φυσικη κατασταση ποδοσφαιρου

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΟΧΗΣ ΣΤΟ
ΠΟ∆ΟΣΦΑΙΡΟ ΜΕ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΠΕ∆ΙΟΥ
∆ΙΑΛΕΙΜΜΑΤΙΚΗΣ ΜΟΡΦΗΣ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2006
-- ΠΕΡΙΛΗΨΗ -Η αόδοση στο οδόσφαιρο εξαρτάται αό ολλούς αράγοντες οι
κυριότεροι αό τους οοίους είναι τα στοιχεία ου αοτελούν τη φυσική
κατάσταση. Ένα αό αυτά τα στοιχεία είναι η αερόβια αντοχή η οοία αίζει
σηµαντικό ρόλο όχι µόνο στην ανοχή στην κούραση αλλά και στην ταχύτερη
αοκατάσταση µετά αό ειβάρυνση. Πολλές µελέτες είχαν ως στόχο τη
βελτίωση της αερόβιας ικανότητας µέσω σχεδιασµένων αρεµβατικών
ροονητικών
ρογραµµάτων.
Οι
µελέτες
αυτές
ραγµατοοίησαν
εργαστηριακά τεστ ριν αλλά και µετά το έρας του ροονητικού
ρογράµµατος αρατηρώντας τους δείκτες της αερόβια ικανότητας, δηλαδή
τη µέγιστη ρόσληψη οξυγόνου, το αναερόβιο κατώφλι και τη δροµική
οικονοµία. Τα αοτελέσµατα των ερευνών έδειξαν ότι η ροόνηση µε
διαλειµµατική µορφή, µέγιστη ένταση και ενεργητικά διαλείµµατα φαίνεται
να είναι ένας αοτελεσµατικός τρόος για τη βελτίωση της αερόβιας αντοχής.
Είσης υάρχει µια τάση για εξειδίκευση ακόµα και στην ροόνηση
αερόβιας αντοχής µε ολλούς συγγραφείς να ροτείνουν εξειδικευµένα
οδοσφαιρικά τεστ µε τη χρήση της µάλας. Με τον τρόο αυτό αράλληλα
µε την ροόνηση αντοχής ραγµατοοιείται εξάσκηση των τεχνικών και
των τακτικών ικανοτήτων των αικτών και η ροσθήκη αγωνιστικών
κινήσεων ροσφέρει κίνητρο για µεγαλύτερη αφοσίωση και ροσάθεια στην
ροόνηση.
Λέξεις κλειδιά: οδόσφαιρο, αντοχή, αερόβια ικανότητα, αξιολόγηση,
δοκιµασία.
Key words: soccer, endurance, aerobic capacity, evaluation, test.
2
-- EΙΣΑΓΩΓΗ -Το οδόσφαιρο είναι ίσως το δηµοφιλέστερο άθληµα στο κόσµο, µε
συµµετοχή 120 ερίου εκατοµµυρίων είσηµα εγγεγραµµένων αικτών
(Ekblom, 1986). Ο συναγωνισµός σε ένα υψηλό είεδο ααιτεί τη
βελτιστοοίηση της αθλητικής αόδοσης η οοία στο οδόσφαιρο είναι
συνάρτηση ολλών αραγόντων. Οι κυριότεροι αό τους οοίους είναι η
τεχνική (ικανότητες συντονισµού, κινητικές δεξιότητες), η τακτική (γνωστικές
ικανότητες), οι ψυχικές ικανότητες και τέλος η φυσική κατάσταση η οοία
εριλαµβάνει τις ικανότητες της δύναµης, της αντοχής, της ταχύτητας και της
κινητικότητας (Weineck, 1997).
Αντοχή είναι η ικανότητα να αντιστέκεται κανείς σωµατικά και ψυχικά
για µέγιστο δυνατό χρόνο σε µια αθλητική ειβάρυνση και να ολοκληρώνει
την αοκατάσταση µετά αό αθλητικές ειβαρύνσεις στο συντοµότερο
χρονικό διάστηµα (Grosser & Starischka, 2000). Σύµφωνα µε τον αραάνω
ορισµό στο οδόσφαιρο ο αράγοντας της αντοχής και ιο συγκεκριµένα της
αερόβιας αντοχής, αίζει ολύ σηµαντικό ρόλο αφού η βελτίωσή του
ειτρέει στον αθλητή να έχει καλύτερη αόδοση (Metaxas et al., 2005). Eίναι
γνωστό ότι η αερόβια ικανότητα εξαρτάται αό τρεις σηµαντικούς
αράγοντες: τη µέγιστη ρόσληψη οξυγόνου, το αναερόβιο κατώφλι και τη
δροµική οικονοµία (Howley, 1995). Οι ααιτήσεις του αθλήµατος, σύµφωνα
µε ολλές µελέτες ου βασίστηκαν κυρίως στην αρατήρηση των αγώνων µε
τη χρήση βίντεο, εικεντρώνονται στην κάλυψη αοστάσεων αό 9 έως 12 km
(Bangsbo, 1994), ανάλογα µε το είεδο των οδοσφαιριστών. Είσης το
συνολικό µήκος διαδροµών ου καλύφθηκαν αό τους οδοσφαιριστές µε
σρίντ κυµαίνεται µεταξύ 500 έως 3000 m, ενώ ο αριθµός αυτών των
διαδροµών είναι 100 ανά αγώνα (Weineck, 1997).
Εκτός αό το τρέξιµο, κι άλλες δραστηριότητες ου σχετίζονται µε το
αιχνίδι και ααιτούν την κατανάλωση ενέργειας όως το οδήγηµα της
µάλας (ντρίλα), το τάκλιν και η κεφαλιά συµβάλλουν στις συνολικές
ααιτήσεις για ενέργεια κάθε αίκτη. Το οδόσφαιρο είναι µια διαλειµµατική
µορφή άσκησης, µε εριόδους µεγάλης έντασης ου διακότονται αό
εριόδους µικρότερης έντασης (Svensson & Drust, 2005),
µε µέσο όρο
3
µέγιστης ρόσληψης οξυγόνου διεθνούς ειέδου άνδρες οδοσφαιριστές
αό 55 έως 68 ml· kg-1· min-1 (Hoff, 2005), µε συγκεντρώσεις γαλακτικού
οξέος αό 3 έως 6 mmol· 1-1 κατά τη διάρκεια ενός αγώνα (Mohr, Krustrup &
Bangsbo, 2005) και ενεργειακή δαάνη σε ένα αιχνίδι 6.317 MJ (Reilly &
Thomas, 1979).
Είναι σηµαντικό για τον ροονητή να γνωρίζει τις ααιτήσεις του
αθλήµατος και να αοκοµίσει αντικειµενικές ληροφορίες για την φυσική
ικανότητα
αόδοσης
των
αικτών
ώστε
να
διασαφηνίσει
τους
βραχυρόθεσµους και µακρορόθεσµους στόχους της ροόνησης, να
εξασφαλιστεί αντικειµενική ανατροφοδότηση και να ειδιωχθεί αρακίνηση
των αικτών να ροονηθούν ερισσότερο (Svensson & Drust, 2005). Η
ροόνηση αντοχής ραγµατοοιείται µε τέσσερις βασικές µεθόδους ου
σύµφωνα µε τον Κέλλη (2004) είναι η µέθοδος διάρκειας, η εαναλητική
µέθοδος, η αγωνιστική µέθοδος και η διαλειµµατική µέθοδος (interval).
Κατά
αοθέµατα
την
εφαρµογή
γλυκογόνου
υεσυµψηφισµό, και τις
διαλειµµατικής
το
οοίο
έχει
µεθόδου
ως
εξαντλούνται
εακόλουθο
το
τα
µεγάλο
έντονες ειδράσεις στο καρδιοκυκλοφοριακό
σύστηµα, όσον αφορά στη βελτίωση της ικανότητας µέγιστης ρόσληψης
οξυγόνου. Έρευνες (Ηoff, 2005· Fox et al., 1979) έχουν δείξει ότι η έντονη
διαλειµµατική µέθοδος έχει τα καλύτερα αοτελέσµατα, βελτιώνοντας τη
µέγιστη ρόσληψη οξυγόνου. Είσης λόγω του αµειβόµενου διαλείµµατος της
συγκεκριµένης µεθόδου ενδείκνυται για τη βελτίωση της ψυχοσωµατικής
ανοχής στην κόωση και τέλος µορεί να εφαρµοστεί µε ολύ καλά
αοτελέσµατα για τη βελτίωση της ειδικής αντοχής, εειδή η χαρακτηριστική
εναλλαγή ειβάρυνσης και (µερικής) ανάληψης µοιάζει µε τη µορφή της
αγωνιστικής ειβάρυνσης ου υφίσταται ο οδοσφαιριστής. Η µέθοδος αυτή,
η οοία έχει τόσες οµοιότητες µε την αγωνιστική ειβάρυνση, αν
ενσωµατωθεί λήρως στην οδοσφαιρική ρακτική, ροσφέρεται τέλεια για
κάθε ροόνηση µε στόχο τη φυσική κατάσταση και την τεχνική ή τη φυσική
κατάσταση και την τακτική (Weineck, 1997). Αναόσαστο κοµµάτι της
καθοδήγησης και της ρύθµισης της ροονητικής διαδικασίας είναι ο έλεγχος
και η αξιολόγηση των αθλητών µε σκοό την είτευξη της ιδανικής αόδοσης
4
– είδοσης (Κέλλης, 2004). Τέτοιες ληροφορίες µορούν να αοκτηθούν µε
τη χρήση τεστ, τα οοία µετρούν την ικανότητα αόδοσης.
Η ευνοϊκότερη δυνατή βελτίωση της αόδοσης δεν είναι µια ευθεία
διαδικασία, αλλά ένα συνεχώς εαναλαµβανόµενο τριλό βήµα ου
ααρτίζεται αό διάγνωση, ανάλυση και καθοδήγηση (Grosser, Neumaier,
1996). Τόσο για τη διάγνωση της αγωνιστικής αόδοσης στην αντοχή, όσο
είσης και για τον έλεγχο της ροόνησης χρησιµοοιούνται γενικά
ρακτικές αθλητικές µέθοδοι και ειστηµονικά αθλητικά (αθλητιατρικά)
εργαστηριακά τεστ και τεστ αγωνιστικού χώρου (εδίου) (Zintl, 1993). Κατά
την εκτέλεση των δοκιµασιών για την αντοχή αλλά και γενικότερα για τη
φυσική κατάσταση, θα ρέει καταρχήν να ροσεχθούν τα αντίστοιχα
κριτήρια οιότητας και στη συνέχεια τα στοιχεία ου αφορούν στην ρακτική
εφαρµογή τους (ρακτικότητα, οργανωτικές ανάγκες, οικονοµικές δαάνες)
(Weineck, 1997).
Όσον αφορά τα τεστ εδίου διακρίνουµε τα αλά δροµικά τεστ (test
Cooper (12 min), τρέξιµο για 1 km, 3km, 5 km) τα οοία αρουσιάζουν
ροβλήµατα όσον αφορά το στοιχείο της εγκυρότητας, δηλαδή αν το τεστ
µετρά ραγµατικά αυτό ου ρέει να ελεγχθεί. Εειδή η εντολή είναι να
καλυφθεί µε µέγιστη ταχύτητα ένα συγκεκριµένο χρονικό διάστηµα ή µια
καθορισµένη αόσταση, ελέγχεται λόγω της υψηλής ειβάρυνσης όχι
αοκλειστικά η αερόβια αντοχή αλλά µια σύνθετη µορφή αό αναερόβια και
αερόβια αντοχή (όσο µικρότερη η διαδροµή τόσο µεγαλύτερο το οσοστό
συµµετοχής τους αναερόβιου γαλακτικού µηχανισµού στην αραγωγή
ενέργειας). Εκτός αό τα αλά δροµικά τεστ υάρχουν και τα δροµικά τεστ
µε τη µέτρηση της καρδιακής συχνότητας (µε ηλεκτρονικά όργανα) τα οοία
είναι ολύ αξιόιστα αφού διαιστώνεται ο βαθµός της ειβάρυνσης της
άσκησης. Τέλος τα τεστ εδίου εριλαµβάνουν και τα τεστ για την ειδική
αντοχή του οδοσφαιριστή τα οοία θεωρούνται εγκυρότερα των υολοίων
αφού έχουν υψηλή εξειδίκευση στο οδόσφαιρο. Μερικές αό αυτές τις
δοκιµασίες ου έχουν ροταθεί κατά καιρούς είναι: τεστ ειδικής αντοχής
(ΤΕΑ) των Stiehler, Konzag, Dobler (1988), ειδικό οδοσφαιρικό τεστ αντοχής
Bielefeld
(Binz,
1985),
το
οδοσφαιρικό
τεστ
αντοχής
Giessener
5
(Krummelbein, 1989), η δοκιµασία ολλαλών βαθµίδων (20m) των Leger και
Lambert (1982) (Impellizzeri, Rampinini & Marcora, 2005). Ένα ακόµα τεστ
εριλαµβάνει τη µέτρηση της συγκέντρωσης του γαλακτικού οξέος στο αίµα.
Η µέτρηση αυτή αρά τις ολλές δυσκολίες κατά την εκτίµηση, τα ιθανά
λάθη και την αβεβαιότητα, ειτρέει την αρκετά ακριβή αξιολόγηση της
αντοχής τη δεδοµένη στιγµή.
Τα εργαστηριακά τεστ εριλαµβάνουν δοκιµασία στο δαεδοεργόµετρο,
κατά την οοία µετράται η καλυφθείσα αόσταση, ο σφυγµός ειβάρυνσης,
το άθροισµα του σφυγµού ανάληψης και η συγκέντρωση γαλακτικού οξέος
στο αίµα, ο καθορισµός της ικανότητας µέγιστης ρόσληψης οξυγόνου, η
οοία αοτελεί κριτήριο για τη µέγιστη αερόβια ικανότητα. Τέλος το τεστ στο
εργοοδήλατο του οοίου η χρήση έχει αρχίσει και µειώνεται, για δοκιµασίες
οδοσφαιριστών, λόγω της γενικής τάσης για όσο το δυνατόν εξειδικευµένα
τεστ στο κάθε άθληµα (Weineck, 1997).
Σκοός της ανασκόησης (review) αυτής είναι να αρουσιάσει τα
αοτελέσµατα και τα συµεράσµατα µελετών ου ασχολήθηκαν µε την
αξιολόγηση, µέσω της διαλειµµατικής µεθόδου, της αερόβιας αντοχής σε
οδοσφαιριστές.
-- ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ --
Οι Chamari, Hachana, Kaouech, Jeddi, Moussa-Chamari και Wisloff
(2005) στην έρευνα τους χρησιµοοίησαν 18 είλεκτους οδοσφαιριστές µε
µέσο όρο ηλικίας 14 χρονών (± 0.4 yr), µε σκοό να µετρηθεί εργαστηριακά η
µέγιστη ρόσληψη οξυγόνου και να αξιολογηθεί η σχέση της µε την αερόβια
ικανότητα αόδοσης σε ένα εξειδικευµένο οδοσφαιρικό τεστ στο γήεδο
(Hoff test) το οοίο ροτάθηκε για ρώτη φορά αό τους Hoff et al. (2002). Το
ρόγραµµα εριλάµβανε αρχική και τελική µέτρηση κατά τις οοίες
µετρήθηκαν εργαστηριακά η µέγιστη καρδιακή συχνότητα, η µέγιστη
ρόσληψη οξυγόνου, η δροµική οικονοµία και η αόσταση ου καλύφθηκε
στο Hoff test (σχήµα 1).
6
Σχήµα 1. Hoff test: Μια εξειδικευµένη διαδροµή οδοσφαίρου για διαλειµµατική
άσκηση υψηλής έντασης και δοκιµασία για τον ροσδιορισµό της µέγιστης
ρόσληψης οξυγόνου.
Το ροονητικό ρωτόκολλο εριλάµβανε δυο ροονήσεις τη βδοµάδα
(Τρίτη και Τετάρτη) για τη βελτίωση της αντοχής. Η ροόνηση της Τρίτης
εριείχε διαλειµµατική µορφή άσκησης (4x4 min) στο Hoff test µε ένταση 9095% της µέγιστης καρδιακής συχνότητας και ενεργητικό διάλειµµα 3 min (6070% της ΜΚΣ). Την Τετάρτη η ροόνηση εριλάµβανε αιχνίδι 4 vs. 4 σε
εριορισµένο χώρο (20τµ) µε την ίδια διαλειµµατική µορφή όως και η
ροόνηση της Τρίτης (4x4 min στο 90-95% της ΜΚΣ και ενεργητικό
διάλειµµα 3 min 60-70% της ΜΚΣ). Η µέτρηση της καρδιακής συχνότητα ώστε
να γίνει καθοδήγηση των αικτών έγινε µε Polar. Το ροονητικό
ρόγραµµα ακολουθήθηκε αράλληλα µε την κανονική ροόνηση της
οµάδας τους και είχε συνολική διάρκεια 8 εβδοµάδες.
Βρέθηκε ότι µετά το αρεµβατικό ρόγραµµα των 8 εβδοµάδων οι
αίκτες βελτίωσαν τη µέγιστη ρόσληψη οξυγόνου κατά 12% (p<0.01), τη
δροµική οικονοµία κατά 10% (p<0.01) και την αόσταση ου καλύφθηκε στο
Hoff test κατά 9.6% (p<0.01).
7
Τα αοτελέσµατα της έρευνας έδειξαν ότι η διαλειµµατική ροόνηση
µε υψηλή ένταση και ενεργητικό διάλειµµα, µε συχνότητα 2 φορές τη
βδοµάδα, βελτιώνει την αερόβια ικανότητα. Είσης η αόδοση στο Hoff test
έχει υψηλή συσχέτιση µε την εργαστηριακή µέτρηση της µέγιστης ρόσληψης
οξυγόνου και ότι η βελτίωση της VO2max είχε αντίκτυο στην αόδοση στο
Hoff test.
Οι McMillan, Helgerud, Macdonald και Hoff (2005) ραγµατοοίησαν
ένα αρεµβατικό ρόγραµµα µε σκοό να αρατηρηθούν οι φυσιολογικές
ροσαρµογές σε νεαρούς είλεκτους οδοσφαιριστές (16.9 ±0.4 yr). Η
ροονητική αρέµβαση είχε διάρκεια δέκα εβδοµάδες και εριελάµβανε
δυο φορές τη βδοµάδα διαλειµµατική ροόνηση υψηλής έντασης η οοία
γινόταν αράλληλα µε την κανονική ροόνηση οδοσφαίρου. Πιο
συγκεκριµένα κάθε ροονητική µονάδα αοτελείτο αό τέσσερα σετ ου το
κάθε ένα είχε διάρκεια 4 min µε ένταση 90-95% της µέγιστης καρδιακής
συχνότητας ενώ τα διαλείµµατα διαρκούσαν τρία λετά µε ενεργητική
αοκατάσταση (jogging) στο 70% της µέγιστης καρδιακής συχνότητας. Η
οµάδα ελέγχου έκανε µόνο την οδοσφαιρική ροόνηση ου ακολουθούσε
και η ειραµατική οµάδα. Για τον έλεγχο της είδρασης του ρογράµµατος οι
µελετητές διεξήγαγαν εργαστηριακά τεστ ριν και µετά την εφαρµογή του, τα
οοία ήταν τα αρακάτω: squat jump (SJ), counter movement jump (CMJ),
RFD, 1RM test, treadmill τεστ για τον ροσδιορισµό της µέγιστης ρόσληψης
οξυγόνου (VΟ2max ) και της δροµικής οικονοµίας (CR).
Μετά την εφαρµογή του ροονητικού ρωτοκόλλου υήρξε στατιστικά
σηµαντική βελτίωση της µέγιστης ρόσληψης οξυγόνου κατά 9% (p<0.001),
της αόδοσης στο squat jump και στο counter movement jump height (p<0.05)
και στατιστικά σηµαντική µείωση της µέσης καρδιακής συχνότητας (p<0.05).
Αντίθετα δεν αρουσιάστηκαν στατιστικά σηµαντικές διαφορές στη µάζα
σώµατος, τη δροµική οικονοµία και στα σριντ 10 µέτρων (ίνακας 1).
8
Πίνακας 1. Αοτελέσµατα εργαστηριακών µετρήσεων ριν και µετά το αρεµβατικό
ρόγραµµα.
Τα αοτελέσµατα της µελέτης έδειξαν ότι διαλειµµατική ροόνηση
υψηλής έντασης σε ένα ειδικά σχεδιασµένο οδοσφαιρικό τεστ αράλληλα µε
την οδοσφαιρική ροόνηση µορεί να βελτιώσει τη µέγιστη ρόσληψη
οξυγόνου των αικτών, µε είδραση κάθε ροονητικής µονάδας ερίου
0.5% στη βελτίωση αυτή. Τέλος δεν αρουσιάστηκε αρνητική είδραση στην
αόδοση της δύναµης, της αλτικότητας και της ταχύτητας.
Οι Dupont, Akapko και Berthoin (2004) µε σκοό να βελτιώσουν την
αερόβια ικανότητα των αικτών (n=22) (20.2 ± 0.7 yr) αλλά και γενικότερα
την αόδοση της οµάδας σε αιχνίδια οδοσφαίρου εφάρµοσαν ένα
ρωτόκολλο
διαλειµµατικής
άσκησης
υψηλής
έντασης
διάρκειας
10
εβδοµάδων. Πιο συγκεκριµένα η συνολική διάρκεια του ρογράµµατος ήταν
20 εβδοµάδες χωρισµένη σε ερίοδο ελέγχου (10 εβδοµάδες) η οοία
εριελάµβανε ασκήσεις τεχνικής, τακτικής, αιχνίδια και αγώνες και
ειραµατική ερίοδο (10 εβδοµάδες) κατά την οοία οι αίκτες ακολούθησαν
αρόµοια ροόνηση αλλά µε την ροσθήκη δυο ροονήσεων ανά
βδοµάδα υψηλής έντασης και διαλειµµατικής µορφής. Κατά την ρώτη
9
ροόνηση η αίκτες εκτελούσαν 12-15 σριντ 40 µέτρων µε 30 sec αθητικό
διάλειµµα ενώ τη δεύτερη (48 ώρες µετά) εκτελούσαν δυο σειρές αό 12-15
δρόµους των 15 λετών στο 120% της µέγιστης αερόβιας ταχύτητας (MAS,
maximal aerobic speed) µε διάλειµµα 15 sec. Ο έλεγχος της αερόβιας
ικανότητας έγινε µε την εφαρµογή τριών µετρήσεων, ριν την ερίοδο
ελέγχου, µετά την ερίοδο ελέγχου και µετά την ειραµατική ερίοδο. Οι
εργαστηριακές µετρήσεις αφορούσαν τη µέτρηση της µέγιστης καρδιακής
συχνότητας, της µέγιστης ρόσληψης οξυγόνου, της µέγιστης αερόβιας
ταχύτητας και τεστ σριντ 40 m. Η αόδοση της οµάδας µετρήθηκε αό το
οσοστό νικών στους αγώνες ρωταθλήµατος.
Τα αοτελέσµατα έδειξαν στατιστικά σηµαντική βελτίωση µεταξύ των
τιµών της µέγιστης αερόβιας ταχύτητας (+ 8.1 ± 3.1%; p<0.001) και του τεστ 40
m (- 3.5 ± 1.5%; p<0.001) µετά την εφαρµογή του ροονητικού ρωτοκόλλου.
Οι υόλοιες µεταβλητές ου µετρήθηκαν δεν αρουσίασαν στατιστικά
σηµαντική διαφορά. Τέλος κατά την ερίοδο ελέγχου η οµάδα νίκησε το
33.3% των αγώνων της, ενώ κατά τη διάρκεια της ειραµατικής εριόδου το
77.8% (ίνακας 2).
Πίνακας 2. Είδραση ροονητικού ρογράµµατος στη σωµατική µάζα (kg),
σωµατικό λίος (%), τρέξιµο σριντ (t 40m), µέγιστη αερόβια ταχύτητα (MAS) και
µέγιστη καρδιακή συχνότητα (HRmax).
Η
εφαρµογή
διαλειµµατικής
άσκησης
υψηλής
έντασης
και
εαναλητική µέθοδος στα σριντ αοδείχθηκε αοτελεσµατικός τρόος
αύξησης της µέγιστης αερόβιας ταχύτητας. Αν και η µια εανάληψη µιας
10
τέτοιου είδους άσκησης ραγµατοοιείται κυρίως µε τη συνεισφορά της
αναερόβιας αραγωγής ενέργειας, η συµµετοχή του αερόβιου µηχανισµού
έχει δείξει να αυξάνεται όταν ραγµατοοιούνται ερισσότερες εαναλήψεις
µε µικρά διαλείµµατα. Τα αοτελέσµατα της έρευνας έδειξαν ότι ασκήσεις
διαλειµµατικής µορφής µε υψηλή ένταση και σειρές σριντ µε µικρό
διάλειµµα είναι αοτελεσµατικά ώστε να βελτιωθεί η αερόβια ικανότητα κατά
τη διάρκεια της αγωνιστικής εριόδου.
Οι Hoff, Wisloff, Engen, Kemi και Helgerud (2002), ραγµατοοίησαν
µια µελέτη για να διαιστώσουν αν το οδήγηµα της µάλας και το αιχνίδι
σε µικρά σε γκρου µε καθορισµένη ένταση είναι κατάλληλες δραστηριότητες
για διαλειµµατική άσκηση. Είσης εξετάστηκε εάν η καρδιακή συχνότητα
είναι έγκυρος δείκτης µέτρησης σε οδοσφαιρικά εξειδικευµένα αιχνίδια.
Πιο συγκεκριµένα έγιναν µετρήσεις σε Νορβηγούς οδοσφαιριστές (22.2 ± 3.3
yr) (n=6) της ρώτης κατηγορίας για τον ροσδιορισµό της µέγιστης
καρδιακής συχνότητας (fcmax), της ρόσληψης οξυγόνου (VO2), του
νευµονικού αερισµού (VE), του ανανευστικού ηλίκου (R) και της
ανανευστικής
συχνότητας
(fb)
oι
οοίες
εαναλήφθηκαν
σε
τρεις
διαφορετικές εριτώσεις: στο εργαστηριακό τεστ (treadmill), στο τεστ
οδηγήµατος της µάλας (σχήµα 1) και στο οδοσφαιρικό αιχνίδι 5 vs. 5
(σχήµα 2).
11
Σχήµα 2. Το γήεδο και οι διαστάσεις του, όου ραγµατοοιήθηκε το εξειδικευµένο
οδοσφαιρικό τεστ 5 vs. 5.
Τα αοτελέσµατα έδειξαν ότι η σχέση της ρόσληψης οξυγόνου και της
καρδιακής συχνότητας είτε στις οδοσφαιρικές δοκιµασίες είτε στο
εργαστηριακό τεστ δεν αρουσίασαν στατιστικά σηµαντικές διαφορές. Η
καρδιακή συχνότητα ήταν µεγαλύτερη στο τεστ οδηγήµατος της µάλας σε
σχέση µε το οδοσφαιρικό αιχνίδι (p<0.05).
Συµερασµατικά η διαλειµµατική ροόνηση αερόβιας αντοχής
µεγάλης έντασης µορεί να ραγµατοοιηθεί µε ιο εξειδικευµένο
οδοσφαιρικά τρόο αρά µε το τρέξιµο. Οι συγγραφείς ροτείνουν δυο
ειδικά οδοσφαιρικά τεστ τα οοία µορούν να αράγουν την ααιτούµενη
ένταση ώστε να ροονηθεί η αερόβια αντοχή. Είσης η καρδιακή συχνότητα
αοδείχθηκε να είναι ένας έγκυρος και αξιόιστος δείκτης της ρόσληψης
οξυγόνου σε οδοσφαιρικά αιχνίδια µε µικρά γκρου και σε δοκιµασία
οδηγήµατος της µάλας.
Oι Helgerud, Engen, Wisloff και Hoff (2001), διεξήγαγαν ένα
αρεµβατικό ρόγραµµα µε αίκτες είλεκτης αιδικής (18.1 ± 0.8 yr) οµάδας
οδοσφαίρου µε ροονητική ηλικία τουλάχιστον 8 χρόνια. Χρησιµοοίησαν
ένα διαλειµµατικό ρωτόκολλο άσκησης το οοίο εριελάµβανε τέσσερις
εαναλήψεις αό 4 min τρέξιµο µε ένταση στο 90-95% της µέγιστης
καρδιακής συχνότητας και µε ενεργητικό διάλειµµα 3 min κατά το οοίο
εκτελούσαν jogging µε ένταση 50-60% της µέγιστης καρδιακής συχνότητας. Το
ροονητικό ρόγραµµα ακολουθήθηκε αράλληλα µε την κανονική
ροόνηση των οµάδων τους µε συχνότητα 2 φορές τη βδοµάδα και συνολική
διάρκεια 8 εβδοµάδων. Πραγµατοοιήθηκαν εργαστηριακά τεστ (vertical
jump height, τεστ δύναµης (1RM), τεστ ταχύτητας σουτ (κλωτσίµατος),
ροσδιορισµός VO2max και γαλακτικού κατωφλιού (treadmill test)) και τεστ
εδίου (40m σριντ, βιντεοανάλυση αγώνα, µέτρηση καρδιακής συχνότητας
κατά τη διάρκεια του αγώνα).
12
Τα αοτελέσµατα της έρευνας έδειξαν ότι η ειραµατική οµάδα αύξησε
κατά 10.8% (p<0.05) την µέγιστη ρόσληψη οξυγόνου και το κατώφλι του
γαλακτικού οξέος βελτιώθηκε κατά 16% (p<0.05) µετά την εφαρµογή του
ρογράµµατος. Η εφαρµογή της µεθόδου της βιντεοανάλυσης έδειξε ότι η
ειραµατική συνθήκη αύξησε την αόσταση του διανύθηκε στο αιχνίδι κατά
20% (p<0.01), τον αριθµό των σριντ κατά 100% (p<0.001) και είχε 24%
(p<0.05) ερισσότερες εαφές µε τη µάλα. Είσης αυξήθηκε ο µέσος όρος της
% της µέγιστης καρδιακής συχνότητας κατά το δεύτερο ηµίχρονο αλλά και
για όλο το αιχνίδι (p<0.05).
Συµερασµατικά οι ερευνητές κατέληξαν ότι η ιδανική ροόνηση
αντοχής στο οδόσφαιρο ρέει να διεξάγεται µε τη χρήση της µάλας αφού
είναι ιθανόν οι αίκτες να βελτιώσουν τις τεχνικές και τις τακτικές τους
ικανότητες. Είσης η χρήση της µάλας σε µια ροόνηση εξειδικευµένη στο
άθληµα του οδοσφαίρου µορεί να δώσει ένα ειλέον κίνητρο για άσκηση
στους αίκτες. Στην αρούσα µελέτη η βελτίωση της µέγιστης ρόσληψης
οξυγόνου οδήγησε σε βελτιωµένη αόδοση στο οδόσφαιρο τεκµηριωµένη
αό τη συνολικά διανυόµενη αόσταση, το είεδο της ένταση, τον αριθµό
των σριντ και τις εαφές µε τη µάλα κατά τη διάρκεια οδοσφαιρικού
αγώνα.
-- ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ --
Η αερόβια αντοχή είναι ένας σηµαντικός αράγοντες για τους
οδοσφαιριστές (Helgerud et al., 2001). Η βελτίωση της γενικής αερόβιας
αντοχής (µέτρια αερόβια ικανότητα) είναι ααραίτητη στους αίκτες
οδοσφαίρου και ειτυγχάνεται συνήθως µέσω της µεθόδου διάρκειας. Η
ροόνηση αυτής της µορφής της αντοχής είναι
σηµαντική γιατί
ειτυγχάνεται η γενική φυσική κατάσταση, ειταχύνονται οι διαδικασίες
αοκατάστασης, αυξάνεται η ικανότητα αντοχής των ειβαρύνσεων, είτευξη
υοδοµής (βάσης) για την εξάσκηση των υολοίων ικανοτήτων φυσικής
13
κατάστασης και τεχνικών δεξιοτήτων και τέλος αύξηση της ανοχής σε ψυχικές
ειβαρύνσεις (Κέλλης, 2004).
Η ειδική ροόνηση αντοχής για αίκτες του οδοσφαίρου µορεί και
ρέει να εφαρµόζεται µε τη χρήση της µάλας. Εκτός των µειονεκτηµάτων
των εργαστηριακών µετρήσεων ότι η ραγµατοοίησή τους έχει µεγάλο
κόστος και δεν είναι ρακτικές για ολυληθή γκρου αθλητών (Labsy,
Collomp, Frey, De Ceaurriz, 2004), oι αίκτες µε την εξειδικευµένη
ροόνηση µορούν να ανατύξουν αράλληλα τεχνικές και τακτικές
ικανότητες αρόµοιες µε εκείνες ου εµφανίζονται σε έναν αγώνα
οδοσφαίρου. Είσης η χρήση της µάλας σε ασκήσεις αυξάνει την
αρακίνηση των αικτών για ενεργητικότερη συµµετοχή στην ροόνηση.
Παρόλα αυτά η ένταση της ροόνησης συνήθως µειώνεται όταν ολλά
τεχνικά και τακτικά στοιχεία εµλέκονται (Hoff & Helgerud, 2004).
Η συµβουλή για τη βελτίωση της µέγιστης ρόσληψης οξυγόνου και
γενικότερα της αερόβιας ικανότητας, βασίζεται στη θεωρία και στις
αοδείξεις της ράξης για τη χρήση διαλειµµατικής ροόνησης µε µέγιστη
ένταση (<90% της µέγιστης καρδιακής συχνότητας ) αρεµβάλλοντας µέτριας
έντασης άσκηση (70% της µέγιστης καρδιακής συχνότητας).
Ο συνδυασµός των αραάνω, δηλαδή εξειδικευµένες οδοσφαιρικά
ασκήσεις µε διαλειµµατική µορφή φαίνεται να είναι ένας αοτελεσµατικός
τρόος για τη βελτίωση της αερόβιας αντοχής µε αράλληλα εξάσκηση των
τεχνικών και τακτικών ικανοτήτων των αικτών.
14
Έρευνα
∆είγµα
Helgerud et al.
2001
Νορβηγοί είλεκτοι, 18.1 ± 0.8 yr
(n=9)
Μέθοδος
Συµέρασµα
διαλειµµατική
βελτίωση
VO2max
άσκησης 4x4 min
(10.8%) και αόδοσης
90-95% ΜΚΣ (8 βδοµ. στο αιχνίδι
2/βδοµ.)
Chamari et al.
2005
Τυνήσιοι είλεκτοι, 14 ± 0.4 yr
(n=18)
διαλειµµατική
βελτίωση
VO2max
άσκησης 4x4 min
(12%) και δροµικής
90-95% ΜΚΣ (8 βδοµ. οικονοµίας (10%)
2/βδοµ.)
Dupont et al.
2004
Γαλλική οµάδα εθνικής
κατηγορίας, 20.2 ± 0.7 yr
(n=22)
διαλειµµατική
βελτίωση
αερόβιας
άσκηση 120% (MAS) ικανότητας (MAS) και
και σειρές σριντ µε αόδοσης οµάδας
µικρό διάλειµµα (10
βδοµ. 2/βδοµ.)
Hoff et al.
2002
McMillan et al.
2005
1ης
Νορβηγοί
κατηγορίας,
22.2 ± 3.3 yr
(n=6)
Σκωτσέζοι είλεκτοι 16.9 ± 0.4 yr
(n=16)
εργαστ. µέτρηση
διαλειµµατική ασκ.
2x4 min 90-95% MΚΣ
Hoff test & 5 vs. 5
τα
τεστ
εδίου
µορούν να µετρήσουν και να ροονήσουν την αερόβια
ικανότητα αξιόιστα
διαλειµµατική
βελτίωση VO2max (9% )
άσκησης 4x4 min
χωρίς
αρνητική
90-95% ΜΚΣ (10 βδοµ. είδραση στη δύναµη,
2/βδοµ.)
στην αλτικότητα και
της ταχύτητα
Πίνακας 3. Συγκεντρωτικός ίνακας εργασιών σε σχέση µε την ροόνηση αντοχής
στο οδόσφαιρο.
15
-- ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ -Bangsbo, J. (1994). Προόνηση φυσικής κατάστασης. Mια ειστηµονική
ροσέγγιση.
Binz, C. (1985). Konditionstests fur das Fuβballspiel. Fuβballtraining 4/5: 3341. Αό Weineck, J. (1997). Προονητική οδοσφαίρου - Φυσική κατάσταση.
Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΣΑΛΤΟ.
Chamari, K., Hachana, Y., Kaouech, F., Jeddi, R., Moussa-Chamari, I., Wisloff,
U. (2005). Endurance training and testing with the ball in young elite soccer
players. British Journal of Sports Medicine, 39(1): 24-28.
Dupont, G., Akapko, K., Berthoin, S. (2004). The effect of in-season, high
intensity interval training in soccer players. Journal of Strength and
Conditioning Research, 18(3), 584-589.
Ekblom, Β. (1986). Applied physiology of soccer. Sports Medicine, 3, 50-60.
16
Fox, E.L. (1979). Sports physiology. W.B. Saunders, Philadelphia. Αό
Weineck, J. (1997). Προονητική οδοσφαίρου - Φυσική κατάσταση.
Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΣΑΛΤΟ.
Grosser, M., Starischka, S. (2000). Προόνηση φυσικής κατάστασης.
Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΣΑΛΤΟ.
Grosser, M., Neumaier, A. (1996). Αξιολόγηση και καθοδήγηση της
ροόνησης. Τεστ αξιολόγησης. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΣΑΛΤΟ.
Ηelgerud, J., Engen, L., Wisloff, U., Hoff, J. (2001). Aerobic endurance training
improves soccer performance. Medicine & Science in Sports & Exercise, 33
(11): 1925-1931.
Hoff, J. (2005). Training and testing physical capacities for elite soccer players.
Journal of Sports Sciences, 23(6): 573-582.
Hoff, J., Ηelgerud, J. (2004). Endurance and strength training for soccer
players. Sports Medicine, 34 (3): 165-180.
Hoff, J., Wisloff, U., Engen, LC., Kemi, O., Helgerud, J. (2002). Soccer specific
aerobic endurance training. British Journal of Sports Medicine, 36: 218-221.
Impellizzeri, F., Rampinini E., Marcora, S. (2005). Physiological assessment of
aerobic training in soccer. Journal of Sports Sciences, 23(6): 583-595.
Krummelbein, U., Buhl, C., Cai, D., Nowacki, P. (1989). Neue methode und
Ergebnisse der sportartspezifischen Leistungsdiagnostik im Fuβball. In Sport
– Rettung oder Risiko fur die Gesundheit? S. 442-445. Boning, D., et al.
(Hrsg.). Deutscher Artze-Verlag. Koln. Αό Weineck, J. (1997). Προονητική
οδοσφαίρου - Φυσική κατάσταση. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΣΑΛΤΟ.
17
Labsy, Ζ., Collomp, Κ., Frey, Α., De Ceaurriz, J. (2004). Assessment of
maximal aerobic velocity in soccer players by means of an adapted Probst
field test. Journal of Sports Medicine and Physical Fitness, 44 (4): 375-382.
McMillan, K., Helgerud, J., Grant, SJ., Newell, J., Wilson, J., Macdonald, R.,
Hoff, J. (2005). Lactate threshold responses to a season of professional British
youth soccer. British Journal of Sports Medicine, 39(7): 432- 436.
McMillan, K., Helgerud, J., Macdonald, R., Hoff, J. (2005). Physiological
adaptations to soccer specific endurance training in professional youth soccer
players. British Journal of Sports Medicine, 39: 273-277.
Metaxas, T., Koutlianos, N., Kouidi, E., Deligiannis, A. (2005). Comparative
study of field and laboratory tests for the evaluation of aerobic capacity in
soccer players. Journal of Strength and Conditioning Research, 19(1): 79-84.
Mohr, M., Krustrup, P., Bangsbo, J. (2005). Fatigue in soccer: A brief review.
Journal of Sports Sciences, 23(6): 593-599.
Reilly, T., Thomas, V. (1979). Estimated daily energy expeditures of
professional association footballers. Ergonomics, 22, 541-548. Αό Reilly, T.
(2005). An ergonomics model of soccer training process. Journal of Sports
Sciences, 23(6): 561-572.
Stiehler, G., Konzag, I., Dobler, H. (1988). Sportspiele. Sportverlag. Berlin
1988. Αό Weineck, J. (1997). Προονητική οδοσφαίρου - Φυσική
κατάσταση. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΣΑΛΤΟ.
Svensson, Μ., Drust, Β. (2005). Testing soccer players. Journal of Sports
Sciences, 23(6): 601-618.
18
Weineck, J. (1997). Προονητική οδοσφαίρου - Φυσική κατάσταση.
Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΣΑΛΤΟ.
Zintl, F. (1993). Προόνηση αντοχής. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΣΑΛΤΟ.
Κέλλης, Σ. (2004). Προονητική. Σηµειώσεις αό τις αραδόσεις του
µαθήµατος. Θεσσαλονίκη: Υηρεσία ∆ηµοσιευµάτων ΑΠΘ.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΑΡΘΡΑ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΘΗΚΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ
ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ
-- ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ -Chamari, K., Hachana, Y., Kaouech, F., Jeddi, R., Moussa-Chamari, I., Wisloff,
U. (2005). Endurance training and testing with the ball in young elite soccer
players. British Journal of Sports Medicine, 39(1): 24-28.
McMillan, K., Helgerud, J., Macdonald, R., Hoff, J. (2005). Physiological
adaptations to soccer specific endurance training in professional youth soccer
players. British Journal of Sports Medicine, 39: 273-277.
Dupont, G., Akapko, K., Berthoin, S. (2004). The effect of in-season, high
intensity interval training in soccer players. Journal of Strength and
Conditioning Research, 18(3), 584-589.
Hoff, J., Wisloff, U., Engen, LC., Kemi, O., Helgerud, J. (2002). Soccer specific
aerobic endurance training. British Journal of Sports Medicine, 36: 218-221.
19
Ηelgerud, J., Engen, L., Wisloff, U., Hoff, J. (2001). Aerobic endurance training
improves soccer performance. Medicine & Science in Sports & Exercise, 33
(11): 1925-1931.
20