ο αυτοκράτορας το 332.
Επίσης, δεν έχει εξακριβωθεί αν συνδεόταν με τους επόμενους Γότθους
ηγεμόνες των Σερβίνγκιοι. Σο 364/365, κάποιοι Γότθοι βασιλείς έστειλαν
στρατεύματα για να υποστηρίξουν έναν ανεπιτυχή ανταπαιτητή του
αυτοκρατορικού αξιώματος. ΢τις αρχές όμως του 370 εμφανίζεται ένας
ηγέτης των Σερβίνγκιοι, ο Αθανάριχος, αν και οι πηγές αναφέρονται σε
αυτόν ως «iudex» και όχι ως βασιλιά. Άλλες πηγές καταδεικνύουν ότι ο
Αθανάριχος δεν ήταν ο μοναδικός βασιλιάς· υπάρχουν και άλλες
βασιλικές προσωπικότητες, όπως η βασίλισσα Γκάαθα κ.ά. Ο Αθανάριχος,
αν και iudex, ήταν ανώτερος από έναν βασιλιά. Οι ελληνορωμαϊκές πηγές
μεταφράζουν την Γοτθική λέξη reiks ως ισοδύναμη της λατινικής rex, και
την Γοτθική λέξη thiudans ως ισοδύναμη της λέξης iudex. Σο γεγονός ότι
ένας δικαστής εμφανίζεται ως βασιλιάς είναι αξιοσημείωτο, αν και δεν
είναι καταγεγραμμένες με ακρίβεια οι αρμοδιότητες του πρώτου.
Παρά την πρόσκαιρη νίκη του Κωνσταντίνου κατά των Γότθων και την
ειρήνη
που
ακολούθησε,
εμφανίστηκαν
νέοι
εχθροί.
Σο
334,
ο
Κωνσταντίνος εκστράτευσε κατά των ΢αρματών, εναντίον αυτών που
είχαν ζητήσει αρχικώς την βοήθειά του κατά των Γότθων. Οι ΢αρμάτες
επαναστάτησαν και 30.000 από αυτούς τάχθηκαν με την Ρώμη. Μόλις
εισήλθαν στην αυτοκρατορική επικράτεια, άλλοι έμειναν στα Βαλκάνια
και άλλοι κατευθύνθηκαν προς την Ιταλία. Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι τα
σύνορα στον Δούναβη δεν ήταν ασφαλή, γιατί η ισορροπία δυνάμεων
στην περιοχή είχε ανατραπεί. Μετά το πέρας της εκστρατείας του 334, ο
Κωνσταντίνος έλαβε τον τίτλο Sarmaticus Maximus. Επίσης, πρόσθεσε τον
τίτλο Dacicus Maximus, πιθανόν γιατί αποκατέστησε την παλαιά επαρχία
της Δακίας του αυτοκράτορα Σραϊανού. Η Δακία δεν υπαγόταν στην
Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, αλλά εγκαταστάθηκαν φρουρές πέραν του
Δούναβη και κτίστηκαν και μικρά οχυρά, τα οποία έλεγχαν κατά κάποιο
τρόπο την περιοχή. Αναμφισβήτητα, ο Κωνσταντίνος αποτελούσε
φόβητρο για τους βαρβάρους που κατοικούσαν βόρεια του Δούναβη και
108
για τον λόγο αυτόν πολλοί ήταν οι πρέσβεις που εστάλησαν για να τον
συγχαρούν για τα τριαντάχρονα της βασιλείας του το έτος 335.
Όταν πέθανε ο Κωνσταντίνος το 337, δεν διεξήχθη καμία εκστρατεία
κατά των βαρβάρων του βορά για δύο σχεδόν χρόνια. Λίγο πριν πεθάνει ο
Κωνσταντίνος ετοιμαζόταν για μια μεγάλη εκστρατεία κατά της Περσίας,
θέλοντας να αποδείξει την ικανότητά του ως παγκοσμίου στρατηλάτη. Ο
θάνατός του όμως προκάλεσε αστάθεια στα σύνορα με την Περσία, και η
διαμάχη μεταξύ των διαδόχων του επέτεινε την έκρυθμη κατάσταση. Σον
Κωνσταντίνο διαδέχθηκαν τρεις γιοι και δύο ανιψιοί του. Ύστερα από την
οργανωμένη
σφαγή
των
πιο
κοντινών
του
συγγενών
ώστε
να
διασφαλισθεί η απρόσκοπτη άνοδος προς την εξουσία των γιων του,
απέμειναν
οι
τελευταίοι
ως
οι
αδιαφιλονίκητοι
κάτοχοι
του
αυτοκρατορικού αξιώματος.
Ο Κωνσταντίνος, ο Κωνστάντιος Β’ και ο Κώνστανς συγκρούστηκαν για
το ποιος τελικά θα επικρατούσε. Ο πιο μεγάλος γιος, ο Κωνσταντίνος, δεν
ήταν ευχαριστημένος με το μερίδιο εξουσίας που έλαβε όταν διαιρέθηκε η
αυτοκρατορία μεταξύ τους. Επιτέθηκε στον νεώτερο αδελφό του
Κώνσταντα το 340, αλλά πέθανε στον πόλεμο που ακολούθησε. Έπειτα, ο
Κωνστάντιος και ο Κώνστανς συνυπήρχαν ειρηνικά για τουλάχιστον μια
δεκαετία, έχοντας μάλλον εκστρατεύσει από κοινού κατά των ΢αρματών
προτού πεθάνει ο αδελφός τους. Όταν ο Κώνστανς εκθρονίστηκε από μια
ανταρσία του στρατού το 350, ο Κωνστάντιος επιτέθηκε εναντίον του
ανταπαιτητή Μαγνεντίου. Κατά την διάρκεια αυτής της εμφύλιας
διαμάχης, οι κάτοικοι των συνοριακών επαρχιών ήταν οι μεγάλοι χαμένοι.
Οι διαρκείς συγκρούσεις αποδυνάμωσαν την άμυνα των συνόρων και
προετοίμασαν το έδαφος για εισβολές των βαρβάρων που βρίσκονταν στ
σύνορα. ΢τον Κάτω Δούναβη η ειρήνη του 332 συνέχισε να διαρκεί, γιατί
οι Σερβίνγκιοι τηρούσαν τους συμπεφωνημένους όρους και παρείχαν
στρατιώτες στον αυτοκράτορα Κωνστάντιο. Αντιθέτως, τα σύνορα στον
Ρήνο είχαν πολλά προβλήματα. Εκεί ο Κώνστανς αντιμετώπισε την
επανάσταση του Μαγνεντίου, και από την περιοχή αυτή ο Μαγνέντιος
στρατολόγησε στρατιώτες για να πολεμήσει τον Κωνστάντιο.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος βρισκόταν κατά μήκος του Άνω Δούναβη,
επειδή η αδιαφορία της κεντρικής εξουσίας και οι συνεχείς εμφύλιες
διαμάχες είχαν αποδυναμώσει την φρούρηση αυτών των περιοχών. Οι
Υράγκοι και οι Αλαμαννοί ήταν ανυπάκουοι και συχνά λεηλατούσαν
περιοχές της αυτοκρατορικής επικράτειας όταν έβρισκαν την ευκαιρία. Ο
109
Κωνστάντιος, ο τελευταίος διάδοχος του Κωνσταντίνου, ήταν καχύποπτος
άνθρωπος και δεν εμπιστευόταν κανέναν από την οικογένειά του. Όμως,
δεν μπορούσε να κυβερνά μόνος του, γιατί υπήρχαν πολλά προβλήματα
στον Ρήνο. Αναγκαστικά έπρεπε να επιλέξει έναν από τους συγγενείς του
για να τον βοηθήσει στο έργο του· επέλεξε λοιπόν τον Ιουλιανό, τον οποίο
έχρισε καίσαρα το 356. Για πέντε χρόνια περίπου πολεμούσε συνεχώς στα
σύνορα του Ρήνου και πολλές φορές πέραν αυτού. Εν τω μεταξύ, ο
Κωνστάντιος διεξήγε πολλές εκστρατείες κατά των ΢αρματών και των
Κουάδων. Σο 358 και το 359, ο Κωνστάντιος έκανε συνεχόμενες
εκστρατείες κατά των ΢αρματών και των Κουάδων, όπως και πολλών
άλλων βαρβάρων. Ο Κωνστάντιος έσπερνε τον τρόμο παντού και
διαμοίραζε τις περιοχές που κατακτούσε σε διάφορους βαρβαρικούς
πληθυσμούς. Έτσι, οι ΢αρμάτες εξολοθρεύθηκαν από αυτές τις
εκστρατείες και η περιοχή στον Κάτω Δούναβη έμεινε στην δικαιοδοσία
των Κουάδων και των Σερβίνγκιοι.
Η ισχύς των Γότθων αυξανόταν προϊόντος του χρόνου, γιατί ούτε ο
Κωνστάντιος ούτε ο Ιουλιανός εκστράτευσαν στις περιοχές όπου
κατοικούσαν και έλεγχαν οι Γότθοι. Η ειρήνη που υπήρχε από το 330 έως
το 360 επέτρεψε την δημιουργία εμπορικών σχέσεων μεταξύ της
αυτοκρατορίας και των Γότθων, καθώς και την κατάταξη Γότθων
πολεμιστών στις φρουρές που υπήρχαν στον Δούναβη. Οι διάδοχοι του
Κωνσταντίου, Ουαλεντινιανός και Ουάλενς δεν πολέμησαν στα σύνορα
με τον Δούναβη, όπως ο προκάτοχός τους. Η υποταγή όμως των
΢αρματών και άλλων πιο αδύναμων βαρβαρικών φυλών επέτρεψε την
αύξηση της ισχύος των Γότθων και των Κουάδων· έτσι, ο Ουαλεντινιανός
και ο Ουάλενς πέθαναν σε εκστρατείες κατ’ αυτών των λαών.
Οι πόλεμοι κατά των Γότθων που διεξήγε ο Ουάλενς είναι άρρηκτα
συνυφασμένοι με τις εσωτερικές διαμάχες της αυτοκρατορίας, και ειδικά
με την κατάσταση που του κληροδοτήθηκε από τον Κωνστάντιο Β’ και τον
Ιουλιανό. Ο Ιουλιανός, αφού δέχθηκε το αξίωμα του καίσαρος από τον
Κωνστάντιο, του ανατέθηκε η διαφύλαξη των συνόρων στον Ρήνο. Σο 359,
μετά από πολλές επιτυχείς μάχες κατά των Υράγκων και των
Αλαμαννών, ο Ιουλιανός ανακηρύχθηκε αύγουστος από τα στρατεύματά
του. Η εξέλιξη αυτή ήταν η αιτία για να ξεσπάσει ένας εμφύλιος πόλεμος
μεταξύ των δύο ανδρών. Έτσι, ο Κωνστάντιος τερμάτισε τις εκστρατείες
του στην Περσία για να συγκρουστεί με τον ξάδελφό του. Σην
αναπόφευκτη
σύγκρουση
σταμάτησε
ο
αιφνίδιος
θάνατος
του
110
Κωνσταντίου το 361. Ο Ιουλιανός έθεσε άμεσα σε εφαρμογή ένα φιλόδοξο
πρόγραμμα εξάλειψης του χριστιανισμού από την αυτοκρατορία και
επιβολής της ειδωλολατρικής θρησκείας. Επίσης, θέλησε να υλοποιήσει
το σχέδιο των προκατόχων του για την κατάκτηση της Περσίας. Μετά από
κάποιες αρχικές επιτυχίες, ο Ιουλιανός σκοτώθηκε στην Κτησιφώντα το
363 κατά την διάρκεια σύγκρουσης με τα Περσικά στρατεύματα. Ο
στρατός εξέλεξε έναν αξιωματικό τον Ιοβιανό, για να τεθεί επικεφαλής
του στρατού και να τον απομακρύνει από την Περσία. Ο αυτοκρατορικός
στρατός αποχώρησε αφού συνάφθηκε συνθήκη ειρήνης με τους Πέρσες,
βάσει της οποίας πολλές πόλεις της Μεσοποταμίας υπήχθησαν στην
Περσική εξουσία. Ο Ιοβιανός όμως πέθανε και ο στρατός εξέλεξε το 364
τον Ουαλεντινιανό ως αυτοκράτορα. Επιπλέον, ο νέος αυτοκράτορας
υπέδειξε τον αδελφό του ως συναυτοκράτορα.
Σα πράγματα όμως σύντομα εκτραχύνθηκαν. Εμφανίστηκε ένας
σφετεριστής, ο Προκόπιος, ο οποίος ξεκίνησε την στάση από την
Κωνσταντινούπολη το 365, εξαγοράζοντας κάποια στρατεύματα τα οποία
κατευθύνονταν προς τα σύνορα στον Δούναβη· παρ’ ολίγον να
καταφέρουν να εκθρονίσουν τον Ουάλεντα και να προκαλέσουν μείζον
πολιτικό πρόβλημα. Ο Προκόπιος όμως προδόθηκε, αιχμαλωτίσθηκε και
εκτελέσθηκε το 366. Πολλοί Γότθοι ηγεμόνες βοήθησαν τον Προκόπιο,
στέλνοντας 3.000 στρατιώτες, γιατί τον θεώρησαν ως νόμιμο εκπρόσωπο
του οίκου του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Βέβαια, για τις υπηρεσίες τους
αυτές έλαβαν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό από τον επίδοξο σφετεριστή.
Ο Ουάλενς, όπως μπορεί κάποιος να υποθέσει, δεν σκόπευε να
αποδεχθεί μια τέτοια δικαιολογία. Επεδίωκε να δρέψει μια εύκολη νίκη η
οποία θα αποκαθιστούσε το κλονισμένο κύρος του από την υπονομευτική
προσπάθεια του Προκοπίου. Οι Γότθοι ήταν ένας εύκολος στόχος παρά οι
Πέρσες, και υπήρχε και προφανής δικαιολογία γι’ αυτό, επειδή
προσέφεραν υποστήριξη στον ανταπαιτητή του θρόνου. Νίκησε τους
Γότθους που υποστήριξαν τον Προκόπιο και τους ανάγκασε να
μετοικήσουν στην Μικρά Ασία. Έπειτα, κατά την διάρκεια των ετών 367369, ο Ουάλενς επιτέθηκε στους Γότθους που βρίσκονταν κοντά στον
Δούναβη. Οι εκστρατείες που έγιναν στην περιοχή ήταν πολύ καλά
οργανωμένες.
Κατά την πρώτη εκστρατεία, η οποία έγινε το καλοκαίρι του 367, ο
Ουάλενς διέβη τον Δούναβη στην Δάφνη μέσω μιας γέφυρας από βάρκες.
Οι Γότθοι, όμως, υποχώρησαν προς τα Καρπάθια όρη και απέφευγαν να
111
συγκρουστούν με τον στρατό του αυτοκράτορα. Παρά ταύτα, έταξε στους
στρατιώτες χρηματική αμοιβή προκειμένου να συλλάβουν όσο το δυνατόν
περισσότερους Γότθους μπορούσαν· έτσι κατάφερε να αποκομίσει κάποια
μικρά οφέλη από την εκστρατεία. Σο έτος 368, βροχές και πλημμύρες
εμπόδισαν τις κινήσεις του στρατού και έτσι στρατοπέδευσε δίπλα στον
Δούναβη όντας άπραγος. Εν τούτοις, ξεκίνησε να κτίζει κάποια φρούρια ή
να ανακαινίζει ήδη υπάρχοντα, στα οποία έδωσε ονόματα από μέλη της
οικογένειάς του. Ο τρίτος όμως χρόνος του πολέμου ήταν πιο ευνοϊκός.
Αφότου πέρασε τον Δούναβη στο Noviodunum (η σημερινή Isaccea στην
Ρουμανία), ο Ουάλενς προήλασε μέσα στην επικράτεια των Γότθων,
σπέρνοντας τον πανικό και τον φόβο από όπου περνούσε. Ένας ηγεμόνας
των Σερβινγκίων ο Αθανάριχος συγκρούστηκε με τους Ρωμαίους αλλά
ηττήθηκε. Ο αυτοκράτορας όμως δεν καταδίωξε τον Αθανάριχο, αλλά
επέστρεψε πίσω στην αυτοκρατορική επικράτεια λόγω του ότι η
εκστρατευτική περίοδος τελείωνε.
Ο Αμμιανός Μαρκελλίνος, ο οποίος είναι η βασική πηγή για τις
εκστρατείες αυτές, υποτιμά την σημασία τους για την αυτοκρατορία.
Όμως
η
τρίχρονη
εκστρατεία
του
Ουάλεντος
είχε
φέρει
απτά
αποτελέσματα και οφέλη για την αυτοκρατορία. Η άμυνα στα σύνορα
ισχυροποιήθηκε εξ αιτίας της ανέγερσης νέων φρουρίων στα εδάφη των
Γότθων. ΢την πραγματικότητα, τα σύνορα έκλεισαν για τους Γότθους, οι
οποίοι δεν μπορούσαν πια να έχουν εμπορικές σχέσεις με την
αυτοκρατορία. Μετά την ήττα του 369, ο Αθανάριχος επεδίωξε να συνάψει
ειρήνη με την Ρώμη, λόγω του κοινωνικού και οικονομικού αποκλεισμού
του λαού του. Οι όροι της ειρήνης συζητήθηκαν το καλοκαίρι του 369 από
δύο εμπίστους στρατηγούς του Ουάλεντος, τον Βίκτωρα και τον Αρινθαίο.
Ο
αυτοκράτορας
και
ο
Αθανάριχος
συναντήθηκαν
κοντά
στο
Noviodunum πάνω σε βάρκες στο μέσον του ποταμού. Ο αυτοκράτορας
σεβάσθηκε τον όρκο του Γότθου βασιλιά να μην πατήσει σε Ρωμαϊκό
έδαφος. Δόθηκαν όμηροι στην Γοτθική πλευρά, ο αυτοκράτορας έπαυσε
να
πληρώνει
χρηματικά
ποσά
στους
Γότθους,
και
η
εμπορική
δραστηριότητα ξεκίνησε ξανά.
Με την ειρήνη αυτή ξεκίνησε σταδιακά ο εκχριστιανισμός των Γότθων.
Ο Σερβίνγκιος αρχηγός Υριτίγερνος προσχώρησε στον χριστιανισμό και
κήρυξε πόλεμο
κατά του
Αθαναρίχου. Επίσης, κάποιοι Ρωμαίοι
στρατιώτες εστάλησαν για να βοηθήσουν τον χριστιανό Fritigern, προτού
οι δύο ηγεμόνες συμφωνήσουν για ειρήνη. Δεν είναι αποδεδειγμένο ότι ο
112
Υριτίγερνος πολέμησε με τον Αθανάριχο γιατί ήταν χριστιανός. Από την
πλευρά του, ο Αθανάριχος θεώρησε ότι η εξάπλωση του χριστιανισμού
απειλούσε το πολιτικό status quo της Γοτθίας. ΢ταδιακά όμως οι
Σερβίνγκιοι άρχισαν να προωθούνται προς τον Δούναβη, αιτούμενοι να
εισέλθουν στην αυτοκρατορική επικράτεια την άνοιξη του 376.
5.7. Η μάχη της Αδριανούπολης
΢την μάχη της Αδριανούπολης (9 Αυγούστου 378) εξολοθρεύθηκαν
περίπου τα 2/3 του στρατού της Ανατολής. Ήταν η χειρότερη ήττα του
Ρωμαϊκού στρατού κατά την αυτοκρατορική περίοδο, και μία από τις
χειρότερες στην ιστορία της Ρώμης. Οι Γότθοι που νίκησαν τον
αυτοκράτορα Ουάλεντα στην Αδριανούπολη το 378 δεν ήταν μια άτακτη
ορδή βαρβάρων. Ήταν οι Γότθοι οι οποίοι είχαν διαβεί τον Δούναβη το 376
με την άδεια του αυτοκράτορα. Επρόκειτο για μια συνήθη διαδικασία
«υποδοχής»
βαρβάρων
μέσα
στην
αυτοκρατορία.
Βέβαια,
είναι
αναμενόμενο ότι μπορεί να συμβούν επικίνδυνα πράγματα όταν μεγάλες
πληθυσμιακές μάζες μετακινούνται
διαρκώς. Έτσι,
η
κατάσταση
επιδεινώθηκε και οδήγησε στην ολέθρια μάχη της Αδριανούπολης στις 9
Αυγούστου.
Οι ιστορικές πηγές ξεκινούν την αφήγηση των γεγονότων όταν οι
Γότθοι καταφθάνουν στον Δούναβη το 376. Η βασική πηγή είναι ο
Αμμιανός Μαρκελλίνος, και οι δευτερεύουσες είναι αποσπάσματα από το
έργο του Ευναπίου και το έργο του μεταγενέστερου Ζωσίμου. Ο Αμμιανός
αρχίζει
με
μια
γραμμική
αφήγηση
των
γεγονότων:
οι
Ούνοι
εμφανίστηκαν από το πουθενά, διέλυσαν τους Αλανούς και εισέβαλαν
στο βασίλειο των Greuthungi του Ερμανάριχου, αναγκάζοντας μια ορδή
Γότθων προσφύγων να ζητήσουν να εισέλθουν στην αυτοκρατορία.
Επικεφαλής αυτών ήταν ο Αλαθαίος και ο ΢άφραξ, οι οποίοι οδήγησαν
τους Greuthungi δυτικά προς τον ποταμό Δνείστερο. Εκεί έγιναν
αντιληπτοί από τους Σερβινγκίους του Αθαναρίχου.
Ο Αθανάριχος, παλαιός εχθρός του Ουάλεντος, προήλασε με τον στρατό
του στον Δνείστερο, όπου στρατοπέδευσε σε μια ασφαλή απόσταση από
τους Greuthungi. Έστειλε μια εμπροσθοφυλακή για να παρατηρεί τους
Ούνους, αλλά αιφνιδιάσθηκε από την στρατιωτική τακτική τους. Μια
ομάδα Ούνων πέρασε τον Δνείστερο την νύχτα, προήλασαν κατά του
113
στρατοπέδου του Αθαναρίχου τον οποίο ανάγκασαν να υποχωρήσει
στους πρόποδες των Καρπαθίων. Αν και προσπάθησε να αποκρούσει τους
Ούνους και είχε κάποιες επιτυχίες, πολλοί από τους οπαδούς του τον
εγκατέλειψαν και ζήτησαν καταφύγιο μέσα στην αυτοκρατορία. Οι
Greuthungi με τον Αλαθαίο και τον ΢άφρακα εξαφανίστηκαν από το
ιστορικό προσκήνιο το 377.
΢τις αρχές του 376, πριν την έναρξη της εκστρατευτικής περιόδου,
μεγάλες μάζες Σερβινγκίων κατέλαβαν την βόρεια όχθη του Δούναβη και
ζήτησαν να εισέλθουν στην αυτοκρατορία.85 Θα εισέρχονταν ειρηνικά
στην αυτοκρατορική επικράτεια και ως αντάλλαγμα θα παρείχαν
πολεμιστές στον Ρωμαϊκό στρατό. Οι Σερβίνγκιοι χωρίσθηκαν σε πολλές
διαφορετικές ομάδες, χωρίς να έχουν γενικό αρχηγό. Τπήρχαν δύο
αρχηγοί των Σερβινγκίων, ο Αλάβιβος και ο Fritigern. Αν και ο Αλάβιβος
διηύθυνε τις διαπραγματεύσεις με την αυτοκρατορία, ο Υριτίγερνος
κατείχε περισσότερη ισχύ.
Σο αίτημα των Σερβινγκίων ήταν ευπρόσδεκτο από τον Ουάλεντα, γιατί
εκείνη την περίοδο ετοιμαζόταν να εισβάλει στην Περσία και οι Γότθοι
στρατιώτες θα ενίσχυαν τον στρατό του. Δεν επετράπη στους Γότθους να
εισέλθουν στην αυτοκρατορική επικράτεια λόγω του ότι δεν μπορούσε ο
αυτοκράτορας να τους αντιμετωπίσει. Οι Γότθοι θα σχημάτιζαν μάχιμες
μονάδες και θα αποστέλλονταν στα ανατολικά σύνορα. Δράττοντας την
θεόσταλτη ευκαιρία, ο Ουάλενς επέτρεψε στους Σερβινγκίους να
εισέλθουν και να λάβουν εκτάσεις τις οποίες θα καλλιεργούσαν· από την
πλευρά τους οι Σερβίνγκιοι έδωσαν κάποιους ομήρους στον αυτοκράτορα
ως εγγύηση για την ασφαλή είσοδο και εγκατάστασή τους.
Φρειάστηκαν πολλές μέρες για να διαβούν τον Δούναβη οι χιλιάδες των
Γότθων. Ο Ευνάπιος κάνει λόγο για 200.000 Γότθους, οι οποίοι είχαν
επικεφαλής πολλούς αρχηγούς. Λίγοι από αυτούς αφοπλίσθηκαν. Ήταν
όμως
συνήθης
τακτική
ο
αφοπλισμός
των
βαρβάρων
και
ο
επανεξοπλισμός τους όποτε ήταν αναγκαίο. Οι αξιωματικοί που
ετέθησαν επικεφαλής στην διαδικασία της διαπεραίωσης των Γότθων,
ήταν ο Λουπικίνος και ο Μάξιμος, ο πρώτος comes rei militaris και ο
δεύτερος dux της Μοισίας ή της ΢κυθίας.
Ενόσω εξελισσόταν η είσοδος των Γότθων στην αυτοκρατορία, οι
Greuthungi του Αλαθαίου και του ΢άφρακος κατέφθασαν στον Δούναβη,
ζητώντας να εισέλθουν και αυτοί στην επικράτεια της αυτοκρατορίας. Οι
85
Ammianus, RG 31.4.1–2.
114
δύο αρχηγοί έστειλαν πρέσβεις στον Ουάλεντα προβάλλοντας το αίτημά
τους. Σο αίτημα δεν έγινε αποδεκτό από τον αυτοκράτορα. Ο λόγος ήταν
ότι είχαν εισέλθει πολλοί Γότθοι και θα υπήρχε ο κίνδυνος να
αποσταθεροποιηθούν τα πράγματα στην περιοχή.
Από την πλευρά τους οι Σερβίνγκιοι δυσαρεστήθηκαν πολύ από την
άρνηση του αυτοκράτορα, και ο Λουπικίνος άρχισε να φοβάται για τις
μελλοντικές εξελίξεις. Οι περίπολοι του ποταμού δεν έλεγχαν επαρκώς
τα περάσματα του ποταμού και έτσι οι Greuthungi πέρασαν τον ποταμό
και στρατοπέδευσαν σε μεγάλη απόσταση από τους Σερβινγκίους.
Ο Λουπικίνος προσκάλεσε τον Υριτίγερνος και τον Αλάβιβο στην
Μαρκιανόπολη ως επισήμους καλεσμένους του.86 Ήταν μια συνήθης
διαδικασία, οι τοπικοί διοικητές να προσκαλούν τους αρχηγούς μιας
φυλής που βρισκόταν εν κινήσει. Οι δύο Γότθοι αρχηγοί θα έπεφταν σε
παγίδα στην Μαρκιανόπολη.
Οι Γότθοι αρχηγοί εγκαταστάθηκαν μέσα στην πόλη μαζί με την μικρή
ακολουθία τους. Ο Λουπικίνος τοποθέτησε την κύρια ακολουθία τους έξω
από την πόλη και εγκατέστησε δικούς του στρατιώτες μεταξύ των Γότθων
και των τειχών της πόλης. Εντός ολίγου διαστήματος, ξέσπασε διαμάχη
ανάμεσα στους Ρωμαίους και στους Γότθους, γιατί οι Ρωμαίοι δεν
επέτρεπαν στους Γότθους να αγοράζουν προμήθειες εντός της πόλεως.
Ξεκίνησαν συγκρούσεις, κατά τις οποίες σκοτώθηκαν κάποιοι Ρωμαίοι
στρατιώτες. Όταν ο Λουπικίνος πληροφορήθηκε τα νέα, διέταξε να
εκτελεστεί η σωματοφυλακή των δύο Γότθων αρχηγών. Αυτό όμως έγινε
γνωστό από τους Γότθους που ήταν έξω από την πόλη, οι οποίοι
ετοιμάστηκαν να επιτεθούν. Ο Υριτίγερνος έπεισε τον Λουπικίνο να
δείξει στους Γότθους ότι ο αρχηγός τους ήταν ζωντανός· ο Λουπικίνος το
έπραξε και ο Γότθος ηγεμόνας επέστρεψε στους συμπατριώτες του. Ο
Αλάβιβος μάλλον σκοτώθηκε ή κρατήθηκε όμηρος από τους Ρωμαίους.
Ο Υριτίγερνος μαζί με τους συμπατριώτες του Σερβινγκίους εισήλθαν
στην ΢κυθία, και όσο διαδίδονταν τα νέα για την παγίδα που έστησε ο
Λουπικίνος, όλοι οι Γότθοι που είχαν περάσει τον Δούναβη ενώθηκαν με
τον Γότθο αρχηγό. Τποχωρώντας από την Μαρκιανόπολη, ο Υριτίγερνος
και οι οπαδοί του καταδιώχθηκαν από τον Λουπικίνο. ΢ε απόσταση 14
χιλιομέτρων από την πόλη, Γότθοι και Ρωμαίοι συγκρούστηκαν με
τραγικά
αποτελέσματα
για
τους
τελευταίους:
πολλοί
Ρωμαίοι
σκοτώθηκαν και μόλις που κατάφερε ο Λουπικίνος να διαφύγει προς την
86
Ammianus, RG 31.5.4–8.
115
Μαρκιανόπολη και να κλειστεί εκεί. Ο Υριτίγερνος και οι Γότθοι του
εξοπλίστηκαν από τα όπλα των σκοτωμένων Ρωμαίων και άρχισαν να
λεηλατούν τις γύρω περιοχές, φτάνοντας μέχρι την Αδριανούπολη. Αν
βέβαια ο Λουπικίνος είχε νικήσει τους Γότθους, αυτά δεν θα συνέβαιναν.
Όμως η επανάσταση των Γότθων είχε ήδη εξαπλωθεί παντού.
Οι Γοτθικές μονάδες που υπηρετούσαν στον αυτοκρατορικό στρατό που
στάθμευε στην Θράκη ενώθηκαν με τον Fritigern. Δύο Γότθοι διοικητές, ο
Sueridus και ο Colias, παρακολουθούσαν με έντονη ανησυχία τις
περιπέτειες των Σερβινγκίων, αλλά προς το παρόν δεν έπρατταν τίποτε
για τους ομοφύλους τους. Όμως, στις αρχές του 377 έλαβαν διαταγές να
μετακινηθούν στο ανατολικό μέτωπο για να βοηθήσουν τον αυτοκράτορα
Ουάλεντα κατά των Περσών. Όταν όμως ζήτησαν από τις τοπικές αρχές
της Αδριανούπολης χρήματα για να αγοράσουν προμήθειες για τους
στρατιώτες τους, το αίτημά τους δεν έγινε δεκτό. Σότε οι Γότθοι
αρνήθηκαν να μετακινηθούν.
Οι αρχές της πόλης εξόπλισαν ένα μικρό στράτευμα και διέταξαν τους
Γότθους να αναχωρήσουν το ταχύτερο για την ανατολή. Αν και ως
ανώτατη αρχή η curia της πόλης είχε το δικαίωμα να δώσει διαταγές, ήταν
πολιτικό ατόπημα να μην παράσχει στους στρατηγούς των Γότθων όλα
τα αναγκαία για να εκπληρώσουν την αποστολή τους. Η κατηγορηματική
άρνηση των Γότθων να φύγουν από την πόλη οδήγησε τον λαό εναντίον
τους, ο οποίος άρχισε να βάλλει εναντίον τους με ό,τι έβρισκε μπροστά
του. Οι Γότθοι στρατιώτες τότε έπεσαν μανιασμένοι κατά του πλήθους
και έσφαζαν όποιον έπεφτε στα χέρια τους. Έφυγαν από την πόλη και
ενώθηκαν με τους Γότθους του Fritigern.
Παράλληλα, ο Ουάλενς έμαθε τα νέα της επανάστασης των Γότθων και
πείσθηκε για την σοβαρότητα της κατάστασης. Αποφάσισε να συνάψει
ειρήνη με τους Πέρσες και να στείλει κάποιους από τους στρατηγούς του
για να καταστείλουν την στάση στην Θράκη. Έστειλε λοιπόν τους
στρατηγούς Προφουτούρο και Σραϊανό για να διαχειρισθούν την έκρυθμη
κατάσταση. Εν τω μεταξύ, ο ανιψιός του Ουάλεντος, Γρατιανός,
συνειδητοποίησε το μέγεθος του προβλήματος. Έστειλε δύο στρατηγούς
του, τον Frigeridus και τον Richomeres, για να υποστηρίξουν τα
στρατεύματα της Ανατολής και να μην αφήσουν το πρόβλημα να
επεκταθεί και στις γειτονικές επαρχίες.
Ο Frigeridus αρρώστησε και επέστρεψε στην Δύση για κάποιο χρονικό
διάστημα, αφήνοντας τον Richomeres επικεφαλής των στρατευμάτων που
116
επρόκειτο να ενωθούν με τους στρατηγούς του Ουάλεντος. Προς το τέλος
του καλοκαιριού του 377, οι Ρωμαίοι συγκρούσθηκαν με τους Γότθους
στην τοποθεσία Ad Salices. Οι Ρωμαϊκές δυνάμεις ήταν αριθμητικά
λιγότερες από αυτές των Γότθων. Ο στρατηγός Profuturus έπεσε στην
μάχη αλλά η προσεγμένη εκπαίδευση και η εμπειρία των Ρωμαϊκών
στρατευμάτων τα έσωσε από την ολοκληρωτική καταστροφή. Έτσι,
έχοντας υποστεί μεγάλες απώλειες, οι Ρωμαίοι υποχώρησαν στην
Μαρκιανόπολη.
Παρά την ήττα στο Ad Salices, ο στρατηγός Richomeres και οι άλλοι
στρατηγοί είχαν επιφέρει αρκετή ζημιά στους Γότθους του Fritigern.
Πολλοί από αυτούς αποσύρθηκαν στα βουνά για να περάσουν τον
χειμώνα του 377-378. Ο Richomeres πήγε στην Γαλατία για να
συγκεντρώσει μια ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη για την εκστρατευτική
περίοδο της νέας χρονιάς. Ο Ουάλενς έστειλε ενισχύσεις για τον στρατό
της Θράκης, με επικεφαλής τον magister equitum ΢ατουρνίνο. Αυτός μαζί
με τον Σραϊανό απέκλεισαν τα περάσματα στον Αίμο, ώστε οι Γότθοι να
μην μπορούν να προμηθεύονται τα αναγκαία για να επιβιώσουν. Με
αυτόν τον τρόπο έλπιζε ότι θα τους καταδίκαζε σε λιμοκτονία και
αποδυναμωμένους και εξαντλημένους θα τους κατέστρεφε ολοσχερώς.
Σο σχέδιο όμως απέτυχε. Οι Γότθοι όμως συμμάχησαν με κάποιους
Ούνους και Αλανούς και κατάφεραν να διαφύγουν τον αποκλεισμό.
Άρχισαν να λεηλατούν ολόκληρες περιοχές και έτσι η Θράκη έγινε
απροσπέλαστη και άκρως επικίνδυνη.
Οι στρατηγοί του Ουάλεντος είχαν περιορισμένη επιτυχία επί των
βαρβάρων, αλλά οι στρατηγοί του Γρατιανού κατάφεραν να θέσουν υπό
έλεγχο την στάση. ΢τις αρχές του 378, ο Frigeridus οχύρωσε το πέρασμα
Succi (σημερινό Ihtiman στην Βουλγαρία), το οποίο ένωνε την Θράκη και
τα δυτικά Βαλκάνια. Έτσι οι Γότθοι του Υριτίγερνος περιορίσθηκαν στην
Θράκη. Σο 378 ο Γρατιανός μπόρεσε να διαθέσει ολόκληρο τον στρατό του
για να βοηθήσει τον θείο του στην Θράκη. Μέχρι τότε ο Ουάλενς είχε
διευθετήσει τα πράγματα στην Ανατολή και ήταν έτοιμος να προελάσει
στην Θράκη. Έφθασε στην Κωνσταντινούπολη την άνοιξη του 378, και
ασχολήθηκε με την καταστολή ορισμένων μικρών εξεγέρσεων από τον
δυσαρεστημένο όχλο. Η πρώτη ενέργεια του Ουάλεντος ήταν να
αναδιοργανώσει το επιτελείο του. Ο Σραϊανός αντικαταστάθηκε από τον
στρατηγό της Δύσης ΢εβαστιανό ο οποίος έγινε αρχιστράτηγος. Νίκησε
αρκετές ομάδες Γότθων που έκαναν επιδρομές. Ο Fritigern, μπροστά στον
117
κίνδυνο πλήρους εξολόθρευσης του λαού του, διέταξε όλους τους Γότθους
να συγκεντρωθούν και να μην είναι διεσπαρμένοι. ΢υναντήθηκαν όλοι σε
μια πεδιάδα μεταξύ της Ροδόπης και του Αίμου· από κει ξεκίνησαν για
την Αδριανούπολη. Εκεί διατηρούσε το αρχηγείο του ο ΢εβαστιανός. ΢τις
11 Ιουνίου ο Ουάλενς άφησε την Κωνσταντινούπολη και κατευθύνθηκε
προς την Αδριανούπολη.
Σην πρώτη βδομάδα του Αυγούστου, ο Ουάλενς προήλασε με στρατό
30.000 ή 40.000 ανδρών προς την Αδριανούπολη. Βιαζόταν να φτάσει στην
Αδριανούπολη για κερδίσει έναν βέβαιο θρίαμβο. Οι Γότθοι του
Υριτιγέρνου προσπέρασαν την Αδριανούπολη και κατευθύνθηκαν αλλού.
Οι ανιχνευτές του αυτοκρατορικού στρατού που παρακολουθούσαν τις
κινήσεις των Γότθων, ανέφεραν στον Ουάλεντα ότι οι βάρβαροι
αριθμούσαν περίπου στους 10.000 άνδρες. Σο νέο αυτό ενθάρρυνε τον
αυτοκράτορα, γιατί θεώρησε ότι η νίκη θα ήταν πολύ εύκολη.
Προχώρησε προς την Αδριανούπολη, οχύρωσε ένα στρατόπεδο έξω από
την πόλη και ανέμενε την άφιξη του στρατού του ανιψιού του. Ίσως την
7η Αυγούστου, ο στρατηγός Richomeres έφθασε με την εμπροσθοφυλακή
του δυτικού αυτοκρατορικού στρατού, συμβουλεύοντας τον Ουάλεντα να
περιμένει να καταφθάσει ο κύριος όγκος του στρατού του Γρατιανού.
Ο Ουάλενς δεν μπορούσε να αναμένει και έτσι ξεκίνησε να προελαύνει
βορειανατολικά προς την θέση που είχε στρατοπεδεύσει ο Υριτίγερνος.
Δεν είναι επιβεβαιωμένο πόσοι άνδρες διέθετε η κάθε πλευρά, αλλά
σίγουρα θα αριθμούσαν δεκάδες χιλιάδες. Οι Γότθοι στρατιώτες ήταν
ξεκούραστοι και έτοιμοι για μάχη. Ο αυτοκράτορας παρέταξε τον στρατό
του, με το ιππικό στα πλάγια και το κύριο μέρος του πεζικού στο κέντρο.
Καμία όπως πλευρά δεν ήταν προετοιμασμένη για κατά μέτωπον
σύγκρουση.
Ο
Υριτίγερνος,
για
να
κερδίσει
χρόνο,
έστελνε
απεσταλμένους οι οποίοι ζητούσαν ειρήνη, ενώ τα αυτοκρατορικά
στρατεύματα παρέμεναν παρατεταγμένα στον καυτό ήλιο. Ο Ουάλενς,
βλέποντας ότι ο στρατός του βασανιζόταν, έστειλε υψηλόβαθμους
αξιωματικούς του για να διαπραγματευθούν με τους Γότθους. Η μάχη
όμως ξεκίνησε από ένα τυχαίο περιστατικό.
Δύο μονάδες των scholae palatinae που ήταν στο δεξιό κέρας του
αυτοκρατορικού στρατού, προήλασαν κατά του εχθρού και ενεπλάκησαν
μαζί του. Η ενέργεια αυτή διατάραξε την παράταξη του αυτοκρατορικού
στρατού. Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν κατέφθασαν οι Γότθοι αρχηγοί
Αλαθαίος και ΢άφραξ, μαζί με μία μονάδα Αλανών. Σο αριστερό κέρας
118
των Ρωμαίων αποκόπηκε από την σύνολη παράταξη και κατασφάχθηκε
από τους Γότθους. Προς το απόγευμα, το Ρωμαϊκό πεζικό βαλλόμενο από
παντού αναγκάσθηκε να υποχωρήσει και έτσι η καταστροφή ξεκίνησε. Η
αυτοκρατορική φρουρά και οι scholae palatinae κατασφάχθηκαν. Κάποιοι
από τους στρατηγούς προσπάθησαν να οδηγήσουν στην μάχη την
εφεδρεία, αλλά οι στρατιώτες που την αποτελούσαν είχαν ήδη φύγει
ατάκτως από το πεδίο της καταστροφής. Ανίκανοι να αποκαταστήσουν
την τάξη στο στράτευμα, οι στρατηγοί Βίκτωρ,
Richomeres και
΢ατουρνίνος έφυγαν από το πεδίο της μάχης. Η σφαγή όμως διήρκεσε έως
το βράδυ.
Εν τω μεταξύ η μοίρα του αυτοκράτορα ήταν αβέβαιη. Κάποιοι είπαν ότι
χτυπήθηκε από βέλος και έπεσε νεκρός. Άλλοι ισχυρίστηκαν ότι
μεταφέρθηκε βαριά τραυματισμένος σε ένα παρακείμενο αγροτόσπιτο
από την σωματοφυλακή του· εκεί τους περικύκλωσαν οι Γότθοι,
πυρπόλησαν την αγροικία και έκαψαν ζωντανούς όλους όσοι βρίσκονταν
μέσα. Ανεξαρτήτως της ιστορικής αλήθειας, το πτώμα του Ουάλεντος δεν
βρέθηκε ποτέ. Μαζί του έπεσαν και οι στρατηγοί Σραϊανός και
΢εβαστιανός, 35 αξιωματικοί και χάθηκαν τα 2/3 του στρατού του. Έτσι,
ολόκληρη η Θράκη περιήλθε στον έλεγχο των Γότθων.
5.8. Ο Θεοδόσιος ο Μέγας και οι Γότθοι
Μετά από ενάμισυ χρόνο αφότου ο Θεοδόσιος έγινε αυτοκράτορας (379),
επέλεξε ως τόπο διαμονής του την Θεσσαλονίκη. Ήταν μια ιδανική
επιλογή εκείνη την εποχή, αν λάβουμε υπ’ όψιν το πρόβλημα των Γότθων,
που ταλάνιζε όλη την Βαλκανική. Η Θεσσαλονίκη είχε προσβάσεις προς
το εσωτερικό των Βαλκανίων και αν παρίστατο η ανάγκη, θα μπορούσε
να ανεφοδιασθεί από την θάλασσα. ΢την πόλη αυτή ο αυτοκράτορας
ήταν ασφαλής, ασχέτως αν η ύπαιθρος κατεχόταν από τους Γότθους. Ο
στρατός της Ανατολής είχε εξολοθρευθεί στην Αδριανούπολη και ήταν
δύσκολο να συσταθεί εκ νέου. Όμως, ο Θεοδόσιος έπρεπε να οργανώσει
ένα αξιόμαχο στράτευμα. Οι νέες μονάδες του στρατού σχηματίσθηκαν
από τον αυτοκράτορα το 379 και το 380. Επίσης, ο νέος αυτοκράτορας
χρειαζόταν νίκες για να εδραιώσει την εξουσία του. Ο εύλογος στόχος
ήταν οι Γότθοι που λυμαίνονταν τα Βαλκάνια και την Θράκη.
Η μοναδική πηγή από την οποία μπορούμε να ανασυστήσουμε την
χρονική ακολουθία των εκστρατειών του 379-382 είναι το έργο του
119
Ζώσιμου Νέα Ιστορία. Ο Θεοδόσιος λοιπόν και οι στρατηγοί του
ασχολήθηκαν με την εκκαθάριση της Θράκης και με την εξάλειψη του
κινδύνου των Γότθων γενικότερα. Ο στρατηγός Μοδάρης, ένας Γότθος
στην υπηρεσία του αυτοκράτορα, κέρδισε μια νίκη στην Θράκη αλλά
χωρίς ιδιαίτερη σημασία. Σο 380, οι διάφορες ομάδες των Γότθων είχαν
κατευθυνθεί προς το Ιλλυρικό, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι οι κάτοικοι της
Θράκης είχαν απαλλαχθεί από τον κίνδυνο. Σον ίδιο χρόνο, ο Θεοδόσιος
υπέστη μια ήττα, αφού οι νεοστρατολογηθέντες στρατιώτες του
συγκρούστηκαν με κάποιους Γότθους του Υριτιγέρνου και ηττήθηκαν. Οι
Γότθοι ήταν ελεύθεροι πια να επιβάλουν φορολογία στις πόλεις της
Μακεδονίας και της Θεσσαλίας. Μια αποτυχημένη επίθεση των Γότθων
στην Παννονία έφερε τον Γρατιανό στο ΢ίρμιο το καλοκαίρι του 380.
Όμως, μέχρι το τέλος του έτους επέστρεψε στην Γαλατία, και ο Θεοδόσιος
μπόρεσε να πάει στην Κωνσταντινούπολη για πρώτη φορά κατά την
διάρκεια της βασιλείας του. Σο 381, οι στρατηγοί του Γρατιανού Bauto και
Αρβογάστης εξεδίωξαν τους Γότθους πέρα από τα σύνορα της Δύσης και
τους οδήγησαν στην Θράκη. Ήταν πια φανερό στον Θεοδόσιο ότι ο
Γρατιανός δεν νοιαζόταν για την Ανατολή.
Βλέποντας λοιπόν ο Θεοδόσιος ότι δεν ωφελούσε να πολεμά τους
Γότθους,
ξεκίνησε
ειρηνευτικές
διαπραγματεύσεις
οι
οποίες
ολοκληρώθηκαν στις 3 Οκτωβρίου του 382. Η ειρήνη αυτή ήταν
απογοητευτική για το κύρος του αυτοκράτορα της Ανατολής, αλλά θα
σταματούσε τα δεινά του πολέμου για τον πληθυσμό της Βαλκανικής. Η
Ρώμη έπρεπε να αποδεχθεί τους Γότθους και να τους παραχωρήσει
καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Κατά την δεκαετία που ακολούθησε, πολλοί
Γότθοι κατατάχθηκαν στον αυτοκρατορικό στρατό της Ανατολής. Άλλοι
υπηρέτησαν ως εφεδρικοί στις εκστρατείες που διεξήγε ο Θεοδόσιος κατά
των σφετεριστών Μάγνου Μαξίμου και Ευγενίου. Σο 395, ο νεαρός ηγέτης
των Γότθων Αλάριχος ξεκίνησε μια επανάσταση που διήρκεσε δεκαπέντε
χρόνια και κατέληξε στην λεηλασία της Ρώμης.
5.9. Η λεηλασία της Ρώμης από τον Αλάριχο
Ο Αλάριχος είναι μία από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες στην
ιστορία της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Όπως πολλοί άλλοι Γότθοι
ηγεμόνες, ο Αλάριχος δεν είχε καμία δικαιοδοσία έξω από τα όρια της
αυτοκρατορίας, ούτε κανένα φίλιο βασίλειο στο οποίο θα μπορούσε να
καταφύγει εάν οι σχέσεις του με τον αυτοκράτορα διαταράσσονταν. Έγινε
120
απευθείας Ρωμαίος στρατηγός, αλλά ποτέ δεν κατείχε την διοίκηση μιας
ορισμένης μονάδας. Ήταν ένας βάρβαρος ηγεμόνας εντός των ορίων της
αυτοκρατορικής
επικράτειας.
Επίσης,
κατείχε
ηγετικό
ρόλο
στην
αυτοκρατορική πολιτική. Τπήρξε ένας αρχηγός ο οποίος διοικούσε ένα
σώμα υποστηρικτών του των οποίων η σχέση με την αυτοκρατορία
καθοριζόταν αποκλειστικά από τον ίδιο. Έτσι, το πεδίο των ενεργειών του
ήταν ευρύτατο.
Ο Αλάριχος αναδημιούργησε τους Γότθους και τους έδωσε την
δυνατότητα να αποκτήσουν μια υποτυπώδη «εθνική ταυτότητα». Αν και
υπήρχαν πολλοί άλλοι Γότθοι αρχηγοί στην υπηρεσία του αυτοκράτορα, ο
Αλάριχος και οι οπαδοί του έγιναν γνωστοί ως «οι Γότθοι». Οι Γότθοι του
Αλάριχου ήταν αυτοί που διέβησαν τον Δούναβη το 376, αλλά μαζί τους
ήταν και άλλοι από άλλα μέρη.
Ο Αλάριχος άρχισε να γίνεται γνωστός το 395, αλλά ήταν εν δράσει και
πιο πριν, μετά την πρώτη εκστρατεία του Θεοδοσίου εναντίον ενός
σφετεριστή στην Δύση. Ο Θεοδόσιος έγινε αυτοκράτορας το 379, μάλλον
χωρίς την έγκριση του Γρατιανού. Σου δόθηκε εξουσία στα Βαλκάνια για
να τερματίσει τους πολέμους με τους Γότθους, αλλά δεν έλαβε την
πρέπουσα βοήθεια από την Δύση. Ο Γρατιανός ενδιαφερόταν να επιλύσει
το πρόβλημα με τους Γότθους στα Βαλκάνια και έτσι να ασχοληθεί με τα
σύνορα στον Ρήνο. Όμως είχε αρχίσει να γίνεται απεχθής στην Δύση
γιατί έδειχνε ιδιαίτερη εύνοια στην σωματοφυλακή του που αποτελείτο
από Αλανούς. Σο 383, βρέθηκε αντιμέτωπος με μία εξέγερση στην
Γαλατία, της οποίας επικεφαλής ήταν ο στρατηγός Μάγκνος Μάξιμος. Ο
Μάξιμος εκθρόνισε και σκότωσε τον Γρατιανό, αποκτώντας τον έλεγχο
της Γαλατίας, της Ισπανίας και της Βρετανίας, ενώ έθεσε υπό αυστηρή
επιτήρηση τον δωδεκάχρονο Ουαλεντινιανό Β’.
Ο Θεοδόσιος δεν είχε την δυνατότητα να αντιμετωπίσει τον σφετεριστή,
γιατί δεν είχε την απαραίτητη δύναμη να εκστρατεύσει εναντίον του. Σο
383, ο Θεοδόσιος ανακήρυξε τον πεντάχρονο γιο του Αρκάδιο αύγουστο,
το οποίο δεν αναγνωρίσθηκε από την αυλή του Γρατιανού στην Δύση. Ο
Θεοδόσιος μάλλον δέχθηκε με ικανοποίηση τον φόνο του Γρατιανού γιατί
έτσι παρέμενε μόνος στον αυτοκρατορικό θρόνο. Βέβαια, δεν έκανε καμία
κίνηση κατά του Μαξίμου. Σα πράγματα άλλαξαν το 387 όταν ο Μάξιμος
εισέβαλε στην Αφρική και στην Ιταλία, περιοχές που ελέγχονταν από τον
Ουαλεντινιανό Β’. Ο ίδιος με την μητέρα του την Ιουστίνα κατέφυγαν
στον Θεοδόσιο. Εξορισμένοι στην Θεσσαλονίκη, ζήτησαν την βοήθεια του
121
Θεοδοσίου για να αποκατασταθεί ο νεαρός στον θρόνο. Ο Θεοδόσιος δεν
μπορούσε
να
αρνηθεί
την
βοήθειά
του
προς
ένα
μέλος
της
Ουαλεντινιανής δυναστείας. Φωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό, ετοίμασε ένα
στράτευμα και προήλασε δυτικά το 388. Ο Μάξιμος ηττήθηκε από τους
ικανώτατους στρατηγούς του Θεοδοσίου και ο ίδιος παρέμεινε στην Ιταλία
μέχρι το καλοκαίρι του 391.
Ενόσω ο Θεοδόσιος ήταν μακριά, υπήρχαν προβλήματα στα Βαλκάνια.
Μονάδες που στάθμευαν εκεί είχαν χρηματισθεί από τον Μάξιμο για να
προξενήσουν προβλήματα στα μετόπισθεν. Δεν είναι γνωστό αν ξεκίνησε
κάποια στάση τοπικής εμβέλειας ή επρόκειτο για μια γενικευμένη στάση
στρατευμάτων. Όπως και νά ‘χει, στην Θεσσαλονίκη είχε την έδρα του
στρατηγός, ένα γεγονός το οποίο δείχνει ότι σημειώθηκαν αναταραχές.
Όταν ο Θεοδόσιος επέστρεψε στην Ανατολή το 391, παρ’ ολίγον να
σκοτωθεί από Γότθους επαναστάτες, ανάμεσα στους οποίους ήταν
μάλλον ο Αλάριχος. Ο Αλάριχος ήταν ηγέτης των Βησιγότθων εκείνη την
εποχή. Όλα τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι ο Αλάριχος δεν ήταν κάποια
σημαντική προσωπικότητα το 391· επρόκειτο απλά για έναν Γότθο
αρχηγό, επικεφαλής κάποιας ληστρικής συμμορίας που λυμαινόταν τα
Βαλκάνια. Ο Θεοδόσιος, αντί να ασχοληθεί ο ίδιος με τους βαρβάρους,
ανάθεσε το ζήτημα στον στρατηγό Promotus. Όταν ο Promotus
σκοτώθηκε σε κάποια ενέδρα, ο ΢τιλίχων εστάλη για να αντιμετωπίσει
την κατάσταση. Δεν διασώζονται πολλές λεπτομέρειες, αλλά από ό,τι
φαίνεται νίκησε τους επαναστάτες και τους ανάγκασε να ζητήσουν
ειρήνη από τον αυτοκράτορα. Έτσι, έπαυσαν οι αναταραχές στα
Βαλκάνια.
Σο 395, ο ΢τιλίχων έστειλε πίσω στην Ανατολή κάποιες στρατιωτικές
μονάδες που είχαν υπηρετήσει με τον Frigidus. Επικεφαλής αυτών των
μονάδων ήταν ο Αλάριχος, ο οποίος είχε επιστρέψει στην αυτοκρατορική
υπηρεσία μετά την επανάσταση στα Βαλκάνια το 391. Σο 395, ο Αλάριχος
ήταν πολύ οργισμένος γιατί δεν του δόθηκε ανώτερο αξίωμα από τον
αυτοκράτορα. Ενώ, λοιπόν, βρισκόταν εν πορεία προς τα Βαλκάνια,
επαναστάτησε. Αρχικά, τον ακολούθησαν οι στρατιώτες που διοικούσε,
αλλά σύντομα οι οπαδοί του έγιναν περισσότεροι.
Πέρα από αυτά, οι στόχοι του ήταν πιο περιορισμένοι και αυστηρώς
προσωπικοί. Έτσι, λοιπόν, το 395 βάδισε κατά της Κωνσταντινούπολης
απαιτώντας να λάβει ανώτερο αξίωμα. Ο Ρουφίνος, έπαρχος πραιτωρίων
της Ανατολής, δωροδόκησε τον Αλάριχο και τον έπεισε να απομακρυνθεί
122
από την πόλη. Επίσης, του έδωσε την άδεια να λεηλατήσει άλλες επαρχίες
στα Βαλκάνια. Ο Αλάριχος λοιπόν στράφηκε κατά της Μακεδονίας και
της Θεσσαλίας. Ο Ρουφίνος δεν μπορούσε να τον αντιμετωπίσει γιατι δεν
διέθετε στράτευμα, αφού το είχε υπό τις διαταγές του ο ΢τιλίχων στην
Ιταλία. Πριν το τέλος του έτους 395, ο ΢τιλίχων είχε ήδη εκστρατεύσει στα
Βαλκάνια για να συγκρουστεί με τον Αλάριχο.
Όταν πέθανε ο Θεοδόσιος, ο ΢τιλίχων ανέλαβε την προστασία του
Αρκαδίου και του Ονωρίου, με την αιτιολογία ότι αυτό ήταν επιθυμία του
ίδιου του αυτοκράτορα προτού πεθάνει. Με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε
να αποδυναμώσει την θέση των αξιωματούχων της Ανατολής, οι οποίοι
είχαν υπό την κηδεμονία τους τον Αρκάδιο. Όταν ο ΢τιλίχων προέβαλε
τον ισχυρισμό αυτόν, απορρίφθηκε άρδην από τους αξιωματούχους της
Ανατολής. Με το να κατευθύνει τον στρατό του στα Βαλκάνια για να
αντιμετωπίσει τον Αλάριχο, ασκούσε έμμεση πίεση στον Ρουφίνο. Πριν
λοιπόν το
τέλος
του
395, ο ΢τιλίχων είχε
στείλει πίσω στην
Κωνσταντινούπολη τον στρατό της Ανατολής, με επικεφαλής τον Γότθο
στρατηγό Γαϊνά· ο ίδιος αποσύρθηκε από την εκστρατεία κατά του
Αλαρίχου χωρίς να έχουν συγκρουστεί μεταξύ τους.87
Ο ΢τιλίχων δεν μπορούσε να εμπιστευθεί τα στρατεύματα της
Ανατολής σε μια κατά μέτωπον μάχη με τον Αλάριχο· έτσι, τα έστειλε
πίσω στην Κωνσταντινούπολη με επικεφαλής τον Γαϊνά. Όταν ο στρατός
συγκεντρώθηκε τον Νοέμβριο του 395 στην Κωνσταντινούπολη για
επιθεώρηση,
ο
Ρουφίνος
συνελήφθη
από
τους
στρατιώτες
και
εκτελέστηκε. Αντιβασιλεύς έγινε ο ευνούχος Ευτρόπιος, έμπιστος αυλικός
του Αρκαδίου, ο οποίος εξύφαινε ολόκληρη συνωμοσία κατά του
Ρουφίνου.
Ο ΢τιλίχων το μεγαλύτερο διάστημα του έτους 396 το πέρασε στην
Γαλατία, ασχολούμενος με εσωτερικά προβλήματα. Εν τω μεταξύ, ο
Αλάριχος προήλασε στην κεντρική Ελλάδα μέσω των Θερμοπυλών και
παρέμεινε μέχρι το 397, διεξάγοντας επιδρομές σε όλη την Πελοπόννησο.
Όμως σύντομα επρόκειτο να συγκρουστεί με τον ΢τιλίχωνα. ΢τις αρχές
Απριλίου, ο ΢τιλίχων ετέθη επικεφαλής μιας ναυτικής εκστρατείας με
προορισμό την Ελλάδα. Αποβιβάσθηκε στην νότια Ελλάδα και ανάγκασε
τον Γότθο αρχηγό να υποχωρήσει προς την Ήπειρο. Ο Ευτρόπιος θεώρησε
ότι η εισβολή αυτή ζημίωνε τα συμφέροντά του και ότι υπονόμευε την
θέση του. Έτσι, αποφεύγοντας να συγκρουστεί με τον ΢τιλίχωνα, έπεισε
87
Zosimus, HN 5.7.3.
123
τον Αρκάδιο να ανακηρύξει τον Αλάριχο hostis publicus, δηλαδή δημόσιο
εχθρό. Παράλληλα, ξεκίνησε μυστικές διαπραγματεύσεις με τον Αλάριχο
και του ανέθεσε στρατιωτικό αξίωμα στην ιεραρχία της αυτοκρατορίας. Η
έξυπνη αυτή ενέργεια ενδυνάμωσε την θέση του Ευτροπίου έναντι του
΢τιλίχωνος, διότι ο Αλάριχος τώρα απέκτησε ισχύ και στρατιωτικό
αξίωμα που τον ανεδείκνυε ως σημαντική δύναμη στα Βαλκάνια, και
μάλιστα υπό την προστασία του Ευτροπίου. Ο ΢τιλίχων, μην έχοντας
εναλλακτική επιλογή, επέστρεψε στην Ιταλία.
Δεν είναι γνωστό τι θέση κατέλαβε ο Αλάριχος. Σο μόνο βέβαιο ήταν ότι
ο Ευτρόπιος είχε προδώσει την αυτοκρατορία. ΢ύμφωνα με τον ποιητή
Κλαυδιανό, ο Αλάριχος έλαβε την διοίκηση ολόκληρου του Ιλλυρικού.88
Έτσι ο Αλάριχος έγινε ανεπίσημα κυβερνήτης της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Μάλλον έλαβε το αξίωμα του magister militum per Illyricum περί το 397.
Μεταξύ, λοιπόν, των ετών 397 και 401, οι οπαδοί του Αλαρίχου είχαν
στρατοπεδεύσει στις πόλεις των βορείων Βαλκανίων και ζούσαν εις βάρος
των ντόπιων κατοίκων. ΢το διάστημα αυτό των τεσσάρων ετών δεν
υπάρχει καμία πληροφορία για τους Γότθους του Αλαρίχου.
Σο πρόβλημα του Αλαρίχου λοιπόν διευθετήθηκε προσωρινά. Η έκβαση
των πραγμάτων ευνόησε τον ΢τιλίχωνα ο οποίος έπρεπε να ασχοληθεί με
πιο φλέγοντα ζητήματα. Ο Ευτρόπιος δωροδόκησε τον comes Africae, τον
Gildo, ώστε να συμμαχήσει με την αυτοκρατορική κυβέρνηση της
ανατολικής αυτοκρατορίας. Ο Gildo έγινε σύμμαχος με την ανατολική
αυτοκρατορία και διέκοψε την παροχή σιτηρών προς την Ρώμη. Με τον
τρόπο αυτόν ήλπιζαν ότι το καθεστώς του ΢τιλίχωνος θα κατέρρεε άμεσα
υπό την πίεση της λαϊκής αγανάκτησης. Δεν ήταν όμως τα πράγματα
ευνοϊκά ούτε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ευτρόπιος δεν ήταν δημοφιλής
γιατί ήταν ευνούχος και αναμιγνυόταν στις διάφορες θρησκευτικές έριδες
της Ανατολής. Παρά την επιτυχή του εκστρατεία κατά των Ούνων στην
Αρμενία και στην Μικρά Ασία, οι εχθροί του έψαχναν κάποια ευκαιρία
προκειμένου να τον απομακρύνουν από την εξουσία. Σελικά, μια
επανάσταση στην Μικρά Ασία κατέστρεψε τον Ευτρόπιο και κατέστησε
τον Αλάριχο τον πιο θανάσιμο εχθρό της ανατολικής αυτοκρατορίας.
Μέσα
όμως
στα
όρια
της
αυτοκρατορικής
επικράτειας
δραστηριοποιούνταν και άλλοι Γότθοι αρχηγοί: ο Γαϊνάς και ο
Σριβιγίλδος. Ο πρώτος ήταν επικεφαλής του στρατού που έστειλε κατά
κάποιων επαναστατών στην Ανατολή, και ο δεύτερος ήταν αρχηγός των
88
Claudian, Eutr. 2.211–18.
124
στρατευμάτων που βρίσκονταν στην Νακώλεια της Μικράς Ασίας. Ο
Σριβιγίλδος, θέλοντας να μιμηθεί το παράδειγμα του Αλαρίχου και να
αποκομίσει οφέλη για τον εαυτό του, επαναστάτησε το 399 και νίκησε τον
στρατό που εστάλη από την αυτοκρατορική κυβέρνηση για να του
επιτεθεί. Ο Γαϊνάς, που εστάλη για να καταστείλει την επανάσταση,
θεώρησε ότι ο Σριβιγίλδος ήταν πιο ισχυρός από αυτόν και ότι δεν θα
μπορούσε
να
τον
νικήσει.
Έτσι,
πρότεινε
να
ξεκινήσουν
διαπραγματεύσεις, τις οποίες θα διεξήγε ο ίδιος. Ως πρώτο όρο ο
Σριβιγίλδος πρότεινε την απομάκρυνση του Ευτροπίου. Ο Αρκάδιος
πείσθηκε και έτσι ο Ευτρόπιος εξορίσθηκε πρώτα στην Κύπρο και μετά
εκτελέσθηκε με την κατηγορία της προδοσίας. Σην θέση του Ευτροπίου
κατέλαβε ο Αυρηλιανός.
Οι εξελίξεις όμως αυτές δεν ικανοποίησαν τον Γαϊνά, ο οποίος
διαπραγματεύθηκε
για
τον
ίδιο,
παρά
ως
εκπρόσωπος
της
αυτοκρατορικής κυβέρνησης της Κωνσταντινούπολης. Σον Απρίλιο του
400,
ο
Γαϊνάς
προήλασε
στην
Φαλκηδόνα,
απέναντι
από
την
Κωνσταντινούπολη. Απαίτησε να λάβει στρατιωτικά αξιώματα όπως
συνέβη με τον Αλάριχο τρία χρόνια πριν. Επίσης ζήτησε την
απομάκρυνση του Αυρηλιανού. Ο Αυρηλιανός τελικά απομακρύνθηκε και
ο Γαϊνάς έγινε ύπατος. Παρά όμως τις ευνοϊκές εξελίξεις, ο Γαϊνάς και οι
Γότθοι δεν ήταν ευπρόσδεκτοι στην Κωνσταντινούπολη. Σον Ιούλιο, ο
Γαϊνάς αποφάσισε ότι θα ήταν πιο ασφαλές γι’ αυτόν να μετακινήσει το
στρατό του στην Θράκη. Όταν ξεκίνησε η διαδικασία της απομάκρυνσής
τους, οι λαϊκές μάζες τους επιτέθηκαν και πολλοί Γότθοι κάηκαν
ζωντανοί μέσα στις εκκλησίες όπου είχαν διαφύγει για να σωθούν. Ο
Γαϊνάς νικήθηκε σε μάχη από τον στρατηγό Flavius Fravitta και
υποχώρησε προς τον Δούναβη όπου εκεί σκοτώθηκε στην προσπάθειά του
να διαβεί τον ποταμό. Επίσης, ο Σριβιγίλδος απομονώθηκε και έτσι η
αυτοκρατορική κυβέρνηση του Αρκαδίου κατάφερε να περιορίσει τους
Γότθους και να τους ελέγξει ολοκληρωτικά. Αντιμέτωπος με αυτά τα
γεγονότα, ο Αλάριχος εγκατέλειψε την ανατολική αυτοκρατορία.
Κατά τα τέλη του έτους του 401, ο Αλάριχος και οι Γότθοι έφυγαν με
προορισμό την Ιταλία. Σην άνοιξη του 402, ο Αλάριχος εισέβαλε στην
Ιταλία και συγκρούστηκε με τον ΢τιλίχωνα δύο φορές: Σον Απρίλιο στην
Pollentia, και μετά από κάποιους μήνες στην Βερόνα. Ο Αλάριχος πέρασε
τις Άλπεις ενώ ο ΢τιλίχων βρισκόταν στην Raetia, και νίκησε ένα μικρό
Ρωμαϊκό στρατιωτικό απόσπασμα που εστάλη εναντίον του. Έπειτα,
125
ξεκίνησε την πολιορκία του Μιλάνου. Ο ΢τιλίχων εκστράτευσε εναντίον
του και τον οδήγησε στην Pollentia. Η νίκη ήταν μεγάλη για τον
΢τιλίχωνα: συνέλαβε πολλούς αιχμαλώτους, ανάμεσα στους οποίους
ήταν η σύζυγος και τα παιδιά του Αλαρίχου. Επίσης, περιήλθε στην
κατοχή του ολόκληρος ο θησαυρός του Αλαρίχου, τον οποίο είχε
συγκεντρώσει μετά από μισή δεκαετία λεηλασιών. Ο ΢τιλίχων πρότεινε
ανακωχή στον Αλάριχο επειδή τον θεωρούσε ακόμα πολύ ισχυρό για να
τον καταστρέψει.
΢ύντομα, όμως, ο ΢τιλίχων ισχυρίστηκε ότι ο Αλάριχος παραβίασε τους
όρους της ανακωχής και τον ανάγκασε ξανά να πολεμήσει μαζί του,
αυτήν την φορά στην Βερόνα, τον Ιούλιο του 402.89 Οι Γότθοι νικήθηκαν
και έτσι ο Αλάριχος υποχώρησε ξανά στα Βαλκάνια. Από το 402 έως το
405 ο Αλάριχος κατείχε τα βορειοδυτικά Βαλκάνια, όπου βρισκόταν
απομονωμένος και αδρανής. Ο ΢τιλίχων πήρε όμως την πρωτοβουλία και
παραχώρησε διοικητικό αξίωμα στον Γότθο αρχηγό. Μάλλον το 405, οι
Γότθοι του Αλαρίχου επέστρεψαν στην Ήπειρο και ο αρχηγός τους είχε
ανακηρυχθεί
magister
militum
υπό
την
προστασία
της
δυτικής
αυτοκρατορίας. Η κυβέρνηση της ανατολικής αυτοκρατορίας το θεώρησε
αυτό ως προετοιμασία για μια γενικευμένη εισβολή του ΢τιλίχωνος στο
Ιλλυρικό. ΢την πραγματικότητα, η ενέργεια αυτή δεν υπέκρυπτε κάτι νέο.
Απλά, παραχωρούσε εξουσίες στον Αλάριχο, ο οποίος θα αποτελούσε μια
δυνητική απειλή για την ανατολική αυτοκρατορία.
΢τα τέλη του 405, ο Γότθος βασιλιάς Radagaisus πέρασε τις Άλπεις από
την κεντρική Ευρώπη και εισέβαλε στην Ιταλία.90 Παράλληλα, μια μεγάλη
μάζα Βανδάλων, Αλανών και ΢ουηβών πέρασε τον Ρήνο και άρχισε να
καταστρέφει τις βόρειες επαρχίες της Γαλατίας. Η εισβολή αυτή
προκάλεσε εξεγέρσεις στην Βρετανία, η τρίτη από τις οποίες, με
επικεφαλής έναν απλό στρατιώτη, βρήκε υποστηρικτές στην Γαλατία και
στην Ισπανία. Οι επαρχίες αυτές αποσπάσθηκαν από τον έλεγχο του
Ονωρίου. Ο ΢τιλίχων έπρεπε να αντιμετωπίσει την απειλή που υπήρχε
στην Ιταλία προτού αντιμετωπίσει τους εξεγερθέντες στην Γαλατία. Σον
Αύγουστο του 406, καταδίωξε τον Radagaisus κοντά στην Υλωρεντία, τον
οποίο νίκησε και αιχμαλώτισε χιλιάδες Γότθους. Ο Γότθος βασιλιάς
εκτελέσθηκε και έτσι ο ΢τιλίχων μπορούσε να ασχοληθεί και με άλλα
ζητήματα.
89
90
Claudian, VI cons. Hons. 201–15; 281–86.
Michael Kulikowski, «Barbarians in Gaul, Usurpers in Britain» Britannia 31 (2000), 325-345.
126
Ο Αλάριχος, από την άλλη, είχε καταφέρει να ανακάμψει οικονομικά
και στρατιωτικά. Σο Ιλλυρικό όμως και η ηπειρωτική Ελλάδα είχαν
επανειλημμένως λεηλατηθεί και επομένως καταστραφεί· οι Γότθοι
έπρεπε να στραφούν αλλού. Έτσι, αποφάσισαν να κατευθυνθούν στην
Δύση το 407. Έφτασαν στο Νωρικόν και ζήτησαν 4.000 λίτρα χρυσάφι για
να μην εισβάλουν στην Ιταλία. Ο ΢τιλίχων, ο οποίος είχε αποτύχει να
υποτάξει κάποιους επαναστάτες στην Γαλατία, αποφάσισε να στρέψει
τον Αλάριχο εναντίον τους. Έτσι, έπεισε τον Ονώριο και την Ρωμαϊκή
΢ύγκλητο να δοθεί το χρηματικό ποσό στον Αλάριχο. Σο σχέδιο του
΢τιλίχωνος ήταν αρκετά ρεαλιστικό, αλλά θα αποδυνάμωνε την θέση του.
Οι συγκλητικοί, όμως, που θα πλήρωναν το ποσό, δυσανασχέτησαν. Ο
Ονώριος, από την πλευρά του, είχε φιλοδοξίες να κυβερνήσει μόνος του
χωρίς καθοδήγηση, αλλά του έλειπε η ικανότητα για πολιτικούς ελιγμούς
και η διπλωματική ευστροφία. Επέτρεψε λοιπόν στους εχθρούς του
΢τιλίχωνος να δρουν ανενόχλητοι.
Σον Μάιο του 408 ο Αρκάδιος πέθανε και ο Ονώριος και ο ΢τιλίχων
αποφάσισαν να πάνε στην Κωνσταντινούπολη ώστε να πάρουν στα χέρια
τους την εξουσία εκεί. Ο Ονώριος, όμως, ήδη ήταν καχύποπτος έναντι του
΢τιλίχωνος. Πείσθηκε από τον magister officiorum Ολύμπιο ότι ο ΢τιλίχων
σκόπευε να ανέλθει στον θρόνο μαζί με τον γιο του Ευχέριο,
διαγκωνίζοντας έτσι την Θεοδοσιανή δυναστεία. Προκειμένου να τον
απαλλαγεί από τον ΢τιλίχωνα οριστικά, ο Ονώριος συναίνεσε σε ένα
οργανωμένο χτύπημα εναντίον του μισητού στρατηγού του. Κοντά στο
Σίκινο (σημερινή Παβία), κάποιες μονάδες στασίασαν και άρχισαν να
κακοποιούν πολλούς αξιωματικούς. Ο ΢τιλίχων κατηγορήθηκε, και ο
Ολύμπιος τον ανακήρυξε δημόσιο εχθρό με την συγκατάθεση του
Ονωρίου. Ο ΢τιλίχων δεν τάχθηκε εναντίον του αυτοκράτορά του.
Εγκατέλειψε το ιερό της εκκλησίας στην Ραβέννα, όπου είχε βρει
καταφύγιο και εκτελέσθηκε στις 22 Αυγούστου του 408. Ο γιος του
εκτελέσθηκε επίσης, όπως και οι γυναίκες και τα παιδιά των βαρβάρων
μισθοφόρων του.
Ο θάνατος του ΢τιλίχωνος σήμαινε ότι ο Αλάριχος ήταν ελεύθερος να
εισβάλει στην Ιταλία. Φιλιάδες βάρβαροι στρατιώτες και οι οικογένειές
τους ενώθηκαν με τον Αλάριχο στο Νωρικόν. Έδωσε μια τελευταία
ευκαιρία στον Ονώριο, απαιτώντας μια ποσότητα χρυσού και ανταλλαγή
ομήρων. Όταν τα αιτήματα αυτά απορρίφθηκαν, ο Αλάριχος προήλασε
κατά της Ρώμης. Σον χειμώνα του 408/409 πολιόρκησε την πόλη για πρώτη
127
φορά, απειλώντας τους Ρωμαίους με λιμοκτονία. Πανικός κυριάρχησε
στην πόλη, και οι κάτοικοι έψαχναν να βρουν αποδιοπομπαίους τράγους.
Η χήρα του ΢τιλίχωνος στραγγαλίσθηκε με εντολή της ΢υγκλήτου, γιατί
ήθελαν να εκδικηθούν τον άνδρα που ήταν υπεύθυνος για την ύπαρξη
του Αλαρίχου. Εν τω μεταξύ, ο στρατός του Αλαρίχου μεγάλωνε διαρκώς
σε αριθμό, καθώς συνέρρεαν σε αυτόν σκλάβοι από όλη την Ιταλία και
επιζήσαντες από τον Γοτθικό στρατό του Radagaisus. Σελικά, οι Ρωμαίοι
υποχώρησαν και παρακάλεσαν για ειρήνη. Ο Αλάριχος δεν θα εμπόδιζε
την παροχή τροφίμων στην πόλη, και η ΢ύγκλητος θα έστελνε πρεσβεία
στην Ραβέννα, όπου βρισκόταν ο αυτοκράτορας, ζητώντας του να
προσυπογράψει την ανακωχή με τον Αλάριχο. Ο Αλάριχος συμφώνησε. Η
πρεσβεία της ΢υγκλήτου αναχώρησε στις αρχές του 409 και κατάφερε να
υλοποιήσει τον σκοπό της. Έτσι, ο Αλάριχος κλήθηκε να συναντηθεί με
εκπροσώπους του αυτοκράτορα.
Οι διαπραγματεύσεις έλαβαν χώρα στο Ρίμινι το 409, ενώ ένα Γοτθικό
στράτευμα είχε στρατοπεδεύσει έξω από τα τείχη της πόλης. Όντας πολύ
ισχυρός, ο Αλάριχος ζήτησε πάρα πολλά από τον αυτοκράτορα. Απαίτησε
χρήματα και σιτηρά, και την ανώτατη αρχιστρατηγία, το αξίωμα με τίτλο
magisterium utriusque militia. Η αυτοκρατορική πλευρά δέχθηκε να του
δοθούν χρήματα και σιτηρά αλλά όχι νέο οφφίκιο στην αυτοκρατορική
ιεραρχία. Αγανακτισμένος από αυτήν την έκβαση, ο Αλάριχος διέκοψε τις
συνομιλίες και ξεκίνησε ξανά να προελαύνει κατά της Ρώμης, με σκοπό
να την πολιορκήσει εκ νέου.
Έχοντας όμως απωλέσει κάθε στήριξη στην αυτοκρατορική αυλή, ο
Αλάριχος έπρεπε να εδραιωθεί πολιτικά και να αναγκάσει τον Ονώριο να
του παραχωρήσει ό,τι ζητούσε. Επομένως, τον Δεκέμβριο του 409
ανακήρυξε
τον
αριστοκράτη
Πρίσκο
Άτταλο
(Priscus
Attalus)
αυτοκράτορα. Όταν ο Αλάριχος τού πρόσφερε το αξίωμα, ήταν έπαρχος
της Ρώμης. Παρουσιάσθηκε λοιπόν μια ανέλπιστη ευκαιρία για τον
Άτταλο να αποκτήσει τον έλεγχο ολόκληρης της δυτικής αυτοκρατορίας
έχοντας την στρατιωτική υποστήριξη του Αλαρίχου. Ξαφνικά όμως
κατέφθασαν με πλοία στην Ραβέννα 4.000 στρατιώτες της ανατολής
αυτοκρατορίας. Είχε ζητηθεί η συνδρομή της ανατολής, όταν ακόμα ο
΢τιλίχων ήταν στην εξουσία. Έτσι, ο Ονώριος δεν είχε ανάγκη να
διαπραγματευθεί με τον Αλάριχο. Ο Αλάριχος, από την δική του πλευρά,
θεώρησε ότι δεν είχε κάνει ορθή επιλογή προσώπου και έτσι το 410
απομάκρυνε τον Άτταλο.
128
Μετά από αυτές τις εξελίξεις, ο Αλάριχος οδήγησε τον στρατό του κοντά
στην Ραβέννα. Ενώ ετοιμαζόταν να διαπραγματευθεί, δέχθηκε επίθεση
από τον Γότθο στρατηγό Sarus, ο οποίος ήταν στην υπηρεσία του
αυτοκράτορα από την εποχή του ΢τιλίχωνος. Δεν γνωρίζουμε γιατί ο
Sarus αναμίχθηκε την δεδομένη στιγμή. Όπως και νά ‘χει, ο Αλάριχος
θεώρησε ότι η επίθεση ήταν απόδειξη της αρνητικής στάσης του Ονωρίου.
Παραιτούμενος από κάθε προσπάθεια για συνδιαλλαγή
με τον
αυτοκράτορα, έφυγε από την Ραβέννα και προήλασε κατά της Ρώμης για
τρίτη φορά το 410.
Οι Γότθοι του Αλαρίχου εισήλθαν στην Ρώμη και για τρεις μέρες την
λεηλατούσαν. Η λεηλασία της αιωνίας πόλης ήταν ένα μεγάλο ηθικό
πλήγμα όχι μόνο για τους κατοίκους της Ρώμης αλλά και για όλους τους
υπηκόους της αυτοκρατορίας.
Η καταστροφή της Ρώμης από τους
μανιασμένους Γότθους του Αλαρίχου τερματίσθηκε την 27η Αυγούστου
του 410. Από κει ο Αλάριχος κατευθύνθηκε νότια, με στόχο την
κατάκτηση των σιτοβολώνων της Ρώμης, δηλαδή την ΢ικελία και την
Αφρική. Μέσα σε λίγους μήνες, ο επιφανής Γότθος αρχηγός απεβίωσε
στην Καλαβρία.
129
ΚΕΥΑΛΑΙΟ 6
Η ΠΣΩ΢Η ΣΗ΢ ΔΤΣΙΚΗ΢ ΡΩΜΑΪΚΗ΢ ΑΤΣΟΚΡΑΣΟΡΙΑ΢
Μετά τον θάνατο του ΢τιλίχωνος το 408, ο Ονώριος βασίλευσε μέχρι το
θάνατό του το 423. Η βασιλεία του ήταν μια περίοδος πολιτικών
αναταραχών και εισβολών βαρβάρων. Σο 410 η Ρώμη λεηλατήθηκε από
τον στρατό του Αλαρίχου, ένα γεγονός που προκάλεσε αλγεινές
εντυπώσεις στους συγχρόνους, γιατί ήταν η πρώτη φορά μετά από τις
εισβολές των Γαλατών του 4ου αιώνα π.Φ. που η Ρώμη κατακτάτο από
εχθρικές δυνάμεις. Έπειτα, οι Γότθοι, μετά τον θάνατο του Αλαρίχου,
εγκαταστάθηκαν στην Γαλατία και υπηρετούσαν ως σύμμαχοι της Ρώμης
κατά των Βανδάλων, των Αλανών και των ΢ουηβών, όπως και κατά
επαναστατών που διεκδικούσαν τον αυτοκρατορικό θρόνο, όπως ο Jovinus
(413). Εν τω μεταξύ, ένας άλλος σφετεριστής, ο Κωνσταντίνος (406-411),
επαναστάτησε στην Βρετανία και εισέβαλε στην Γαλατία το 407,
αφήνοντας τον εκρωμαϊσθέντα πληθυσμό της Βρετανίας στο έλεος των
βαρβαρικών φυλών των Πικτών και των Άγγλων.
Μετά τον θάνατο του Ονωρίου το 423, ακολούθησε μια περίοδος
πολιτικής αναστάτωσης έως ότου η αυτοκρατορική κυβέρνηση της
Ανατολής επέβαλε με την βία ως αυτοκράτορα της Δύσης στην Ραβέννα
τον Βαλεντινιανό Γ’. Από το αυτοκρατορικό περιβάλλον σύντομα
ξεχώρισε ο Αέτιος, ο οποίος έλαβε το αξίωμα του magister militum. Ο Αέτιος
μπόρεσε να κινητοποιήσει άμεσα ολόκληρο τον στρατιωτικό μηχανισμό
της αυτοκρατορίας στηριζόμενος στους Ούννους συμμάχους του. Με την
βοήθειά τους, νίκησε τους Βουργουνδούς, οι οποίοι είχαν καταλάβει ένα
μέρος της νότιας Γαλατίας μετά το 407, και τους εγκατέστησε στην
΢αβοΐα ως συμμάχους της Ρώμης το 433.
Παράλληλα, η πίεση από τους Βησιγότθους και μια επανάσταση από
τον Bonifacius, τον κυβερνήτη της Αφρικής, ώθησε το 429 τους Βανδάλους,
με τον βασιλιά τους Γειζέριχο, να κατευθυνθούν από την Ισπανία στην
Νουμιδία το 435· αργότερα κατέλαβαν την Καρχηδόνα όπου ίδρυσαν
ανεξάρτητο κράτος. Με τον πανίσχυρο στόλο τους έγιναν αληθινό
φόβητρο για τις παράκτιες περιοχές της δυτικής και ανατολικής
Μεσογείου.
130
Σο 444, οι Ούννοι, οι οποίοι ήταν σύμμαχοι της Ρώμης, ενώθηκαν υπό
την αρχηγία του Αττίλα. Οι Ούννοι, ισχυροί πια, στράφηκαν κατά της
πρώην συμμάχου τους και έγιναν μια σοβαρή απειλή για την
αυτοκρατορία.
Ο
Αττίλας
απείλησε
με
πόλεμο.
απαιτώντας
να
παντρευτεί την Ονωρία, την αδελφή του αυτοκράτορα, και να λάβει ως
προίκα την μισή επικράτεια της δυτικής αυτοκρατορίας.
Ήταν αναμενόμενη η άρνηση και έτσι εισέβαλε στην Γαλατία. Ο
στρατηγός Αέτιος, μαζί με τους Γερμανούς συμμάχους του, τον
σταμάτησε στην μάχη των Καταλαυνικών Πεδίων το 451, όπου ο Αττίλας
ηττήθηκε. Σον επόμενο χρόνο, ο Αττίλας εισέβαλε στην Ιταλία και
ξεκίνησε να προελαύνει κατά της Ρώμης. Ένας λοιμός, όμως, που
ξέσπασε στον στρατό του, η έκκληση του Πάπα Λέοντος για ειρήνη και
αναφορές ότι ο αυτοκράτορας της Ανατολής Μαρκιανός κατευθυνόταν με
τον στρατό του στην βάση του Αττίλα στην Πανοννία, τον έκαναν να
τερματίσει την εκστρατεία του. Σο 453, όμως, ο Αττίλας πέθανε.
Σο 454 ο Αέτιος δολοφονήθηκε από τον ίδιο τον Βαλεντινιανό, ο οποίος
δολοφονήθηκε από τους υποστηρικτές του στρατηγού έναν χρόνο
αργότερα. Με το τέλος της Θεοδοσιανής δυναστείας, μια νέα περίοδος
χάους πρόκυψε. Σην ρευστή αυτή κατάσταση εκμεταλλεύθηκαν οι
Βάνδαλοι, οι οποίοι κατέπλευσαν προς την Ρώμη την οποία λεηλάτησαν
το 455.
Ο οίκος του Θεοδοσίου του Μεγάλου απέτυχε να εδραιωθεί στην
εξουσία στην Δύση και στην Ανατολή. Ο Θεοδόσιος Β’ πέθανε το 450, και
ο ξάδερφός του Βαλεντινιανός Γ’ δολοφονήθηκε πέντε χρόνια αργότερα.
Αρσενικός
διάδοχος
δεν
υπήρχε
από
κανέναν.
Κάποια
εξέλιξη
σημειώθηκε στην Ανατολή όταν ο Μαρκιανός παντρεύθηκε την αδελφή
του αυτοκράτορα Πουλχερία. Ήταν όμως σε προχωρημένη ηλικία και δεν
θα μπορούσε να τεκνοποιήσει.
Η αυτοκρατορία της Δύσης, λοιπόν, σύντομα εισήλθε σε μια περίοδο
συγκρούσεων μεταξύ ανταπαιτητών και εμφυλίου πολέμου. Ο Πετρώνιος
Μάξιμος (Petronius Maximus) είχε διοργανώσει την δολοφονία του Αετίου
και μετά του
Βαλεντινιανού
Γ’. Πολλοί
άλλοι
επιθυμούσαν το
αυτοκρατορικό αξίωμα, αλλά ο ίδιος ο Πετρώνιος ήταν ο πιο ικανός και
είχε την δύναμη να ανακηρυχθεί αυτοκράτορας. Παντρεύθηκε την κόρη
του Βαλεντινιανού Ευδοκία, ώστε να συνδέσει τον εαυτό του με τον οίκο
του Θεοδοσίου.
131
Σα πράγματα όμως γρήγορα έλαβαν ανησυχητικές διαστάσεις, όταν οι
Βάνδαλοι κατέφθασαν με ισχυρότατο στόλο στην Ρώμη τον Μάιο του 455.
Ο Πετρώνιος Μάξιμος βρισκόταν εκεί, αλλά δεν διέθετε ούτε τις
κατάλληλες στρατιωτικές δυνάμεις για να αμυνθεί, ούτε είχε το θάρρος
να το πράξει. Έφυγε μαζί με πολλούς άλλους, αλλά σκοτώθηκε μέσα
στην γενικευμένη σύγχυση. Η βασιλεία του διήρκεσε λιγότερο από τρεις
μήνες. ΢ε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, ο στρατός των Βανδάλων
εισήλθε στην Ρώμη και για δύο βδομάδες την λεηλατούσε. Οι Βάνδαλοι
ήταν χριστιανοί του Αρειανού δόγματος και, όταν ο πάπας τους
παρακάλεσε να σεβασθούν τις εκκλησίες, ανταποκρίθηκαν στην έκκληση
αυτή. Οι κάτοικοι της πόλης δεν αντιστάθηκαν καθόλου, αποδεχόμενοι
την σκληρή πραγματικότητα. Μοναδικός στόχος ήταν η επιβίωση.
Ανάμεσα στα λάφυρα που αποκόμισαν οι Βάνδαλοι ήταν και λάφυρα από
την Ιερουσαλήμ που είχε μεταφέρει ο αυτοκράτορας Σίτος το 70 μ.Φ. Εκτός
του χρυσού, οι Βάνδαλοι πήραν μαζί τους την Ευδοξία, την χήρα του
αυτοκράτορα Βαλεντινιανού, και τις δύο κόρες της.
Ο
Πετρώνιος
Μάξιμος
δεν
είχε
αναγνωρισθεί
Κωνσταντινούπολη. Ο Πετρώνιος είχε επιλέξει
από
την
έναν σύμμαχο, τον
Γαλάτη αριστοκράτη Avitus91 για να πάει στο Γοτθικό βασίλειο της
Ακουιτανίας, που κυβερνάτο από τον Θεοδώριχο Β’. Οι Γότθοι είχαν
βοηθήσει πριν κάποια χρόνια τον στρατηγό Υλάβιο Αέτιο να αποκρούσει
τους Ούννους. Οι Γότθοι αποτελούσαν έναν δυνητικό εχθρό για την
αυτοκρατορία, αλλά δεν ήταν τόσο εχθρικοί όσο οι Βάνδαλοι. Παρά
ταύτα, ήταν απαραίτητη η στήριξή τους ως το πιο ισχυρό φυλετικό
βασίλειο στην νότια Ευρώπη.
Όταν ο Avitus ήταν στην Σουλούζη έγινε γνωστός ο θάνατος του
Πετρωνίου.
Αμέσως,
έπεισε
τους
Γότθους
να
τον
ανακηρύξουν
αυτοκράτορα. Ο Avitus έλαβε ουσιώδη υποστήριξη αργότερα από
κάποιους Γαλάτες
που τον αναγνώρισαν στην Αρελάτη. Δεν υπήρξε
όμως υποστήριξη από τον στρατό ή από την πολιτική ηγεσία στην Ιταλία.
Για περισσότερο από τριάντα χρόνια οι διοικητικές θέσεις στην Γαλατία
και στην Θεσσαλία καλύπτονταν από ντόπιους αριστοκράτες. Σα
στρατεύματα στην Ιταλία διοικούνταν από τον Ριχίμερο και τον
Μαγιοριανό. Οι άνδρες αυτοί αρνούνταν πεισματικά να δεχθούν τον νέο
91
Jones, Arnold Hugh Martin, John Robert Martindale, John Morris, «Eparchius Avitus
5», Prosopography of the Later Roman Empire, vol. 2, Cambridge University Press 1992, 196-198.
132
αυτοκράτορα. Επίσης, η Κωνσταντινούπολη αρνήθηκε να εγκρίνει τον
Avitus.
Σο 456 ο Avitus οδήγησε ένα στράτευμα στην Ιταλία, αλλά ηττήθηκε
στην πεδιάδα του Πάδου έξω από την Πιατσέντζα. Παραιτήθηκε από το
αξίωμά του και αποσύρθηκε για να γίνει επίσκοπος· πέθανε όμως μετά
από λίγους μήνες. Μετά από κάποιες διαπραγματεύσεις με την
αυτοκρατορική κυβέρνηση της ανατολικής αυτοκρατορίας, ο Μαγιοριανός
έγινε Αύγουστος της δυτικής αυτοκρατορίας κατά τα τέλη του έτους 457.
Έτσι περίπου είχε διαμορφωθεί ο πολιτικός χάρτης στην δυτική Ευρώπη
στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα.
Σο βασίλειο των Γότθων ήταν το ισχυρότερο στην επικράτεια της
δυτικής αυτοκρατορίας, γιατί διέθετε έναν οργανωμένο και ετοιμοπόλεμο
στρατό. Καμία άλλη δύναμη δεν μπορούσε να αντιταχθεί στην ισχύ του
Γότθου βασιλιά. Τπήρχαν και άλλες δυνάμεις, όπως το βασίλειο των
Βουργουνδών και των Υράγκων. ΢την Ισπανία οι ΢ουηβοί δεν γνώρισαν
ποτέ τον Ρωμαϊκό ζυγό, ενώ η βόρεια Αφρική είχε ήδη κατακτηθεί από
τους Βανδάλους. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, οι Ρωμαίοι συνέχισαν να
στρέφουν την μία φυλή κατά της άλλης για να εξυπηρετούνται τα
πολιτικά τους συμφέροντα. Ο Avitus έστειλε τους Γότθους, τους Υράγκους
και τους Βουργουνδούς για να επιτεθούν κατά των ΢ουηβών. Ο
Μαγιοριανός εξακολούθησε να χρησιμοποιεί τους Γότθους κατά των
΢ουηβών στην Ισπανία, παρά μια μικρή σύγκρουση που συνέβη μαζί τους
στην Γαλατία. Οι Γότθοι ήταν πολύτιμοι σύμμαχοι αλλά και επικίνδυνοι
ως εχθροί. ΢ε βραχύ χρονικό διάστημα οι ΢ουηβοί απωθήθηκαν στην
βορειοδυτική άκρη της Ιβηρικής Φερσονήσου. Σο βασίλειό τους επιβίωσε
σε αυτήν την περιοχή για αιώνες, αλλά δεν συνιστούσε ιδιαίτερη απειλή
για την Ρώμη. Δεν μπορεί να διευκρινισθεί εάν οι επιτυχίες των Γότθων
αποκατέστησαν την αυτοκρατορική εξουσία στην περιοχή. Σο 466, ο
Θεοδώριχος ο Β’ δολοφονήθηκε και τον διαδέχθηκε ο νεώτερος αδελφός
του Ερρίκος. Ο νέος βασιλιάς επέκτεινε την επικράτειά του στην Γαλατία
και στην Ισπανία.
Από την άλλη, οι Βάνδαλοι δεν ποδηγετούνταν εύκολα και ήταν πολύ
δύσκολο να πεισθεί κάποια άλλη βαρβαρική φυλή για να τους επιτεθεί.
Για να φτάσει κανείς στην Αφρική, χρειαζόταν έναν μεγάλο στόλο και
έναν ισχυρό στρατό με άφθονες προμήθειες. Σο 460 ο Μαγιοριανός
ετοιμάστηκε να εισβάλει από την Ισπανία, αλλά προτού ολοκληρωθεί το
σχεδιαζόμενο εγχείρημα, μεγάλο μέρος του στόλου του καταστράφηκε
133
λόγω μιας αιφνίδιας επίθεσης από τον Γειζέριχο. Έτσι, παραιτήθηκε από
κάθε ιδέα εισβολής στην Αφρική. Ο Μαγιοριανός υπέστη ισχυρό πλήγμα
στο κύρος του. Όταν επέστρεψε στην Ιταλία το 461 ο Ριχίμερος τον
εκθρόνισε και τον εκτέλεσε. Ο στρατηγός αυτός δεν ήθελε να υπηρετεί
έναν αυτοκράτορα που αναλάμβανε δικές του πρωτοβουλίες. Η αφορμή
της εκθρόνισής του ήταν η αποτυχία της εκστρατείας στην Αφρική.
Λίγους μήνες αργότερα ο Ριχίμερος ανακήρυξε τον Λίβιο ΢εβήρο (Libius
Severus) αυτοκράτορα. Σην φορά όμως αυτή η Κωνσταντινούπολη δεν
αναγνώρισε τον νέο αυτοκράτορα.
Για ορισμένο χρονικό διάστημα η εξουσία του νέου αυτοκράτορα δεν
αναγνωριζόταν έξω από την Ιταλία. ΢την Γαλατία ο διοικητής των
στρατευμάτων εκεί είχε επαναστατήσει κατά του Ριχιμέρου, αλλά
προσπαθούσε ταυτόχρονα να αποκρούσει μια σοβαρή επίθεση των
Γότθων. Ένας άλλος στρατηγός επαναστάτησε στην Δαλματία και
κήρυξη πίστη στον αυτοκράτορα της ανατολικής αυτοκρατορίας Λέοντα,
αρνούμενος να αναγνωρίσει τον Λίβιο ΢εβήρο. Έτσι διαμορφώθηκε μια
ριψοκίνδυνη κατάσταση. Κατά την διάρκεια του 5ου αιώνα η δυτική
αυτοκρατορία έχανε συνεχώς τον έλεγχο της εξουσίας και η επικράτειά
της περιοριζόταν. Η αιτία ήταν η δραστηριότητα των βαρβαρικών φυλών,
η οποία είχε απαλείψει κάθε αυτοκρατορική εξουσία και είχε σταματήσει
την καταβολή φόρων στον αυτοκράτορα.
Σο ισχυρότερο πλήγμα στην δυτική αυτοκρατορία ήταν η απώλεια της
Αφρικής από τους Βανδάλους. Η Ιταλία εφοδιαζόταν με σιτηρά για μακρύ
χρονικό διάστημα από την Αφρική, και αυτό δικαιολογεί το εγχείρημα του
Μαγιοριανού. Σο 468 υπήρξε άλλη μια προσπάθεια, όμως αυτή την φορά
με την σύμπραξη και της ανατολικής αυτοκρατορίας, η οποία απέστειλε
στρατεύματα και παραπάνω από χίλια πλοία. Οι σχέσεις μεταξύ της
ανατολικής και δυτικής αυτοκρατορίας είχαν βελτιωθεί αφότου πέθανε ο
Λίβιος
΢εβήρος
το
465.
Φρειάστηκαν
σχεδόν
δύο
χρόνια
διαπραγματεύσεων για να αποδεχθεί ο Ριχίμερος τον νέο αυτοκράτορα
που υποδείχθηκε από τον Λέοντα. Εκείνη την περίοδο δεν υπήρχε
αυτοκράτορας στην Δύση. Ο νέος αυτοκράτορας ονομαζόταν Ανθέμιος
και ο Ριχίμερος παντρεύθηκε την κόρη του ώστε να επισφραγισθεί η
συμμαχία τους. Η νέα εκστρατεία κατά της Αφρικής κατέληξε στην
καταστροφή. Σο εκστρατευτικό σώμα έφτασε στην Αφρικανική ακτή,
αλλά ο διοικητής του δίστασε να ξεκινήσει τις επιχειρήσεις και άρχισε τις
διαπραγματεύσεις. Μερικές μέρες αργότερα, ο Γειζέριχος άδραξε την
134
ευκαιρία και επιτέθηκε στον αυτοκρατορικό στόλο με πυρπολικά,
καταστρέφοντας έτσι τα πάντα.
΢την δυτική αυτοκρατορία οι σχέσεις του Ανθεμίου και του Ριχιμέρου
χειροτέρευσαν, και το 472 ξέσπασε πόλεμος μεταξύ του αυτοκράτορα και
του στρατηγού του. Ο Ανθέμιος προσέλαβε ένα στράτευμα Οστρογότθων
για να τον ενισχύσουν στην σύγκρουσή του με τον στρατηγό. Η βοήθεια
των Γότθων δεν ήταν επαρκής και ο αυτοκράτορας ηττήθηκε και
εκτελέσθηκε τον Ιούλιο. Ο Ριχίμερος τον αντικατέστησε με κάποιον που
είχε μακρινή σχέση με τον οίκο του Θεοδοσίου. Ήταν ένας Ρωμαίος
αριστοκράτης επονομαζόμενος Ολύβριος (Olybrius), ο οποίος είχε
παντρευθεί την νεώτερη κόρη του Βαλεντινιανού Γ’, Πλακιδία. Σο νέο
καθεστώς όμως δεν επρόκειτο να επιβιώσει για πολύ: ο Ριχίμερος και ο
Ολύβριος πέθαναν από αρρώστια το φθινόπωρο του 472.
Η διοίκηση του στρατού στην Ιταλία δόθηκε στον ανιψιό Gundobad. Σο
473 επέλεξε έναν νέο αυτοκράτορα, τον Γλυκέριο. Ο αυτοκράτορας Λέων
αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον Γλυκέριο. Ο Gundobad ήταν ένας
Βουργουνδός πρίγκιπας όπως και Ρωμαίος αξιωματικός. Άφησε την
Ιταλία για να υλοποιήσει τις φιλοδοξίες του αλλού και δεν επέστρεψε
ποτέ ξανά. Σο 474 η ανατολική αυτοκρατορία υποστήριξε μια εισβολή
στην Ιταλία με επικεφαλής τον Ιούλιο Νέπωτα. Ο Γλυκέριος εκθρονίστηκε
και έγινε επίσκοπος. Ο Ιούλιος Νέπως ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας,
αλλά η εξουσία του αναγνωριζόταν μόνο μέσα στην Ιταλία, αν και είχε
γίνει αποδεκτός από την Κωνσταντινούπολη.
Ο Νέπως αντιμετώπισε νέες προκλήσεις, ακόμα και μέσα στην Ιταλία.
Σα στρατεύματα, που αποτελούνταν από Γερμανικά φύλα, διοικούνταν
από τον Ορέστη. Ο άνδρας αυτός, δεκαετίες πριν, είχε υπηρετήσει στον
Αττίλα ως γραμματέας και πρέσβης. Σο 475 επαναστάτησε κατά του
Νέπωτος, ο οποίος έφυγε από την Ιταλία και επέστρεψε στην βάση του
στην Δαλματία. Η Κωνσταντινούπολη διαμαρτυρήθηκε, αλλά δεν έπραξε
τίποτε για να τον βοηθήσει. Ο Λέων είχε πεθάνει το 474. Σον διαδέχθηκε ο
γιος του Ζήνων, ο οποίος ήταν Ισαυρικής καταγωγής. Σο 475 αντιμετώπισε
μια σοβαρή απειλή από τον σφετεριστή Βασιλίσκο. Ο Ζήνων έφυγε από
την Κωνσταντινούπολη, η οποία για έναν χρόνο παρέμεινε υπό τον
έλεγχο του αντιπάλου του. ΢το τέλος ο Ζήνων επικράτησε, αλλά τα
προβλήματα που υπήρχαν δεν επέτρεπαν την ανάμιξη στις υποθέσεις της
Δύσης.
135
Ο Ορέστης όρισε αυτοκράτορα της Δύσης τον νεώτερο γιο του το 475. Σο
παιδί ονομαζόταν Ρωμύλος, αλλά είχε το προσωνύμιο Αυγουστύλος ή «ο
μικρός Αύγουστος». Ήταν ένας ακόμη ανίσχυρος κυβερνήτης που είχε
διορισθεί στην θέση αυτή από έναν στρατηγό. Οι στρατηγοί αυτοί
αντλούσαν την δύναμή τους από την πίστη που απολάμβαναν από τα
στρατεύματα που διοικούσαν. Σο 476 ο Ορέστης έχασε την αφοσίωση του
στρατού του από έναν αξιωματικό που ονομαζόταν Οδόακρος. Οι
στρατιώτες είχαν εξαγριωθεί γιατί η νέα κυβέρνηση αρνείτο να
ικανοποιήσει τα αιτήματά τους για την παροχή γης. Ο Ορέστης
σκοτώθηκε, και ο γιος του εκθρονίστηκε. Ο Οδόακρος παρέμεινε μόνος
του στην εξουσία· δεν θα υποδείκνυε κανέναν νέο αυτοκράτορα. Αμέσως,
εστάλησαν από την Κωνσταντινούπολη τα αυτοκρατορικά διάσημα.
Επισήμως η αυτοκρατορία ήταν ενωμένη ξανά, με τον Ζήνωνα και τους
διαδόχους του να είναι απόλυτοι μονοκράτορες. ΢την πραγματικότητα
όμως η επικράτεια της δυτικής αυτοκρατορίας θα διαμελιζόταν σε
μικρότερα βασίλεια.
Ο Οδόακρος υποσκελίσθηκε από έναν ισχυρότερο πολέμαρχο, τον
βασιλιά Θεοδώριχο των Οστρογότθων ο οποίος εισέβαλε στην Ιταλία το
489. Η σύγκρουση μεταξύ των δύο βασιλέων διήρκεσε πολλά χρόνια. ΢το
τέλος, οι δύο ηγέτες συμφώνησαν να κάνουν ειρήνη και να μοιραστούν
την εξουσία. Πολύ σύντομα ο Θεοδώριχος δολοφόνησε τον Οδόακρο και
κυβέρνησε μόνος του.
136
΢ΤΜΠΕΡΑ΢ΜΑΣΑ
Η πρώτη επαφή με τους Γερμανικούς λαούς έγινε την εποχή του
στρατηγού Μαρίου, το 107 π.Φ. περίπου, όταν νίκησε τους Σεύτονες και
τους Κίμβρους στη νότια Γαλλία. Η επόμενη σύγκρουση έλαβε χώρα το 58
π.Φ., όταν ο Ιούλιος Καίσαρ κατεδίωξε τους ΢ουηβούς, που κατείχαν ένα
μέρος της Γαλατίας πέρα από το Ρήνο.
Αργότερα, ο Αύγουστος προσπάθησε να επεκτείνει την Ρωμαϊκή
κυριαρχία στην Γερμανία, σχέδιο που δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει,
αφού οι πολλές λεγεώνες που είχαν σταλεί με προορισμό την Γερμανία
έπεσαν σε ενέδρα γερμανικών φυλών το 9 μ.Φ. στον Σευτοβούργιο
Δρυμό και κυριολεκτικά διαλύθηκαν. Αυτό ανάγκασε τους Ρωμαίους να
οργανώσουν μία σταθερή συνοριακή γραμμή από οχυρά (limes) κατά
μήκος του Ρήνου και να μην επιχειρήσουν ποτέ να επιτεθούν ξανά
στην Γερμανία.
Παρόμοιες
συνοριακές
γραμμές
δημιουργήθηκαν
στο Δούναβη και στον Ευφράτη.
Οι περισσότεροι λαοί που γειτνίαζαν με την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία
ήταν γερμανικής καταγωγής, τους οποίους οι Ρωμαίοι αποκαλούσαν
«βαρβάρους», λέξη που είχαν χρησιμοποιήσει πρώτοι οι Έλληνες,
αποκαλώντας έτσι όλους όσοι δεν ομιλούσαν την ελληνική γλώσσα.
Οι βάρβαροι είχαν συγκροτήσει τις δικές τους κοινωνίες, οι οποίες
διακρίνονταν από ένα πολιτισμικό επίπεδο, αλλά οι Ρωμαίοι, επειδή ο
τρόπος ζωής τους διέφερε ριζικά από εκείνον των βαρβάρων, τους
θεωρούσαν αγρίους και απολίτιστους. ΢ε καιρούς ειρήνης, υπήρχαν
έντονες επαφές και εμπορικές σχέσεις ανάμεσα στους Ρωμαίους και
στους
γειτονικούς
τους
λαούς.
Όμως,
σύντομα
η
αυτοκρατορία
αποδυναμώθηκε λόγω επιδρομών που έκαναν οι βάρβαροι μέσα στν
επικράτειά της. Οι Γότθοι έκαναν επιδρομές ως το Αιγαίο μέχρι το 269 μ.Φ.
που ηττήθηκαν σε μάχη κοντά στη Ναϊσσό. Οι Υράγκοι έφτασαν μέχρι τις
ακτές της Ισπανίας, ενώ στην Ανατολή οι Πέρσες προήλασαν και
το 260 μ.Φ. αιχμαλώτισαν τον αυτοκράτορα Βαλεριανό, μετά από μία
καταστροφική ήττα των Ρωμαίων.
Αυτήν την εποχή, οι αυτοκράτορες είναι αξιωματικοί του στρατού, που
ανεβαίνουν στην εξουσία με την έγκριση του στρατού που διοικεί ο
καθένας, ενώ η δύναμη της ΢υγκλήτου περιορίσθηκε σε πολύ μεγάλο
βαθμό. Οι περισσότεροι αυτοκράτορες κατάγονταν από τις επαρχίες και
137
δεν είχαν ουσιαστικούς δεσμούς με τη Ρώμη, και από αυτούς πάρα πολλοί
ήταν από την Ιλλυρία.
Σο 284 ανήλθε
ο Διοκλητιανός,
στον
και
θρόνο
ένας
εγκαινίασε
στρατιωτικός
το
σύστημα
από
την Ιλλυρία,
των τετραρχιών.
Η
αυτοκρατορία χωρίστηκε σε τέσσερα τμήματα:

Μικρά Ασία, ΢υρία, Αίγυπτος, Θράκη, που διοικεί ένας Αύγουστος.

Βαλκάνια, που διοικεί ένας Καίσαρ.

Ιταλία, Ιλλυρία και Αφρική, που διοικεί ένας Αύγουστος.

Γαλλία, Ισπανία και Βρετανία, που διοικεί ένας Καίσαρας.
Ακόμη, χώρισε τις παλαιές επαρχίες σε πολλές μικρότερες για να
διοικούνται αποτελεσματικότερα και προπάντων να αποκρούονται τυχόν
εισβολές βαρβάρων. Σο σύστημα λειτούργησε όσο ο Διοκλητιανός
βρισκόταν στην εξουσία, ως ένας από τους Αυγούστους. Μόλις
αποσύρθηκε,
ξέσπασαν
εμφύλιοι
πόλεμοι
μεταξύ
των
διαφόρων
τετραρχών, έως ότου η αυτοκρατορία ενώθηκε ξανά από τον Μέγα
Κωνσταντίνο το 324. Η απειλή, όμως, των βαρβαρικών εισβολών ήταν
πάντα ορατή. Σο 378 ο αυτοκράτορας Βάλης σκοτώθηκε στην μάχη της
Αδριανούπολης, όπου οι Ρωμαίοι συγκρούστηκαν με τους Γότθους. Σο 395,
έγινε αρχηγός των Γότθων ένας πρώην αξιωματικός του Ρωμαϊκού
στρατού, ο Αλάριχος, ο οποίος το 410 τους οδήγησε στην Ρώμη, την οποία
κατέλαβαν και στη συνέχεια λεηλάτησαν. Παράλληλα, το 410 οι
Ρωμαϊκές λεγεώνες αποχώρησαν από την Βρετανία, αφήνοντάς την στα
χέρια των βαρβάρων λαών του Βορρά.
Σην εποχή αυτή, έκαναν την εμφάνισή τους οι Ούννοι, οι οποίοι
κατάφεραν να διασχίσουν τις στέπες και να υποτάξουν πολλούς λαούς
στο πέρασμά τους. Έτσι δημιούργησαν ένα τεράστιο κράτος από
τον Ρήνο μέχρι τις στέπες της Ρωσίας. Ο σημαντικότερος αρχηγός τους
ήταν ο Αττίλας. Με τον Αττίλα, οι Ούννοι έφτασαν στο απόγειο της
δύναμής τους. Η ανατολική και η δυτική αυτοκρατορία τού κατέβαλλαν
τεράστια ποσά για να μην εισβάλει στην επικράτειά τους. Σο 451, ο
Αττίλας εισέβαλε στην Γαλατία, όπου ένας συνασπισμός Ρωμαίων και
Γερμανών,
με
επικεφαλής
τον
στρατηγό Αέτιο,
τον
νίκησε
στα Καταλαυνικά Πεδία. Σον επόμενο χρόνο, όμως, ο Αττίλας εισέβαλε
στην Ιταλία και κατευθύνθηκε προς την Ρώμη, αλλά μία συνάντηση με
τον πάπα τον έκανε να αλλάξει γνώμη. Έτσι, αποφάσισε να επιστρέψει
στο
στρατόπεδό
του
στην Ουγγαρία.
Σο 453 μ.Φ.
πέθανε
και
η
138
αυτοκρατορία των Ούννων διαλύθηκε. Σο 455 μ.Φ., οι Βάνδαλοι με αρχηγό
τον Γειζέριχο κατέλαβαν και λεηλάτησαν την Ρώμη.
Ο 5ος αιώνας ήταν ο κρισιμότερος για την επιβίωση της δυτικής
αυτοκρατορίας. Οι Γότθοι, οι οποίοι είχαν αναδειχθεί ως η κυρίαρχη
δύναμη στην αυτοκρατορία, καθόριζαν αποφασιστικά την αυτοκρατορική
διαδοχή στην Δύση. Πολλοί αυτοκράτορες μαριονέτες ανήλθαν στον
θρόνο της δυτικής αυτοκρατορίας, τους οποίους όριζαν οι εκάστοτε
στρατηγοί των Γότθων μισθοφόρων. Ο τελευταίος αυτοκράτορας του
δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ο Ρωμύλος Αυγουστύλος,
εκθρονίσθηκε από τον Γότθο στρατηγό Οδόακρο, ο οποίος κυβέρνησε την
Ιταλία
ως
βασιλιάς.
Οστρογότθων, Θεοδώριχος,
Σο 488 μ.Φ.
νίκησε
τον
ο
Οδόακρο
αρχηγός
και
των
κατάκτησε
την Ιταλία. Έτσι, η δυτική αυτοκρατορία περιήλθε στην εξουσία των
Γερμανικών φυλών, τα οποία η Ρώμη πολέμησε με σφοδρότητα για
αιώνες.
139
ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΥΙΑ΢
Albert G., «Stilicho und der Hunefeldzug des Eutropius», Chiron 9 (1979),
621–645.
Alföldi A., A Conflict of Ideas in the Late Roman Empire: The Clash between the
Senate and Valentinian I, Oxford 1952.
Alföldy G., Noricum, London 1974.
Altheim F., Der Krise der alten Welt, Berlin 1943
Amory P., People and Identity in Ostrogothic Italy, 489–555, Cambridge 1997.
Anderson P., Passages from Antiquity to Feudalism, London 1974
Andersson T.M., «Cassiodorus and the Gothic Legend of Ermanaric»,
Eurphorion 57 (1963), 28–43.
Anton H. H., «Burgunden. II. Historisches», στο: Reallexikon der Germanischen
Altertumskunde, Berlin/New York 19812, 4.235–248.
Aricescu A., The Army in Roman Dobrudja, Oxford 1980.
Arnold C.J., Roman Britain to Saxon England, London 1984.
Austin N.J.E., Ammianus on Warfare, Brussels 1979.
Bachrach B.S., A History of the Alans in the West, Minneapolis 1973.
barbarian invasions of Gaul and Spain», Athenaeum 85 (1997), 69–117.
Barcelο P. A., Roms auswärtige Beziehungen unter der Constantinischen
Barkoczi L., History of Pannonia, Lexington Ky. 1980.
Barlow J., The success of the Franks. Regional continuity in northern Gaul in late
Antiquity, Ph.D. thesis, Sydney 1993.
Bartholomew P., «Fourth-Century Saxons», Britannia 15 (1984), 169–85.
Bayless W.N., «The Visigothic Invasion of Italy in 401», Classical Journal 72,
(1976), 65–67.
Bell H.I. et al., The Abinnaeus Archive: Papers of a Roman Army Officer in the
Reign of Constantius II, Oxford 1962.
Benedetti-Martig I., «I Romani ed il territorio degli agri decumati nella tarda
antica», Historia 42 (1993), 352–361.
Bichir G., Archaeology and the History of the Carpi from the Second to the Fourth
Century A.D., Oxford 1976 (BAR 16).
Bidez J., La vie de l’empereur Julien, Paris 1930.
Birkhan H., Germanen und Kelten bis zum Ausgang der Römerzeit, Vienna, Graz
και Cologne 1970.
Birley A. R., Marcus Aurelius. A Biography, London 1987.
Boak A.E.R., Manpower Shortage and the Fall of the Roman Empire in the West,
Ann Arbor 1955.
Bona I., Die Langobarden in Ungarn, Budapest 1970.
Bona I., Les Huns, Paris 2002.
Bonanni S., «Ammiano Marcellino e i Barbari», Rivista di Cultura Classica e
Medioevale 23 (1981), 125–142.
140
Bowersock G. W., Julian the Apostate, London 1978.
Bowman A. K. και Thomas J. D., «New writing-tablets from Vindolanda»,
Britannia 27 (1996), 299–328.
Breeze D.J., The Northern Frontiers of Roman Britain, London 1982.
Bregman J., Synesius of Cyrene, 1982.
Bridger C. και Carnap-Bornheim C. von (ed.), Römer und Germanen Nachbarn
über Jahrhunderte (BAR International Series 678), Oxford 1997.
Bridger C. και Gilles K.-J. (ed.), Spätrömische Befestigungsanlagen
Brisson J-P. (ed)., Problème de la Guerre a Rome, Paris 1969.
Brown P., Religion and Society in the Age of St Augustine, 1972.
Browning R., The Emperor Julian, London 1975.
Burns T.S., «The Battle of Adrianople: A Reconsideration», Historia 22 (1973),
336–45.
Bury J.B., History of the Later Roman Empire, New York 1957, 2 τόμ.
Calif., και London 1996.
Cameron A., Claudian, Poetry and Propaganda at the Court of Honorius, Oxford
1970.
Cameron A.D.E., «Theodosius the Great and the Regency of Stilicho», Harvard
Studies in Classical Philology 73 (1969), 247–280.
Cameron, Averil, The Mediterranean World in Late Antiquity, London 1993.
Capelle T., Die Sachsen des frühen Mittelalters, Stuttgart 1998.
Cesa M. και Sivan H., «Alarico in Italia: Pollenza e Verona», Historia 39 (1990),
361–374.
Chastagnol A., La Fin du Monde Antique, Paris 1976.
Cheesman G.L., The Auxilia of the Roman Imperial Army, Chicago 1975.
Christlein R., Die Alamannen, Stuttgart 1978.
Chrysos E.K., «Gothia Romana: Zur Rechtsgrundlage des Foderatenstandes
der Westogoten im 4 Jahrhundert», Dacoromania 1 (1973), 52–64.
Clauss M., Der Magister Officiorum in der Spatantike 4–6 jahrhundert, Munich
1980.
Connolly P., Greece and Rome at War, London 1988.
Cornell T. και Matthews J. F., Atlas of the Roman World, London 1982.
Cracco Ruggini L., «Uomini senza terra e terra senza uomini nell’Italia
Antica», Quaderni di Sociologia Rurale 3 (1963), 20–42.
Creighton J. D. και Wilson R. J. A. (ed.), Roman Germany. Studies in Cultural
Interaction (Journal of Roman Archaeology Supplementary
Croke B., «Arbogast and the Death of Valentinian II», Historia 25 (1976), 235–
244.
Crump G.A., «Ammianus and the Late Roman Army», Historia 22 (1973), 91–
103.
Cüppers H. (ed.), Die Römer in Rheinland-Pfalz, Darmstadt 1990.
141
Daly L.J., «The Mandarin and the Barbarian: The Response of Themistius to
the Gothic Challenge», Historia 21 (1972), 351–379.
Demandt A, Der Fall Roms, Munich 1984.
Demouget E, De l’unité à la division de l’empire romain 395–410, Paris 1951.
Diesner H.J., «Das Buccellariertum von Stilicho und Sarus bis auf Aetius», Klio
54 (1972), 321–350.
Domaszewski A. von., Die Rangordnung des romischen heeres, Cologne 1967.
Drinkwater J. F. και Elton H. (ed.), Fifth-Century Gaul. A Crisis of Identity?,
Cambridge 1992.
Dudden F.H., The Life and Times of St. Ambrose, Oxford 1935.
Dynastie (306–363), Regensburg 1981.
Elliott T. G., Ammianus Marcellinus and Fourth Century History, Sarasota FL
1983.
Ellis L., «‘‘Terra deserta’’: population, politics and the *de+colonization of
Dacia», Population and Demography 30 (1998), 220–237.
Ferril A., The Fall of the Roman Empire: The Military Explanation, London 1986.
First Century ad to the Third, Baltimore MD/London 1976.
Freeman E. A., Western Europe in the Fifth Century, London 1904.
Frere S.S., Britannia: A History of Roman Britain, London 1978.
Garbsch J., Das spätrömische Donau–Iller–Rhein Limes, Aalen 1970.
Garbsch J., Der Spatromische Donau-Iller-Rhein Limes, Stuttgart 1970.
Garzetti A., From Tiberius to the Antonines. A History of the Roman Empire ad 14–
192, London 1974.
Gasperini N., La Morte di Teodosio Padre, Milan 1972.
Geary P. J., Before France and Germany. The Creation and Transformation of the
Merovingian World, Oxford/New York NY 1988.
Gluschanin E.P., «Die Politik Theodosius I und die Hintergrund des
Sogenannten Antigermanismus im Öströmischen Reich», Historia 38 (1989),
224–249.
Godlowski K., The Chronology of the Late Roman and Early Migration Periods in
Central Europe, Cracow 1970.
Goffart W., Barbarians and Romans AD 418–585: The Techniques of
Accommodation, Princeton 1980.
Goffart W., Caput and Colonate: Towards a History of Late Roman Taxation,
Toronto 1974.
Goldsworthy Ad., How Rome Fell, Yale University Press 2009.
Goodburn R. και Bartholomew P. (eds), Aspects of the Notitia Dignitatum,
Oxford 1976.
Goodman M.D. και Sperber D., «Roman Palestine 200–400», JRS 70 (1980),
235–236.
Grant M., The Fall of the Roman Empire: A Reappraisal, London 1976.
142
Grünewald T., Bandits in the Roman Empire. Myth and Reality, London/New
York NY 2004.
Guide to the Postclassical World, Cambridge MA/London 1999.
Hachmann R., Die Goten und Skandinavien, Berlin 1970.
Headeager L., Iron Age Societies: From Tribe to State in Northern Europe 500 BC
to AD 700, Oxford 1992.
Heather P., «Theoderic King of the Goths», Early Medieval Europe 4 (1995),
145–173.
Heather P., Goths and Romans 332–489, Oxford 1991.
Heather P., The Goths, Oxford 1996.
Hind J. G. F., «Whatever happened to the Agri Decumates?», Britannia 15
(1984), 187–192.
in den Rhein-und Donauprovinzen (BAR International Series 704), Oxford 1998.
Kov{cs P., Marcus Aurelius’ Rain Miracle and the Marcomannic Wars, LeidenBoston 2009.
Kulikowski M., Rome’s Gothic Wars, Cambridge University Press 2007.
Lander J., Roman Stone Fortifications. Variation and Change from the First Century
ad to the Fourth (British Archaeological Reports, International Series 206),
Oxford 1984.
Langmann G., Die Markomannenkriege 166/167 bis 180 (Militärhistorische
Schriftenreihe 43, Vienna 1981).
Lendon J. E., Empire of Honour. The Art of Government in the Roman World,
Oxford 1997.
Lenski N., Failure of Empire. Valens and the Roman State in the Fourth Century ad,
Berkeley CA 2002.
Liebeschuetz J. H. W. G.,. Barbarians and Bishops, Oxford 1990.
Lippold A., «Constantius Caesar, Sieger über die Germanen, Nachfahre des
Claudius Gothicus?», Chiron 11 (1981), 347–369.
Lorenz S., Imperii Wnes erunt intacti. Rom und die Alamannen 350–378,
Frankfurt/Berlin 1997.
Lütkenhaus W., Constantius III. Studien zu seiner Tätigkeit und Stellung im
Westreich 411–421, Bonn 1998.
Luttwak E. N., The Grand Strategy of the Roman Empire. From the
MacGeorge P., Late Roman Warlords, Oxford 2002.
MacMullen R., Soldier and Civilian in the Later Roman Empire, Cambridge MA
1963.
Maenchen-Helfen O. J., The World of the Huns. Studies in their History and
Culture, Berkeley CA/Los Angeles CA/London 1973.
Matthews J., The Roman Empire of Ammianus Marcellinus, London 1988.
Menghin W., Die Langobarden, Stuttgart 1985.
Menghin W., Frühgeschichte Bayerns, Stuttgart 1990.
Mnemosyne 53 (2000), 690–710.
143
Moorehead J., Theoderic in Italy, Oxford 1992.
Murray A. C. (ed.), After Rome’s Fall, Toronto και London 1998.
Murray A. C., Germanic Kinship Structure, Toronto 1983.
Musset L., The Germanic Invasions, London 1975.
Oliver J.H., «The Ruling Power. A study of the Roman empire in the second
century after Christ through the Roman Oration of Aelius Aristides», Trans.
Amer. Philosoph. Ass. 43 (1953), 869.
Paschoud F. και Szidat J. (ed.), Usurpationen in der Spätantike, Stuttgart 1997.
Pavan M., La Politica Gotica di Teodosio, Rome 1964.
Percival J., The Roman Villa, London 1981.
Petrikovits H. von, «Fortifications in the north-western Roman Empire from
the third to the Wfth centuries ad», Journal of Roman Studies 61 (1971), 178–218.
Petrikovits H.Von, «Fortifications in the North-Western Roman Empire From
the Third to the Fifth Centuries AD», JRS 61 (1971), 178–218.
Raimondi M., Valentiniano I e la scelta dell’Occidente, Alessandria 2001.
Reece R., «Town and Country: The End of Roman Britain», World Archaeology
12 (1980), 77–92.
Rees R., Layers of Loyalty in Latin Panegyric. ad 289–307, Oxford 2002.
Robinson H.R., The Armour of Imperial Rome, London 1975.
Rolfe J. C., Ammianus Marcellinus I (Loeb, revised edn), London/Cambridge MA
1963.
Samson R., «Rural Slavery, Inscriptions, Archaeology and Marx: A Response
to Ramsey MacMullen’s ‚Late Roman Slavery‛», Historia 38 (1989), 99–110.
Saunders R. T., «Aurelian’s two Iuthungian wars», Historia 41 (1992), 311–327.
Scharf R., «Die Kanzleireform des Stilicho und das römische Britannien»,
Historia 39 (1990), 461–474.
Schönberger H., «The Roman Frontier in Germany: An Archaeological
Survey», JRS 59 (1969), 144–197.
Schönberger H., «The Roman frontier in Germany: an archaeological survey»,
Journal of Roman Studies 59 (1969), 144–197.
Schoppa H., Aquae Mattiacae. Wiesbadens ro¨mische und alamannischmerovingische Vergangenheit, Wiesbaden 1974.
Seeck O., «Die Schlacht am Frigidus», Klio 13 (1913), 451–467.
Series 32), Portsmouth RI 1999.
Soproni S., Der Spãtromischen Limes zwischen Esztergom und Szentendre,
Budapest 1978.
Speidel M.P., Guards of the Roman Armies, Bonn 1978.
Ste Croix G.E.M.de, The Class Struggle in the Ancient Greek World from the
Archaic Age to the Arab Conquests, Oxford 1981.
Stein E., Histoire du Bas-empire, Amsterdam 1968.
Stevens C.E., «Agriculture and Rural Life in the Later Roman Empire»,
Cambridge 1966 (Cambridge Economic History of Europe 92–124).
144
Straub J., Regeneration Imperii, Darmstadt 1972.
Sulmirski T., The Sarmatians, London 1970.
Szidat J., «Die Usurpation des Eugenius», Historia 28 (1979), 487–508.
Tainter J., The Collapse of Complex Societies, Cambridge 1988.
Thompson E.A., A History of Attila and the Huns, Oxford 1948.
Todd M., Migrants and Invaders, Stroud 2002.
Todd M., The Northern Barbarians, Oxford 19872.
Trumm J., Die römerzeitliche Besiedlung am östlichen Hochrhein, Stuttgart 2002.
Tsangadas B.C.P., The Fortifications and Defence of Constantinople, New York
1980.
Urban R., Der ‘Bataveraufstand’ und die Erhebung des Iulius Classicus, Trier 1985.
Waas M., Germanen im rom¨ ischen Dienst, Bonn 19692.
Waas M., Germanen im römischen Dienst, Bonn 1971.
Wacher J., The Towns of Roman Britain, London 1976.
Wallace-Hadrill J. M., Early German Kingship in England and on the Continent,
Oxford 1971.
Wallace-Hadrill J.M., The Barbarian West 400–1000, London 1967.
Wamser L. (ed.), Die Römer zwischen Alpen und Nordmeer, Mainz 2000.
Ward J.H., «The Notitia Dignitatum», Latomus 33 (1974), 397–434.
Ward-Perkins B., From Classical Antiquity to the Middle Ages, Oxford 1984.
Watson A., Aurelian and the Third Century, London 1999.
Watson G.R., The Roman Soldier, London 1969.
Webster G., The Roman Imperial Army, London 1979.
Wells C. M., The German Policy of Augustus, Oxford 1972.
Wells S. P., The Battle that stopped Rome, New York 2003.
Wightman E.M., Gallia Belgica, London 1985.
Wilkes J.J., Dalmatia, London 1969.
Williams S., Diocletian and the Roman Recovery, London 1985.
Wolfram H., Die Germanen, Munich 1995.
Wolfram H., History of the Goths, Berkeley 1988.
Wolfram H., The Roman Empire and its Germanic Peoples, Berkeley,
Zöllner E., Geschichte der Franken, Munich 1970.
145