Διερεύνηση του κόστους παραγωγής στην ελληνική κτηνοτροφία

∆ΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΤΟΥΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ:
Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΧΟΙΡΟΤΡΟΦΙΚΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΝ
Σ. Αγγελόπουλος1, Β. Σαµαθρακής2, Α. Μιχαηλίδης3
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η χοιροτροφία στην Ελλάδα θεωρείται από τους πλέον δυναµικούς κλάδους της αγροτικής οικονοµίας.
Η λειτουργία των χοιροτροφικών εκµεταλλεύσεων εµφανίζει αρκετές αδυναµίες, οι οποίες πιθανόν να
οφείλονται στη σχετικά µικρή διάρκεια της περιόδου που η ελληνική χοιροτροφία εξελίχθηκε επιχειρηµατικά.
Ένα από τα σηµαντικότερα προβλήµατα της ελληνικής χοιροτροφίας, σε σχέση µε τους αντίστοιχους
ευρωπαϊκούς κλάδους, είναι το υψηλό κόστος παραγωγής, γεγονός που επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα του
κλάδου.
Από την ανάλυση των στοιχείων του κόστους, διαπιστώνεται ότι οι δαπάνες εργασίας µειώνονται µε
την αύξηση του µεγέθους των εκµεταλλεύσεων, ενώ οι ετήσιες δαπάνες ζωικού κεφαλαίου καθώς και οι
δαπάνες κτηνιατρικών φαρµάκων και λοιπών αυξάνονται µε το µέγεθος των εκµεταλλεύσεων. Οι δαπάνες για
τη διατροφή φαίνεται να είναι µεγαλύτερες στις εκµεταλλεύσεις µεσαίας δυναµικότητας, ενώ φαίνεται να
είναι µικρότερες στις εκµεταλλεύσεις µικρής δυναµικότητας. Επίσης, από την ανάλυση διαπιστώνεται ότι, τη
µεγαλύτερη επίδραση και σηµαντικότητα στο καθορισµό του συνολικού κόστους, έχουν οι δηµητριακοί
καρποί (πρώτες ύλες διατροφής), που αποτελούν βασικό µέρος των χορηγούµενων ζωοτροφών.
Από τη διερεύνηση της σχέσης µεταξύ κόστους και απόδοσης παραγωγής, διαπιστώνεται ότι για το
σύνολο των εκµεταλλεύσεων του δείγµατος καθώς και για τις χοιροτροφικές εκµεταλλεύσεις µικρής και
µεγάλης δυναµικότητας, το κόστος παραγωγής µειώνεται µε την αύξηση της απόδοσης. Στις εκµεταλλεύσεις
µεσαίας δυναµικότητας, το κόστος παραγωγής αυξάνεται, αποκτά µέγιστη τιµή και στη συνέχεια µειώνεται.
Λέξεις-κλειδιά: χοιροτροφία, κόστος παραγωγής, απόδοση, ανάλυση σε Κύριες Συνιστώσες
1
Επίκουρος Καθηγητής, Τµήµα ∆ιοίκησης Γεωργικών Εκµεταλλεύσεων, Α.Τ.Ε.Ι.Θ, [email protected]
Καθηγητής, Τµήµα ∆ιοίκησης Γεωργικών Εκµεταλλεύσεων, Α.Τ.Ε.Ι.Θ, [email protected]
3
Τµήµα Εµπορίας και Ποιοτικού Ελέγχου, Τ.Ε.Ι. Κοζάνης, [email protected]
2
1
1. Εισαγωγή
Η χοιροτροφία αποτελεί µια ιδιαίτερα σηµαντική δραστηριότητα του αγροτικού τοµέα της Ε.Ε., αφού
αποτελεί το 11% της ευρωπαϊκής αγροτικής παραγωγής (European Commission, 2003). Στην Ελλάδα η
χοιροτροφία θεωρείται από τους δυναµικούς κλάδους της αγροτικής οικονοµίας, αφού συµβάλλει κατά 30%
στη συνολική παραγωγή κρέατος και καλύπτει περίπου το 60% των ετήσιων αναγκών σε χοίρειο κρέας
(Υπουργείο Γεωργίας, 2003). Από τη δεκαετία του 1960, µε την εφαρµογή χρηµατοδοτικών προγραµµάτων
και οικονοµικών ενισχύσεων, η µορφή της ελληνικής χοιροτροφίας άρχισε να εξελίσσεται από οικόσιτη σε
επιχειρηµατική. Από το 1995, ο κλάδος εµφανίζει σαφή προσανατολισµό σε επιχειρηµατικές δοµές και έντονη
συγκέντρωση ζωικού κεφαλαίου (Μπάτζιος, 2001). Παρά τις βελτιώσεις των τελευταίων ετών, το σύνολο των
χοιροτροφικών εκµεταλλεύσεων εµφανίζει αδυναµίες, οι οποίες σίγουρα οφείλονται στους µικρούς ρυθµούς
επιχειρηµατικής εξέλιξης του κλάδου. Οι αδυναµίες αυτές έχουν σαν συνέπεια τη µειωµένη
ανταγωνιστικότητα του ελληνικού χοίρειου κρέατος σε σχέση µε το ευρωπαϊκό. Η ανταγωνιστικότητα της
ελληνικής χοιροτροφίας είναι δυνατό να βελτιωθεί είτε µε την αύξηση της παραγωγικότητας είτε µε µείωση
του συνολικού κόστους παραγωγής (Βλάχος 2003).
Οι δαπάνες εκτροφής των χοίρων είναι συνάρτηση της συνολικής παραγωγής χοίρειου κρέατος ανά
χοιροµητέρα (απόδοση), του µέσου αριθµού των χοιροµητέρων που βρίσκονται σε παραγωγή, της µέσης
ηµερήσιας αύξησης των χοίρων, καθώς και της «µετατρεψιµότητας» της τροφής» (Κιτσοπανίδης, 1999).
Σκοπός της εργασίας είναι η µελέτη της διαµόρφωσης του κόστους παραγωγής στις ελληνικές
χοιροτροφικές εκµεταλλεύσεις, καθώς και η συναρτησιακή σχέση και πορεία του συνολικού κόστους
παραγωγής µε την ετήσια συνολική παραγωγή χοιρείου κρέατος, σε σχέση µε το µέγεθος των
εκµεταλλεύσεων. Επίσης, σκοπός της εργασίας είναι να διερευνήσει την «εσωτερική συνοχή» των
παραγόντων που συνθέτουν το συνολικό κόστος παραγωγής καθώς και τη σηµαντικότητά τους στη
διαµόρφωσή του.
2
2. Υλικά και Μέθοδοι
Για τη διεξαγωγή της έρευνας επιλέχθηκαν οι γεωγραφικές περιοχές της Αττικής-Βοιωτίας-Εύβοιας,
της Θεσσαλίας, της Κεντρικής Μακεδονίας και της ∆υτικής Ελλάδας, περιοχές που αποτελούν σηµαντικά
χοιροτροφικά κέντρα της Ελλάδας. Η ποικιλία των συνθηκών εκτροφής στις περιοχές αυτές επιτρέπει τη
γενίκευση των αποτελεσµάτων της έρευνας σε όλη την επικράτεια, χωρίς σηµαντική απόκλιση από την
πραγµατικότητα (Γαλανόπουλος, 1998). Τα τεχνικοοικονοµικά στοιχεία της έρευνας αναφέρονται στο
χρονικό διάστηµα 1999-2001 και συγκεντρώθηκαν µε ειδικά διαµορφωµένα ερωτηµατολόγια.
Η µέθοδος δειγµατοληψίας που ακολουθήθηκε, για τον καθορισµό του δείγµατος, ήταν η αναλογική
στρωµατοποιηµένη δειγµατοληψία (Φαρµάκης, 1994). Έτσι λοιπόν, το δείγµα επιλέχθηκε αναλογικά από 12
στρώµατα (4 περιοχές x 3 τάξεις µεγέθους). Το µέγεθος του δείγµατος καθορίστηκε στις 80 χοιροτροφικές
εκµεταλλεύσεις, αριθµός που αποτελεί το 22,4% του συνόλου των χοιροτροφικών επιχειρήσεων των περιοχών
που επιλέχθηκαν καθώς και το 9% του συνολικού αριθµού των χοιροτροφικών εκµεταλλεύσεων της χώρας
(Πίνακας 1). Περιλαµβάνει 43 επιχειρήσεις από τη Θεσσαλία, 5 επιχειρήσεις από την Μακεδονία, 18
επιχειρήσεις από την Αττική-Βοιωτία-Εύβοια και 14 επιχειρήσεις από την Αιτωλοακαρνανία.
Πίνακας 1. Κατάταξη των χοιροτροφικών επιχειρήσεων κατά τάξεις µεγέθους
Εύβοιας
Τρικάλων
Αιτωλοακαρνανία
Λάρισας
Καρδίτσας
∆ράµας-Ξάνθης
Αττικής-Βοιωτίας
ΣΥΝΟΛΟ
12
78
13
22
10
12
24
171
2
14
4
9
4
3
4
40
10
8
8
11
5
5
18
65
3
3
7
5
1
1
3
23
36
24
20
17
7
6
12
122
Αριθµός
εκµ/σεων
δείγµατος
Συνολικός
αριθµός
εκµ/σεων
Αριθµός
εκµ/σεων
δείγµατος
Συνολικός
αριθµός
εκµ/σεων
Αριθµός
εκµ/σεων
δείγµατος
Νοµοί
Συνολικός
αριθµός
εκµ/σεων
Τάξεις µεγέθους των επιχειρήσεων
20-199 χοιροµ/ρες 200-399 χοιροµ/ρες
>= 400 χοιροµ/ρες
2
3
3
2
2
1
4
17
ΠΗΓΗ: Στοιχεία της έρευνας
Για τη µελέτη και τη σύγκριση των δαπανών παραγωγής, οι χοιροτροφικές εκµεταλλεύσεις
χωρίστηκαν, ως προς το µέγεθος της εκτροφής τους (Μ), σε τρεις κατηγορίες (Ντότας, 1995):
α) Κατηγορία Μ1. Περιλαµβάνονται επιχειρήσεις µικρής δυναµικότητας, από 20 έως 199 χοιροµητέρες. Είναι
επιχειρήσεις οικογενειακής οργάνωσης που διαθέτουν αποκλειστικά τον βασικό εξοπλισµό για τη λειτουργία
τους.
β) Κατηγορία Μ2. Περιλαµβάνονται επιχειρήσεις µεσαίας δυναµικότητας, από 200 έως 399 χοιροµητέρες.
∆ιαθέτουν ολοκληρωµένα συγκροτήµατα παρασκευής µιγµάτων διατροφής, µε διάφορα επίπεδα
3
αυτοµατισµού. Εµφανίζουν υψηλό ρυθµό εκσυγχρονισµού και προσανατολισµό στις νέες τάσεις της
χοιροτροφίας.
γ) Κατηγορία Μ3. Περιλαµβάνονται επιχειρήσεις µεγάλης δυναµικότητας, από 400 και άνω χοιροµητέρες.
Είναι µονάδες βιοµηχανικού τύπου, µε υψηλό ποσοστό καθετοποίησης. ∆ιαθέτουν ολοκληρωµένα συστήµατα
συλλογής- επεξεργασίας και διάθεσης αποβλήτων, εργαστήρια, αλλαντοποιεία, τυποποιητήρια, σφαγεία.
Σύµφωνα µε τη βιβλιογραφία, βασικοί παράγοντες που διαµορφώνουν το συνολικό κόστος παραγωγής
σε µια χοιροτροφική εκµετάλλευση, αποτελούν η εργασία, η διατροφή, οι ετήσιες δαπάνες ζωικού κεφαλαίου,
οι ετήσιες δαπάνες των παγίων περιουσιακών στοιχείων (κτιρίων και µηχανηµάτων), και δαπάνες φαρµάκωνεµβολίων (Κιτσοπανίδης, 1999). Το ύψος του συνολικού κόστους παραγωγής έχει ιδιαίτερη σηµασία, αφού
συνδέεται µε το επιτυγχανόµενο κέρδος των χοιροτροφικών εκµεταλλεύσεων καθώς και µε την
ανταγωνιστικότητά τους, (Κιτσοπανίδης, 1980, 1999).
Με βάση τα τεχνικοοικονοµικά στοιχεία των εκµεταλλεύσεων του δείγµατος καθορίστηκαν οι βασικές
δαπάνες παραγωγής, ενώ στη συνέχεια ταξινοµήθηκαν µε βάση το µέγεθός τους. Η πραγµατοποίηση της
ταξινόµησης, έγινε µε τη βοήθεια του µη παραµετρικού ελέγχου Kruskal-Wallis, ο οποίος αποτελεί τον
αντίστοιχο µη παραµετρικό έλεγχο της ανάλυσης διακύµανσης (Anova-analysis) µε ένα παράγοντα
(ανεξάρτητη µεταβλητή) (Τσάντας, κ.ά., 1999, Hinkle et al, 1988, Agresti and Agresti, 1979). Ως ανεξάρτητη
µεταβλητή θεωρήθηκε το µέγεθος της εκµετάλλευσης µε τρία επίπεδα Μ1, Μ2, Μ3 και ως εξαρτηµένες
µεταβλητές τα στοιχεία του κόστους παραγωγής. Στην περίπτωση στατιστικής σηµαντικότητας του ελέγχου
Kruskal-Wallis οι επιµέρους ανά δύο συγκρίσεις των επιπέδων της ανεξάρτητης µεταβλητής έγιναν µε τον
στατιστικό έλεγχο Mann-Whitney, ο οποίος αποτελεί τον αντίστοιχο του µη παραµετρικού ελέγχου του t-test
για ανεξάρτητα δείγµατα (Τσάντας, κ.ά., 1999, Hinkle et al, 1988). Αξίζει να σηµειωθεί ότι προτιµήθηκαν οι µη
παραµετρικοί έλεγχοι γιατί θεωρήθηκε ότι δεν ισχύει η υπόθεση της κανονικής κατανοµής και της
οµοιογένειας της διασποράς.
Με την εφαρµογή της Ανάλυσης σε Κύριες Συνιστώσες (Principal Component Analysis),
διερευνήθηκε η συνοχή των µεταβλητών που συνθέτουν το συνολικό κόστος παραγωγής καθώς και η
σηµαντικότητά τους στη τελική διαµόρφωσή του (Σιάρδος, 1999, Cattell, 1978, Dunteman, 1989).
Οι δαπάνες παραγωγής των χοίρων είναι συνάρτηση της συνολικής παραγωγής του χοιρινού κρέατος
ανά χοιροµητέρα (απόδοσης), του µέσου αριθµού των χοιροµητέρων σε παραγωγή (µεγέθους της
εκµετάλλευσης), της µέσης ηµερήσιας αύξησης των παχυνόµενων χοίρων, καθώς και από της
«µετατρεψιµότητας»
της
τροφής
(Κιτσοπανίδης,1999).
Έτσι
λοιπόν,
µε
βάση
τα
παραπάνω,
πραγµατοποιήθηκε διερεύνηση της συναρτησιακής σχέσης της ετήσιας συνολικής παραγωγής κρέατος µε το
συνολικό κόστος παραγωγής, ως προς το µέγεθος των εκµεταλλεύσεων. Για την επιλογή του συναρτησιακού
υποδείγµατος που ερµηνεύει καλύτερα τη σχέση των παραπάνω µεταβλητών, ελέγχθηκε το παρατηρούµενο
επίπεδο σηµαντικότητας p, ο διορθωµένος συντελεστής προσδιορισµού R2adj και το τυπικό σφάλµα της
εκτίµησης των αντίστοιχων υποδειγµάτων. Για υποδείγµατα µε p≤0,5 η επιλογή του καλύτερου έγινε µε βάση
4
το µεγαλύτερο R2adj και το µικρότερο τυπικό σφάλµα (Std. Error) (Hair et al., 1995, Hinkle et al., 1988,
Μπόρα-Σέντα και Μωυσιάδης, 2000).
5
3. Αποτελέσµατα
Στον Πίνακα 2 έχουµε την κατάταξη των δαπανών παραγωγής ανά χοιροµητέρα σε σχέση µε το
µέγεθος της εκτροφής των χοιροτροφικών εκµεταλλεύσεων. Μέσοι όροι του πίνακα 2 που χαρακτηρίζονται
µε το ίδιο γράµµα στην ίδια γραµµή, δεν διαφέρουν στατιστικώς σηµαντικά, σε επίπεδο σηµαντικότητας
α=0,05, σύµφωνα µε τον έλεγχο Mann-Whitney που πραγµατοποιήθηκε (Τσάντας, κ.ά., 1999 .Hinkle et al, 1988.
Toothaker, 1993). Ο έλεγχος Kruskal-Wallis έδειξε ότι υπάρχει στατιστικώς σηµαντική διαφορά µεταξύ των
τριών οµάδων µεγέθους των εκµεταλλεύσεων, για την αµοιβή εργασίας (χ2=28,260, β.ε.=2, p=0,000), τις
ετήσιες δαπάνες ζωικού κεφαλαίου (χ2=39,741, β.ε.=2, p=0,000) τις δαπάνες κτηνιατρικών φαρµάκων και
λοιπών (χ2=13,621, β.ε.=2, p=0,001), καθώς και το σύνολο των δαπανών παραγωγής (χ2=28,653, β.ε.=2,
p=0,000).
Πίνακας 2. Σύγκριση δαπανών παραγωγής ανά χοιροµητέρα ως προς το µέγεθος εκτροφής
∆απάνες παραγωγής
(ευρώ/χοιροµητέρα)
Μ1:20-199χοιρ/ρες
Μ2:200-199χοιρ/ρες
Μ3:≥400 χοιρ/ρες
Ν:40εκµεταλλεύσεις
Ν:23εκµεταλλεύσεις
Ν:17εκµεταλλεύσεις
Μ.Ο±Τ.Α
Μ.Ο±Τ.Α
Μ.Ο±Τ.Α
Αµοιβή εργασίας
158,38a±91,7
131,43c±73,5
76,80b±14,6
∆ιατροφή
1090,13a±282
1189,58a±117,3
1123,42a±128,8
62,09c±33,7
107,64b±27
127,48a±21,4
349,23a±87,6
338,94a±102,4
328,18a±51
139,96a±63,3
194,18b±52
193,26b±49,4
1799a±83,9
1961b±98,05
1849,14b±91,4
Ετήσιες
δαπάνες
ζωικού κεφαλαίου.
Ετήσιες
δαπάνες
παγίου εξοπλισµού.
Κτηνιατρικά
φάρµακα κ.λπ.
Σύνολο
Όπως παρατηρούµε σ’ αυτόν τον πίνακα η αµοιβή εργασίας είναι µεγαλύτερη στις εκµεταλλεύσεις
µικρής δυναµικότητας (Μ1), ενώ είναι µικρότερη στις εκµεταλλεύσεις µεγάλης δυναµικότητας (Μ3). Στις
εκµεταλλεύσεις µεγάλης δυναµικότητας έχουµε µεγαλύτερη αποτελεσµατικότητα στην απασχόληση του
εργατικού δυναµικού. Η εξειδίκευση και ο καταµερισµός της εργασίας, που µπορούν να εφαρµοσθούν σε µια
µεγάλη σχετικά εκµετάλλευση ζωικής παραγωγής, συνεπάγονται την παραγωγικότερη απασχόληση του
εργατικού δυναµικού, καθόσον οι εργαζόµενοι αναπτύσσουν δεξιότητες σε ορισµένες εργασίες και έτσι
γίνονται πιο παραγωγικοί (Μπάτζιος, 2001).
Οι ετήσιες δαπάνες ζωικού κεφαλαίου είναι µεγαλύτερες στις εκµεταλλεύσεις µεγάλης δυναµικότητας
(Μ3) και µικρότερες στις εκµεταλλεύσεις µικρής δυναµικότητας (Μ1). Οι εκµεταλλεύσεις µεγάλης
6
δυναµικότητας δίνουν µεγαλύτερη σηµασία στην αναβάθµιση του γενετικού τους υλικού, γεγονός που οδηγεί
σε υψηλές ετήσιες δαπάνες ζωικού κεφαλαίου.
Οι δαπάνες για κτηνιατρικά φάρµακα και λοιπά (µεταφορικά, φορτωτικά, δαπάνες ηλεκτρικού ρεύµατος και
τηλεφώνων, καύσιµα, λιπαντικά κ.ά.) είναι µεγαλύτερες στις εκµεταλλεύσεις µεσαίας (Μ2) και µεγάλης
δυναµικότητας (Μ3)
και µικρότερες στις εκµεταλλεύσεις µικρής δυναµικότητας (Μ1). Οι µικρής
δυναµικότητας χοιροτροφικές εκµεταλλεύσεις έχουν λιγότερο εντατικές συνθήκες εκτροφής, κάνουν
καλύτερη αξιοποίηση του εργατικού δυναµικού και άρα οι συνθήκες διαχείρισης των ζώων είναι
ευνοϊκότερες, ώστε να απαιτούν µειωµένη χρήση κτηνιατρικών φαρµάκων κ.λπ.
Οι δαπάνες για τη διατροφή φαίνεται να είναι µεγαλύτερες στις εκµεταλλεύσεις µεσαίας δυναµικότητας (Μ2),
ενώ φαίνεται να είναι µικρότερες στις εκµεταλλεύσεις µικρής δυναµικότητας (Μ1) και µεγάλης
δυναµικότητας (Μ3). Είναι γεγονός ότι οι µεγάλου µεγέθους χοιροτροφικές εκµεταλλεύσεις δίνουν
µεγαλύτερη σηµασία στο συντελεστή διατροφή, αφού διαθέτουν ολοκληρωµένα συγκροτήµατα παρασκευής
µιγµάτων διατροφής, µε διάφορα επίπεδα αυτοµατισµού. Αξίζει να σηµειωθεί ότι η αξιοποίηση του
συντελεστή της διατροφής συνδέεται άµεσα µε την αύξηση της παραγωγικότητας των εκτροφών (Ντότας,
1995). Οι µικρού µεγέθους χοιροτροφικές εκµεταλλεύσεις προσανατολίζονται στη χρήση έτοιµης τροφήςφυράµατος, αφού δεν διαθέτουν και τον απαιτούµενο εξοπλισµό για ιδιοπαραγόµενες ζωοτροφές.
Οι ετήσιες δαπάνες παγίου κεφαλαίου φαίνεται να είναι µεγαλύτερες στις εκµεταλλεύσεις µικρής
δυναµικότητας (Μ1) και µικρότερες στις εκµεταλλεύσεις µεσαίας (Μ2) και µεγάλης δυναµικότητας (Μ3).
Ως προς το συνολικό κόστος παραγωγής, οι χοιροτροφικές εκµεταλλεύσεις µεσαίας δυναµικότητας
παρουσιάζουν την υψηλότερη τιµή. Είναι γεγονός ότι οι εκµεταλλεύσεις αυτές εµφανίζουν υψηλούς ρυθµούς
εκσυγχρονισµού και απαιτούν µεγάλα κεφάλαια για την αναδιοργάνωσή τους (Αγγελόπουλος, 2004).
Στη συνέχεια αναλύουµε το κόστος παραγωγής του χοίρειου κρέατος στα στοιχεία που συγκροτείται.
Έτσι το κόστος παραγωγής αναλύεται στα εξής στοιχεία (Κιτσοπανίδης, 1999): δηµητριακοί καρποί (πρώτες
ύλες διατροφής), ετήσιες δαπάνες ζωικού κεφαλαίου, ετήσιες δαπάνες µονίµου κεφαλαίου (κτιρίων και
µηχανολογικού εξοπλισµού), κτηνιατρικά φάρµακα, προµίγµατα διατροφής (βιταµίνες-ιχνοστοιχεία), αµοιβή
εδάφους, ξένη και οικογενειακή εργασία.
Με την εφαρµογή της Ανάλυσης σε Κύριες Συνιστώσες (Principal Component Analysis), διερευνάται
ο αριθµός των παραγόντων που µπορεί να ερµηνεύσουν το συνολικό κόστος παραγωγής. Η ανάλυση ανέδειξε
ένα παράγοντα που αποτελεί γραµµικό συνδυασµό όλων των στοιχείων του κόστους. Οι οκτώ επιµέρους
δαπάνες που αποτελούν το κόστος παραγωγής συνθέτουν ένα µονοδιάστατο παράγοντα, που ερµηνεύει το
69,37% της συνολικής διακύµανσης, µε υψηλή εσωτερική συνέπεια (Cronbach’s a=0,868). Ο παράγοντας
αυτός θα µπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα σύνθετο κόστος παραγωγής. Η σχετική βαρύτητα των επιµέρους
δαπανών όπως αυτή δηλώνεται µέσω των παραγοντικών φορτίων δίνεται στο Πίνακα 3.
7
Πίνακας 3. Φορτία των στοιχείων του κόστους παραγωγής
X1
X2
X3
X4
X5
X6
X7
X8
Στοιχεία κόστους
ύλες
ετήσιες δαπάνες Ζωικού κεφαλαίου
ετήσιες δαπάνες Μονίµου κεφαλαίου
Φάρµακα
προµίγµατα
έδαφος
ξένη εργασία
οικογενειακή εργασία
Παραγοντικά Φορτία
0,974
0,965
0,957
0,871
0,833
0,740
0,641
0,586
Από τον Πίνακα 3, παρατηρούµε ότι τη µεγαλύτερη επίδραση στο καθορισµό του σύνθετου κόστους
έχουν οι δηµητριακοί καρποί (Χ1), (πρώτες ύλες διατροφής), ενώ τη µικρότερη η εργασία (Χ8). Έτσι λοιπόν ο
περιορισµός ή η µείωση του κόστους των δηµητριακών καρπών, που αναδεικνύεται ως ο βασικότερος
παράγοντας διαµόρφωσης του κόστους παραγωγής, θα οδηγήσει στην µείωσή του.
Στη συνέχεια διερευνήθηκε η συναρτησιακή σχέση της ετήσιας συνολικής παραγωγής χοιρείου
κρέατος µε το συνολικό κόστος παραγωγής, τόσο για το σύνολο του δείγµατος, όσο και ως προς τις
κατηγορίες µεγέθους των εκµεταλλεύσεων.
α). Ως προς το συνολικό δείγµα των εκµεταλλεύσεων.
Πίνακας 4. Σύγκριση τριών υποδειγµάτων: γραµµικού, δευτεροβάθµιου και λογαριθµικού για το σύνολο του
δείγµατος εκµεταλλεύσεων
p
Std. Error
R2 adj.
Γραµµικό
0,000
0,298
0,74
∆ευτεροβάθµιο
0,000
0,200
0,88
Λογαριθµικό
0,000
0,158
0,668
Υποδείγµατα
Με βάση τα στοιχεία του Πίνακα 4, η δευτεροβάθµια συνάρτηση περιγράφει καλύτερα τη σχέση των
δύο παραµέτρων.
8
6
κόστος παραγωγής ανά κιλό
5
4
3
2
1
0
0
1000
2000
3000
απόδοση (σε κιλά Ζ.Β. ανά χοιρ/ρα)
∆ιάγραµµα 1. ∆ιάγραµµα δευτεροβάθµιας συνάρτησης για το σύνολο του δείγµατος
9
Πίνακας 5. ∆ευτεροβάθµιο υπόδειγµα συνάρτησης για το σύνολο των εκµεταλλεύσεων του δείγµατος
R2
Std.Error
R2adj.
p
0,88
0,200
0,88
0,000
Υπόδειγµα
Y=b0+b1Χ+b2Χ2
Std.Error
b0=5,642
0,190
b1=-0,005
0,0003
b2=1,428
1,464
T
sig T
29,68
0,000
S*
-15,08
0,000
S*
9,75
0,000
S*
*Στατιστικά σηµαντικός σε επίπεδο σηµαντικότητας α=0,05.
Η εξίσωση που διαµορφώνεται είναι η εξής:
Υ=5,642-0,005X+1,428Χ2
(0,190)
(0,0003) (1,464)
Η σχέση µεταξύ απόδοσης χοιροµητέρας και συνολικού κόστους εκτροφής, δείχνει ότι το 88% της
µεταβλητότητας του κόστους εκτροφής ερµηνεύεται από την απόδοση της χοιροµητέρας (R2=0,88). Από τη
µελέτη του διαγράµµατος 1, διαπιστώνεται ότι το κόστος παραγωγής ανά κιλό Ζ.Β. µειώνεται όσο αυξάνεται
η απόδοση. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στον επιµερισµό του σταθερού κόστους µεταξύ ενός αυξανόµενου
αριθµού µονάδων παραγόµενου προϊόντος καθώς και από την αυξανόµενη αποτελεσµατικότητα των
στοιχείων που αποτελείται το µεταβλητό κόστος (π.χ. ζωοτροφές, φάρµακα και λοιπά).
β). Με βάση το µέγεθος των εκµεταλλεύσεων
β1). Μέγεθος από 20-199 χοιροµητέρες (Μ1)
Πίνακας 6. Σύγκριση τεσσάρων υποδειγµάτων: γραµµικού, δευτεροβάθµιου και λογαριθµικού για το µέγεθος
Μ1
p
Std.Error
R2 adj.
γραµµικό
0,000
0,359
0,81
2ου βαθµού
0,000
0,248
0,91
λογαριθµικό
0,000
0,198
0,717
Υποδείγµατα
Με βάση τον Πίνακα 6, φαίνεται ότι η δευτεροβάθµια συνάρτηση απεικονίζει καλύτερα τη σχέση των
δύο παραµέτρων. Η σχέση αυτή µεταξύ απόδοσης χοιροµητέρας και συνολικού κόστους εκτροφής δείχνει ότι
το ύψος του κόστους εκτροφής εξαρτάται κατά 91% (R2=0,91) από την απόδοση της χοιροµητέρας.
10
κόστος παραγωγής ανά κιλό Ζ.Β.
6
5
4
3
2
1
0
0
1000
2000
3000
απόδοση (σε κιλά Ζ.Β. ανά χοιροµητέρα)
∆ιάγραµµα 2. ∆ιάγραµµα δευτεροβάθµιας συνάρτησης για τις εκµεταλλεύσεις µικρής δυναµικότητας (Μ1)
Πίνακας 7. ∆ευτεροβάθµιο υπόδειγµα συνάρτησης, για το µέγεθος Μ1
R
R2
Std. Error
R2adj.
p
0,95
0,91
0,248
0,909
0,000
Υπόδειγµα
Y=b0+b1Χ+b2Χ2
Std.Error
Τ
sig Τ
b0=5,84
0,251
23,27
0,000
S*
b1=-0,006
0,0006
-9,92
0,000
S*
b2=1,95
2,99
6,534
0,000
S*
*στατιστικά σηµαντικός σε α=0,05.
Η εξίσωση παλινδρόµησης που διαµορφώνεται είναι η εξής:
Y=5,84-0,006X+1,95X2
(0,251)
(0,0006)
(2,99)
Η παραπάνω εξίσωση δείχνει την τάση εξέλιξης του κόστους εκτροφής συναρτήσει της απόδοσης της
χοιροµητέρας. Από τη µελέτη του διαγράµµατος 2, διαπιστώνεται ότι το κόστος παραγωγής ανά χιλιόγραµµο
Ζ.Β. µειώνεται όσο αυξάνεται η απόδοση. Έτσι λοιπόν και σε αυτή τη περίπτωση η ταχύτερη αύξηση της
απόδοσης σε σχέση µε την αύξηση του µεταβλητού κόστους, είναι η αιτία µείωσης του κόστους παραγωγής
αυξανοµένης της απόδοσης της χοιροµητέρας. Η µέγιστη τιµή κόστους-απόδοσης είναι 5,57 ευρώ για 144,15
κιλά Ζ.Β. Οι µικρές τιµές απόδοσης σε ορισµένες εκµεταλλεύσεις του µεγέθους αυτού οφείλεται στο ότι, οι
εκµεταλλεύσεις αυτές έχουν προσανατολισµό στην πώληση χοιριδίων ή στην έλλειψη εγκαταστάσεων
11
ανάπτυξης-πάχυνσης. Η µικρότερη τιµή κόστους-απόδοσης είναι 0,62 ευρώ για 1583,33 κιλά Ζ.Β. ανά
χοιροµητέρα.
β2). Μέγεθος από 200-399 χοιροµητέρες (Μ2)
Πίνακας 8. Σύγκριση τριών υποδειγµάτων: γραµµικού, δευτεροβάθµιου και λογαριθµικού για το µέγεθος Μ2
p
Std. Error
R2 adj.
γραµµικό
0,0088
0,103
0,250
2ου βαθµού
0,0098
0,099
0,307
λογαριθµικό
0,0073
0,095
0,262
Υποδείγµατα
Με βάση τον Πίνακα 8 φαίνεται ότι, η δευτεροβάθµια συνάρτηση απεικονίζει καλύτερα τη σχέση των
δύο παραµέτρων. Η σχέση µεταξύ απόδοσης χοιροµητέρας και κόστους εκτροφής βρέθηκε ότι είναι ισχυρή
και δείχνει ότι το ύψος του κόστους εκτροφής εξαρτάται κατά 37% (R2=0,370) από την απόδοση της
χοιροµητέρας. Η παρακάτω εξίσωση δείχνει την τάση εξέλιξης του κόστους εκτροφής συναρτήσει της
απόδοσης χοιροµητέρας. Η µέγιστη τιµή κόστους απόδοσης είναι 1,31 ευρώ για 1749,33 κιλά Ζ.Β., ενώ η
µικρότερη τιµή είναι 0,89 ευρώ για 1983,33 κιλά Ζ.Β. ανά χοιροµητέρα.
12
Πίνακας 9. Λογαριθµικό υπόδειγµα συνάρτησης, για το µέγεθος Μ2
R
R2
Std. Error
R2adj.
p
0,608
0,370
0,099
0,307
0,0098
Υπόδειγµα
Y=b0+b1Χ+b2Χ2
Std.Error
Τ
sig Τ
b0= -17,01
11,69
-1,455
0,16 NS*
b1= 0,02
0,012
1,602
0,12 NS*
b2=-5,71
3,45
-1,656
0,11 NS*
*στατιστικά µη σηµαντικός σε α=0,05
Η εξίσωση παλινδρόµησης που διαµορφώνεται είναι η εξής:
Υ=-17,01+0,02X-5,71X2
(11,69)
(0,012)
(3,45)
Από τη συνάρτηση αυτή βλέπουµε ότι για ένα µικρό διάστηµα το κόστος παραγωγής αυξάνεται, αποκτά µία
µέγιστη τιµή και στη συνέχεια µειώνεται. Το γεγονός αυτό ερµηνεύεται από το ότι οι χοιροτροφικές
εκµεταλλεύσεις του µεγέθους Μ2, εµφανίζουν υψηλούς ρυθµούς εκσυγχρονισµού και απαιτούν µεγάλα
κεφάλαια για εκσυγχρονισµό και για απόκτηση νέων µηχανηµάτων και υποδοµών. Στη πορεία όµως εξαιτίας
της ταχύτερης αύξησης της απόδοσης επιτυγχάνεται µείωση του κόστους παραγωγής.
κόστος παραγωγής ανά κιλό Ζ.Β.
1.4
1.3
1.2
1.1
1.0
.9
.8
1600
1700
1800
1900
2000
απόδοση (σε κιλά Ζ.Β. ανά χοιρ/ρα)
∆ιάγραµµα 3. ∆ιάγραµµα δευτεροβάθµιας συνάρτησης για τις εκµεταλλεύσεις µεσαίας δυναµικότητας (Μ2)
β3). Μέγεθος από 400 και άνω χοιροµητέρες (Μ3)
Πίνακας 10. Σύγκριση τριών υποδειγµάτων: γραµµικού, δευτεροβάθµιου και λογαριθµικού για το µέγεθος Μ3
Υποδείγµατα
p
Std. Error
R2 adj.
13
γραµµικό
0,207
0,101
0,043
2ου βαθµού
0,442
0,104
-0,017
λογαριθµικό
0,212
0,104
0,041
Από τον πίνακα 10, φαίνεται ότι καµία από τις τρεις συναρτήσεις δεν είναι στατιστικά σηµαντική σε επίπεδο
σηµαντικότητας 5% και έτσι δεν µπορεί να εκφράσει ικανοποιητικά τη σχέση απόδοσης και κόστους
παραγωγής. Η πρωτοβάθµια συνάρτηση θα µπορούσε ίσως να απεικονίσει καλύτερα τη σχέση των δύο
παραµέτρων, αλλά µε επιφύλαξη αφού τα δεδοµένα δεν προσαρµόζονται ικανοποιητικά σε κανένα υπόδειγµα.
Η πρωτοβάθµια συνάρτηση δείχνει ότι, το κόστος παραγωγής µειώνεται όσο αυξάνει η απόδοση της
χοιροµητέρας.
κόστος παραγωγής ανά κιλό Ζ.Β.
4.0
3.5
3.0
2.5
2.0
1.5
1.0
.5
1700
1800
1900
2000
απόδοση (σε κιλά Ζ.Β. ανά χοιρ/ρα)
∆ιάγραµµα 4. ∆ιάγραµµα πρωτοβάθµιας συνάρτησης για τις εκµεταλλεύσεις µεγάλης δυναµικότητας (Μ3)
14
4. Συµπεράσµατα-Προτάσεις
Οι χοιροτροφικές εκµεταλλεύσεις µεσαίας δυναµικότητας εµφανίζουν την µεγαλύτερη αµοιβή
συντελεστών παραγωγής, γεγονός που ερµηνεύεται από τους υψηλούς ρυθµούς εκσυγχρονισµού που
εµφανίζουν και άρα στο υψηλό κεφάλαιο που απαιτείται για τη λειτουργία τους.
Ειδικότερα, µε βάση την πορεία της αµοιβής των συντελεστών παραγωγής βλέπουµε ότι:
-Η αµοιβή της εργασίας µειώνεται µε την αύξηση του αριθµού των χοιροµητέρων και άρα του µεγέθους των
εκµεταλλεύσεων.
-Οι ετήσιες δαπάνες ζωικού κεφαλαίου αυξάνονται µε την αύξηση του µεγέθους των εκµεταλλεύσεων, αφού
οι εκµεταλλεύσεις µεγάλης δυναµικότητας διατηρούν ζωικό κεφάλαιο υψηλής γενετικής αξίας.
-Οι δαπάνες για κτηνιατρικά φάρµακα αυξάνονται σε συνάρτηση του µεγέθους των εκµεταλλεύσεων. Οι
µικρής δυναµικότητας χοιροτροφικές εκµεταλλεύσεις, µε τις
ευνοϊκές συνθήκες στη διαχείριση των ζώων
που έχουν, απαιτούν µειωµένη χρήση κτηνιατρικών φαρµάκων.
-Οι δαπάνες για τη διατροφή φαίνεται να είναι µεγαλύτερες στις εκµεταλλεύσεις µεσαίας δυναµικότητας, ενώ
εµφανίζεται να είναι µικρότερες στις εκµεταλλεύσεις µικρής δυναµικότητας. Οι εκµεταλλεύσεις µε µεγάλη
δυναµικότητα επιδιώκοντας την αύξηση της παραγωγικότητας τους, αυξάνουν τις δαπάνες διατροφής.
Από τη διερεύνηση του κόστους µε την Ανάλυση σε Κύριες Συνιστώσες, διαπιστώνεται ότι τη
µεγαλύτερη επίδραση στο καθορισµό του έχουν οι δηµητριακοί καρποί (πρώτες ύλες διατροφής), που
αποτελούν και τη βασική δαπάνη των ζωοτροφών. Η οποιαδήποτε στρατηγική προσπάθεια µείωσης του
κόστους παραγωγής στη χοιροτροφία, θα πρέπει να ξεκινήσει πρωταρχικά από τη χρήση των δηµητριακών
καρπών και την διερεύνηση για εναλλακτική χρήση οικονοµικότερων ή αποδοτικότερων πρώτων υλών
διατροφής.
Η επιλογή του κατάλληλου και πιο αποτελεσµατικού τρόπου παρασκευής της τροφής, η κατάρτιση
ενός καλά ισορροπηµένου και οικονοµικού σιτηρεσίου, η γνώση της περιεκτικότητας των ζωοτροφών σε
θρεπτικά συστατικά, η καταλληλότητα των εγκαταστάσεων ανάµιξης-τροφοδοσίας και αποθήκευσης των
ζωοτροφών καθώς και η επιδότηση της αγοράς ζωοτροφών, θα οδηγήσουν στο περιορισµό της δαπάνης αυτής
και άρα στη µείωση του κόστους παραγωγής.
Όπως προκύπτει από τη διερεύνηση της σχέσης µεταξύ κόστους παραγωγής και απόδοσης, για το
σύνολο των εκµεταλλεύσεων του δείγµατος καθώς και για τις εκµεταλλεύσεις µικρής και µεγάλης
δυναµικότητας, διαπιστώνεται ότι το κόστος παραγωγής µειώνεται όσο αυξάνεται η απόδοση. Στις
εκµεταλλεύσεις αυτές οι µεταβλητές δαπάνες αλλά και οι σταθερές επιµεριζόµενες σε περισσότερες µονάδες
του παραγόµενου προϊόντος συµβάλλουν στη µείωση του κόστους παραγωγής. Για τις εκµεταλλεύσεις
µεσαίας δυναµικότητας, το κόστος παραγωγής αυξάνεται, αποκτά µία µέγιστη τιµή και στη συνέχεια
µειώνεται, γεγονός που οφείλεται στους υψηλούς ρυθµούς εκσυγχρονισµού καθώς και µεγάλα κεφάλαια που
απαιτούνται για εκσυγχρονισµό του µονίµου κεφαλαίου.
15
Βιβλιογραφία
Αγγελόπουλος Σ., (2004), Συστήµατα Εκτροφής και Παραγωγής της Ελληνικής Χοιροτροφίας και η σχέση τους
µε την οικονοµικότητα, την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιµότητα του κλάδου, ∆ιδακτορική διατριβή, Α.Π.Θ.,
Σχολή Γεωτεχνικών Επιστηµών, Τµήµα Γεωπονίας.
Agresti, A. and Agresti, B., (1979), Statistical Methods for the Social Sciences, San Francisco, U.S.A., Dellen
Publishing Company.
Βλάχος, Η., (2003), “Εµπορία, ∆ίκτυα ∆ιανοµής και Ανταγωνιστικότητα του Ελληνικού Χοίρειου Κρέατος,
στο Π. Ζωιόπουλος (Επιµ.) Σύγχρονες Τάσεις στη Χοιροτροφία, Αγρίνιο, Έµβρυο/Πανεπιστήµιο Ιωαννίνων,
σελ. 135-161.
Γαλανόπουλος, Κ. (1998), “Οικονοµική ∆ιερεύνηση της Παραγωγής Χοιρείου Κρέατος: Μακροχρόνια
ισορροπία της παραγωγής και εµπορίας στην Ελλάδα”, Επιθεώρηση Ζωοτεχνικής Επιστήµης, Τεύχος 25, σελ.
19-28.
Cattell, R.B., (1978), Factor Analysis: An Introduction and Manual for the Psychologist and Social Scientist,
Westrop, Connecticut: Green-wood Press.
Dunteman, G.H., (1989), “Principal Components Analysis”, in Quantitative
Applications in the Social
Sciences, London, Sage University Papers.
European Commission, (2003), The Common Agricultural Policy, 2003 Review.
Υπουργείο Γεωργίας (2001-03), Στοιχεία ∆ιεύθυνσης Ζωικής Παραγωγής. Υφιστάµενη κατάσταση των
χοιροτροφικών µονάδων της Ελλάδας, Αθήνα.
Hair, J., Anderson, R., Tatham, R. and Black, W., (1995). “Multivariate Data
Analysis With
th
Readings”, 4 Edition, Prentice-Hall International, INC., USA.
Hinkle, D., Wiersma, W., and Jurs, S. (1988), “Applied Statistics for the
Behavioral Sciences”,
2nd Edition, Boston: Houghton Mifflin Company, pages 62-75.
Κιτσοπανίδης, Γ., (1980), Οικονοµικότητα και Παραγωγικότητα Χοιροτροφίας-Τεχνικοοικονοµική Ανάλυση,
Θεσσαλονίκη, Εργαστήριο Γεωργικής Οικονοµικής Έρευνας, Α.Π.Θ.
Κιτσοπανίδης, Γ., (1999), “Βιωσιµότητα και ανταγωνιστικότητα σύγχρονης χοιροτροφικής εκµετάλλευσης”,
Επιθεώρηση Ζωοτεχνικής Επιστήµης, Τεύχος 2, σελ.33-51.
Μπάτζιος, Χ., (2001), Οικονοµία Ζωικής Παραγωγής, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Σύγχρονη Παιδεία.
Μπόρα-Σέντα, Ε., Μωυσιάδης, Χ., (2000), Εφαρµοσµένη στατιστική-Πολλαπλή
Παλινδρόµιση,
Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Ζήτη.
Ντότας, ∆., (1995), Χοιροτροφία, Πανεπιστηµιακές παραδόσεις Σχολής Γεωπονίας, Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη,
Υπηρεσία Εκδόσεων.
Σιάρδος, Γ., (1999), Μέθοδοι Πολυµεταβλητής Στατιστικής Ανάλυσης, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Ζήτη.
Tabakis, N., (2001), Investigating the Occupational Adjustment Determinants: A Factor Analysis Approach,
Επιστηµονική Επετηρίδα Εφαρµοσµένης Έρευνας, Τόµος VI, Νο. 1, σελ. 139-152.
16
Toothaker, L., (1993), ”Multiple Comparisons Procedures”, in Quantitative Applications in the Social
Sciences, Newbury Park, Sage University, 07-89.
Τσάντας, Ν., Μωϋσιάδης, Χ., Μπαγιάτης, Ν., και Χατζηπαντελής, Θ., (1999),
Ανάλυση
∆εδοµένων µε τη βοήθεια Στατιστικών Πακέτων, Θεσ/νικη, Εκδόσεις Ζήτη.
Φαρµάκης, Ν. (1994), Εισαγωγή στη δειγµατοληψία, Νέα Παιδεία, Αθήνα.
17