Κατέβασμα σε PDF

ΥΓ. 02
ΦΩΤΟ: ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ
editorial
ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΞΕΝΟΥ
Κάθισα σταυροπόδι στο πάτωμα, όπως τον καιρό που ήμουν φοιτήτρια και δεν με ένοιαζε αν το τζιν μου γέμιζε
από λεκέδες μπίρας, ανάμικτης με στάχτες από τσιγάρα. Γύρω μου πιτσιρικάδες με μπουκάλες ποτού μυστικά
τοποθετημένες στις τσάντες τους, πανέτοιμοι να ανάψουν τους αναπτήρες τους και να κάψουν τον αέρα μόλις
άκουγαν τον πρώτο στίχο από το τραγούδι που λάτρευαν. Το αμφιθέατρο ήταν ασφυκτικά γεμάτο. Στα σκαλιά
κορίτσια που έστελναν μηνύματα από το κινητό τους, να προλάβουν πριν σβήσουν οι προβολείς. Έξω από το
αμφιθέατρο αγόρια σκαρφαλωμένα σε ντεπόζιτα και σε ταράτσες, με μακό φανελάκια και τα πόδια να αφήνουν
σημάδια παπουτσιών στους τοίχους. Ήταν μια υπέροχη καλοκαιρινή νύχτα, από κείνες που ταιριάζουν στις
συναυλίες, από κείνες δηλαδή που είναι ταγμένες για μοίρασμα.
Ο Αλκίνοος έχει γκριζάρει λίγο, μου είπε κάποια στιγμή η κολλητή μου. Τα μαλλιά του ωστόσο τα ίδια. Σε κείνη
τη μακριά κοτσίδα, πιασμένα πίσω, να φαίνονται μάτια και πρόσωπο καθαρά και ένα δύο ρυτίδες φρέσκιες στο
μέτωπο. Μόνος στη σκηνή, με ένα δύο άδειες καρέκλες γύρω του και ένα σωρό όργανα, τα οποία έπαιζε ο ίδιος,
πότε έπιανε την ηλεκτρική κιθάρα, μετά βαρούσε τα τύμπανα, έδινε ρυθμό, ύστερα στο πιάνο, όλα μόνος αλλά
να μοιάζει λες και γύρω του ήταν μια μεγάλη ορχήστρα με εξαίρετους μουσικούς. Μας διηγήθηκε, σε μια μικρή
διακοπή, πώς του ’ρθε αυτή η ιδέα. Ήταν μικρός, σε μια κατασκήνωση στην Πάφο, μαζί με τη μάνα και τον
πατέρα και τον αδελφό του και ήταν εκεί στημένη μια εξέδρα, με φωτάκια από κείνα που τα θυμόμαστε περισσότερο από τις ελληνικές ταινίες της Φίνος και τρεις καρέκλες τοποθετημένες μπροστά μπροστά. Ο Αλκίνοος
δεν ήξερε, μετά του είπαν πως εκεί θα τραγουδούσε ο Ζαγοραίος, δεν ήξερε τον Ζαγοραίο αλλά του έκανε εντύπωση πως αυτός ο λαϊκός μουσικός έδινε ρυθμό από ένα μηχάνημα και ύστερα έπιανε το μπουζούκι και άρχιζε
να παίζει λες και πίσω του ήταν μια ολόκληρη ορχήστρα. Του έμεινε αυτή η εικόνα, έτσι την περίεγραψε, με
κείνη την αλήθεια κάποιου που αγαπά τις αναμνήσεις του. Τέτοια μας έλεγε και ήταν λες και ήμαστε μια παρέα,
εκείνος, εμείς, οι πιτσιρικάδες, η νύχτα τα ζευγαράκια που κρύβονταν στο δασάκι της Aγλαντζιάς. Μια παρέα
που ήθελε να κάνει βαρκούλα το φιλί και να το αφήσει να ταξιδέψει σε όλα εκείνα που η αγάπη ονειρεύεται.
Τον παρατηρούσα για ώρα σιωπηλή. Σαν φίλο που είχα να δω χρόνια. Κατά καιρούς συναντιόμασταν, συνήθως
τυχαία, η μια φορά θυμάμαι ήταν πολλά χρόνια πριν σε ένα γάμο ενός κοινού φίλου, ήταν μόλις είχε παντρευτεί
και ίδιος, μιαν άλλη φορά σε μια ταβέρνα στην παλιά πόλη, μόλις είχε αποκτήσει το πρώτο του κοριτσάκι, μου
περιέγραφε πώς αλλάζει η ζωή με ένα μωρό, μου τα περιέγραφε με το δικό του τρόπο, δηλαδή ήσυχα σαν πολύτιμο μυστικό ή σαν πολύτιμο τραγούδι (δεν ξέρω αν υπάρχει διαφορά…)
Τον παρατηρούσα καθώς δυνάμωνε τη φωνή του και έβγαινε εκείνος ο υπέροχος λυγμός του, τον παρατηρούσα
καθώς έπαιρνε την κιθάρα και οι πιτσιρίκες παίρνανε τα κινητά τους για να τον βγάλουν φωτογραφία. ∆εκάδες
κινητά στον αέρα με το πρόσωπό του σε ζουμάρισμα. Τον παρατηρούσα καθώς έκλεινε τα μάτια και φωτιζόταν
με ένα μπλε φως η φιγούρα του και γύρω μου οι παρέες σιωπούσαν και παραδίδονταν στη μουσική του. Γυρνούσα πότε πότε το κεφάλι μου προς τα πίσω και κοιτούσα στα πάνω διαζώματα τον κόσμο να έχει τα μάτια
καρφωμένα στη σκηνή και να μοιάζει λες και κάνει την ίδια ευχή. Κορίτσια και αγόρια χάνονταν στην αγορά του
Aλ Xαλίλι και παρακαλούσαν για δύο μελανιές, κορίτσια και αγόρια περπατούσαν σε αυλές που τις σκέπασε το
χιόνι, κορίτσια και αγόρια καταπίνανε γουλιά γουλιά τον Βόσπορο και ήταν λες και δεν πέρασαν χρόνια, από
την άλλη όμως ήταν λες και όσα χρόνια περνούσαν, εκείνος είχε την ίδια μυστική δύναμη να χαρίζει στον καθένα από μας το μουσικό χαλί, πάνω στο οποίο θα ξεκουράζοταν κάποτε οι προσωπικές μας αναμνήσεις. ∆εν
ξέρω πόσα χρόνια με χώριζαν με τους γυρω μου. Μα σίγουρα μας χώριζαν πολλά βιώματα και εμπειρίες πολλά
αναπάντητα τηλεφωνήματα και απαντημένα ερωτήματα. Τα πιτσιρίκια τώρα φτιάχνανε τη δική τους χάρτινη
βαρκούλα για να ταξιδέψουν τα φιλιά τους, δεν ξέρω αν είχαν ακόμη νιώσει στα πνευμόνια τους τι πάει να πει
να αλλάζουν εντός σου τα σύνορα του κόσμου, δεν ξέρω αν είχαν ακόμη καταλάβει σε ποιο αστέρι κατοικεί
άραγε η αγάπη… Εκείνος όμως ήταν εκεί. Με τα μαλλιά λίγο πιο γκρίζα αλλά πιασμένα στην ίδια κοτσίδα για
να φαίνονται καθαρά μάτια και πρόσωπο και κείνες οι δύο φρέσκιες ρυτίδες στο μέτωπο. Και έτσι όπως τον
παρατηρούσα ξαφνικά, συνειδητοποίησα πως ο λόγος που αυτός ο άνθρωπος, καταφέρνει και μιλά στον καθένα
ξεχωριστά, είναι γιατί παραμένει πιστός στη δική του αλήθεια χωρίς να προσπαθήσει ούτε να την πλασάρει,
ούτε να την κάνει εξώφυλλα, ούτε να τη φωτογραφίζει σε γυαλιστερές εικόνες, ούτε να την ξοδεύει στα παιχνίδια της δημοσιότητας. Ζει σε ένα σπίτι έξω από την Αθήνα με την οικογένειά του, σπουδάζει ακόμα τη μουσική
του, αγωνιά για τους φίλους του, βάζει τα παιδιά του το βράδυ για ύπνο κι ύστερα κάθεται και γράφει σε ένα
λευκό χαρτί υπέροχα νανουρίσματα. Παίρνει την κιθάρα του και τραγουδά τις ανησυχίες και τα όνειρα του και
τίποτα άλλο δεν κάνει, τίποτα από αυτά που λένε πως χρειάζονται να γίνουν προκειμένου να ζήσει κανείς το
όνειρο του.
Λίγο πριν το τέλος και ενώ εκείνος τραγούδησε το στίχο από τον προσκυνητή που λέει «κάποιος είπε πως ταξίδι είναι μόνο η προσευχή, καρδιά μου να ’σαι πάντα ζωντανή» γύρισε η μικρή κορούλα της κολλητής μου, μόλις
δέκα χρόνων και μου ’πε ψιθυριστά στ’ αφτί «Μη φύγεις ξανά μακριά την επόμενη φορά που δεν θα είσαι καλά.
Μείνει εδώ και κάνε μια προσευχή»…
Έμεινα να την κοιτάω σιωπηλή. Σχεδόν σοκαρισμένη. Πού το είδα ξαφνικά τόσο καθαρά πως δεν υπάρχει τίποτα άλλο να κάνεις στη ζωή σου αν θες να ζήσεις τα όνειρά σου. Παρά μόνο να παραμείνεις πιστός στην όποια
αλήθειά σου. Τίποτα άλλο.
∆ύο ευχές, κρατάω και δύο τάματα κρατώ…Περπατώ και πάω. Μόνο αυτό λοιπόν.
05 ΥΓ.
info
ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΣΚΟΡ∆Η
EΘΝΙΚ ΦΕΣΤΙΒΑΛ, ΛΕΥΚΩΣΙΑ, ΛΕΜΕΣΟΣ.
Mε αντιπροσωπευτικές μελωδίες πολιτισμών και με ήχους που τα τελευταία
χρόνια αγαπήσαμε, ξεκινά το Έθνικ Φεστιβάλ σε Λευκωσία και Λεμεσό, με τους
Israeli Ethnic Ensemble να ανοίγουν την αυλαία. Το συγκρότημα που εμφανίζεται στις 5 Ιουλίου, στην πλατεία Φανερωμένης και στις 6 Ιουλίου στην πλατεία
Ηρώων, αποτελεί μια αντιπροσωπευτική ψηφίδα του πολιτιστικού μωσαϊκού.
Mε τη «Μουσική Χωρίς Σύνορα» θα ακούσεις παραδοσιακά κομμάτια του χώρου της ευρύτερης περιοχής της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, με έμφαση στη
μουσική παράδοση του Πόντου, του Αφγανιστάν και άλλων μουσικών παραδόσεων και πολιτισμών αποτελούν τον πυρήνα της συναυλίας. Τραγουδούν την
Παρασκευή 9 Ιουλίου στην πλατεία Ηρώων στη Λεμεσό.
Η Μάρθα Μαυροειδή με τον Κήπο της Ρίλα φτάνουν στην πλατεία Ηρώων την
Τρίτη 13 Ιουλίου. Η Μάρθα επηρεασμένη από τις μουσικές των Βαλκανίων
ερμηνεύει τραγούδια απ’ τον τόπο, τις εικόνες, τους ανθρώπους, τις ιστορίες
τους και τις μουσικές τους. Την Παρασκευή 16/7 στην Πλατεία Φανερωμένης,
το Σάββατο 17 Ιουλίου στην πλατεία Ηρώων, τραγουδούν οι Latin Soul and
Boogaloo - Van Merwijks Music Machine. Το συγκρότημα αυτό κάτω από τη
διεύθυνση του drummer Lucas van Merwijk αποτελεί ένα κορυφαίο στο είδος
του σχήμα που ενώνει ρυθμούς και κρουστά από πολλές γωνιές του κόσμου.
Με την πρώτη κιόλας εμφάνισή του το συγκρότημα προκάλεσε αίσθηση στη
μουσική σκηνή της Κύπρου παρουσιάζοντας διασκευές γνωστών ρεμπέτικων
τραγουδιών και μοτίβων με εντελώς απρόσμενους ήχους. Ο λόγος για το αγαπημένο συγκρότημα Τρίο Τεκκέ που εμφανίζεται στις 21 Ιουλίου στην πλατεία
Ηρώων. Την Πέμπτη 22 Ιουλίου στη πλατεία Παλλουριώτισσας και την Παρασκευή 23 Ιουλίου στην πλατεία Ηρώων παρουσιάζεται το συγκρότημα «Εν
Χορδαίς», σε ένα πρόγραμμα που αγκαλιάζει τη μουσική παράδοση της Πόλης,
της Σμύρνης και της Μ. Ασίας.
Την Τρίτη 27 Ιουλίου στην πλατεία Ηρώων & Τετάρτη 28 Ιουλίου στην πλατεία
Φανερωμένης τραγουδά ένα τσιγγάνικο μουσικό σχήμα που όμως δεν ερμηνεύει φολκορικά κλισέ. Οι Kal – Urban Gypsy Band έχουν μουσική που ενώνει
ΥΓ. 06
PROJECT ROOM # 2, ∆ΗΜΟΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΕΧΝΩΝ
τους ήχους της τσιγγάνικης παράδοσης με σύγχρονα ακούσματα και μελωδίες
των πόλεων.
Με ρίζες από την Ακτή του Ελεφαντοστού η Manou Gallo από νωρίς κατέπληξε τους πάντες όχι μόνο με τη φωνή της μα και τη δεξιοτεχνία της στα κρουστά.
Μετά από μια πετυχημένη καριέρα στο μπάσο με τους Zap Mama ακολουθεί
σόλο καριέρα συνεργαζόμενη με σπουδαίους μουσικούς από την Αφρική και
Ευρώπη. Θα την ακούσεις στις 30 Ιουλίου στην πλατεία Ηρώων στη Λεμεσό.
Για την έκθεσή της στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Φάρος, η Lisa Milroy παρουσιάζει το «Shouting From A Rock». Έχοντας για βασικό πυρήνα στα έργα της τις
ρωπογραφίες, η καλλιτέχνις τοποθετεί ένα μικρό σύνολο από αυτές στην κύρια
αίθουσα της γκαλερί. Με την ανάλογη χρήση χρώματος της Milroy, αυτές οι
ζωγραφιές αντικατοπτρίζουν μια συναισθηματική στιγμή από ένα χαρακτήρα
νεκρής φύσης. Εν αντιθέσει με τον χαρακτήρα νεκρής φύσης ο οποίος μεταφέρει τον θεατή σε ένα φανταστικό κόσμο διάστασης και συναισθημάτων, αυτές
οι μικρές ρωπογραφίες είναι πιο απτές και πηγάζουν από το τι μπορεί να δει το
ανθρώπινο μάτι παρά το τι αισθάνεται το σώμα.
Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Φάρος (24 ∆ημοσθένη Σεβέρη). ∆ιάρκεια ως 27 Αυγούστου. Τηλ. 22663871.
Το ∆ημοτικό Κέντρο Τεχνών Λευκωσίας, Συνεργασία: Ίδρυμα Πιερίδη συνεχίζει την ανίχνευση του κυπριακού εικαστικού τοπίου με το Project Room #2.
Οι καλλιτέχνες Αντώνης Αντωνίου και η ομάδα Παραβάν (Μελίτα Κούτα και
Χάρης Καυκαρίδης) συνεργάζονται για να παρουσιάσουν το RainZonanceS 3,
να χτίσουν δηλαδή μια εγκατάσταση η οποία θα παρουσιάζει τρία βασικά στοιχεία, ένα περιβάλλον ηχοτοπίου, μια πλατφόρμα/σκηνική περιοχή και μια σειρά από παράλληλα δρώμενα με προσκεκλημένους καλλιτέχνες.
Εμπνευσμένο από το καθοριστικό έργο του David Tudor, Rainforest IV, το εν
εξελίξει αυτό πρότζεκτ που δημιουργήθηκε από τον συνθέτη και ηχοκαλλιτέ-
Ι∆ΡΥΜΑ ∆ΕΣΤΕ, Υ∆ΡΑ - MAURIZIO CATELLAN
PARADISE JAZZ FESTIVAL, 30-31 IΟΥΛΙΟΥ, ΠΩΜΟΣ
∆ΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΡΧΑΙΟΥ ∆ΡΑΜΑΤΟΣ
LISA MILROY, ΚΕΝΤΡΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΦΑΡΟΣ
χνη Αντώνη Αντωνίου, στοχεύει στο να φανερώσει τις εμπειρικές δυνατότητες-ιδιότητες ασυνήθιστων χώρων με τη χρήση κυρίως του ήχου.
Το RainZonanceS 3 επιχειρεί ακόμα να επέμβει στην υφιστάμενη αρχιτεκτονική του χώρου και να εισηγηθεί, μέσα από ένα κάπως αφηρημένο πρίσμα,
άλλα εξωτερικά περιβάλλοντα. Παίρνοντας σαν βασικό άξονα τις βιωματικές
εμπειρίες μέσα στους αστικούς χώρους, την ταυτότητα και την ιστορία των
χώρων αυτών, την κοινωνική τους δραστηριότητα, τα φυσικά τους όρια, τα
συστήματα αλληλεπίδρασης και κώδικες συμπεριφοράς, οι καλλιτέχνες που
συμμετέχουν θα επιχειρήσουν να μεταφέρουν και να επαναπροσδιορίσουν
τις εμπειρίες αυτές στο χώρο του ∆ημοτικού Κέντρου Τεχνών. Συγκεκριμένα,
οι καλλιτέχνες διάλεξαν πέντε διαφορετικούς δημόσιους χώρους/περιβάλλοντα, με χαρακτηριστικά ηχοτοπία από όπου θα μεταδώσουν/μεταφέρουν
το ηχητικό περιβάλλον ζωντανά στην Παλιά Ηλεκτρική. Ο ήχος θα «γεμίσει»
τον εκθεσιακό χώρο μέσω ενός συστήματος/ιστού surround, προκαλώντας
το αρχιτεκτονικό κενό και «υλοποιούμενος» σε μια «αόρατη σκηνογραφία».
Το κοινό καλείται να δράσει σαν ενεργό μέλος ή παθητικός δέκτης σε μια
«σκηνή», μια αρένα, ένα αρχιτεκτόνημα που προσδοκεί μια δράση, ένα συμβάν, μια μετάλλαξη. Παράλληλα οι εγκαταστάσεις αυτές θα λειτουργούν και
σαν πρόκληση για αλληλεπίδραση με τους προσκεκλημένους καλλιτέχνες.
Το πρόγραμμα έχει ως εξής: Σάββατο 3 Ιουλίου στις 14.00. Θεματική: Φθαρτά και
λιανικό κομφούζιο, προσκεκλημένος καλλιτέχνης: Φάνος Κυριάκου.
Τρίτη 13 Ιουλίου στις 21.00. Θεματική: Τρούλλος και Ψαλμική Άμπιενς, προσκεκλημένος καλλιτέχνης: Γιώργος Ιωάννου.
Τρίτη 20 Ιουλίου στις 21.00. Θεματική: Αυτοκίνητοι Αστοί, προσκεκλημένοι καλλιτέχνες: Αριάνα Άλφα και Pascal Caron.
Performance: Σάββατο 24 Iουλίου στις 21.00
Τρίτη 27 Ιουλίου στις 21.00. Θεματική: Με γυμνό αυτί. προσκεκλημένοι καλλιτέχνες: Κωνσταντίνος Ευαγγελίδης, Colin Somervell, Λευτέρης Μουμτζής, Ευριπίδης ∆ίκαιος
Παρασκευή 30 Ιουλίου στις 21.00. Θεματική: Γκρούβυ πάρτι τάιμ
με τους Γιάννη Βόγλη και Μαρία Κατσανδρή. 7/7 Αρχαίο Ωδείο Πάφου, 8/7
Αρχαίο Θέατρο Κουρίου, 9/7 Αμφ. Μακ. Γ’ Λευκωσία.
Ο ΘΟΚ θα παρουσιάσει στις 9/7 στο Αρχαίο Ωδείο Πάφου Λυσιστράτη, ενώ
το Θέατρο Τέχνης Κάρολου Κουν αντιμετωπίζει την οικονομική κρίση με μια
επίκαιρη επιλογή, καθώς ετοιμάζει την παράσταση Πλούτος – Πενίας Θρίαμβος σε σκηνοθεσία ∆ιαγόρα Χρονόπουλου με τους Κάτια Γέρου, ∆ημήτρη
Λιγνάδη και Αλέξανδρο Μυλωνά, στις 14/7 στο Αρχαίο Ωδείο Πάφου και στις
15/7 στο Κούριο. Το Κρατικό Θέατρο ∆ράματος Σλοβενίας αφηγείται την άτυχη μοίρα του παρελθόντος μέσα από την τραγωδία του Αισχύλου Αγαμέμνων,
στις 17/7 στο Αρχαίο Ωδείο Πάφου και στις 18/7 στο Αρχαίο Θέατρο Κουρίου. Ο Κινέζος σκηνοθέτης Luo Jinlin επέλεξε να συμβάλει στους εορτασμούς
των εκατόν χρόνων από τότε που εισήχθη στην Κίνα το δυτικό δράμα με τις
Θεσμοφοριάζουσαι του Αριστοφάνη, με παραστάσεις στις 21/7 στο Αρχαίο
Ωδείο Πάφου, στις 22/7 στο Αρχαίο Θέατρο Κουρίου και στις 23/7 στο Αμφιθέατρο Μακ. Γ’ Λευκωσία. Το Φεστιβάλ θα κλείσει το Εθνικό Θέατρο Ελλάδας
με τη Λυσιστράτη σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, με το Βασίλη Χαραλαμπόπουλο στο ρόλο της Λυσιστράτης και όλοι οι γυναικείοι ρόλοι ερμηνεύονται
από άνδρες ηθοποιούς. 26 και 27/7 στο Αρχαίο Θέατρο Κουρίου. Το Φεστιβάλ, διοργανώνει το Κυπριακό Κέντρο του ∆ιεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου,
το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, Πολιτιστικές Υπηρεσίες και ο Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού, παρουσιάζεται στο Αρχαίο Ωδείο Πάφου, στο
Αρχαίο Θέατρο Κουρίου και στο Αμφιθέατρο Μακαρίου Γ’. Για πληροφορίες
τηλ. 99542165 , 22674920. Όλες οι παραστάσεις αρχίζουν στις 21.00.
Θεατρικά σχήματα από Ελλάδα, Σλοβενία, Ρωσία, Κίνα και Κύπρο φιλοξενούνται αυτή τη χρονιά στο 14ο ∆ιεθνές Φεστιβάλ Αρχαίου Ελληνικού ∆ράματος.
Αρχή στις παραστάσεις κάνει το Θέατρο Orel Ρωσίας, με την «Άλκηστη» του
Ευριπίδη. Παραστάσεις 1/7 Αρχαίο Ωδείο Πάφου, 2/7 Αρχαίο Θέατρο Κουρίου, 3/7 Αμφιθέατρο Μακ. Γ’ Λευκωσία. Στη συνέχεια την «Ορέστεια» που
ταξιδεύει στην Κύπρο το ∆Η.ΠΕ.ΘΕ Πάτρας σε σκηνοθεσία Λουκά Θάνου
∆υο νέες εκθέσεις παρουσιάζονται κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού από
το Ι∆ΡΥΜΑ ∆ΕΣΤΕ. Στη Νέα Ιωνία μπορείτε να δείτε έργα από τη συλλογή
του ∆άκη Ιωάννου, ενώ στο Σφαγείο Ύδρας, ο διάσημος Ιταλός ανατρεπτικός
και σατιρικός καλλιτέχνης Maurizio Cattelan, παρουσιάζει την εγκατάσταση
WE. Η εγκατάσταση απεικονίζει τον ίδιο τον καλλιτέχνη ξαπλωμένο σε ένα
κρεβάτι με τον εαυτό του!
Μήνας τζαζ για άλλη μια χρονιά στον Πωμό. Το Paradise Jazz Festival διοργανώνεται στις 30 και 31 Ιουλίου και ανάμεσα σε άλλους σημαντικούς καλλιτέχνες θα έχεις την ευκαιρία να δεις τους Trio Errant από το Λονδίνο και
τον νεαρό κιθαρίστα Lee Westwood, που θα συνοδεύεται από τον εξαιρετικό
Κύπριο βιολιστή Παύλο Μιχαηλίδη. Για κρατήσεις: 26 342537 – 99516932
(www.paradiseplaceproductions.com).
07 ΥΓ.
ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΣΚΟΡ∆Η
σύγχρονη λυσιστράτη
Ο Γιώργος Μουαΐμης εξηγεί τον τρόπο που αντιμετωπίζει
την αριστοφανική κωμωδία, οριοθετώντας τις κόκκινες
γραμμές του στον εκσυγχρονισμό της.
∆εν πρόκειται να ακούσουμε διαλόγους επιθεώρησης, ούτε ατάκες τηλεοπτικής κωμικής σειράς. H εύκολη διέξοδος στον εκσυγχρονισμό του αρχαίου κειμένου δηλαδή, για τον Γιώργο Μουαΐμη είναι απαγορευτική. Θα
δούμε Αριστοφάνη. Και φυσικά σύγχρονο, σε μια διασκευή που κινείται
στο τότε και στο τώρα, έτσι ώστε ο σημερινός θεατής να εμπεδώσει τα μηνύματα του έργου, με εμβόλιμες σκηνές, χιούμορ και γρήγορους ρυθμούς
εναλλαγής χορικών και επεισοδίων.
Θα δούμε και Αριστοφάνη χαμηλού προϋπολογισμού από μια μικρή, σε
σύγκριση με άλλες καλοκαιρινές παραγωγές του ΘΟΚ ομάδα, όχι μόνο
γιατί η οικονομική κρίση έκοψε τον ΘΟΚ εκτός επιχορήγησης απ’ το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, αλλά και γιατί οι ηθοποιοί μοιράστηκαν
ανάμεσα σ’ αυτήν και στην παράσταση No σμοκιν please. Θα δούμε επίσης
μια παράσταση που η ανάθεση στον σκηνοθέτη έγινε με αρκετή καθυστέρηση και η συμβολή της βοηθού σκηνοθέτη της Λέας Μαλένη θεωρήθηκε πολύτιμη. Μέσα από τη «Λυσιστράτη» λοιπόν, που καταπιάνεται με
το πολύ διαχρονικό θέμα των σχέσεων αντρών – γυναικών, ο σκηνοθέτης
υπόσχεται και κάτι τελευταίο: να κάνει το κοινό να αγαπήσει είτε ξανά,
είτε ακόμα πιο πολύ τον Αριστοφάνη.
Info: ∆ιασκευή / Απόδοση Λόγου / Σκηνοθεσία: Γιώργος Μουαΐμης/ ΣκηνικάΚοστούμια: Έλενα Κατσούρη. Μουσική / Ενορχήστρωση / ∆ιδασκαλία: Λάρκος
Λάρκου./Οργάνωση Χορού / Κίνηση / Βοηθός Σκηνοθέτις: Λέα Μαλένη./ Σχεδιασμός
Φωτισμών: Γιώργος Κουκουμάς/ Βοηθός Σκηνογράφου: Κρίστη Πολυδώρου.
Στον ομώνυμο ρόλο η Αννίτα Σαντοριναίου. Στο ρόλο του Πρόβουλου ο Σταύρος Λούρας
ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ: • Λευκωσία: Αμφιθέατρο Μακαρίου Γ’ Τρίτη 13 & Τετάρτη 14 Ιουλίου
(τηλ. 77772717). • Λεμεσός: Αρχαίο Θέατρο Κουρίου, Τρίτη 29 & Τετάρτη 30 Ιουνίου
• Ελ. Αμμόχωστος: ∆ερύνεια, ∆ημοτικό Αμφιθέατρο, Παρασκευή 2 Ιουλίου.
• Πάφος: Αρχαίο Ωδείο Πάφου, Παρασκευή 9 Ιουλίου • Λάρνακα: Παττίχειο ∆ημοτικό
Αμφιθέατρο Λάρνακας, Τετάρτη 21 Ιουλίου (στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Λάρνακας).
ΥΓ. 08
Σε ποια σημεία διαφοροποιείται η δική σας «Λυσιστράτη»;
Ο αριθμός των ηθοποιών που απαιτούνται για τις ανάγκες της συγκεκριμένης παράστασης δεν υπάρχει, άρα έπρεπε να αποφευχθούν κάποια
πράγματα έτσι ώστε το αποτέλεσμα να μην παραπέμπει σε συγκρίσεις.
∆εν έχει αντιμετωπιστεί, βέβαια, τίποτα με μιζέρια, γιατί όλα όσα θεωρούνται μειονεκτήματα σ’ αυτή την παράσταση, προσπάθησα να τα μετατρέψω σε πλεονεκτήματα και σίγουρα δεν την προσεγγίζω με τη λογική μιας
καλοκαιρινής παράστασης.
Αυτό που σίγουρα θα δούμε είναι Λυσιστράτη. Μέσα απ’ τη διασκευή βρήκα την ευκαιρία να βάλω εμβόλιμες σκηνές, τοποθετώντας στην παράσταση σύγχρονα στοιχεία.
Πώς προσεγγίσατε τη δική σας, σύγχρονη διασκευή στον Αριστοφάνη;
Βασισμένος στο σκεπτικό, πως αν θα κάνεις σύγχρονη παράσταση πρέπει
να τα περάσεις όλα μέσα από μια σύγχρονη ματιά, με χιούμορ που αγγίζει την ψυχολογία του σημερινού θεατή. Πώς; Τοποθετώντας σημερινές
αντιστοιχίες έτσι ώστε τα μηνύματα της παράστασης να γίνουν κατανοητά
από το κοινό. Αυτό που ουσιαστικά αναζήτησα είναι με ποιο τρόπο θα
μπορούσε να μιλήσει στον θεατή σήμερα ο Αριστοφάνης
Μελετώντας τη Λυσιστράτη, πιστεύετε πως έχουν αλλάξει πολλά ανάμεσα στα δύο φύλα;
Όχι, σίγουρα όχι. Μένω μάλιστα πιστός στο πνεύμα του έργου - είναι
εξάλλου ένα τεράστιο θέμα προς ανάλυση - διασαφηνίζοντας από μια
χιουμοριστική οπτική το θέμα άντρας - γυναίκα. Για μένα το έργο αν και
προσχηματικά πολιτικό, αναφέρεται στην πάλη των δυο φύλων όπου και
επικεντρώνομαι.
Ποια τα όριά σας στον εκσυγχρονισμό του Αριστοφάνη;
Οριοθετώντας τις κόκκινες γραμμές μου στην Αριστοφανική κωμωδία έχω
σαν αρχή το να μην εκμεταλλευτώ το αρχαίο κείμενο. ∆εν έχουμε το δικαίωμα να εκμαιεύσουμε το γέλιο από τον σημερινό θεατή χρησιμοποιώντας
την αριστοφανική κωμωδία ως επιθεώρηση, ούτε να καταφεύγουμε στο
τηλεοπτικό χιούμορ και γενικά στο πρόχειρο γέλιο. Ο Αριστοφάνης δεν
είναι μόνο για να γελάσουμε, είναι για να προβληματιστούμε, να συγκινηθούμε και να θυμηθούμε πράγματα τα οποία έχουμε ξεχάσει. Τα έργα του
Αριστοφάνη δεν είναι 100% κωμωδίες, έχουν πολύ πικρό χιούμορ. Κάτι
που διατηρώ στην παράσταση με κόστος να χαρακτηριστεί «βαριά» κάποιες στιγμές, απ’ αυτούς που θέλουν να γελάσουν μόνο. Εν κατακλείδι
θα έλεγα πως πρέπει να αντιμετωπίζουμε τον Αριστοφάνη με σοβαρότητα. Τα έργα του δεν είναι για εκμετάλλευση, ούτε για καπήλευση, δεν είναι
μέσο για να βγάλουμε γέλιο και λεφτά. ∆εν το αξίζει κάτι τέτοιο.
Πιστεύετε πως οι αριστοφανικές παραστάσεις έχουν κουράσει το κοινό
αυτά τα χρόνια;
Ναι, έχω ακούσει να λένε φτάνει άλλος Αριστοφάνης, τι του βρίσκετε;
Παρόλο που δεν είναι άποψη της πλειοψηφίας, μ’ επηρέασε πολύ στον
τρόπο που τον αντιμετώπισα και στην τελική διαμόρφωση της άποψής
μου για το πώς θα παρουσίαζα την παράσταση. Αυτό που πιστεύω πως
κούρασε είναι το γεγονός πως κάποια αριστοφανικά έργα έχουν ανέβει με
τρόπο που δεν ενδιαφέρουν τον θεατή κι είναι άποψη αυτών που έχουν
δει «κακοποιημένο» Αριστοφάνη. Το να ενδιαφέρει ο Αριστοφάνης σήμερα είναι χρέος μας.
ΥΓ. 10
ΤΗΣ ΕΛΕΝΑΣ ΠΑΡΠΑ
ΦΩΤΟ: ΠΟΛΥΣ ΠΕΣΛΙΚΑΣ
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΙ ΒΑΣΩ ΣΕΡΓΙΟΥ
the butterfly effect
Με την καινούρια τους δουλειά, οι δυο καλλιτέχνες ανοίγουν μια συζήτηση γύρω από τη σημασία της τέχνης και το νόημα της ζωής.
Οι Σεργίου έχουν μια θεωρία, μια υπόθεση, η οποία πάει κάπως έτσι: Ο άνθρωπος δεν είναι τίποτε άλλο απ’ αυτή την άυλη ενέργεια, η οποία αποφασίζει να έρθει στη γη, να κατοικήσει ένα σώμα για ένα συγκεκριμένο διάστημα
ψάχνοντας εμπειρίες. Μοναδικός σκοπός αυτής της ενεργειακής μάζας, η
οποία επιστρέφει ξανά και ξανά ως διαφορετική ανθρώπινη υπόσταση, είναι
η απόλυτη ωρίμανσή της ως παρουσία στο διάστημα και το χρόνο. Μόνον
τότε σταματά να γυρεύει ζωές και σώματα πάνω στη γη. Για να το πετύχει
όμως χρειάζεται πρώτα να συλλέξει εμπειρίες, θετικές ή αρνητικές δεν την
αφορά. Αυτό που προέχει είναι το βίωμα, αυτό που οι Σεργίου αποκαλούν
«αποτέλεσμα».
Ο Χαράλαμπος κάθεται απέναντί μου και με κοιτάει διερευνητικά. Ανησυχεί
για το πώς μου ακούγονται όλ’ αυτά, αν με ξενίζουν, αν έχω ενστάσεις ή απορίες. Στο τέλος της κάθε του πρότασης, τραβά και μια γραμμή στο χαρτί που
έχει μπροστά του. Είναι λες και λύνουμε μαζί, βήμα-βήμα, ένα περίπλοκο
μαθηματικό πρόβλημα και θέλει να είναι σίγουρος ότι ακολουθώ τον κάθε
ελιγμό του συλλογισμού τους. «Πιστεύουμε ότι τα κύρια σημεία της ζωής του
καθενός μας είναι προδιαγεγραμμένα. Το πεπρωμένο, δηλαδή, ενός ανθρώπου πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της ζωής του ως ένα ξετύλιγμα μιας
συγκεκριμένης πορείας γεγονότων. Όσο για τις εμπειρίες, αυτές μπορούν
να πάρουν τη μορφή οποιασδήποτε δραστηριότητας, η οποία να επιτρέπει
στο ανθρώπινο ον να ζήσει μια πράξη γήινης διάστασης». Κάνει ακόμα μια
παύση για να πάρει το λόγο η Βάσω, η οποία θέλει να ξεκαθαρίσει κάτι. «Θεωρητικά υπάρχουν πολλοί προορισμοί στο σύμπαν. Για την ενέργεια όμως,
η γη θεωρείται δύσκολος προορισμός γιατί προσφέρει πλούτο εμπειριών,
όπως το να βιώσεις πόνο, χωρισμό, θάνατο ή έρωτα». Τώρα με κοιτάζουν και
οι δύο. Τους διαβεβαιώνω ότι είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος, αν και διαισθάνομαι πως ακόμα να μπούμε στο «ψητό». Μιλάμε πάνω από μια ώρα κι
ακόμα δεν έχω αποτολμήσει την εύλογη ερώτηση: Πώς συνδέονται όλ’ αυτά
με την τέχνη και την έκθεση που ετοιμάζουν;
Η δουλειά των Σεργίου τα τελευταία χρόνια έχει πάρει μια διαφορετική τροπή. Αν και η σκέψη τους εξακολουθεί να κατευθύνεται από τα μεγάλα ζητήματα της ανθρώπινης φύσης – στο παρελθόν τους είδαμε να καταπιάνονται
με την παιδική ηλικία, την οικογενειακή βία, τη φτώχεια, την τρομοκρατία,
με την αδυναμία της εικόνας να μας συγκινήσει -, κάποια στιγμή άρχισε να
τους απασχολεί η ιδιάζουσα σχέση μεταξύ καλλιτέχνη, έργου τέχνης και θεατή. Απ’ αυτό τον προβληματισμό τους, προέκυψαν τρεις εκθέσεις, οι οποίες εξερευνούσαν τις διαδικασίες πρόσληψης, κατανόησης και εκτίμησης της
τέχνης. Στην πρώτη με τίτλο «Do not feed the humans», οι Σεργίου υιοθέτησαν το ρόλο των επιμελητών μιας έκθεσης με έξι νέους καλλιτέχνες. Τίποτα
στην παρουσίαση – εκτός από μια επιγραφή σ’ έναν τοίχο στον οποίο δεν
είχε πρόσβαση ο θεατής - δεν μαρτυρούσε πως οι έξι αυτοί δημιουργοί, με
τα εμπεριστατωμένα βιογραφικά και τα ενδιαφέροντα έργα, ήταν επινόηση
δική τους. Στη δεύτερη, η οποία είχε πραγματοποιηθεί στο Σπίτι της Κύπρου, αυτό το «παιχνίδι» με την αντίληψη και τις προσδοκίες του θεατή πήρε
μεγαλύτερες διαστάσεις. Έφτιαξαν 22 έργα τέχνης τα οποία απέδωσαν σε 22
σημαντικούς δημιουργούς του 20ού-21ου αιώνα –βλέπε Louise Bourgeois,
Marcel Duchamp, Jannis Kounellis-, προσθέτοντας την ίδια στιγμή φανταστικά στοιχεία στα βιογραφικά τους. Η έκθεση τελικά, για να αποφευχθούν
ζητήματα πνευματικών δικαιωμάτων, επικοινωνήθηκε διαφορετικά, αν και
για τους δημιουργούς αυτή ήταν μια ευτυχής κατάληξη καθώς βοήθησε στο
να λειτουργήσει η παρουσίαση ως ένα ενιαίο έργο τέχνης. Ο επίλογος της
ερευνάς τους, η οποία κράτησε δυο χρόνια, δόθηκε το 2008 στο Urban Soul
Festival στη Λευκωσία με ένα έργο το οποίο τοποθέτησαν στην τάφρο χωρίς
τίτλο και χωρίς όνομα καλλιτέχνη. Ήθελαν, όπως λένε, να διερευνήσουν σε
ποιο βαθμό ο δημιουργός και το εκτόπισμα της υπογραφής του καθορίζουν
τον τρόπο που ο θεατής κατανοεί το έργο του.
Όταν πια ολοκληρώθηκε αυτή η σειρά εκθέσεων και αποστασιοποιήθηκαν
από το αποτέλεσμα, οι Σεργίου κατέληξαν πως αυτό που τους απασχολούσε
ουσιαστικά ήταν το μεγάλο ερώτημα της πρακτικής τους: Τι είναι τέχνη, και
γιατί ένας δημιουργός έχει την ανάγκη να δημιουργήσει; Στην προσπάθειά
τους να δώσουν μια απάντηση, το ερώτημα άλλαξε, διευρύνθηκε αναγκαστικά και έγινε, τι είναι ζωή; Κάπως έτσι, λοιπόν, μέσα από τέτοιου είδους
περιπλανήσεις, έφτασαν σ’ αυτή τη θεωρία για την ανθρώπινη ύπαρξη, η
οποία όπως λένε δεν είναι τίποτε άλλο από ενέργεια σε αναζήτηση «πράξεων γήινης διάστασης». Αυτές οι πράξεις είναι, σύμφωνα με τη θεωρία τους,
το αποτέλεσμα της εμπειρίας που βιώνει ο άνθρωπος-πρωταγωνιστής. Κάπου σ’ αυτό το σημείο, εισέρχεται στην εξίσωση το «έργο τέχνης», το οποίο
πολύ απλά είναι το αποτέλεσμα μιας εμπειρίας ενός ατόμου που έχει πάρει
το ρόλο του καλλιτέχνη πάνω στη γη, η οποία προσθέτει ένα μικρό λιθαράκι στην ωριμότητα της ενέργειας που αναζήτησε ανθρώπινη υπόσταση. «Γι’
αυτό και το έργο τέχνης είναι ισοδύναμο με οποιοδήποτε άλλο αποτέλεσμα,
οποιασδήποτε άλλης εμπειρίας, οποιουδήποτε άλλου ατόμου στη γη. Ένα
έργο τέχνης, για παράδειγμα, έχει το ίδιο αντίκτυπο με μια μεγάλη αγάπη ή
ένα χωρισμό». Ο ορισμός που δίνουν είναι πολύ σημαντικός γι’ αυτούς. Ψάχνουν τις σωστές λέξεις. Ο Χαράλαμπος μου λέει να ανατρέξω στα κείμενα
που έχουν γράψει. «Το έργο τέχνης έχει παραχθεί με σκοπό να διοχετεύσει
ενέργεια πρωτίστως στην ψυχή του καλλιτέχνη και κατά δεύτερο στην κοινωνία και ανθρωπότητα όπως και στο απόλυτο ΕΙΝΑΙ», λέει το σημείωμά
τους. Η Βάσω όμως θέλει να προσθέσει ακόμα κάτι· πως ο καθένας δημιουργεί με βάση την ωριμότητα της ψυχής του, με βάση τις εμπειρίες, τα βιώματα
και τις ελλείψεις του. «Εάν είναι καλή ή κακή τέχνη είναι άλλο κεφάλαιο. Σ’
αυτά δεν υπάρχει σωστό ή λάθος. Ο καθένας δημιουργεί επειδή δεν μπορεί
να κάνει διαφορετικά. Επίσης, το ότι υπάρχει θεατής είναι παρεμπιπτόντως.
Η ουσία ενός έργου δεν είναι για να το δει κάποιος ούτε για να υπάρξει μέσα
σ’ ένα μουσείο. Αυτά είναι μια γήινη, κοινωνική προέκταση του ζητήματος».
Το χαρτάκι που κρατά ο Χαράλαμπος έχει πια γεμίσει τελείες και γραμμές.
Το αναποδογυρίζει και μου δείχνει ένα σκίτσο της έκθεσης που ετοιμάζουν.
Της έδωσαν τον τίτλο «Butterfly effect», θέλοντας να κάνουν αναφορά στη
θεωρία του χάους μέσα από τη γνωστή μεταφορά του Αμερικανού μαθηματικού και μετεωρολόγου, Edward Norton Lorenz, για το πώς μια ασήμαντη αλλαγή στην πορεία των πραγμάτων, όπως το φτερούγισμα μιας πεταλούδας,
μπορεί να έχει ασύλληπτες επιπτώσεις. Οι Σεργίου εισηγούνται ότι υπάρχει
τάξη στο χάος, κι ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο στη σειρά των γεγονότων της
ζωής μας. Η έκθεση λοιπόν ξεκινά με μια εγκατάσταση πάνω σ’ αυτή την
ιδέα, όπως και με μια παρέμβαση του Lawrence Weiner από το 1970, η οποία
προσθέτει στον ορισμό που επιχειρούν για το τι είναι έργο τέχνης. Ως ένας
από τους εισηγητές της εννοιολογικής τέχνης, η οποία πρότεινε την αντικατάσταση του έργου τέχνης -αντικειμένου με έννοιες, ο Weiner είχε γράψει
στο Art Magazine την εξής δήλωση: «1. Ο καλλιτέχνης δύναται να κατασκευάσει το έργο, 2. Το έργο δύναται να κατασκευαστεί, 3. Το έργο δεν χρειάζεται να κατασκευαστεί. Με την πρόθεση του καλλιτέχνη το κάθε σημείο είναι
σταθερό και ισάξιο. Η απόφαση ως προς τη θέση εναπόκειται στον αποδέκτη σε περίπτωση που προκύψει η ανάγκη». Αυτή θεωρείται μια απ’ τις χαρακτηριστικότερες «δηλώσεις» (Statements) του Αμερικανού καλλιτέχνη, τις
οποίες ήθελε να λειτουργούν εμπρηστικά ως προς το τι είναι τέχνη και τι
όχι, καταθέτοντας την εισήγηση ότι ακόμα κι ένα γραπτό κείμενο, όπως μια
δήλωση, θα μπορούσε να θεωρηθεί έργο. Για τους Σεργίου, μ’ αυτήν την πρόταση «η τέχνη έκανε την τελική της απογείωση». «Σκαρφαλώνοντας ολοένα
και ψηλότερα σε μια – ολοένα στενότερη - σπιράλ κίνηση, μέχρι που, μ’ ένα
τελευταίο έργο (μονάδα ενέργειας) ελευθερίας, μια τελευταία δενδρική σύναψη, εξαφανίστηκε μέσα στην ίδια τη θεμελιώδη οπή της και εξήλθε από
την άλλη πλευρά ως Θεωρία Τέχνης!». Η ενσωμάτωση της πρότασης του
Weiner καταδεικνύει επίσης και μια απ’ τις τακτικές των Σεργίου· την οικειοποίηση έργων άλλων καλλιτεχνών είτε για να τα χρησιμοποιήσουν αυτούσια
– όπως σ’ αυτή την περίπτωση - είτε για να αποτελέσουν κομμάτι μιας μεγαλύτερης εγκατάστασης, όπως κάνουν σ’ ένα από τα έργα που παρουσιάζουν
στην έκθεση, το οποίο φέρνει μαζί κινηματογραφικές ταινίες, μια φράση της
Louise Bourgeois, έργα δικά τους κι έργα άλλων καλλιτεχνών, όπως του Glyn
Hughes, για να μιλήσουν για τη θρησκεία. Η έκθεση κλείνει με μια οπτική και
ακουστική περιήγηση ως προς την επίδραση της τέχνης στη ζωή μας.
Η συζήτηση ξεπέρασε τις δυο ώρες. Είναι απ’ αυτές που κάνεις μετά τα
μεσάνυχτα σε μια κρίση υπαρξιακής αναζήτησης, ψάχνοντας το νόημα της
ζωής. Είναι όμως 12 το μεσημέρι κι έξω απ’ το κλιματιζόμενο γραφείο του
Χαράλαμπου με περιμένει ο κυνισμός της καθημερινότητας. Έφυγα ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά σ’ ένα απ’ τα έργα που θα δείξουν στην έκθεση.
Έχουν πάρει τις σελίδες από ένα παλιό βιβλίο, το οποίο περιγράφει επιστημονικά τη μεταμόρφωση μιας κάμπιας σε πεταλούδα κι έχουν επέμβει στην
εικονογράφησή του με εκρηχτικά χρώματα και πινελιές. Πού ξέρεις τελικά,
σκέφτηκα. Μπορεί αυτή η θεωρία να στέκει. Μπορεί να είμαστε ενέργειες σε
αναζήτηση εμπειριών και τίποτα να μην είναι τυχαίο.
Info: Η έκθεση του Χαράλαμπου και της Βάσως Σεργίου εγκαινιάζεται στις 2 Ιουλίου στην OmikronGallery (Βασιλέως Παύλου, 2. Τηλ. 22678240). Ώρες λειτουργίας: Καθημερινά, 10.00-1.00
και 16.00-20.00, Σάββατο 10.00-14.00. ∆ιάρκεια έκθεσης: Μέχρι 30 Ιουλίου.
ΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗ ΜΟΥΜΤΖΗ
WE’LL WAVE FROM THE SHORE
Adam Beattie & the Consultants
O Beattie έχει την ικανότητα να δημιουργεί ηχοχρώματα που σου προκαλούν μια νοσταλγία.
Αλλά δεν είναι νοσταλγία για κάτι από τα παλιά, είναι απλά μια γοητευτική νοσταλγία για το τώρα.
Θυμάμαι την πρώτη φορά που τον άκουσα. Ήταν στο
κλαμπ Green Note στο Camden του Λονδίνου, κάπου
στα 2007. Μόλις είχαμε παίξει με τους Pigling Bland
και ήταν ο επόμενος στο πρόγραμμα. Μου έκανε εντύπωση η φωνή του και ο στίχος του, ειδικά το τραγούδι
Lonesome Pigeon. Γνωριστήκαμε. Μετά από λίγες μέρες με πήρε τηλέφωνο και γύρευε κοντραμπασίστα.
Προσφέρθηκα να βοηθήσω. Άλλωστε, γούσταρα τη
μουσική του. Είχε κυκλοφορήσει τον πρώτο του δίσκο,
Abu Bozy και είχε ήδη τα περισσότερα τραγούδια για
το δεύτερο. Μου έκανε εντύπωση η αποφασιστικότητά
του και το πόσο οργανωμένος ήταν. Η πρώτη πρόβα
πήγε σπουδαία και αποφασίσαμε να συνεργαστούμε.
Περάσαμε κάπου ένα χρόνο να γυρίζουμε τα μικρά
venues και pubs του Λονδίνου και να σκορπίζουμε τη
μουσική του. Κάπου στα μισά πρότεινα και τον Κιτ
στα τύμπανα και έτσι συμπληρώθηκαν οι Consultants.
Ο Callum που έπαιζε ηλεκτρική κιθάρα στο γκρουπ,
αγόρασε ένα οκτακάναλο reel to reel και αρχίσαμε να
ηχογραφούμε demos για το νέο δίσκο σε ένα υπόγειο
στο Stoke Newington. Εκείνο το καλοκαίρι έλειπα αρκετά από το Λονδίνο. Είχα τα δικά μου. Hχογραφούσα
στην Αθήνα. Τελικά εγκατέλειψα οριστικά. Άφησα τον
Colin στη θέση μου. Στις αποσκευές μου είχα τις όμορφες συγκινήσεις που έζησα παίζοντας τη μουσική του
Adam και μια δόση λύπης που τους άφηνα, που τους
«πρόδιδα». Κρατήσαμε επαφή. Τους παρακολουθούσα από μακριά και χαιρόμουν που το συνέχιζαν. Σε μια
φάση τον κάλεσα στην Κύπρο. Ήρθε, έπαιξε, παίξαμε και μαζί, την αγάπησε, τον αγάπησε και αργότερα
ξαναήρθε. Έτσι κάνουν οι παραπάνω. Ερωτεύονται τη
«φάση» και σύντομα επιστρέφουν.
Κάπου μεταξύ των δύο επισκέψεων του εδώ, μάζεψε
επιτέλους και τα λεφτά για να ηχογραφήσει το δεύτερο δίσκο (διότι δεν υπάρχουν δισκογραφικές εταιρίες
πλέον που δίνουν λεφτά σε καλλιτέχνες για να ηχογραφήσουν. Και αν το κάνουν είναι δανεικά.) Πλήρωσε το
φίλο του Gal από τη Σκωτία, τον έφερε στο Λονδίνο και
μετέτρεψαν το σπίτι του στο Dalston για μερικές μέ-
ΥΓ. 12
ρες σε στούντιο. Έπαιζαν και ηχογραφούσαν όλοι μαζί.
Φωνή, κιθάρα στο σαλόνι, τύμπανα στο υπνοδωμάτιο,
κοντραμπάσο κάτω από τις σκάλες, στρώματα και διαχωριστικά παντού. Κάθε μέρα μιλούσαμε στο τηλέφωνο και μου έστελλε ό,τι είχαν ηχογραφήσει. Είχα ζήσει
τα περισσότερα από αυτά τα κομμάτια από τη γέννησή
τους. Ο ήχος στις ηχογραφήσεις ήταν ωμός και ελκυστικός, ζωντανός. Όπως τον ήθελε δηλαδή. Μετά χαθήκαμε για κάμποσο καιρό.
Πριν περίπου ένα μήνα πήρα e-mail με το τελικό artwork
του δίσκου. Με πληροφόρησε ότι ο δίσκος είναι ήδη
στο εργοστάσιο για την κοπή. Επιτέλους αυτή η φανταστική συλλογή τραγουδιών θα δει το φως της ημέρας,
σκέφτηκα. Τραγούδια για αποχωρισμούς, για «καραβοτσακισμένους» ανθρώπους και για τις όμορφες μικρές
στιγμές μιας απλοϊκής ζωής. Το καθένα τους είναι ένα
διαμάντι! «We’ll wave from the shore» ονομάζεται το άλμπουμ, τίτλος παρμένος από το ομώνυμο τραγούδι. Το
περιεχόμενο χαϊδεύει το αγγλοαμερικανικό φολκ και το
μπλουζ του παρελθόντος, μα οι συνθέσεις σε συνδυασμό με το στίχο πατούν γερά στο τώρα. Η αθεράπευτη
αγάπη του για τον Tom Waits διαφαίνεται σχεδόν παντού. Η φωνή του είναι άψογη άλλοτε απαλή όπως στο
εισαγωγικό Bone Dry και στην μπαλάντα Everytime we
say goodbye, το ομορφότερο κομμάτι του δίσκου κατά
τη γνώμη μου και άλλοτε άγρια και βραχνή (Thrill seeker,
Gabriella). Οι Consultants τον ακολουθούν πιστά σε όλο
του το ύφος και σε κάθε δυναμική που επιχειρεί, παραδίδοντας το απαιτούμενο ηχόχρωμα στο κάθε κομμάτι.
Ο Αdam Beattie γεννήθηκε στο Aberdeen της Σκωτίας.
Μεγάλωσε στη Γλασκώβη. Αργότερα μετακόμισε για
σπουδές στο Λονδίνο όπου και παρέμεινε για να βρει
την τύχη του σαν μουσικός. Η μουσική του παιδεία
ήταν περιορισμένη (σπούδασε κάτι άλλο) πράμα που
του δίνει την ευχέρεια να αφοσιώνεται με πολλή αγάπη
στη μουσική του και να την αντιμετωπίζει με την απαιτούμενη αθωότητα. Έμαθε λίγο από εδώ και λίγο από
εκεί να παίζει fingerpicking κιθάρα εξαιρετικά. Έμαθε
από τα τραγούδια αυτών που θαυμάζει.
Info: Από τον Ιούλιο θα μπορείτε να βρείτε το «We’ll wave from the shore» του Adam Beattie στο κατάστημα Λουβάνα που στεγάζεται στο House
of Larimeloon, κάτω από την Γκαλερί Πάνθεον. Σελίδες για πληροφόρηση: www.myspace.com/adambeattie www.myspace.com/piglingbland
www.louvana.com.cy
GIVE IT A SHOT
Άρχισαν να παίζουν με τις εικόνες, όταν πήραν στα χέρια τους την πρώτη τους φωτογραφική μηχανή. Χρόνια αργότερα και ενώ βρίσκονται ακόμα στην αφετηρία,
προσπαθούν μέσα από κάθε τους εικόνα να εξερευνήσουν την πραγματικότητα
που ζουν. Επιλέγουν, μεγεθύνουν, ζουμάρουν, διαγράφουν και με κάθε τους
κλικ προσπαθούν να βρίσκουν απαντήσεις στα δικά τους ερωτηματικά. ∆ώδεκα
νεαροί φωτογράφοι παρουσιάζουν τη δουλειά τους και ταυτόχρονα το καλλιτεχνικό τους αποτύπωμα. Γνωρίστε τους.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ: ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ
άντζελα λεωνίδου
Ζει στο Λονδίνο. Και μέσα από το φακό της επιλέγει να αφηγείται ιστορίες που κινούνται μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας.
Το πάθος μου για τον κινηματογράφο και το υπερφυσικό έχουν γίνει οι κύριες
πηγές της επιρροής και της έμπνευσής μου. Αν και συνδεδεμένα με τη γλώσσα
της ψυχανάλυσης μερικά από τα έργα μου φλερτάρουν επίσης εννοιολογικά με
θέματα βασισμένα στην ταυτότητα του φύλου.
Εκφράζω το πάθος μου για τον κινηματογράφο και την ερμηνεία των ονείρων
στη φωτογραφική μου δουλειά, πλαισιώνοντας μια εικόνα με μια ολόκληρη
ιστορία που συνδέεται με κάποια διφορούμενη αυταπάτη πραγματικότητας.
Αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη συνήθη κινηματογραφική παράδοση που παρουσιάζει τις ακατόρθωτες σκηνές να μοιάζουν πραγματικές. Το Film noir και
τα όνειρά μου ήταν η αφετηρία για τη δημιουργία μιας διηγηματικής φωτογραφικής δουλειάς. Η πλειονότητα της δουλειάς μου βασίζεται πάνω σε μελέτες
σχετικά με τη σχέση των ταινιών των ονείρων και του θεατή. Απεικονίζοντας
αυτές τις εικονικές στιγμές οι φωτογραφίες μου προσπαθούν να εξετάσουν πώς
το σινεμά και τα όνειρα αλληλοεπηρεάζονται. Προσεχτικά τοποθετώ στιγμές σε
πολυτελέστατο σκηνικό όπου μεταχειρίζομαι το φωτισμό για να δημιουργήσω
μια αίσθηση μη πραγματικότητας. Οι στιγμές που απεικονίζονται στις εικόνες,
είναι διακεκομμένες αναμνήσεις, όνειρα, ανησυχίες, επιθυμίες ακόμη και φόβοι, αναφερόμενη πάντα στη σημειολογία και την ψυχανάλυση.
Σπούδασα φωτογραφία στο Surrey Institute of art&design και έκανα master και
Photographic Studies στο University of Westminster. Τα τελευταία δέκα χρόνια
βρίσκομαι στο Λονδίνο όπου ασχολούμαι πια ενεργά με τη φωτογραφία.
Είναι 24 χρόνων. Τώρα ζει στη Θεσσαλονίκη. Στο μέλλον θα ήθελε να ζήσει
οπουδήποτε υπάρχει πρόσφορο έδαφος για να δημιουργεί…
Απέκτησα την πρώτη μου φωτογραφική μηχανή πριν από 3 χρόνια. ∆εν υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος. Απλά μια μέρα ξαφνικά αποφάσισα πως θέλω να ασχοληθώ με τη φωτογραφία.
Μια πιπεριά φωτογραφημένη από τον Έντουαρντ Γουέστον, της οποίας η φόρμα σε συνδυασμό
με τον τρόπο που φωτίστηκε την έκανε να μοιάζει με ένα σφιχταγκαλιασμένο ζευγάρι - υπέροχη εικόνα - ήταν η αιτία να συνειδητοποιήσω πως η φωτογραφία είναι τέχνη. Η σχέση μου με
τη φωτογραφία είναι όπως κάθε σχέση πάθους, απρόβλεπτη και γοητευτική. Όταν βρίσκομαι
πίσω από τη μηχανή μου μπαίνω σε μια άλλη διάσταση. Οι αισθήσεις μου τεντώνονται και το
μυαλό μου σταματά να σκέφτεται. Αν κάποιος με διακόψει εκείνη τη στιγμή που βρίσκομαι σ’
αυτή τη μαγική διάσταση, τρομάζω και επαναφέρομαι βίαια στην πραγματικότητα. Η φωτογραφική πράξη είναι για μένα σαν διαλογισμός, αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που προτιμώ να
είμαι μόνος μου όταν φωτογραφίζω. Μέσα σε όλη αυτή τη διαδικασία συνδιαλέγομαι με όλα τα
ερεθίσματα που με φλερτάρουν, από τα πιο μικρά και ασήμαντα μέχρι τα πιο μεγάλα και σημαντικά, με στόχο να τα αναδομήσω, να τα κοιτάξω δηλαδή με έναν τρόπο που δεν τα έχει δει
κανείς πριν. Νιώθω τυχερός και μερικές φορές προνομιούχος που αισθάνομαι έτσι. Φωτογραφίζω για να καταλάβω τον κόσμο και για να δώσω απαντήσεις στα πιο καίρια μου ερωτήματα αν
και σε τελική ανάλυση, κάθε απάντηση προβάλλεται σαν μια καινούρια ερώτηση. Eκείνο που
έμαθα μέσα από τη φωτογραφία, είναι να παρατηρώ σφαιρικά μια κατάσταση, να εξετάζω όλες
τις πιθανές γωνίες θέασης ενός θέματος και μετά να επιλέγω.
Ποια στιγμή έχει για μένα φωτογραφικό ενδιαφέρον; ∆υνητικά όλες οι στιγμές κι αυτή η διαπίστωση συχνά με μπερδεύει. Γιατί πια δεν ψάχνω για στιγμές αλλά σκέφτομαι τα θέματα που με
απασχολούν ενώ παράλληλα έχω τα μάτια μου ανοιχτά για κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο. ∆εν ξέρω ακόμα αν αποφάσισα να γίνω φωτογράφος. Απλά νιώθω την ανάγκη να εκφράσω
ό,τι συσσωρεύεται μέσα μου. Η φωτογραφία είναι ένα μέσο έκφρασης για μένα. Με γοήτευσε
και παρασύρθηκα από τη φόρα που απέκτησε το πάθος μου, χωρίς να του αντισταθώ.
στέλιος καλλινίκου
Ζει στην Κύπρο αλλά θα ’θελε να ζήσει στην Ουτρέχτη. Είναι 27 χρόνων και πιστεύει πως η
πραγματικότητα για τον καθένα είναι η εμπειρία που δημιουργείται μέσα από την παρατήρηση.
Στα 17 μου δανείστηκα μια Ζενίτ από μια φίλη, η οποία μόλις εμφάνισα το πρώτο μου φιλμ, αποφάσισε
να μου τη χαρίσει. ∆εν έχω αποφασίσει ακόμα αν θα γίνω φωτογράφος. Απλά μέσα από τη δημιουργία
εικόνας επαναπροβάλλω την οπτική πληροφορία μέσα από την προσωπική μου κριτική ανάλυση. Σαν
ένα οπτικό φίλτρο ως μέσο επικοινωνίας. Πιστεύω πως η γνώση, η επεξήγηση και η παρατήρηση δεν
φτάνουν για να καλύψουν ολοκληρωτικά τα όσα συλλαμβάνει το μάτι. Βλέπουμε μόνο ό,τι παρατηρούμε και η παρατήρησή μας είναι πράξη επιλογής (συνειδητής ή ασυνείδητης). Οτιδήποτε βλέπουμε το
πιστεύουμε και αντιστρόφως ανάλογα, οτιδήποτε πιστεύουμε το βλέπουμε. Συνεπώς για να προσεγγίσουμε νοητικά και οπτικά μια εικόνα οφείλουμε να τοποθετηθούμε σε τέτοια θέση που να έχουμε σύνδεση μαζί της, γιατί είναι αλήθεια πως πάντα όταν κοιτάμε και παρατηρούμε κάτι, το κάνουμε βάσει
της σχέσης μας μαζί του. Στη σημερινή εποχή όπου ο καταιγισμός και η υπερέκθεση σε εικόνες είναι
μεγάλη, ο άνθρωπος πασκίζει να τρέξει ξοπίσω τους και να τις προλάβει και ακριβώς μέσα στο τρέξιμο
αυτό χάνει όλη την κριτική του σκέψη, τη διάθεση για την εξερεύνηση των κρυμμένων νοημάτων και
την αίσθηση της συνειδητότητας, καταλήγοντας να γίνει ένας παθητικός δέκτης χωρίς κριτήριο. Και
εδώ ακριβώς είναι που φαίνεται το μεγαλείο μιας εικόνας, γιατί μέσα από αυτό τον καταιγισμό γίνεται
ένας άμεσος ή έμμεσος επηρεασμός ως προς το τι αντιλαμβανόμαστε και πώς. «Η πανταχού παρουσία
των φωτογραφιών, επιδρά στην ηθική μας συνείδηση», όπως εύστοχα το διατύπωσε η Susan Sontag.
Ο καλλιτέχνης προσπαθεί να ταυτοποιήσει τη φωτογραφία, γνωρίζοντας πως όση σπουδαιότητα
έχουν τα όσα επιλέγει να παρουσιάσει, άλλη τόση έχουν κι αυτά που επιλέγει να αφήσει απ’ έξω. ∆εν
επαναπροσδιορίζει μέσα στη φωτογραφία τα όσα περιβάλλουν την καθημερινή εμπειρία αλλά αντιθέτως αφήνει απ’ έξω οποιοδήποτε στοιχείο θέτει φραγμό και όρια. Μ’ αυτό τον τρόπο καταφέρνει να
προβάλλει τις πιθανότητες ελέγχου της ίδιας της αντίληψης για την πραγματικότητα που είναι μεν
υπαρκτές αλλά κάπου κρυμμένες…Οπότε ο φωτογράφος δεν κινεί τα νήματα για να δημιουργήσει
κάτι αληθινά ζωντανό, αλλά προβάλλει αυτό που ήδη υπάρχει.
Για μένα η στιγμή που έχει φωτογραφικό ενδιαφέρον είναι εκείνη στην οποία μέσα από την παρατήρηση αντιλαμβάνομαι σχέσεις ή αντιφάσεις μεταξύ φαινομενικά μακρινών καταστάσεων ή νοημάτων.
γιώργος ιωάννου
Είναι μόνο 21 χρόνων. Ζει στη Θεσσαλονίκη. Και η πραγματικότητα μέσα από το φακό της είναι αλλιώτικη…
ελπίδα αβραμέλη
Η ενασχόλησή μου με τη φωτογραφία ξεκίνησε τυχαία. Η αρχή
έγινε στα τέλη της Β’ λυκείου, όπου έβγαλα την πρώτη μου «κλισέ» φωτογραφία: φιγούρες δύο ανθρώπων καθισμένων σε ένα
παγκάκι μπροστά σε μια γαλάζια λίμνη. Μετά από αυτό θέλησα
να συνεχίσω να φωτογραφίζω, χωρίς να έχω σκεφτεί να το κάνω
επάγγελμα. Αυτό προέκυψε αλλά δεν μπορώ να ανακαλέσω το
λόγο που αποφασίστηκε επισήμως. Τελικά αποδείχθηκε ότι
έπραξα σωστά και από εδώ και πέρα πρέπει να συνηθίσω στην
ιδέα ότι όλη μου η ζωή θα περιλαμβάνει ασκήσεις δημιουργικότητας και συνεχές παιχνίδι.
Είναι εκπληκτική, κατά κάποιο τρόπο «μαγική», η ικανότητα μιάς
φωτογραφίας να κάνει τον θεατή της να γελάσει, να κλάψει, να θυμώσει. Φωτογράφος δεν είναι αυτός που κρατά μια φωτογραφική
μηχανή. Φωτογραφία είναι κάτι παραπάνω από το πάτημα ενός
κουμπιού. Είναι η αποτύπωση μιας αλήθειας, μιας προσωπικής
αλήθειας αυτού που θέλει να την «επικοινωνήσει» και να τη μοιραστεί με τον κόσμο γύρω του. Η πρώτη φωτογραφία που κατάφερε να με συγκινήσει ήταν αυτή της Francesca Woodman, στην
οποία η φωτογράφος εμφανίζεται γυμνή, ξαπλωμένη κάτω από
μία ξύλινη πόρτα, έτοιμη να καταρρεύσει και να την πλακώσει.
∆εν πρόκειται για μια εικόνα ιδιαίτερα δημοφιλή όπως εκείνες
των Ray ή Bresson, παρόλα αυτά, η δύναμή της είναι απίστευτη.
∆ημιουργήθηκε από μια κοπέλα μόλις 20 χρόνων, που κατάφερε
μέσω της φωτογραφίας να εκφράσει τους φόβους της για τους
οποίους λίγο αργότερα έδωσε τέλος στη ζωή της. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική μέσα και έξω από το φακό μου. Μέσα
από το φακό βλέπω πρόσωπα όμορφα, που έχουν καταφέρει να
μιλούν με τα μάτια, ανθρώπους που δεν διστάζουν να αφήσουν
ελεύθερο το σώμα τους και ζωντανά τοπία, που αναπνέουν. Φοβάμαι πως όταν φεύγει το κρύσταλλο μπροστά από το μάτι μου,
όλες οι εικόνες γυρνούν στο αρνητικό τους, παράξενες αντιθέσεις που προκαλούν σύγχυση και ασάφειες.
∆εν πιστεύω πως υπάρχει μια συνταγή που να λέει ποια εικόνα
μιλάει στο θεατή της. Εκείνο ωστόσο που παρατηρώ τον τελευταίο καιρό, είναι μια επιθυμία του κόσμου να δει κάτι προκλητικό, κάτι που θα ταράξει την ησυχία του σταθερού, κάτι που θα
ξεφύγει από τους κανόνες και θα ανοίξει το δρόμο για την πιο
απελευθερωμένη έκφραση.
Φωτογραφίζει την επιθυμία μας να γίνουμε ή να μη γίνουμε κάτι άλλο από αυτό που είμαστε.
H στάση μου απέναντι στα πράγματα, τα θέματα που
επιλέγω και το περιεχόμενο των έργων μου συνδέονται πάντοτε με την εγγύτητα και την απουσία της
αγάπης, τις επιθυμίες και τις αντιλήψεις των ανθρώπων. Εδώ παρουσιάζεται έργο από το project με γενικό τίτλο «Εύχομαι».
Αυτό το αίσθημα της επιθυμίας λίγο ή πολύ το βιώνουμε όλοι μας τουλάχιστον μια φορά στη ζωή μας.
Εκφράζει την επιθυμία μας να γίνουμε ή να μη γίνουμε
κάτι άλλο και είναι συνώνυμο του τι είμαστε και από
τι είμαστε φτιαγμένοι. Το βασικό μήνυμα του έργου
αυτού είναι ο αντικατοπτρισμός του πόθου μας πάνω
στο εξωτερικό μας κέλυφος και η ανάγκη να παρουσιάσουμε και να κατανοήσουμε αυτό που θέλουμε να
είμαστε. Οι εκτυπώσεις γίνονται πάνω σε ένα βαρύ και
υπέρογκο χειροποίητο χαρτί που συμβολίζει το μέγεθος και τη σημασία της συγκεκριμένης κατάστασης. Το
αρνητικό της εικόνας μάς κάνει να βλέπουμε τους ανθρώπους ως ακτινογραφίες. Αυτό που δεν φαίνεται στο
ανθρώπινο μάτι γίνεται ορατό μέσω της διαγνωστικής
μεθόδου των ακτίνων Χ.
Εύχομαι να είναι αυτό που είμαι…
μιχάλης παπαμιχαήλ
Είναι 26 χρόνων. Θα ’θελε να ζει στο Βερολίνο. Έγινε φωτογράφος γιατί το…διασκεδάζει.
Aγόρασα την πρώτη μου φωτογραφική μηχανή, από τα
αφορολόγητα του αεροδρομίου σε ένα ταξίδι μου στην
Ελλάδα. Όταν ήμουν μικρός με επηρέαζαν πάρα πολύ οι
φωτογραφίες του National Geographic, ίσως λόγω του αισθήματος φυγής που μου προκαλούσαν. Έγινα φωτογράφος γιατί…το διασκεδάζω. Οι συγκεκριμένες φωτογραφίες που διάλεξα να παρουσιάσω ανήκουν σε μια ενότητα
που φέρει τον τίτλο «My Time is Precious». Λειτουργούν
σαν ένα memento mori. Ο τρόπος που οι εικόνες δημιουργούνται και το ότι χρησιμοποιείται φιλμ αντί ψηφιακό,
είναι σημαντικοί παράγοντες καθώς τα κενά χρόνου μεταξύ του κλικ και της αποτύπωσης αλλάζουν το αποτέλεσμα
(αν θεωρήσουμε ότι η εικόνα που παρουσιάζεται π.χ στο
έντυπο που κρατάς στα χέρια σου είναι όντως το τέλος της
πράξης). «Τέλος χωρίς απόλυτο τέρμα» μπορεί να θεωρηθεί η ίδια η φωτογραφική τέχνη καθώς αμφιταλαντεύεται
μεταξύ της αναπαράστασης μιας πραγματικότητας και
της φαντασίας, με πλοηγό τον ίδιο τον φωτογράφο ή τον
θεατή. «Τέλος χωρίς απόλυτο τέρμα» μπορεί να θεωρηθεί
και η ίδια η ζωή η οποία σε παίρνει από το ένα γεγονός
στο άλλο χωρίς κατάληξη. Έτσι εναπόκειται στον καθένα
να βάζει τις δικές του «τελείες» και να ορίζει τα δικά του
«απόλυτα», τα οποία εν τέλει λειτουργούν και σαν γνώμονες της δικής του πραγματικότητας και ψυχισμού.
Όλες οι εικόνες τραβήχτηκαν με Leica M3.
παναγιώτης μηνά
μενέλαος παπαγιώργης
Ζει στην Κύπρο, είναι 27 χρόνων και ονειρεύεται πως ίσως κάποτε ζήσει σε ένα βουνό πιο ψηλό από τα σύννεφα της λήθης του.
Καλοκαίρι στις Πλάτρες. Σε μια οικογενειακή εκδρομή.
Τότε απέκτησα την πρώτη μου φωτογραφική μηχανή.
Ήταν μια υποβρύχια Kodak μιας χρήσης. Την είδα σε ένα
περίπτερο και την ερωτεύτηκα αμέσως. ∆εν ήταν ωστόσο
εύκολο να πείσω τους γονείς μου να μου την αγοράσουν.
Εκείνοι επέμεναν να μου αγοράσουν, αντ’ αυτής, κάποιο
έδεσμα, αλλά όντας καλοθρεμμένο παιδί, συνειδητοποίησαν νωρίς ότι θα τους ήταν εξίσου ασύμφορο. Έτσι βρέθηκα να ικανοποιώ την παιδική μου λαιμαργία, φωτογραφίζοντας τα πάντα με το καινούριο μου παιχνίδι στα 36 του
κλικ, περιορισμένος σε ένα αυτοκίνητο εν κινήσει. Το αποτέλεσμα δεν θα έλεγα ότι με ενθουσίασε. Ο πατέρας μου,
ωστόσο, μου είπε ότι κατάφερα να φωτογραφίσω εκείνη
την εκδρομή στο βουνό με υποβρύχιο τρόπο, αφού όλες οι
φωτογραφίες ήταν τόσο κουνημένες λες και τραβήχτηκαν
κάτω από συνθήκες τρικυμίας!
Πέρασαν χρόνια από τότε. Κάποια στιγμή έπεσε στα χέρια μου μια φωτογραφία του Andre Kertesz, παρμένη στη
Μονμάρτη το 1927. Ήταν μια φωτογραφία που μετέτρεπε
το βάθος του αστικού χώρου μέσα από τις κατευθυντήριες
γραμμές του, οι οποίες είχαν συγκλίσεις σε συγκεκριμένα σημεία φυγής, σε μια πλεκτάνη. Μια πλεκτάνη, όπου
πάνω στο νήμα της έπαιζαν τα περαστικά βλέμματα δύο
φιγούρων, οι οποίες ένιωθες ότι από στιγμή σε στιγμή θα
διασταύρωναν τις πορείες τους. Ήταν μια ασύλληπτη παράσταση της ομορφιάς που κρύβει η αντίφαση της ζωής.
Η λυρικότητα μέσα από το εφήμερο της στιγμής που ξεδιπλώνει τη μοναξιά ή τον έρωτα, που κρύβεται στο δρόμο
που ακολουθεί ο καθένας μας. Εκείνη η εικόνα, λοιπόν,
με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι ο τρόπος που κοιτάς τα
πράγματα μπορεί και να γίνει τέχνη.
Όταν βρίσκομαι μπροστά σε ένα οπτικό ερέθισμα, μου δημιουργούνται συναισθήματα και σκέψεις. Σκέψεις και ιδέες που θα ’θελα να μοιραστώ, να εκφράσω. Άλλωστε εκεί
βρίσκω το νόημα στο να προσπαθεί κάποιος, να αποκωδικοποιήσει μέσω της λογικής του, κάποιο συναίσθημα. Να
το κάνει δικό του, να το κατακτήσει, ώστε να μπορεί να
το μεταδώσει και σε άλλους. Στην ουσία αυτό είναι που
με παρακινεί να φωτογραφίζω. Θέλω μέσα στην αμελητέα διάρκεια μιας φωτογραφικής πράξης να καταφέρω
να συγκρατήσω ζωντανή μια συναισθηματική σπίθα από
το καμένο φιτίλι του περασμένου χρόνου της. ∆εν είμαι
ο Προμηθέας της φωτογραφίας και ούτε μπορώ ή θέλω
να γίνω. Αυτός που έφερε τη φλόγα έχει ήδη πεθάνει και
πολύ φοβάμαι μαζί του και εκείνη. Απλά εκεί όπου ψάχνω
ή απλά εκεί όπου στέκομαι, ανακαλύπτω ίχνη της, άλλοτε
μέσα μου και άλλοτε γύρω μου και προσπαθώ να τα προσωποποιήσω. Να δώσω στην αποδεκατισμένη φύση των
πραγμάτων, σε σχέση πάντα με την πραγματικότητα τη
δική μας, ένα νέο σώμα.
Είναι 21 χρόνων, ζει στο Λονδίνο και για κείνην όλα άρχισαν με μια ορθογώνια μοβ μηχανή που είχε το Μίκι Μάους στο πλάι.
Απέκτησα την πρώτη μου μηχανή γύρω στα 8 μου, μια μοβ ορθογώνια με τον Μίκι στο πλάι. Πέρασαν χρόνια και ψάξιμο μέχρι να αντιληφθώ ότι η φωτογραφία είναι τέχνη. Κι αυτό έγινε μέσα κυρίως
από τη δουλειά φωτογράφων όπως ο William Eggleston, ο Jeff Wll
και ο Sebastio Salgado. Καθοριστικό ωστόσο στον τρόπο που έβλεπα
τη φωτογραφία ήταν το έργο του Robert Frank, The Americans.
Πιστεύω πως η φωτογραφία προκύπτει και αναφέρεται σε αποσπασματικές πραγματικότητες. Προσωπικά έχω την τάση να ελκύομαι
από στιγμές συναισθηματικής και πολιτικής βίας, εγκατάλειψης και
σύγκρουσης. Αυτές δηλαδή που πολλές φορές προσπερνάμε χωρίς να τους αφιερώνουμε χρόνο και σκέψη. Φωτογραφία είναι μια
ευρεία έννοια, στην οποία ο κάθε φωτογράφος και ο κάθε θεατής
προσδίδει με διαφορετική σημασία. Κατ’ εμένα φωτογραφία είναι
μια ισχυρή δύναμη, η οποία υπάρχει σε διάφορα επίπεδα. Είναι μια
εγκεφαλική δράση επεξεργασίας οπτικών δεδομένων σε συνάρτηση με διάφορους συσχετισμούς όχι απαραίτητα οπτικούς. Η αντίδραση που προκύπτει είναι η επιθυμία αποτύπωσης μιας σύνθεσης.
Ταυτόχρονα είναι μια προσπάθεια του ανθρώπου να υπερνικήσει
την αδυναμία της φύσης του, το χρόνο. Μέσω της φωτογραφίας
μπορούμε να ζήσουμε ετερόχρονες στιγμές συλλογικά ή ατομικά.
Είναι αναπόφευκτα πολιτικό μέσο λόγω της αναπαραγωγικότητας
της (Walter Benjamin) και με αυτό τον τρόπο επιλέγω να την αντιλαμβάνομαι και να την εφαρμόζω.
Ανέκαθεν είχα ξεχωριστή σχέση με τη φωτογραφία και σπουδάζοντας Καλές Τέχνες αντιλήφθηκα τις ατέλειωτες δυνατότητες που
προσφέρει αυτό το μέσο. Παρόλα αυτά δεν δηλώνω φωτογράφος,
στο παρόν τουλάχιστον στάδιο.
καίτη παπαδήμα
Απέκτησε την πρώτη του φωτογραφική στα 17 του. Σήμερα είναι 25 χρόνων και αισθάνεται
πως μέσα από το φακό του ο κόσμος γίνεται μαγικός…
Τελειώνοντας το στρατό σε ηλικία 19 ετών άρχισα να συνειδητοποιώ πως οι ελεγχόμενες και περιορισμένες σκέψεις είχαν φτάσει
στο τέλος τους. Η ανησυχία άρχισε τότε να εκφράζεται δημιουργικά. Ερωτήματα όπως «γιατί αλλάζει το συναίσθημα ανάλογα με την
εικόνα που βλέπω στο dvd» ή «η θάλασσα όντως προκαλεί ηρεμία;»
προέκυπταν ξαφνικά στο μυαλό μου και έψαχνα απαντήσεις. Η μη
αποδοχή γεγονότων σε συνδυασμό με την έλλειψη γνώσεων ήταν
αρκετό για την έναρξη ενός συναισθηματικού πολέμου μέσα μου
κάτω από τον τίτλο «μαγεία Vs πραγματικότητα». Μια διαφορετική
αποκωδικοποίηση με κάποιο τρόπο μπορεί να γίνει τρομακτική,
έτοιμη να καταργήσει την οποιαδήποτε ατμόσφαιρα δημιουργώντας ξαφνικά μιαν άλλη. Ακουλουθώντας την εναλλακτική γραμμή
συναισθημάτων τότε προκύπτει η επανεξέταση του προσωπικού
γούστου η οποία και οδηγεί τελικά στη σωστή διαχείριση των καταστάσεων. Για μένα η εικόνα που μιλά στο θεατή της είναι εκείνη
που ακόμα και όταν ο θεατής παύει να την κοιτά συνεχίζει να του
μιλά λόγω της εξαιρετικής της σημειολογίας.
χρίστος χατζηχρίστου
Είναι 21 χρόνων. Ζει στην Κύπρο και πίσω από το φακό του υπάρχει ό,τι έχει τη δυναμική να
του προκαλέσει μια αντίδραση.
Απέκτησα την πρώτη μου φωτογραφική σε ηλικία οκτώ
χρόνων. Ήταν μια πλαστική μαύρη Kodak, δώρο του πατέρα μου. Η πρώτη φορά ωστόσο που συνειδητοποίησα
πως η φωτογραφία είναι τέχνη είναι όταν είδα τη βραβευμένη με Pullitzer εικόνα του Kevin Carter, το 1994, με
το γύπα και το παιδάκι από το Σουδάν. Ο φωτογράφος
αυτοκτόνησε τρεις μήνες μετά που τράβηξε τη φωτογραφία.
∆εν υπάρχει πραγματικότητα μέσα και έξω από το φακό
μου. Για μένα είναι το ίδιο. Αυτό που βλέπω, χωρίς
επεμβάσεις, χωρίς ωραιοποιήσεις. Το ποια στιγμή έχει
φωτογραφικό ενδιαφέρον δεν εξαρτάται από το τι βλέπεις αλλά όπως είχε πει και ο Elliott Erwitt, το ενδιαφέρον προκύπτει μέσα από την αντίδρασή σου σ’ αυτό που
βλέπεις. Αρκεί να μην είσαι προδιατεθειμένος απέναντί
του. Το θέμα λοιπόν είναι να ’σαι καλός παρατηρητής.
Να νοιάζεσαι για όλα όσα σε περιτριγυρίζουν. Πιστεύω
πως τελικά η εικόνα που μιλά στον θεατή είναι εκείνη
που έχει δυναμική ως προς το αντικείμενό της.
∆εν ξέρω αν έγινα φωτογράφος. ∆εν πήρα συνειδητά
αυτή την απόφαση. Προέκυψε περισσότερο σαν προσωπική μου εξέλιξη, της δουλειάς μου και του τρόπου
με τον οποίο επιλέγω να βλέπω τα πράγματα.
silvio augusto rusmigo
Ζει στο Παρίσι, είναι 28 χρόνων και κρατά στη μνήμη της μόνο ό,τι συγκρατεί με την όρασή της…
Η πρώτη μου φωτογραφική ήταν μια ρώσικη Zenit του πατέρα μου, που «κλάπηκε» από το πατρικό μου και ταξίδεψε
μαζί μου στη φοιτητική Θεσσαλονίκη. Ξεκίνησα να βγάζω
φωτογραφίες για να αρχειοθέτησω τις αναμνήσεις, τα ταξίδια και τις εμπειρίες μου. Σαν οπτικό σημειωματάριο η φωτογραφία σκανδαλίζει και θέτει σε λειτουργία τους συνειρμούς της μνήμης. Μήπως κάπως έτσι δεν λειτουργούν όλα;
Η συνειδητοποίηση της φωτογραφίας ως κάτι περισσότερο
από απλό ενθύμιο νομίζω ήρθε σιγά σιγά παρατηρώντας,
διαβάζοντας και βλέποντας πολλές φωτογραφίες γνωστών
και αγνώστων καλλιτεχνών. Αν πρέπει να ορίσω μία «πρώτη» φωτογραφία που πραγματικά με εξέπληξε με το βάθος
ανάγνωσής της είναι το «Prayer» του Man Ray. Αποφάσισα
να γίνω φωτογράφος γιατί ανέκαθεν με μάγευε η γοητεία
του σκοτεινού θαλάμου. Ξεκίνησα λοιπόν για να ικανοποιήσω αυτό το απωθημένο μου και παρασύρθηκα εν τέλει από
ολόκληρη τη φωτογραφική διαδικασία. Πλέον δεν μπορώ να
παρασκευή παπαδοπούλου
κάνω διαφορετικά…∆εν αγαπώ πολύ τη φωτογραφία δρόμου καθώς είμαι λίγο δειλή στο να φωτογραφίζω άγνωστο
κόσμο, οπότε η «αποφασιστική στιγμή» του Cartier-Bresson
δεν με αγγίζει. Προτιμώ τις «κατασκευασμένες» – αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό τον όρο - φωτογραφίες
που παίζουν με το φως, τη φόρμα, τις γραμμές και τα νοήματα. Την περιπέτεια ανακάλυψης της προέλευσης της φωτογραφίας σαν έργο τέχνης όπως ακριβώς το θέτει ο Heidegger.
Πειραματίζομαι με τις δυνατότητες και τους φωτογραφικούς
κώδικες μελετώντας, αντιγράφοντας, δημιουργώντας πότε
με αφελή ενθουσιασμό πότε με εγωκεντρική απογοήτευση.
Όσο πιο πολύ το σκαλίζω όμως, τόσο πιο πολύ αισθάνομαι
αδύναμη στην έκφραση για τη φωτογραφική, στη δημιουργία
έστω μιας σχετικής φωτογραφικής αλήθειας. Παρόλα αυτά
συνεχίζω με αισιόδοξη διάθεση. Γιατί πιστεύω πως μια εικόνα «ειλικρινής» και «καθαρή» πάντα μπορεί να επικοινωνήσει ένα καλλιτεχνικό μήνυμα στους θεατές της.
Είναι 25 χρόνων, ζει στη Θεσσαλονίκη και για κείνον η πραγματικότητα είναι…blurred
Απέκτησα την πρώτη μου φωτογραφική μηχανή σε ηλικία 7
χρόνων και τα πρώτα βήματα στον τομέα της δημιουργικής
φωτογραφίας ήρθαν χρόνια αργότερα ως αποτέλεσμα της
ενασχόλησής μου με τη μουσική. Έχοντας σκόρπιες εικόνες
από τραγούδια στο μυαλό και επηρεασμένος από το εικαστικό μέρος μουσικών κυκλοφοριών, ξεκίνησα να φωτογραφίζω
προσπαθώντας να δώσω μορφή σε μικρές ιστορίες και συναισθήματα. Η φωτογραφία του Storm Thorgerson στο εξώφυλλο
των Pink Floyd «A momentary lapse of Reason» ήταν από κείνες
που με έκαναν να δω την τέχνη της φωτογραφίας με άλλο μάτι.
Έχοντας μια πρώτη εμπειρία από συμμετοχές σε ομαδικές εκθέσεις και τη δημοσίευση φωτογραφιών σε διάφορα φωτογραφικά website, ξεκίνησα το 2006, σαν project, το προσωπικό μου
blog «19 seconds of spring» το οποίο λίγους μήνες αργότερα
ψηφίστηκε στα πέντε καλύτερα νέα photoblog παγκοσμίως.
Σπούδασα φωτογραφία στο ΙΙΕΚ ΕSP στη Θεσσαλονίκη και η
πιο πρόσφατη φωτογραφική μου δουλειά «Blurred Reality»,
παρουσιάστηκε στα πλαίσια της Photobiennale 2010 το Μάιο
με μουσική επένδυση από τους Vello Leaf.
Ποια στιγμή έχει για μένα φωτογραφικό ενδιαφέρον; Μια στιγμή που απομονώνοντάς την ή σε συνδυασμό με άλλες μπορεί
να συνθέσει μια μικρή (ή μεγάλη) φωτογραφική ιστορία. Φωτογραφίζω για να δίνω μορφή σε κάποια συναισθήματα, αντιλήψεις ή παραστάσεις που έχω μέσα μου. Για μένα η φωτογραφία είναι μια ψευδαίσθηση της πραγματικότητας.
μιχάλης κουλιέρης
συμβαίνει τώρα
«Κι έπειτα μέτρησα πάλι για να δω αν είναι τα
λάθη μου εδώ και δεν έλειπε κανένα». Την έχω
δει καμιά δεκαριά φορές. Στη Σχολή Τυφλών, στο
Κούρειο με background το φεγγάρι να βουτάει
στο θάλασσα, σε live με τη Γαλάνη στο Rex στην
Αθήνα. Αυτή τη φορά όμως, η Ελευθερία στο
Red ήταν διαφορετική. Ήταν «εκεί», μαζί μας.
Πιο προσωπική, πιο αληθινή. Καθόμουν σχεδόν κάτω από τη σκηνή. Τα μάτια της έλαμπαν,
το χαμόγελό της ήταν πλατύ και αληθινό. Όταν
τραγουδούσε, χανόμουν. Μόνο όταν άρχιζαν τα
χειροκροτήματα επανερχόμουν στην πραγματικότητα. Η νύκτα, μόνο και γι’ αυτό το «χάσιμο»,
άξιζε. Ακόμα και τα 45 ευρώ (χωρίς το ποτό).
Κάτι γίνεται με τις κατεχίνες
Γνωστή μάρκα τσαγιού, έβγαλε φέτος μια σειρά
από ροφήματα και φακελάκια όπου περιέχεται
ένα συστατικό που ονομάζεται «κατεχίνες»
(δεν σου θυμίζει «χήνες» το όνομα;) και το οποίο
βοηθά στο χάσιμο βάρους. Οπότε πολύ λογικά –
είναι και καλοκαίρι - έγινε χαμός ανά το παγκύπριο, το τσάι έγινε ανάρπαστο και εξαφανίστηκε
από τα ράφια των σουπερμάρκετ. Έτσι όταν το
μάτι μου έπεσε τυχαία πάνω σε ένα και μοναδικό
κουτί με φακελάκια στο περίπτερό μου, όρμηξα
και το πήρα χωρίς δεύτερη σκέψη. Σκέφτομαι να
το πουλήσω στο ebay.
Τα κουβαδάκια σου και σ’ άλλη παραλία
∆εν είσαι ο τύπος που έχει το βίτσιο να στοιβάζεται στον Κόννο, βαριέσαι το Fig Tree γιατί το
Σαββατοκύριακο γίνεται λαϊκό προσκύνημα, το
Sunrise is so nineties , το Sirena είναι καλό αλλά
μικρό και το Nissi Beach είναι σαν ένα μεγάλο
ατέλειωτο rave party με μεθυσμένους Άγγλους
(τώρα που το σκέφτομαι, δεν υπάρχει λόγος να
προσθέτω το «μεθυσμένος», δεν τους έχω δει και
ποτέ σε άλλη κατάσταση). Έχεις ανακαλύψει (δεν
λέω, δεν λέω) μια πιο συμμαζεμένη παραλία, ένα
μικρό κολπάκι, που έχει μόνο δέκα ομπρέλες του
δήμου. Πας, απλώνεις την πετσέτα σου, πληρώνεις τον κύριο για την ομπρέλα και απολαμβάνεις την καλοκαιρινή ραστώνη. Ξαφνικά, από
το πουθενά, ξεπετάγονται, αυτοκίνητα, 4Χ4 και
estate. Από μέσα βγαίνουν πολύχρωμές ομπρέλες, παγωνιέρες, κουβαδάκια, φτιαράκια ΚΑΙ
καροτσάκια. Με μωρά μέσα. Κατεβαίνουν μαζικά στην παραλία, σαν διαδήλωση στο Σύνταγμα
και αρχίζουν. Ξεφορτώνουν οι γονείς, στήνουν
αντίσκηνο (αλήθεια), απλώνουν κουβαδάκια παντού, ρίχνουν μωράκια στη θάλασσα και αράζουν
χαλαρά. Κάτι που δεν θα κάνεις εσύ από εκείνο
το λεπτό και μετά. Γιατί θα αρχίσουν να τρέχουν
πάνω κάτω τα παιδάκια με τα κουβαδάκια τους,
θα περνούν από δίπλα σου και θα σου πατάνε το
μαλλί και οι γονείς τους θα στέκονται ΜΠΡΟΣΤΑ σου για να τα ελέγχουν. Προτείνω κάτι. Γιατί
να μη χωρίσουμε τις υπόλοιπες ανά κατηγορίες; Για παράδειγμα «παραλία για παντρεμένους
με παιδάκια κάτω των 3 χρόνων», «παραλία για
Λευκωσιάτες», «παραλία για επίδοξους ολυμπιονίκες» και «παραλία για ανθρώπους που θέλουν
να αράξουν με ένα περιοδικό και φραπέ». Έτσι θα
είμαστε όλοι ευτυχισμένοι.
ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ Θ. ΜΑΣΟΥΡΑ
Τρίτο κανάλι δεξιά
Και ενώ όλος ο κόσμος – κυριολεκτικά - είχε μαζευτεί στις παραλίες του Πρωταρά, αποφασίσαμε, μια παρέα να κάνουμε ένα summer break στο
Άμστερνταμ. Πήραμε τους οδηγούς μας, σημειώσαμε τα must see αξιοθέατα ( από το Red Light
District, τα coffeeshop μέχρι το μουσείο του Van
Gogh) και κλείσαμε ξενοδοχείο από το Ίντερνετ.
Φτάνοντας, πήραμε το τρένο από το αεροδρόμιο
στον κεντρικό σταθμό, ανεβήκαμε στο τραμ με
αριθμό 5, κατεβήκαμε στην Leidseplein, βρήκαμε
το ξενοδοχείο – αφού διασχίσαμε τρία κανάλια
και την ίδια πλατεία δύο φορές - και αρχίσαμε το
περπάτημα.
Αυτή η πόλη δεν είναι σαν τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές. ∆εν έχει τον αστικό χαρακτήρα του Λονδίνου, ούτε το ρομαντισμό του Παρισιού. Είναι
κάτι άλλο που ακόμα δεν κατάφερα να προσδιορίσω. Καταρχάς, το Άμστερνταμ είναι κτισμένο
γύρω από κανάλια. Ο μόνος τρόπος για να μη
χαθείς είναι να έχεις ως σημείον αναφοράς τα
κανάλια. Όχι το όνομά τους, γιατί πραγματικά
δεν ξέρω πώς προφέρουν μια λέξη που έχει 4 συνεχόμενα σύμφωνα στη σειρά. Για να δώσεις ραντεβού λες « είμαι στη γωνία της τάδε οδού και
του τάδε καναλιού».. Επίσης το Άμστερνταμ, είναι ιδανική πόλη να την επισκεφτείς καλοκαίρι.
Την πρώτη μέρα διαπιστώσαμε πως στις 9.30 το
βράδυ δεν είχε ακόμα νυχτώσει και εμείς ήμαστε
ακόμα με τα γυαλιά του ήλιου. Έτσι όταν μπαίναμε στο μπαρ, κατά τις 10, μόλις που άρχιζε
να σουρουπώνει και όταν βγαίναμε κατά τις 3-4
άρχιζε να ανατέλλει. Το να μην υπάρχει σχεδόν
ποτέ σκοτάδι, το βρήκα υπέροχο ως ιδέα.
EXIT & Κοστουμάκι
Αφού το site από το οποίο κατέβαζα ελληνικά
cd, έκλεισε και οι ιδιοκτήτες του βρίσκονται στα
δικαστήρια, αποφάσισα να μπω μετά από πολλούς μήνες σε δισκάδικο και συγκεκριμένα στο
Metropolis της Αθήνας. Τότε ήταν που συνειδητοποίησα πως το να παίρνω στα χέρια μου ένα cd,
να περιεργάζομαι το artwork και να διαβάζω τους
στίχους από το βιβλιαράκι είναι μια διαδικασία
που μου είχε λείψει. Το πρώτο cd που άκουσα,
ήταν ο νέος δίσκος της Monika, το Exit. Το πιο
δύσκολο, μετά από ένα πετυχημένο ντεμπούτο – σ’ αυτή την περίπτωση το Avatar- είναι να
καταφέρεις να βγάλεις ένα καλό δεύτερο δίσκο.
Όταν άκουσα το Exit, τρεις συνεχόμενες φορές
back to back, αποφάσισα ότι η Monika κέρδισε το
στοίχημα. Κι ας έμοιαζαν οι μελωδίες με αυτές
του Avatar. Μου έβγαζαν κάτι μαγικό. Το φετινό
καλοκαίρι από τα ηχεία του αυτοκινήτου μου θα
ακούγεται το «You ’re my brightest sun, you’re my
crystal sea, you’re my loudest rhythm…”.
Το cd όμως που πραγματικά χαίρομαι που αγόρασα, ήταν το «Κοστουμάκι» του Έλληνα The
Boy. Μετά από την πρώτη ακρόαση, διαπίστωσα
πως είχε πολύ καιρό να ακούσω «δύσκολα» τραγούδια. Κάποιοι βιάστηκαν να τον ανακηρύξουν
ως τον Stereo Nova της εποχής μας. Επιφυλάσσομαι. Αυτό το cd πρέπει να ακουστεί πολλές
φορές ακόμα και με προσοχή.
Το εξώφυλλο είναι φωτογραφία του
Χρίστου Χατζηχρίστου
ΥΓ. ΙΟΥΛΙΟΣ 2010
ΚΑΘΕ ΜΗΝΑ, ΜΕ ΤΟΝ
ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
EK∆ΟΤΗΣ-∆ΙΕΥΘΥΝΤΗΣ
ΝΙΚΟΣ ΠΑΤΤΙΧΗΣ
∆ΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ
ΕΛΕΝΗ ΞΕΝΟΥ
ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΚΤΡΙΑ
ΕΛΕΝΑ ΠΑΡΠΑ
ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΕΚ∆ΟΣΗΣ
ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΚΟΡ∆Η
ART DIRECTOR
ΠΟΛΥΣ ΠΕΣΛΙΚΑΣ
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΤΑΠΑΣ
GRAPHIC DESIGNER
ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΙΘΗΛΛΟΣ
ΕΙ∆ΙΚΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΙ
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ
∆ΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΤΤΗΣ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΗΝΑ
ΣΠΥΡΟΣ ΣΤΑΒΕΡΗΣ
ΠΑΝΟΣ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ
ΜΟΝΙΜΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΡΙΛΛΙ∆ΗΣ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΟΥΜΑΖΗΣ
FILEP MOTWARY
ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟ∆ΟΥΛΟΥ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΦΩΤΙΟΥ
ΙΩΑΝΝΑ ΧΡΙΣΤΟ∆ΟΥΛΟΥ
ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΚΑΡΑΒΑΛΗ
ΤΩΝΙΑ ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ
ΜΑΡΙΑ Θ. ΜΑΣΟΥΡΑ
ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
ΠΙΕΡΗΣ ΠΑΝΑΓΗ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ
ΣΤΕΛΛΑ ΑΝ∆ΡΟΝΙΚΟΥ
∆ΙΟΡΘΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ
ΜΑΡΙΑ ΖΕΡΒΟΥ
ΜΑΡΙΑ ΚΑΠΑΤΑΗ
ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ
∆ΙΑΧΩΡΙΣΜΟΙ ΧΡΩΜΑΤΩΝ
ΚΑΙ ΕΚΤΥΠΩΣΗ
PROTEAS PRESS LTD
Σ’αυτό το τεύχος
συνεργάστηκαν δημιουργικά
Λευτέρης Μουμτζής
Γιώργος Μουαΐμης
Άντζελα Λεωνίδου
Ελπίδα Αβραμέλη
Γιώργος Ιωάννου
Μιχάλης Κουλιέρης
Μενέλαος Παπαγιώργης
Μιχάλης Παπαμιχαήλ
Παναγιώτης Μηνά
Καίτη Παπαδήμα
Παρασκευή Παπαδοπούλου
Silvio Rusmigo
Χρίστος Χατζηχρίστου
Αυτό ειδικά το τεύχος
επιμελήθηκε
ο Στέλιος Καλλινίκου
Ηλεκτρονική διεύθυνση
ΥΓ. 30
[email protected]
VII
FASHIONiSSUE* YΓ.ΙΟΥΛΙΟΣ 2010
editorial
Δυστυχώς στις μέρες μας η Μόδα δεν μπορεί να ταξινομηθεί με ακρίβεια, όπως
τον προηγούμενο αιώνα λόγω της πολυφωνίας. Παρόλο που η «σκηνή» σήμερα είναι κάπως χαοτική, κάποιοι καταφέρνουν
να ξεχωρίζουν εφόσον στέκονται έντιμα
απέναντι σ’ αυτά που τους έκαναν αρχικά
διάσημους.
Θα ήταν άγαρμπο να φλυαρώ και να παρουσιάζω μέτρια θέματα προσπαθώντας να
τα ωραιοποιήσω για εσάς τους αναγνώστες
που αγαπάτε και σέβεστε αυτό που καλούμε μόδα.
Έτσι, σ’ αυτό το τεύχος παρουσιάζω ουσιαστικές συνομιλίες, αποφεύγοντας λέξεις που παραμορφώνουν, εξωραΐζουν η
αποκρύβουν. Το 7ο Υστερόγραφο-Fashion
πήρε πολύ περοσσότερο χρόνο από ότι
τα προηγούμενα τεύχη μας με θέμα τη
μόδα. Αρχίζω συνομιλώντας με τον οίκο
Μartin Margiela που με ευγλωττία και
επιδεξιότητα απαντά στις ερωτήσεις μου.
Στη συνέχεια ακολουθούν διθυραμβικά οι
Hannelore Knuts, Boudicca, οι σχεδιαστές Damir Doma και Henrik Vibskov, o
εφευρετικός Charlie Le Mindu, o φωτογράφος Ronald Stoops. Θα διαβάσετε επίσης ένα μικρό αφιέρωμα για το θρυλικό
Festival D’Hyeres από τον αγαπημένο μου
συνεργάτη Matthew Zorpas.
Χ
Filep Motwary / www.filepmotwary.com
20 years of MMM
Συνομιλία μεταξύ
MAISON MARTIN MARGIELA & FILEP MOTWARY.
22 Μαΐου 2010.
Στη διάρκεια των τελευταίων τριών χρόνων που το Υστερόγραφο/Fashion Issue αναπνέει, ένας βασικός στόχος
που θέσαμε ως αμετάβλητο ήταν να συμπεριλάβουμε το Maison Martin Margiela στις σελίδες μας.
Η επιθυμία μας αυτή δεν ήταν εύκολη, όπως αποδείχθηκε επανειλημμένα, καθώς είχα προσπαθήσει πολλές φορές
να επικοινωνήσω μαζί τους. Το μυστήριο γύρω από τον οίκο Μargiela μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο κάθε
φορά εξαιτίας της σιωπής…Αυτό όμως δεν στάθηκε εμπόδιο. Έπρεπε να επιμένω.
Τι είναι πράγματι αυτό που κάνει τον Οίκο Martin Margiela τόσο ενδιαφέρον; Έχει μια σχεδόν μαζοχιστική
συμπεριφορά σε σύγκριση με το πώς δουλεύουν οι άλλοι οίκοι. Έχει εμφανή μια συντακτική, κατά κάποιο τρόπο σειρά, η οποία οδηγεί σ’ ένα ολοκληρωτικά προσωπικό αποτέλεσμα κάθε φορά. Μετά από 20 χρόνια παρουσίας
του, ο οίκος παραμένει μια απόλυτη πηγή έμπνευσης τόσο για τη μόδα, όσο και για την τέχνη και τη λογοτεχνία. Πρόκειται για μια εννοιολογική ετικέτα, η οποία συνεχίζει, χωρίς περιορισμούς είτε από την κοινωνία
και τον κόσμο είτε από την αγορά την ίδια.
Ο ΜΜΜ κερδίζει, συνεχώς, έδαφος καθώς οι συλλογές του αποκαλύπτουν τις τεχνικές και τα ενδιαφέροντα της
ιδεολογίας πίσω από τη δημιουργία τους. Φέροντας διακριτές ραφές, στριφώματα που αποκαλύπτονται, σημάδια
ραφής, εξωτερικές βάτες, οι συλλογές δεν παύουν να εντυπωσιάζουν, να σοκάρουν ή να ενθουσιάζουν.
Ο Martin Margiela γεννήθηκε στο Βέλγιο το 1957. Από την αρχή της καριέρας του, ήταν μέλος των «Έξι» της
Αμβέρσας, της ομάδας που είχε τοποθετήσει το Βέλγιο στο χάρτη της μόδας, καθώς τα μέλη της απαρτίζονταν
από τους Dirk Van Saene, Dirk Bikkembergs, Marina Yee, Dries van Noten, Ann Demeulemeester, και Walter
Van Beirendonck, όλοι τους απόφοιτοι του Royal Academy of Fine Arts της Αμβέρσας.
Το 1984 είχε προσχωρήσει στη σχεδιαστική ομάδα του Jean Paul Gaultier, μια εμπειρία που καθόρισε σε βάθος
την προσωπική του αίσθηση γυρω από τη μόδα. Αφήνοντας τον Gaultier το 1988, ο Margiela λάνσαρε τη δική
του γραμμή, η οποία έγινε γνωστή για τις θεματικά προσανατολισμένες συλλογές της.
Τι να πρωτοθυμηθούμε; Η «Flat Collection» του μετακίνησε τα μανίκια και τις τρύπες για τα χέρια μπροστά,
έτσι ώστε τα ρούχα του να στρώνουν τελείως φλατ όταν δεν φοριούνται. Η «Photoprint Collection» το 1996,
αποτελείτο από κρεπ ενδύματα με τυπωμένες εικόνες γούνινων παλτών και βαριών πουλόβερ. Σε άλλες συλλογές
ενσωμάτωσε σπασμένα πιάτα και μούχλα· ενώ σε μια σειρά του δεν χρησιμοποίησε καθόλου καινούρια σχέδια,
παρά μόνον αγαπημένα κομμάτια από τις προηγούμενες κολεξιόν του, τα οποία έβαψε στο χρώμα του γκρίζου.
Ο Margiela παρουσιάζει τη δουλειά του σε άδεια οικόπεδα και παλιά τραμ που μεταμορφώνονται σε πασαρέλες,
άλλοτε φορεμένα σε μαριονέτες ή κρεμάστρες. Το 1997 ο Margiela είχε προσληφθεί για να σχεδιάσει τη readyto-wear γραμμή του Hermes. Η πρώτη του κολεξιόν απέδειξε ότι ήξερε να χρησιμοποιήσει το χρώμα όταν χρειαζόταν.
Στα τέλη του 2009, ο Martin Margiela έφυγε από τον οίκο που ίδρυσε χωρίς να αφήσει αντικαταστάτη. Έκτοτε,
η αφοσιωμένη ομάδα του ανέλαβε, βάζοντας τέλος στους ψιθύρους για επικείμενη αποτυχία που διένεμε ο Τύπος
ανά τον κόσμο.
Ο οίκος μετονομάστηκε σε MAISON MARTIN MARGIELA και σχεδιάζεται πια από μια ολόκληρη ομάδα, καταφέρνοντας
να σφύζει από ζωή και παλμό χωρίς μια και μοναδική δημιουργική δύναμη να την καθοδηγεί. Το παράδειγμά της
ήδη μελετάται απ’ τους πολλούς ιστορικούς οίκους που προσπαθούν να παραμείνουν στην επιφάνεια του 21ου
αιώνα αλλά και από διάσημα πανεπιστημια.
Μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου, στο Somerset House στο Λονδίνο θα παρουσιάζεται η έκθεση Maison Martin Margiela
«’20», μια ωδή για τα 20 χρόνια μιας δημιουργικής πορείας του οίκου. Ακολούθως της απήχησης που είχαν
πρόσφατες εκθέσεις, όπως η «SHOWstudio: Fashion Revolution» και «Skin and Bones: Parallel Practices in
Fashion and Architecture», αυτή η μοναδική έκθεση εξερευνά την εικαστική και εννοιολογική προσέγγιση του
σχεδιαστή στη μόδα και δίνει συνέχεια στη δέσμευση του Somerset House να παρουσιάζει τα πιο δημιουργικά
ταλέντα όχι μόνο στη μόδα, αλλά στην τέχνη και το design.
Σχεδιασμένη από την ίδια την ομάδα ΜΜΜ σε επιμέλεια του Mode Museum της Αμβέρσας, η έκθεση επανασχεδιάστηκε ειδικά για τους χώρους των Embankment Galleries στο Somerset House, ακολούθως της θετικής ανταπόκρισης που είχε στο MoMu, στην Αμβέρσα και στο Haus der Kunst στο Μόναχο, όπου παρουσιάστηκε πέρυσι.
Ακολουθεί η πρόσφατη συνομιλία που είχαμε ..
20 χρόνια Martin Margiela. Ποιος ήταν ο στόχος του Οίκου, όταν πρωτοξεκίνησε και πώς αυτός άλλαξε σε σχέση με σήμερα;
Βλέπουμε τη δουλειά μας σαν μια πρόταση του να φοράει κανείς αυτό που αισθάνεται την οποιαδήποτε στιγμή.
Πόσο δύσκολο ήταν για μια βελγική γραμμή να σπάσει το κατεστημένο της παριζιάνικης μπουρζουαζίας, δεδομένου ότι η ηρωίδα του Margiela δεν έχει καθόλου μεσοαστικό προφίλ;
Αρχικά, ήταν απλώς ο Martin και η Jenny (Jenny Meirens είναι η συν-ιδρύτρια του ΜΜΜ), οι οποίοι ξεκινούσαν μια εταιρία. Στη συνέχεια, η ομάδα άρχισε να μεγαλώνει καθώς η εταιρία εξελισσόταν. Σήμερα, το Maison
Martin Margiela είναι μια ομάδα που απαρτίζεται από 70 και πλέον δημιουργούς 19 εθνικοτήτων και μιλάμε
μόνο για την έδρα μας στο Παρίσι. Αναρωτιόμαστε αν τελικά μας κάνει αυτό το βέλγικο brand;
Τα τελευταία δέκα χρόνια το προϊόν Martin Margiela εξελίχθηκε σε κάτι περισσότερο από ready-to-wear. Τι
είναι αυτό που ενέπνευσε την ομάδα να προχωρήσει στην κατάκτηση της Yψηλής Pαπτικής, της ανδρικής μόδας
και το σχεδιασμό αντικειμένων;
Αφήνουμε την ερμηνεία της δουλειάς μας στους άλλους. Όσο για την «Yψηλή Pαπτική», πάντα παρουσιάζαμε ως
μέρος της Αrtisanal κολεξιόν μας (line 0) χειροποίητα ενδύματα, για τα οποία ξαναδουλεύουμε/μεταμορφώνουμε vintage και χρησιμοποιημένα ενδύματα από διάφορες εποχές, φτιάχνοντας έτσι τα μοναδικά κομμάτια που
προσφέρουμε στους πελάτες μας ανά τον κόσμο. Αν και δεν μπορούν στα σίγουρα να θεωρηθούν «Yψηλή Pαπτική»
όπως κατανοούμε τον όρο στις μέρες μας, η σειρά Αrtisanal διατηρεί ζωντανές ορισμένες χειροτεχνίες που
χρησιμοποιούνται εδώ και αιώνες και σχετίζονται με την κατασκευή χειροποίητων ρούχων, κάτι που στις μέρες
μας είναι δύσκολο να εφαρμοστεί εξαιτίας των βιομηχανικών μεθόδων που τηρούνται πια στην κατασκευή ενδύματος. Μέσα από τα χρόνια, όλες οι άλλες γραμμές προέκυψαν φυσικά για να συμπληρώσουν τις υφιστάμενες,
καθώς η εταιρία αναπτυσσόταν.
Στα πρώτα χρόνια, η
ετικέτα στα κομμάτια Margiela
ήταν λιγότερο εμφανής απ’ ό,τι είναι σήμερα. Θα μπορούσατε να αναλύσετε τη μετάλλαξη και τη σημασία αυτής της ευδιάκριτης πια υπογραφής σας;
Οι τέσσερις λευκές ραφές εμφανίζονται μόνο στα unlined
ρούχα. Τις είχαμε επινοήσει έτσι ώστε, ρεαλιστικά και
ιδανικά, να προσφέρουμε την επιλογή σ’ αυτούς που
βλέπουν τα ρούχα για πρώτη φορά να αντιδράσουν στη
φόρμα και στην ενέργειά τους και όχι μόνο στην ιδέα
μιας «φίρμας» όπως εκφράζεται μέσα από μια ετικέτα.
Αυτό που ο περισσότερος κόσμος θεωρεί ως δικό μας logo
– δηλαδη τις τέσσερις ραφές στο πίσω μέρος με τη λευκή
μάρκα στο εσωτερικό των ρούχων - είχε κατ’ ακρίβειαν
τον αντίθετο σκοπό: η πρόθεση ήταν να αφαιρείται έτσι
ώστε το ένδυμα να είναι χωρίς καμία ετικέτα!
Δεν έχει αλλάξει καθόλου εκτός απ’ το ότι πριν το tag
ήταν εντελώς λευκό, ενώ σήμερα με την προσθήκη καινούριων γραμμών, έχουμε προσθέσει αριθμούς οι οποίοι
μπαίνουν σε κύκλο ανάλογα με τον αριθμό της γραμμής
στην οποία ανήκει το σύνολο.
Γιατί η ομάδα Margiela, όπως και οι υπάλληλοι στις
μπουτίκ, είναι ντυμένοι στα λευκά;
ΠΑΡΘΕΝΙΚΗ ΙΔΕΑ + ΕΝΟΤΗΤΑ = Η έκφρασή μας ως ομάδα..
Μια αναφορά στον τρόπο εργασίας των ατελιέ/εργαστηρίων του παρελθόντος και του παρόντος, εκείνες οι
«blouse d’essayage» που φοράνε τα μοντέλα μεταξύ προβών στα ατελιέ ραπτικής. Τυχαίο θετικό σημείο: Τρόπος
να αναγνωρίζουμε στα γρήγορα ο ένας τον άλλο ανάμεσα
στο πλήθος ενός fashion show. Προσεγγίζουμε το λευκό
ως έκφραση της ενότητάς μας ως σύνολο και ως απόδειξη
επιλογής, της δυναμικής του να εκφραζόμαστε, είτε μιλώντας για μας είτε γι’ αυτούς που διαλέγουν να φοράνε
τα ρούχα που προτείνουμε.
Ποια είναι η φιλοσοφία μιας ΜΜΜ μπουτίκ;
Να αντιπροσωπεύει όσο το δυνατό καλύτερα το πνεύμα της
δουλειάς και του Οίκου. Θέλουμε τα καταστήματά μας να
χαρακτηρίζονται από μια ατμόσφαιρα οικειότητας, ησυχίας, ενθάρρυνσης, έμπνευσης και ηρεμίας. Θέλουμε αυτοί που επισκέπτονται οποιοδήποτε από τα καταστήματά
μας να αισθάνονται ότι είναι σπίτι τους, όπως και νιώθουμε και εμείς. Αν και όλοι οι χώροι του Maison έχουν
κοινές θεματικές, δεν υπάρχουν ομοιότητες στη φόρμα,
θέμα ή τη μεταξύ τους διακόσμηση. Φροντίζουμε να σεβόμαστε τη μοναδική αρχιτεκτονική και αρχική χρήση
του κάθε κτιρίου. Η ατμόσφαιρα του κάθε καταστήματος,
προσαρμοσμένη και διακοσμημένη από εμάς και βασίζεται
στην πλούσια και εικονο-γραφική χρήση του ασπρόμαυρου
–στα έπιπλα, αντικείμενα, υφάσματα και υφές, παλιές
και νέες - η οποία χαρακτηρίζει το πνεύμα του κτιρίου
του Maison Martin Margiela στο Παρίσι, το οποίο λειτουργούσε κάποτε ως σχολή βιομηχανικού design. Έπιπλα
και αρχιτεκτονικά στοιχεία τα οποία συλλέγουμε από
καταστήματα και σπίτια ανά τον κόσμο μαζεύονται για
να κτίσουν την προσωπικότητα του χώρου.
Τι πέτυχε ο ΜΜΜ στα 20 χρόνια ύπαρξής του;
Εσείς είστε σε καλύτερη θέση ν’ απαντήσετε απ’ ό,τι
εμείς.
Η γραμμή Αrtisanal έχει ανοίξει ένα ολόκληρο καινούριο κεφάλαιο στη μόδα. Ποια ήταν η βασική ιδέα πίσω
απ’ τη δημιουργία της;
Η Line 0 είναι η Συλλογή «Artisanal» για γυναίκες
και άντρες. Από το ξεκίνημά της το 1988, ο ΜΜΜ συλλέγει υφάσματα, αξεσουάρ, χρησιμοποιημένα και κάποτε
καινούρια αντικείμενα ανά την υφήλιο. Το ότι αυτά τα
ρούχα και αντικείμενα αποκτούν μια δεύτερη ζωή, δείχνοντας σεβασμό και διατηρώντας τα σημάδια του χρόνου
και της χρήσης παραμένει μια απ’ τις θεμέλιους λίθους της δημιουργικής έκφρασης του Maison. Κάθε ρούχο
δουλεύεται ξανά εξ ολοκλήρου στο χέρι στο ατελιέ μας
στο Παρίσι. Η περιπλοκότητα και η σταδιακή εξέλιξη
αυτής της δημιουργικής διαδικασίας μεταμόρφωσης είναι
φυσικό να περιορίζει τον αριθμό των ρούχων που παράγονται. Η σπανιότητα των υλικών που χρησιμοποιούνται
εξασφαλίζει τη μοναδικότητα του κάθε ρούχου. Η ετικέτα, με τον αριθμό «0», ράβεται ή σφραγίζεται ξεχωριστά, ανάλογα με το υλικό που χρησιμοποιείται στην
κατασκευή του ενδύματος ή του αξεσουάρ.
Πόσο σημαντικό είναι για τον ΜΜΜ να αισθάνεται συνδεδεμένος με τους πελάτες του, δεδομένου ότι ο Οίκος
ο ίδιος αποτελεί μυστήριο;
Αυτό είναι καίριας σημασίας! Ελπίζουμε να πεισθούν
ότι μπορούν να αισθάνονται «ένα» με το ρούχο τους,
όπως και χαρούμενοι που το φοράνε. Το ότι το ρούχο
μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες και στα συναισθήματα του ατόμου που το φορά είναι πολύ όμορφο πράγμα. Είμαστε πολύ τυχεροί να έχουμε μια μεγάλη ομάδα
ανδρών και γυναικών που φορά τα ρούχα μας. Απ’ τη
δική μας πλευρά, δίνουμε πάντα μεγάλη προσοχή στο να
σχεδιάζουμε για όσο δυνατό περισσότερο κόσμο μπορούμε. Είμαστε πολύ τυχεροί στο ότι τόσο πολλοί άνθρωποι
διαφορετικών ηλικιών, σχημάτων, κοινωνικών ρόλων και
προέλευσης ακολουθούν τη δουλειά μας! Για μας η θηλυκότητα είναι πλατιά έννοια και δεν περιορίζεται μόνο
σ’ έναν τύπο σώματος ή μια μόνο συμπεριφορά. Απ’ το
ξεκίνημά μας, τα ντεφιλέ μας αντικατοπτρίζουν αυτή
την πραγματικότητα, αφού πάντα επιλέγουμε να δείξουμε
τις συλλογές μας φορεμένες από γυναίκες διαφορετικών
ηλικιών και εμπειριών. Αισθανόμαστε τυχεροί που αυτή
η προσέγγιση αντικατοπτρίζεται και απ’ αυτούς που φοράνε τα ρούχα μας.
Σε ποιο βαθμό ο ΜΜΜ συνδέεται με την τέχνη;
Προτιμούμε να μη δίνουμε ερμηνείες στη δουλειά μας.
Το αφήνουμε σε άλλους να το κάνουν και να τοποθετήσουν
αυτό που κάνουμε σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο. Όλοι έχουμε
έργα που αγαπάμε, αν και δυστυχώς, ως ομάδα δεν έχουμε ουσιαστική σχέση με τον κόσμο της τέχνης. Η μόδα
είναι χειροτεχνία - που απαιτεί τεχνογνωσία - και όχι
τέχνη. Κάθε κόσμος μοιράζεται ένα είδος έκφρασης με
δημιουργικότητα αλλά και με αποκλίνουσες διαδικασίες
και υλικά.
Το Παρίσι στο χώρο της μόδας ακτινοβολεί τη δική
του πλατφόρμα. Τι είναι αυτό που κάνει την Πόλη του
Φωτός να εξακολουθεί να είναι τόσο επίκαιρη;
Αυτή τη στιγμή, είναι η εσωστρέφεια που έχει μαζέψει
αυτή η πόλη μέσα στα χρόνια. Είναι ένα είδος εσωστρέφειας που προσελκύει τη δημιουργικότητα και αυτούς
που συνδέονται μαζί της. Εντούτοις, το Παρίσι δεν
διαφέρει ουσιαστικά από οποιαδήποτε άλλη μεγάλη πόλη
με κάποια «προσωπικότητα». Στέκει ως ο εαυτός της,
όπως η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο κ.λπ. Όπως και ακριβώς
συμβαίνει και με μια «ετικέτα», το στίγμα της αντικατοπτρίζει μια πόλη που αγκαλιάζει τη δημιουργική
και προσωπική έκφραση. Αυτοί που θέλουν να κάνουν μια
αρχή στη μόδα τείνουν να δείχνουν πρώτα εδώ τη δουλειά
τους εξαιτίας του μεγάλου αριθμού επαγγελματιών του
είδους, που συγκεντρώνονται σ’ όλη τη διάρκεια του
χρόνου (πάλιν αυτή η εσωστρέφεια)!
Θα ενδιέφερε τον Οίκο να συνδεθεί με κάποιον άλλο,
όπως έχει κάνει στο παρελθόν με τον Hermes;
Αυτό ήταν ένα προσωπικό project του κυρίου Martin
Margiela και όχι του Maison Martin Margiela.
Στις
μέρες μας υπάρχει αυτή η άνθηση της
ψευδοραπτικής, καθότι πολλοί σχεδιαστές αποκτούν αξιοπιστία χωρίς απαραίτητα να την αξίζουν. Πολλά πρόσωπα
έρχονται και φεύγουν στη στιγμή… Τα πάντα κινούνται
τόσο γρήγορα. Τι χρειάζεται ένας Οίκος για να αντέξει
στο χρόνο;
Θάρρος και ένστικτο.
Ποια η διαφορά μεταξύ των αντρών και γυναικών πελατών σας;
Το φύλο!
Έχει περάσει ο ΜΜΜ σχετικές τραγωδίες, όπως είναι η
πρόσφατη παγκόσμια οικονομική κρίση;
Όχι.
Ο ΜΜΜ είναι αποτέλεσμα ομαδικής δουλειάς. Πώς εισέρχονται νέα μέλη στην ομάδα και πόσο δύσκολο είναι για
artisanal
f/w 10/11
ένα μέλος να φύγει από τον Οίκο;
Υποθέτουμε όσο δύσκολο ή εύκολο είναι σε οποιαδήποτε
άλλη ομάδα. Γενικά μιλώντας, εργοδοτούνται πάνω από
70 άτομα στα κεντρικά μας γραφεία στο Παρίσι. Συχνά παρομοιάζουμε τον τρόπο εργασίας με το κτίσιμο
ενός τοίχου: ο καθένας βάζει ένα λιθαράκι και τελικά
ο τοίχος ανοικοδομείται. Όλοι πρέπει να το κάνουν
αυτό, αλλιώς ο τοίχος καταρρέει. Όλοι έχουμε ένα ρόλο
μέσα στην ομάδα, αλλά όλοι έχουμε επίσης και τη δική
μας φωνή… Αυτός είναι κι ένας απ’ τους λόγους που ο
Martin δεν παρουσιάστηκε ποτέ δημοσίως, διότι όπως
όλοι ξέρουμε εάν παρουσιαζόταν, τα φώτα θα ήταν πάνω
του κι ότι χωρίς αυτόν στο επίκεντρο της προσοχής το
μήνυμα θα ήταν διαφορετικό: η δουλειά είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας της ομάδας και όχι ενός ατόμου.
Ποια είναι η πιο πολύτιμη στιγμή στην ιστορία της
μόδας και γιατί;
Πολύ συχνά βρισκόμαστε τόσο κοντά στη δουλειά που
είναι ειλικρινά αδύνατο για μας να προσδιορίζουμε το
«πώς και γιατί» ιδιαίτερα, όπως μας δίδαξε η εμπειρία, να προβλέψουμε «the buttons it will push in
those who are confronted by it». Αυτό ισχύει τόσο
για την αντίδραση που έχει κάποιος μπροστά σ’ ένα απ’
τα ρούχα μας που κρέμονται στο κατάστημα όσο και για
τους επαγγελματίες του χώρου, ίσως ακόμα και κατά τη
διάρκεια μιας επίδειξης μόδας.
Τι σας εμπνέει περισσότερο;
Αντλούμε την έμπνευσή μας από τις ακρότητες και τις
αλλαγές της καθημερινής ζωής. Η δουλειά μας είναι
απλώς μια πρόταση να φοράμε αυτά που μας αρέσει να
δημιουργούμε, μια παρουσίαση του τρόπου με τον οποίο
βλέπουμε τα πράγματα μια δεδομένη στιγμή. Ως ομάδα μοιραζόμαστε όλοι τόσα ενδιαφέροντα και πηγές
έμπνευσης, που δεν θα χωρούσαν σε μια λίστα. Πολύ
συχνά είναι δύσκολο να περιγράψουμε ή να μιλήσουμε ποσοτικά για την έμπνευση. Κάθε μέλος της ομάδας
ψάχνει να εξερευνήσει τα δικά του ερεθίσματα, είτε
πρόκειται για οπτικά ερεθίσματα είτε όχι. Η έμπνευση
και ο διάλογος διαφέρει σε κατεύθυνση και σε σημασία
για τον καθένα.
Ποια η ηθική του ΜΜΜ;
Τέτοιες λέξεις δεν ανήκουν στο λεξιλόγιό μας.
Ο ΜΜΜ υποφέρει από έλλειψη προβολής. Το κάνετε από
ταπεινότητα κι αν όχι,γιατί ο Οίκος κρύβεται στη σκιά
από τα glossies (περιοδικά μόδας);
Αν και ο κόσμος τείνει να πιστεύει ότι δεν επικοινωνούμε, αντίθετα εμείς αισθανόμαστε ότι το κάνουμε.
Αλλά δεν χρησιμοποιούμε κάποια συγκεκριμένη εικόνα
ή σχεδιαστή για να προωθήσουμε τη δουλειά μας. Εάν
ο κόσμος συγκινείται και θέλει να φοράει αυτά που
προτείνουμε, είναι ελεύθεροι να το κάνουν. Το πώς
μοιάζει ο σχεδιαστής δεν έχει τίποτα να κάνει με τη
διαδικασία. Προτιμούμε ο κόσμος να αντιδρά στα ρούχα
μας με βάση το γούστο και το δικό του προσωπικό στιλ
και όχι με βάση την εντύπωση που αποκτά σε σχέση με
το άτομο ή την ομάδα που το έφτιαξε όπως αυτή ερμηνεύεται από τον Τύπο. Σε αντίθεση με τους τραγουδιστές και τους ηθοποιούς δεν χρειαζόμαστε την εικόνα
κάποιου για να εκφράσουμε τη δουλειά μας.
Τι θεωρείτε μοντέρνο;
Πρόκειται για μια κακοποιημένη έννοια που έχασε κάθε
αρχικό της νόημα.
Τι θεωρείτε παλιό;
Τα κεντρικά μας γραφεία.
Πώς θα είναι ο ΜΜΜ στα 30ά του γενέθλια;
Ας ξαναμιλήσουμε το 2018.
Ένα τελευταίο απόφθεγμα σε σχέση με το σεξ.
Το σεξ είναι κάτι καλό.
φωτογραφίες: andreaSpotorno, henryRoy, ronaldStoops, jacquesHabbah, julienOppenheim, αρχείο MMM. thank you Mr cedricEdon.
info: η έκθεση ΜΜΜ «20» στο SomersetHouse του Λονδίνου θα διαρκέσει μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου.
Μια συνομιλία
με την
HANNELORE KNUTS
Πρόσφατα το μουσείο μόδας Hasselt στο Βέλγιο εγκαινίασε μια έκθεση αφιερωμένη στο μοντέλο Hannelore
Knuts, στην οποία η ίδια δεν ήταν μόνο το κύριο θέμα
της έκθεσης αλλά και εκείνη που την επιμελήθηκε αναλαμβάνοντας το ρόλο του curator. Κάτω από τον τίτλο
Ultramegalore, η Knuts μάζεψε τις εμπειρίες της από
το χώρο της μόδας όπου έκανε καριέρα για περισσότερο
από δέκα χρόνια και παρουσίασε, μέσα από τη δική της
οπτική γωνία, στιγμές από τις πιο σημαντικές πασαρέλες
όπου περπάτησε, τα εξώφυλλα που έκανε, καθώς επίσης
και μια αναφορά στις συναντήσεις της με σπουδαίους
δημιουργούς και καλλιτέχνες. Το υπέροχο πρόσωπό μαζί
με το έντονα αθλητικό σώμα της, ένας συνδυασμός που
θυμίζει Annie Lennox και φέρνει κάτι από τη δυναμική
του σούπερ -ήρωα Robocop, ήταν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που την έκαναν ένα από τα πιο περιζήτητα μοντέλα και της χάρισαν συνεργασίες με πρωτοπόρους όπως
Miuccia Prada, Azzedine Alaia, Gaultier, Jean Baptiste
Mondino, Inez&Vinoodh. Το Hasselt εμπιστεύτηκε τη
Hannelore και της παρέδωσε εν λευκώ τα κλειδιά του
μουσείου, παραχωρώντας της τρεις ορόφους για να τους
«γεμίσει» με όλες αυτές τις εμπειρίες και τα γεγονότα
που καθόρισαν τη δεκάχρονη καριέρα της. Φωτογράφοι,
σχεδιαστές, ζωγράφοι, ποιητές, μουσικοί αποτέλεσαν
μέρος της ζωής της και καθόρισαν τις αισθητικές της
αναζητήσεις. Η ίδια τους πρόσφερε την ομορφιά της ως
πηγή έμπνευσης και εκείνοι της το ανταπέδωσαν πλουτίζοντας τη ζωή της με σημαντικές συνεργασίες. Ο επισκέπτης της έκθεσης αισθάνεται λες και γυρνάει τις
σελίδες ενός περιοδικού τέχνης, το οποίο είναι φτιαγμένο με την αισθητική και το όραμα της Hannelore. Η
ίδια ζήτησε από διάφορους δημιουργούς, τόσο από το
Βέλγιο όσο και από άλλες χώρες, να συμμετάσχουν στην
έκθεση. Συνάντησε τον κάθε καλλιτέχνη ξεχωριστά και
μαζί αποφάσισαν τον τρόπο και το έργο συμμετοχής του.
Δεν πρόκειται λοιπόν, απλά για μια αναδρομική έκθεση
της Hannelore. Το Ultramegalore είναι μια έκθεση η
οποία προσκαλεί το θεατή να εισέλθει στον κόσμο της
Knuts και να γνωρίσει ό,τι τη συγκίνησε και ό,τι την
καθόρισε στα χρόνια, από τα πιο μεγάλα γεγονότα μέχρι
και τα πιο ασήμαντα.
Filep Motwary: Σε ευχαριστώ που μου παραχώρησες λίγο
από τον πολύτιμό σου χρόνο γι’αυτή τη συνέντευξη.
Ξέρω πως ήσουν πολύ απασχολημένη τον τελευταίο καιρό.
Πού σε βρίσκω τώρα;
Hannelore Knuts: Μόλις επέστρεψα
πίσω στο Βέλγιο.
Έφυγα για Νέα Υόρκη μια βδομάδα μετά τα εγκαίνια της
έκθεσης επειδή είχα μια δουλειά και τώρα επέστρεψα
πίσω. Όλα ευτυχώς πάνε πολύ καλά.
Όλοι μιλάνε γι’ αυτή την έκθεση.
Χαίρομαι πολύ γιατί τώρα ακόμα περισσότερες κολακευτικές κριτικές βλέπουν το φως της δημοσιότητας, καθώς
επίσης συνεντεύξεις, άρθρα, ακόμα και από περιοδικά
τέχνης. Όλοι εγκωμιάζουν την έκθεση. Έχει γίνει big
hit.
Πες μου λοιπόν, πώς άρχισαν όλα;
Το ModeMuseum στο Hasselt, από όπου κατάγομαι, ήταν
ένα μουσείο που επικεντρωνόταν κυρίως στη σημασία
της Ιστορίας. Κάποια στιγμή ήθελαν να κάνουν κάτι
καινούριο και έτσι, λόγω του ότι κατάγομαι από εκεί,
απευθύνθηκαν σε μένα προτείνοντάς μου να οργανώσω
μια αναδρομική έκθεση αφιερωμένη στα δέκα χρόνια της
καριέρας μου στο χώρο της μόδας. Εγώ, ωστόσο, ήθελα αυτή η έκθεση να γίνει πιο σφαιρική. Δεν ήθελα να
είναι εστιασμένη μόνο σε μένα γιατί είναι πολλοί οι
άνθρωποι οι οποίοι συνέβαλαν καθοριστικά στο ποια είμαι και στο τι έκανα στα χρόνια.
Μου ακούγεται εντελώς φυσικό αυτό που σου πρότειναν,
για να είμαι ειλικρινής.
Μα φυσικά. Πραγματικά είχα κατενθουσιαστεί με την
πρόταση
του Hasselt Museum. Είναι λες και κάποιος
μου έδινε τη δυνατότητα να φτιάξω το δικό μου τρισδιάστατο περιοδικό, δείχνοντας σε όλους ποια είμαι, τι
μου αρέσει και τι εκπληκτική δουλειά κάνουν οι φίλοι
μου…
Υποθέτω ότι δεν πρέπει να ήταν εύκολη υπόθεση η υλοποίηση αυτής της έκθεσης, δεδομένου ότι δέκα χρόνια
καριέρας ισοδυναμούν με πάρα πολλά ρούχα και ένα μεγάλο αριθμό διάσημων φωτογράφων.
Ήταν πράγματι πολύ δύσκολο γιατί εν μέρει χρειάστηκε να γίνω πολύ σκληρή στη διαλογή και ένα μεγάλο
κομμάτι δουλειάς αφαιρέθηκε στην προσπάθειά μου να
δώσω ίσως μια πιο σαφή κατεύθυνση. Αρχικά έκανα μια
πρώτη επιλογή
η οποία στην πορεία έπρεπε να γίνει
ακόμη πιο αυστηρή. Υπήρξαν επίσης δυσκολίες σε ό,τι
αφορούσε την ανταπόκριση των εταιριών ως προς το
να μου διαθέσουν κάποια ρούχα. Δεν υπήρχαν πχ όλα τα
φορέματα διαθέσιμα. Προβλήματα αντιμετώπισα επίσης με
τη μεταφορά κάποιων έργων τέχνης, γιατί μερικά έπρεπε
να έρθουν από πολύ μακριά, όπως πχ το Λος Άντζελες.
Κι αυτό μεταφραζόταν σε χρήματα τα οποία δεν τα είχαμε
υπολογίσει εκ των προτέρων. Ομολογώ πως δεν μου πέρασε από το μυαλό το πρόβλημα του budget. Δεν είμαι
πολύ καλή με τους οικονομικούς διαχειρισμούς.
Ούτε κι εγώ, είμαι χάλια…
Είχα την πεποίθηση πως ό,τι θέλω, μπορώ να το έχω.
Αλλά, δυστυχώς, η πραγματικότητα σε διαψεύδει κάποιες φορές. Τέτοια προβλήματα ωστόσο σε αναγκάζουν
να προσαρμόσεις τις αποφάσεις σου και να γίνεις πιο
ευέλικτος, πράγμα που στο τέλος της ημέρας είναι προς
όφελός σου. Γιατί ξαφνικά ανακαλύπτεις μέσα από τις
δυσκολίες, έναν τρόπο να χτίσεις διαφορετικά το όραμά
σου και βρίσκεις έναν άλλο δρόμο για να εξελιχθείς.
Πώς ανταποκρίθηκαν οι σχεδιαστές μόδας;
Πάρα
πολύ θετικά, παρόλο που υπήρξαν περιπτώσεις
όπου δεν μπορούσα να πάρω εκείνο το οποίο είχα αρχικά προγραμματίσει. Για παράδειγμα ο οίκος Chanel μου
είχε ζητήσει να τους παρουσιάσω το concept της έκθεσης και να τους εξηγήσω με ακρίβεια το τι ήθελα να παρουσιάσω. Αυτό δεν ήταν δυνατόν να γίνει, γιατί ήταν
ακόμα πολύ νωρίς για να έχω ολοκληρωμένο στο μυαλό
μου το περιεχόμενο της έκθεσης. Έτσι δεν μπορούσα να
ανταποκριθώ στο αίτημά τους παρά μόνο δύο μήνες πριν
τα εγκαίνια.
Ομολογώ πως με ξαφνιάζει κάπως το αίτημά τους αυτό.
Είσαι ένα άτομο καθιερωμένο στο χώρο και νομίζω,
δικαιούσαι μετά από τόσα χρόνια να σε εμπιστεύονται
χωρίς καν δεύτερη σκέψη.
Η Chanel είναι ένας οίκος με ισχυρή ταυτότητα και ουσιαστική παράδοση κι αυτό πρέπει να το σεβαστεί κανείς. Μια βδομάδα πριν από τα εγκαίνια επικοινώνησαν
μαζί μου, υποθέτω είχαν συνειδητοποιήσει πως επρόκειτο για κάτι σημαντικό, έτσι μου έστειλαν ένα μεγάλο
μπουκάλι με άρωμα για να το συμπεριλάβω στην έκθεση.
Ήταν ήδη πολύ αργά για να μου στείλουν ρούχα αλλά αυτό
που μετράει για μένα, ήταν η προθυμία τους εν τέλει να
με υποστηρίξουν. Θα έλεγα λοιπόν, ότι όλοι τους ήταν
πάρα πολύ εξυπηρετικοί και πρόθυμοι. Η Miuccia Prada
ας πούμε…
…Με την οποία δούλεψες πάρα πολλές φορές και οι καμπάνιες που κάνατε μαζί, θα έλεγα πως αποτελούν πια
σημείο αναφοράς της σύγχρονης μόδας.
Σε ευχαριστώ…
Πώς ένιωσες αλήθεια όταν πια είχε ολοκληρωθεί η όλη
διαδικασία της έκθεσης;
Ένιωσα πραγματικά μια απίστευτη ηρεμία και αρμονία.
Δεν ήταν δύσκολο για σένα να αποστασιοποιηθείς ώστε
να μπορέσεις να τη δεις μέσα από τα μάτια του θεατή;
Όταν κοιτάζω τις φωτογραφίες που εκτίθενται στο μου-
hanneloreKnuts/ 60 χρόνια christianDior. φωτογραφία: aliMahdavi
σείο, δεν βλέπω τον εαυτό μου. Βλέπω συνολικά
τη φωτογραφία και πόσο αυτή εναρμονίζεται, για
παράδειγμα, με ένα γλυπτό το οποίο έχω επιλέξει
για να αποτελεί μέρος της έκθεσης. Είναι ακριβώς
όπως όταν δουλεύω. Ποτέ δεν εστιάζω στο πρόσωπό
μου. Με ενδιαφέρει το συνολικό αποτέλεσμα. Αυτή
η έκθεση δεν αφορά μόνο εμένα, αφορά κυρίως
το ταλέντο
των ανθρώπων με τους οποίους έχω
συνεργαστεί στην καριέρα μου. Το πρώτο πράγμα
που βλέπει κανείς μόλις μπαίνει στο μουσείο,
είναι έναν ολόκληρο τοίχο καλυμμένο με φωτογραφίες του εαυτού μου. Η πρώτη αντίδραση, ακόμα
και των φίλων μου, ήταν πως χρειάζεται μεγάλα
κότσια για να εκθέσω τον εαυτό μου, τόσες πολλές φορές πάνω στον ίδιο τοίχο. Όταν όμως είδαν
ολοκληρωμένη την έκθεση, η αντίδρασή τους πια
ήταν τελείως διαφορετική. «Παρότι βρίσκεσαι παντού, ωστόσο δεν νιώσαμε ότι κοιτούσαμε εσένα»,
μου είπαν. Και αυτό ακριβώς με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι ο στόχος μου σαν curator είχε
επιτευχθεί.
Πώς είναι αλήθεια να κοιτάς τον εαυτό σου να
μεγαλώνει και από κορίτσι να γίνεσαι γυναίκα κι
αυτό να αποτυπώνεται μέσα από τις δημιουργίες τόσων σπουδαίων καλλιτεχνών όπως φωτογράφων,
μακιγιέρ, hairstylist κ.τλ.
Είναι αλήθεια πως διακρίνω αυτή την αλλαγή στα
χρόνια. Κοιτάω μια φωτογραφία που τραβήχτηκε
πριν δέκα χρόνια και παρόλο που μπορεί να με
έχουν μεταμορφώσει με το μακιγιάζ ή με τα ρούχα
που φοράω σε μια δυναμική γυναίκα, ωστόσο εγώ
εξακολουθώ να διακρίνω το κοριτσάκι που είμαι,
το φόβο που διακρίνει κανείς μέσα στα μάτια μου
και το πόσο άβολα ένιωθα όταν πρωτάρχισα να δουλεύω σαν μοντέλο.
Σήμερα, αναμφισβήτητα αισθάνομαι ότι είμαι πιο
πειστική. Έχω εξελιχθεί σαν μοντέλο και δουλεύω πολύ καλύτερα από ό,τι πριν, παρόλο που
υπάρχουν στιγμές που ακόμα εξακολουθώ να μαθαίνω πράγματα… Είναι πάντως πολύ ενδιαφέρον
να βλέπω πώς η δύναμη της φωτογραφίας και το
ταλέντο όλων αυτών με τους οποίους έχω συνεργαστεί, με έχουν διαμορφώσει αλήθεια. Κι αυτό
είναι ακόμα μια σημαντική παράμετρος της έκθεσης Ultramegalore.
Τι έχεις μάθει όλα αυτά τα χρόνια μέσα από τη
δουλειά σου;
Πάρα
πολλά πράγματα. Η σχέση μου με τη μόδα
ήταν πάντα μια σχέση αγάπης και μίσους.
Υποθέτω γι’ αυτό απείχες κατά διαστήματα και
στην πορεία γινόσουν όλο και πιο
επιλεκτική
στις δουλειές που αναλάμβανες.
Στις
επιλογές μου έπαιζε πάντα καθοριστικό
ρόλο και ο ατζέντης μου και είμαι τυχερή που
είχα έναν τόσο καλό επαγγελματία να διαχειρίζεται τις δουλειές μου. Από την αρχή ήταν ξεκάθαρο πως δεν θέλω ποτέ να φτάσω σε σημείο υπερέκθεσης ώστε να κάψω τον εαυτό μου και επίσης
από την αρχή ήταν για μένα ξεκάθαρο πως ήθελα
να διαχωρίσω την προσωπική από την επαγγελματική μου ζωή. Αυτό το σεβάστηκε ο ατζέντης μου
με αποτέλεσμα να έχουμε πάντα μια πολύ καλή και
ουσιαστική επικοινωνία. Μου αρέσει επίσης να
συνεργάζομαι με νέους φωτογράφους και να δοκιμάζω καινούριες ιδέες. Νιώθω μια ιδιαίτερη ταύτιση μαζί τους, ίσως γιατί κι εγώ υπήρξα κάποτε
φοιτήτρια φωτογραφίας και κατανοώ την ανάγκη
να ανακαλύπτεις κάτι νέο με κάποιον όχι τόσο
έμπειρο.
Τι σου έχει διδάξει ο χώρος της μόδας;
Με έκανε πολύ πιο δυνατή και ανεξάρτητη. Ακόμα
και τις φορές που έκλαιγα μόνη μου, σήμερα τις
μετρώ σαν κέρδος.
Υπήρξαν τέτοιες στιγμές;
Και βέβαια υπήρξαν. Όταν είσαι μόνη, ταξιδεύεις
συνέχεια, είσαι κουρασμένη, σου λείπει το σπίτι
σου, αλλά πρέπει να αντέξεις γιατί εσύ επέλεξες να κάνεις αυτή τη δουλειά και τότε είναι
κάπως δύσκολο. Πρόκειται για έναν κόσμο σκληρό
και παρότι δεν πρέπει να το παίρνεις προσωπικά,
ωστόσο κάποιες στιγμές είναι αναπόφευκτο.
Από την άλλη υπήρξες τυχερή γιατί άρχισες την
καριέρα σου με συνεργασίες που κάθε μοντέλο θα
ονειρευόταν.
Ναι, αλλά το να σε λατρεύουν ή το να είσαι στο
εξώφυλλο ενός περιοδικού, δεν σου εξασφαλίζει
πάντα και την καλή σου ψυχική διάθεση. Λατρεύω
τη δουλειά μου αλλά υπήρξαν και πολλά πρωινά που
ξύπνησα και είδα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και
ένιωσα άσχημη. Έχω δικαίωμα να αισθάνομαι και
έτσι…Και ξέρεις, υπήρχαν και άτομα στα οποία
δεν άρεσα…Οι ανασφάλειες υπάρχουν και είναι ανθρώπινο να υπάρχουν.
Η ζωή σου μου θυμίζει τη ζωή ενός άλλου ειδώλου
της δεκαετίας του ’60: Της Veruschka. Μετά που
τέλειωσε την καριέρα της σαν μοντέλο, ασχολήθηκε με την τέχνη.
Το να έχεις υπάρξει μοντέλο, δεν σημαίνει ότι
αυτό σταματά την εσωτερική σου αναζήτηση προς
άλλες κατευθύνσεις. Είναι φυσικό ένα μοντέλο
να ψάξει κάποια στιγμή και για μια άλλη ταυτότητα. Πολλά κορίτσια μπαίνουν στο χώρο σε πολύ
νεαρή ηλικία, οπόταν είναι φυσιολογικό κάποια
στιγμή να θέλουν να ψάξουν ξανά για το ποιες
πραγματικά είναι και το τι θέλουν να κάνουν στη
ζωή τους.
Είσαι ένα άτομο με πολύ απλές συνήθειες, εκτός
δουλειάς.
Ξέρεις ότι ο κόσμος δεν με αναγνωρίζει όταν
περπατώ στο δρόμο; Ίσως στο Βέλγιο όπου είναι και
η χώρα καταγωγής μου, να είμαι πιο αναγνωρίσιμη
γιατί εδώ είμαι ένα είδος celebrity. Πραγματικά
όμως θέλω να κρατώ τον εαυτό μου μακριά από τα
φώτα της δημοσιότητας. Δεν αισθάνομαι ότι είμαι
ξεχωριστή ούτε και ότι έχω κάτι περισσότερο από
ό,τι ο υπόλοιπος κόσμος. Η οικογένειά μου έχει
μια φυσιολογική ζωή και πάντα προσπαθώ να σέβομαι τους ανθρώπους που είναι γύρω μου. Θα ήταν
πολύ γελοίο να συμπεριφέρομαι σαν ντίβα.
Ποιο είναι το μότο σου;
Ποτέ μην κάνεις στους άλλους αυτό που δεν θα
ήθελες να σου κάνουν
Είσαι… τόσο Σκορπιός (γέλια).
Ναι, ναι. Και επίσης για μένα είναι σημαντικό
να είσαι πάντα ο εαυτός σου, να είσαι αληθινός
απέναντι στους άλλους. Αν κάτι δεν σου αρέσει,
να ψάχνεις το γιατί και όταν θέλεις κάτι πάρα
πολύ, να δουλέψεις σκληρά για να το πετύχεις
χωρίς να κολλάς σε ανοησίες.
Εδώ και ώρα θέλω να σε ρωτήσω… Ποια είναι αλήθεια η σχέση σου με τον Haider Ackermann;
Είμαστε πάρα πολύ καλοί φίλοι. Είχα δουλέψει
μαζί του αλλά αναγκαστικά έπρεπε να σταματήσω
γιατί ήθελα να πάω Νέα Υόρκη και εκείνος είναι
στην Ευρώπη.
Hannelore, σε ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή τη συνομιλία
Κι εγώ σε ευχαριστώ.
A. juergenTeller, B. timPeters, C. inezVanLamsweerde & vinoodhMatadin, D. aliMahdavi, E. jeanBaptisteMondino
A.
B.
D.
C.
B.
B.
E.
B.
D.
Μια συνομιλία
με τον
CHARLIE LE MINDU
Συνάντησα τον Charlie Le Mindu κατά τη διάρκεια του ART
ATHINA πριν από λίγες μέρες σε ένα κοινό project του με
το περιοδικό Dapper Dan, το Ίδρυμα ATOPOS και τον Βασίλη
Ζηδιανάκη.
Ο μικρόσωμος Γάλλος hair designer και σχεδιαστής καπέλων, ο οποίος έχει τη βάση του πια στο Λονδίνο, κατάφερε
να γίνει γνωστός αν το παγκόσμιο σε πολύ λίγο χρόνο.
Όμως το αξίζει.
Μετά τις σπουδές του στο French Hair Academy, ο Le Mindu
έγινε γνωστός ως «Resident Hairdresser» στα βερολινέζικα νυχτερινά κλαμπ White Trash, Rio Club και Barbie
Deinhoff, όπου παρουσίαζε μια σειρά από «Live Cuts». Σήμερα το σαλόν του Le Mindu λειτουργεί στο σπίτι του στο
Ανατολικό Λονδίνο και η συχνή πελατεία του περιλαμβάνει σταρ όπως η Lady Gaga, η Carrie Mundane και η Jodie
Harsh. Συχνός συνεργάτης της Vogue Russia, της Elle και
της γαλλικής Vogue, ο Le Mindu λάνσαρε την πρώτη του
συλλογή περούκων το Φεβρουάριο του 2009.
Θεωρείται ένα απ’ τα σημαντικότερα ταλέντα του Λονδίνου,
ένας πραγματικά δημιουργικός νέος που εύκολα μπορεί να
παραλληλιστεί με ονόματα όπως αυτό του Gareth Pugh…
Filep Motwary: Charlie δεν είσαι καν 25 χρόνων. Παρόλα
αυτά κατάφερες ν’ αποδείξεις ότι χρειάζεται κάτι περισσότερο από ταλέντο για να καθιερωθεί κανείς στο χώρο
του. Πώς αντιμετωπίζεις την καριέρα σου που έχει απογειωθεί, όπως και το διεθνές ενδιαφέρον για σένα;
Charlie Le Mindu: Είμαι μόνον 23 και στη δουλειά μου δεν
ικανοποιούμαι ποτέ. Πάντα επιδιώκω να κάνω περισσότερα.
Για μένα είναι αδύνατο να παραδεχτώ ότι η καριέρα μου
βρίσκεται στο απόγειό της και θέλω να συνεχίσω να δουλεύω όπως και πριν.
Λατρεύω αυτό που κάνω, αλλά δεν μπορώ να περιοριστώ σ’
ένα μόνο πράγμα. Το «make over» show μου πρόκειται να
παιχτεί τον Ιούνιο στη γαλλική διαδικτυακή Konbini TV,
με τίτλο «Charlie’s treatment». Ήταν κάτι που πραγματικά
απόλαυσα. Δεν καταλαβαίνω τους ανθρώπους που αφιερώνονται σε μια μόνο δουλειά.
Έχεις προ-σχεδιάσει τη ζωή σου;
Μακάρι να μπορούσα. Σε δέκα χρόνια θα είμαι σε ένα νησί
ίσως, παρέα με 50 κουτάβια.. Ειλικρινά τώρα, δεν μπορώ
με τα προγράμματα γιατί δεν ξέρω πότε μένω Βερολίνο και
πότε γυρνάω Λονδίνο. Δεν ξέρω ποτέ τι θα μου φέρει η
αυριανή μέρα.
Πόσο δύσκολο ήταν για σένα απ’ τη μια μέρα στην άλλη να
βρεθείς από κομμωτής, δημιουργός των περούκων της Lady
Gaga, Peaches ή ακόμα για τους μυθικούς B52;
Ήταν πολύ εύκολο γιατί ποτέ δεν αγχώνομαι! Εκτός όταν
πρέπει να μπω σε αεροπλάνο που τα φοβάμαι τόσο πολύ!
Πάλιν όμως δουλεύω απ’ το σπίτι και βλέπω πελάτες στη
διάρκεια της μέρας. Το βράδυ μετατρέπομαι σε σχεδιαστή.
Μοιάζει με την ιεροτελεστία μιας drag queen αν και η ζωή
μου απέχει πολύ από κάτι τόσο φτηνό. Νιώθω πιο διασκεδαστικός και δημιουργικός απ’ αυτούς!
Πάντα δουλεύεις με αληθινά μαλλιά. Γιατί δεν χρησιμοποιείς συνθετικά;
Απεχθάνομαι οτιδήποτε ψεύτικο! Αγαπώ τις αληθινές γούνες και τα αληθινά μαλλιά! Αν και λατρεύω τους ανθρώπους
που έκαναν πλαστικές εγχειρήσεις και μισώ τις «ψεύτικες»
συμπεριφορές.
Στην ιστοσελίδα σου υπάρχει ένας τιμοκατάλογος των υπηρεσιών που προσφέρεις σε ιδιώτες πελάτες. Κάποιος θα
πίστευε ότι θα σταματούσες με αυτή την ιεροτελεστία και
θα συγκεντρωνόσουν στις συλλογές σου.
Κατ’ ακρίβειαν έχω σταματήσει εδώ κι ένα χρόνο. Κάποιος
πρέπει να ενημερώσει αυτό το site! (γέλια)
Για ποιο λόγο επισκέπτεσαι την Αθήνα;
Ο Βασίλης Ζηδιανάκης, ο ιδρυτής του Atopos, με προσκάλεσε να κάνω μια παρέμβαση στο εκπληκτικό art fair που
διοργανώνει ως κομμάτι του ART ATHINA. Επίσης, είμαι εδώ
για τα αγόρια! Αυτός είναι ο πραγματικός λόγος! ΠΡΟΣΕΧΕ! (γελάει) Λατρεύω τα ελληνικά ονόματα - με κάνουν να
σκέφτομαι κόμικς, όπως ο Asterix!
Ήρθες ποτέ ξανά στην Ελλάδα;
Όχι δεν είχα λόγο να το κάνω, αλλά είμαι τόσο ενθουσιασμένος. Έχω βαρεθεί τη θλίψη του Λονδίνου!
Charlie, τι σημαίνει ταλέντο για σένα;
Το έχει αυτός που δεν αντιγράφει τις ιδέες άλλων. Αυτό
για μένα είναι μοναδικό.
Πώς το ταλέντο γίνεται πραγματική αναγκαιότητα και αξία
για τη βιομηχανία;
Εξαρτάται από το πώς ξεκινάς, πόσο δημιουργικός είσαι και
πώς δείχνεις αυτό που μπορείς να κάνεις. Πρέπει επίσης να
κάνεις πράγματα ακόμα κι όταν δεν θέλεις. Ο κανόνας είναι
να είσαι όσο πιο δημιουργικός γίνεται. Δεν μου αρέσει να
πηγαίνω σε εκθέσεις ή σε ντεφιλέ και να βλέπω πράγματα
που μπορώ να αγοράσω. Αναμένω να δω κάτι στο οποίο δεν
έχω πρόσβαση, κάτι που μπορεί να κάνει τη διαφορά.
Πόσο τοις εκατό ικανοποιημένος είσαι;
Κατά 23% όπως και η ηλικία μου!
Τι είναι το σημαντικότερο πράγμα που έχει πετύχει η ετικέτα Charlie Le Mindu;
Ακόμα είναι η αρχή και προβλέπω θα μεγαλώσει! Στα σίγουρα θα πετύχω πολλά πράγματα την επόμενη σεζόν! Μοιάζει
να μην έχω τίποτα στα χέρια μου, αλλά υπάρχουν πολλά
project σε εξέλιξη και ευελπιστώ ότι θα λειτουργήσει θετικά. Στα σίγουρα πολύς κόσμος θα λατρέψει τις επόμενες
δουλειές μου!
Την ίδια στιγμή είσαι καλλιτέχνης και δεν είσαι. Ποια
είναι η κόκκινη γραμμή που ξεχωρίζει τη δουλειά σου από
την τέχνη;
Δεν ξέρω. Δεν αισθάνομαι σχεδιαστής αφού νιώθω καλύτερα
δίπλα σε δημιουργικούς ανθρώπους παρά σε ανθρώπους της
μόδας!
Η δουλειά σου είναι αρκετά extravagant. Είναι ένα ποίημα
γλυπτικής κάθε σεζόν. Τι χρειάζεται μια συλλογή για να
υλοποιηθεί;
Χρειάζεται χρόνο, αλλά είμαι αρκετά τυχερός που δουλεύω
με μια καλή ομάδα! Βασικός μου βοηθός είναι ο Rich ο
οποίος είναι καταπληκτικός και οι υπόλοιποι είναι απλά
υπάλληλοι. Απαιτούνται δυο βδομάδες για μια περούκα και
πέντε για τα σύνολα. Για την επόμενη συλλογή έχω κάνει
πολλές τρέλες με τα μαλλιά!
Ποιες μέθοδοι καθορίζουν τη δουλειά σου;
Δεν ακολουθώ ηθικούς κανόνες.
Ποιο είναι το σημαντικότερο πράγμα στη μόδα αυτή τη
στιγμή;
Οι νέες γενιές! Πιστεύω επίσης η επιρροή του σεξ. Κοίτα
όλα αυτά τα κορίτσια που προσπαθούν απεγνωσμένα να μοιάζουν με πόρνες αλλά δεν μπορούν! Όπως είπε η Dolly Parton
κάποτε, «κοστίζει πολύ να μοιάζεις τόσο φτηνή!».
Γιατί είναι τόσο σύγχρονο το Λονδίνο σε σύγκριση με το
Παρίσι;
Επειδή οι Γάλλοι μένουν πίσω και είναι τόσο συντηρητικοί. Υπάρχει όμως μια μόνο εξαίρεση κι αυτή είναι ο κ.
Jean Paul Gaultier. Οι υπόλοιποι «γαλλικοί οίκοι» διοικούνται από ξένους, όπως Ιταλούς ή Γερμανούς και έτσι τα
προϊόντα τους έχουν μια ιδιαίτερη δυναμική λόγω πειθαρχίας και των δημοκρατικών μεθόδων που ακολουθούν σε ό,τι
αφορά καινούριες ιδέες. Νιώθω ότι οι Γάλλοι χρειάζεται
να γίνουν πιο ξεκάθαροι και να αλλάξουν τις συνήθειές
τους σε ό,τι αφορά τον τρόπο που δουλεύουν.
Γιατί τότε οι σύγχρονοι που μετακομίζουν στο Παρίσι καταλήγουν τόσο μεσοαστοί;
Επειδή το Παρίσι είναι όμορφο! Μ’ αρέσουν οι Γάλλοι και
ο τρόπος που διασκεδάζουν και όπως έχω πει, όλοι οι μεγάλοι οίκοι είναι εκεί! Αυτό σημαίνει λιγότερη ελευθερία, περισσότερη διασκέδαση και λιγότερη επιφάνεια!
Τι απολαμβάνεις περισσότερο, τη διαδικασία ή το αποτέλεσμα;
Το αποτέλεσμα. Σε κάποια στιγμή, στη διάρκεια της τελευταίας κολεξιόν, έπρεπε να σταματήσω για μια βδομάδα,
γιατί δεν άντεχα να βρίσκομαι κοντά στα μαλλιά. Μου έγινε πρόβλημα.
φωτογραφία: emmaTempest, hair: charlieLeMindu
Boudicca
A.
Μια συνομιλία
με τον οίκο
ΒOUDICCA
Απόφοιτοι του Middlesex Polytechnic, οι δυο Βρετανοί
σχεδιαστές, εραστές και συνεταίροι, οι Zowie Broach
και Brian Kirkby, βρίσκονται πίσω απ’ την επιγραφή
Boudicca.
To 1997 έδειξαν την πρώτη τους δουλειά με έντονο χαρακτηριστικό τους είναι η ανεξαρτησία, το νεύρο και
την avant-garde προσέγγισή, με ένα όνομα εμπνευσμένο
απ’ την ιστορική πολέμαρχο των Κελτών.
Οι σχεδιαστές περιγράφουν τη δουλειά τους σαν μια σύγκρουση του γυναικείου και αντρικού πόθου. Η Broach
και ο Kirby αναγνωρίστηκαν από λίγους θαυμαστές για
τη γραμμή τους στη μόδα, μέχρι που η American Express
χορήγησε την πρώτη παρουσίαση της δουλειάς τους στο
Παρίσι. Μια βοήθεια που δόθηκε άλλη μία και μοναδική
φορά παλαιότερα στον Alexander McQueen..
Το πρώτο άρωμα Boudicca ήρθε το 2008 με το όνομα
«Wode», εμπνευσμένο από την ομορφιά των graffiti και
όπου παρουσιάστηκε προκάλεσε ενθουσιασμό σε ολόκληρη
τη διεθνή σκηνή της μόδας.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό της δουλειάς των Broach και
Kirkby είναι η ισχυρή τους άποψη για τον καπιταλισμό
και διαμαρτυρήθηκαν
εντονα για τους πυραύλους G-8
αποκαλύπτοντας έτσι ότι το δίδυμο χρησιμοποιεί την
πολιτική του άποψη για να κάνει τις δικές του δηλώσεις
μέσα από τη δημιουργία. Το 2002 η συλλογή τους «It
Pays My Way But Corrodes My Soul» έδωσε μια καινούρια
ώθηση στην ανά το παγκόσμιο δημιουργία, ενώ η γραμμή
τους χαρακτηρίστηκε ως καθόλου εμπορική και «γοτθική»
το 2005.
Η συνέντευξη μαζί τους αποδεικνύει πως η μόδα κάποιες
φορές δεν είναι μόνο το τι φοράς και το πόσο ωραίος
φαίνεσαι…
Filep Motwary: Διατηρείτε ένα χαμηλό προφίλ όλα αυτά
τα χρόνια…
Boudicca: Πόσο πιο χαμηλά μπορούμε να πάμε;
Να παίξουμε κρυφτό; Είναι ίσως κάποιο παιχνίδι αυτό;
Και με ποιον να το παίξουμε; Όταν κοιτάζεις τον εαυτό
σου στον καθρέφτη ανακαλύπτεις ποιος είσαι ή ποιος θα
ήθελες να είσαι. Για να γίνει αυτό παίζεις και χρωματίζεις όπως άκριβως όταν υποψιάζεται κανείς το πώς
γίνεται μια μουσική σύνθεση, ένας κινηματογραφικός
διάλογος για το τι ονειρεύεσαι, τι νιώθεις και πώς
αυτό θα βγει προς τα έξω. Τα ρούχα γεννούν ταυτότητες
και η ιστορία αρχίζει… Ύστερα σπουδάζεις ψάχνοντας
για γνώση και προσπαθείς να μαζέψεις όλα όσα ξέρεις.
Μια αφελής διαδικασία που γίνεται με πολλούς τρόπους,
αφού οι ανάγκες της βιομηχανίας απέχουν πολύ απ’ αυτά
και ύστερα μέχρι να το καταλάβεις, είδη έχουν όλα αλλάξει…
Στην πορεία κάνεις λάθη και ίσως να βρεις μικρές στιγμές επιτυχίας. Επιτυχίες που αναγνωρίζεις εσύ ο ίδιος
χρόνια μετά, όταν κοιτάς πίσω και θυμάσαι πως είχες
κάποιες ιδέες που τότε έβρισκες μάταιες. Τότε είναι
που βλέπεις τη στιγμή μιας πιθανής αλήθειας και αναζήτησης….
Πίσω από όλη αυτή την ιστορία, οι ενέργειές σου είναι
ωμές, ενστικτώδεις, ζωώδεις. Δεν ψάχνεις τίποτα άλλο
παρά από πράξεις που οδηγούνται απ’ το πνεύμα σου.
Ο σκοπός είναι αλαζονικός, εμπορικός και γίνεται με
βία. Αυτό που συμβαίνει είναι φυσικό και πέρα από τον
έλεγχό σου.
Άρα πόσο πιο χαμηλά μπορείς να πας; Δεν υπάρχει παιχνίδι και ούτε παίχτες.
Πώς καταφέρατε να παραμείνετε δημοφιλής και την ίδια
ώρα να βρίσκεστε έξω από διαφημιστικές στρατηγικές.
Η μόδα είναι υπέροχη αλλά και εγωιστική.
Σαν ένα
απαιτητικό παιδί που θέλει να αγαπάς αυτό και μόνο
αυτό. Eίναι αυτή η «ιδέα», ο «σχεδιαστής», η «ετικέ-
τα» ή είναι μια τιμωρία που πρέπει να πληρώσεις στη
σκηνή, όπως ακριβώς πληρώνεις και σε ένα δείπνο: να
πίνεις σαμπάνια την τελευταία βδομάδα του μήνα και να
τρως ξερό ψωμί τον υπόλοιπο. Να βρεις όλες αυτές τις
όμορφες στιγμές που με κάποιο τρόπο σε παγιδεύουν…
Αυτές οι επιλογές αλλάζουν στο ταξίδι κι αν μπορείς
είναι καλά να τις μοιραστείς με άλλους. Αυτή λοιπόν
είναι η σκηνή της ανταλλαγής κι όχι της απαίτησης,
είναι η ρουτίνα μας.
Παρόλα αυτά είναι εντυπωσιακό το πόσο παράλληλος είναι ο τρόπος λειτουργίας της ιστορίας πίσω από το όνομα Boudicca. Πώς ερμηνεύετε εσείς το Boudicca;
Είναι μια αναζήτηση και των δυο μας, τόσο σε σχεδιαστικό επίπεδο όσο και στον τρόπο έκφρασης των καιρών μας. Το αποτέλεσμα είναι μια άμεση απάντηση σε
μια συνεχώς εξελισσόμενη και διαρκή αμφισβήτηση του
τρόπου έκφρασής μας. Μια από τις απολαύσεις μας και
ανταμοιβή μας είναι η ίδια η επωνυμία αυτή, η διαρκής
εξέλιξη, σε τέτοιο σημείο που όταν ξαναδιαβάσουμε αυτές τις ερωτήσεις, είμαστε έτοιμοι να δημιουργήσουμε
άλλες…
Η Βoudicca δεν έχει καμιά επιθυμία να μετατραπεί σε
εργοστάσιο ρούχων φτιάχνοντας εκατοντάδες ή και χιλιάδες ίδια προϊόντα, που να πωλούνται σε ένα κατάστημα με παρόμοια πράγματα ανά τον κόσμο. Θέλουμε να
παραμείνουμε εξειδικευμένοι και να ’χουμε την αποκλειστικότητα αυτού που κάνουμε, με την αίσθηση της
ανακάλυψης να είναι ένα κομμάτι της εμπειρίας των
Boudicca. Τα Boudicca όταν τα φοράς σε εθίζουν, νιώθεις δυνατός και ασφαλής, θωρακίζεις τον εαυτό σου
και το ίδιο το ρούχο σού δίνει το αίσθημα του ρομαντισμού. Η Boudicca είναι ενάντια στη μαζικότητα.
Το σκεπτικό είναι έντονο στοιχείο στη δουλειά σας.
Κάποτε είναι περισσότερο τέχνη παρά μόδα και κάποτε το αντίθετο. Ποια είναι η διαχωριστική γραμμή των
δύο;
Είναι μια αόρατη γραμμή, που δεν βλέπουμε, είμαστε
«τυφλοί» σ’ αυτή την περιοχή των ευαισθησιών μας. Η
μόδα όμως δεν είναι τέχνη, ούτε η τέχνη μόδα. Είναι
δύο πολύ διαφορετικές δουλειές και πράγματα. Τα μόνα
κοινά που ίσως έχουν είναι η διαδικασία, ο τρόπος και
ο δρόμος προς μια ιδέα. Ίσως η τελική έκφραση αντιδρά
σε μια λέξη και ορίζει μια άλλη. Ή κάποτε είναι ένα
τελικό συμπέρασμα σε μια νέα γλώσσα που δεν είχαμε καν
μέχρι σήμερα διαμορφώσει.
Ποια είναι η ιστορία πίσω από την πρόσφατη εγκατάσταση στο Cupola Room του Kensington Palace; Με ποιο τρόπο παρουσιάστηκε το κομμάτι σας και πώς αυτό συνδέετε
με τις κολεξιόν σας;
Πρόκειται για ένα inter-twined σκελετό με τις εσωτερικές λειτουργίες ενός ρολογιού και την ατσάλινη
γραμμή ενός γυναικείου κορσέ. Ένα δωμάτιο που μας
επέτρεψε να εξερευνήσουμε τα θραύσματα της σιλουέτας των ανθρώπων που πέρασαν από αυτό. Αυτό δούλεψε με έναν τρόπο τον οποίο επιδιώξαμε, θέλοντας να
εξερευνήσουμε το γεγονός πως είμαστε φτιαγμένοι από
θρύψαλα πληροφοριών. Είναι δύσκολο να εξηγήσουμε το
παρόν, χωρίς να το συσχετίσουμε με το παρελθόν. Έτσι
αιχμαλωτίζουμε όλες αυτές τις στιγμές και λεπτομέρειες κατά τη διάρκεια της πορείας, τελειώνοντας με ένα
σπασμένο, άτακτο, όμορφο γλυπτό. Θα μπορούσε να είναι
φόρεμα, θα μπορούσε να είναι ρολόι ή πάλι και γλυπτό.
Ένα τρισδιάστατο σκίτσο από χάλυβα και ορείχαλκο.
Το όνομα Boudicca είναι ένας βρετανικός θρύλος για
τη γυναίκα που ηγείται μιας επανάστασης εναντίον της
ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ποια είναι η γυναίκα Boudicca
τού σήμερα και για ποιο πράγμα επαναστατεί;
Η βασίλισσα
Boudicca επαναστάτησε επειδή βιάστηκε
και κακομεταχειρίστηκε από ανθρώπους που θεωρούσαν
πως μπορούν να κάνουν κατάχρηση της δύναμής τους.
B.
C.
D.
Δεν είμαστε οι ίδιοι, αλλά νιώθουμε πως έχουμε την
ανάγκη για αληθινές αξίες και πιστεύω. Κι είμαστε έτοιμοι να αντισταθούμε όπως έκανε κάποτε κι
αυτή. Ποτέ να μη μουδιάζουμε και να ατονούμε, ποτέ
να μην είμαστε αλυσοδεμένοι σε κάθε διαταγή που μας
δίνεται, που ίσως βολεύει τους πολλούς αλλά κάνει
τους λίγους να ασφυκτιούν. Βρισκόμαστε σε μια συνεχή ανάγκη να κατανοήσουμε τον κόσμο στον οποίο
ζούμε κι αυτό είναι δέσμευση όχι τάση των καιρών.
Να μη δεχόμαστε το σύστημα επειδή είναι δεδομένο.
Αυτό που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε είναι πως
όλοι έχουμε την ικανότητα να φτιάξουμε έναν κόσμο ο
οποίος είναι πολύ κοντά σ’ αυτόν που ονειρευόμαστε
να ζήσουμε.
Το κυριότερο όπλο του καπιταλισμού είναι να μας
κρατά συγχυσμένους, να μας αποτρέπει από τη γνώση,
να ζούμε στο φόβο. Ψάξε για τη φιλανθρωπία και ψάξε
τον εαυτό σου, γιατί έχει χαθεί.
Υπάρχει πολυφωνία στην κριτική της μόδας αυτές τις
μέρες; Ποια είναι η άποψή σας;
Αυτός είναι ο κόσμος μας κι αυτή η εποχή μας. Η
μόνη ανάγκη είναι να αναρωτηθούμε ποιοι είμαστε:
ίσως έτσι μια μέρα μπορέσουμε να βρούμε την απάντηση για το ποιοι πραγματικά είμαστε, τι πραγματικά
θέλουμε και τι ευχόμαστε να γίνουμε.
Τι ακριβώς χρειάζεται η βιομηχανία της μόδας τώρα;
Θα πρέπει κατά τη γνώμη σας κάποια στοιχεία της να
εξαλειφθούν;
Μας προβληματίζουν πολλά πράγματα τα οποία έχουν να
κάνουν με ηθικά και περιβαλλοντικά ζητήματα. Είμαστε χωρίς αμφιβολία σε ένα ιστορικό σημείο, όπου
μας έχει ζητηθεί εκ των προτέρων να σεβόμαστε την
ίδια τη φύση της ύπαρξής μας και τη ζωή μας. Εκεί
εμπερικλείεται και η μόδα. Αλλά είναι δύσκολο να
αρχίζεις να υπαγορεύεις στη βιομηχανία τι πρέπει
να κάνει και τι όχι. Είναι πολύ πιο σημαντικό να
βρούμε όλοι μας τη δική μας αυτοπεποίθηση και να
σεβαστούμε ο ένας τον άλλο. Φυσικά, άνθρωποι είμαστε και δεν είμαστε πάντα καλοί σ’ αυτό. Αγωνιζόμαστε καθημερινά για να κατανοήσουμε τους εαυτούς μας
και να βρούμε τον τρόπο να τους χειριστούμε με καλά
και κακά μέσα. Αυτό είναι η αρχή. Χρειαζόμαστε προθεσμία χρόνου να αναλογιστούμε, για να εξετάσουμε
τον εαυτό μας τη συγκεκριμένη στιγμή. Κάνοντάς το
βελτιώνονται όλα πολύ πιο γρήγορα.
Πώς η προσωπική σας ζωή συνδέεται με την επαγγελματική ζωή σας; Ποιοι άλλοι είναι πίσω απ’ την
Boudicca;
Ο οίκος Boudicca απαρτίζεται απο πολλούς άνθρωπους.
Εντάξει, η βασική ομάδα είναι μικρή αλλά το brand
E.
είναι σαν μια φυλή και αυτή η φυλή, αυτή η ομάδα,
αυτό το σύστημα επιβάλλει σε όλους να συμμετέχουν,
σχεδιαστές, στούντιο, καταναλωτές, πελάτες ακόμα.
Αυτό από μόνο του υπαγορεύει και πως η προσωπική
ζωή συνδέεται με τη δουλειά. Η δουλειά και το παιχνίδι δεν χρειάζεται να βρίσκονται πάντα αντιμέτωπα.
Ήθελα να σας ρωτήσω, μια που υπάρχει τόσο έντονη
ταυτότητα σ’ ό,τι κάνετε, γιατί σταματήσατε να παρουσιάζετε τις κολεξιόν σας, όπως όταν αρχίσατε;
Είμαι σίγουρος πως ο κόσμος θέλει να βλέπει περισσότερα από σας…
Κι εμείς θέλουμε περισσότερα μετά από την ουσία της
ιδέας. Τα shows, η μόδα και οι συλλογές αλιεύονται
σε ένα επαναληπτικό ταγκό. Κι ύστερα πρέπει να είμαστε και ρεαλιστές στο οικονομικό κομμάτι. Χωρίς
να επιβαρύνουμε τη φαντασία με τον κανόνα των χρημάτων, αλλά με τον κανόνα της ιδέας. Θα συνεχίσουμε
όταν είμαστε έτοιμοι να πούμε κάτι καινούριο.
Κάποιες φορές είναι απαραίτητο να σταματάς. Να σημειώσεις την πορεία σου και τι έχεις μέχρι σήμερα
πει. Αυτό είναι πάλι μια απίστευτη πολυτέλεια αλλά
ουσιώδης. Είναι πολύ δύσκολο επίσης αφού το ΕΓΩ
σου στην πραγματικότητα απαιτεί περισσότερα. Το
εγώ σου έχει εθιστεί στον καθρέφτη και δεν είναι
δύσκολο να το σταματήσεις. Κάνοντας όμως αυτό αλλάζεις ρυθμούς, μορφή και συνεχίζεις να ψάχνεις τι
θα ακολουθήσει.
Αυτό που ευχόμαστε είναι η ίδια η εμπειρία μας. Για
να μπορεί να ταυτιστεί με αυτό που είδαμε πριν βιώσουμε τα λάθη μας. Έτσι, αν όντως το καταφέρουμε αυτό
θα είναι και η απόδειξη της παρατηρητικότητάς μας.
Η συλλογή σας “Plans for a woman” έχει αποτυπωθεί
έντονα στη μνήμη μου. Είμαι σίγουρος ότι υπάρχει
ένα γενικότερο ενδιαφέρον στο να δούμε τη δουλειά
σας συνολικά σε μια έκδοση DVD. Πολιτιστικά θα είχε
τρομερό ενδιαφέρον.
Όντως αυτή είναι μια ενδιαφέρουσα ίδεα. Αν και υπάρχουν διάφορες ιστοσελίδες που προσπαθούν να πάνε
ενάντια στα συστήματα που όρισε ο καπιταλισμός...
Αυτά τα sites αφορούν ανθρώπους με καινούριες ιδέες, με κύριο στόχο αυτές να μοιραστούν και να γίνουν γνωστές σε λιγότερο χρόνο απ’ ό,τι απαιτεί το
σύστημα που περιγράφουμε πιο πάνω. Το καταφέρνουν
αυτό αφού αμέσως μετά την ανακοίνωση της κάθε ιδέας
αφήνουν ένα ανοιχτό, ας το πούμε κάλεσμα, σε όποιον
ενδιαφέρεται να επιχορηγήσει μία από αυτές .
Πού θα είναι ο οίκος BOUDICCA σε δέκα χρόνια...
Σε δεκατρία χρόνια θα οριοθετίσουμε ξανά το πού θα
βρισκόμαστε…
A. tornadoDress, B. φωτογραφία: miguelVillalobos, C. συνεργασία με το συγκρότημα UNKLE για το εξώφυλλο του δίσκου τους «where did the night fall»/nick
ThorntonJones + warrenDuPreez, D. work in progress_a rapid prototype of the ruffle shirt/arnhem fashion biennale 2009, E. at the boudicca studio,
F. λεπτομέρεια από ψηφιακό κατάλογο στο London Design Museum 2009
F.
Matthew Zorpas /
THE SECRETS OF HYERES
Οι περισσότεροι αναρωτιούνται τι αλήθεια συμβαίνει με το Festival D’Hyeres και γιατί γίνεται
τόσος ντόρος σε αντίθεση με άλλα, τι διαθέτει και
γιατί είναι τελικά τόσο σημαντικό; Για να είμαι
ειλικρινής με μια ιστορία 25 χρόνων, δεν ξέρω
από πού να αρχίσω. Παρόλα αυτά ξεκαθάρισα τους
λόγους στη δεύτερη επίσκεψή μου εκεί. Το Παρίσι
είναι γνωστό για την Yψηλή Pαπτική, το Μιλάνο
για κλασική μόδα, η Νέα Υόρκη και το Λονδίνο για
το prêt-a-porter και για τη σύγχρονη μόδα. Το
Festival D’Hyeres είναι το μόνο που σμίγει όλα
αυτά μαζί, συν την ιστορία της έπαυλης Νoailles,
την ομορφιά της γης της Hyeres, τις αυθεντικές
εικόνες από φωτογράφους και το εναλλακτικό κοινό.
Όλα αυτά το καθιστούν όχι μόνο ως ουσιαστικό αλλά
και ένα γεγονός - φαινόμενο.
Η Hyeres συχνά καλούμενη και ως Hyeres les Palmiers
είναι μια υπέροχη πόλη των 50 χιλιάδων κατοίκων
της νότιας Γαλλίας. Δεν είναι πολλά τα μέρη στον
κόσμο που προσφέρουν την ποικιλία και την έκταση της φυσικής ομορφιάς και του αρχιτεκτονικού
σκηνικού σε μια πόλη. Λόγω της ιστορίας της,
διαθέτει και τα δυο, ένα πολύ ενδιαφέρον κέντρο
που βρίσκεται η παλιά πόλη και μια συναρπαστική
περιοχή με επαύλεις και ξενοδοχεία που κτίστηκαν από το 1860-1930. Είναι αρκετά μικρή για να
ανακαλύψεις τα πάντα μέσα σε μια δυο ώρες, αλλά
οι περισσότεροι στενοί δρόμοι που βρίσκονται στο
λόφο, τα υπέροχα σπίτια, το απαλό κρασί και το
νόστιμο φαγητό σε κάνουν να την τριγυρνάς πολλές
ώρες για αναζήτηση και εξερεύνηση.
Τοποθετημένη στους λόφους πάνω από την Hyeres,
η έπαυλη Noailles, είναι κτίσμα μοντερνισμού,
που άρχισε να κτίζεται το 1926 όταν ο Charles
Noaillies είχε ζητήσει από τον Robert Mallet
Stevents να σχεδιάσει το οίκημα που θα στέγαζε
την οικογένειά του. Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του ’20 και ’30 η έπαυλη ήταν σήμα κατατεθέν
της μοντέρνας τέχνης και του design. Καλλιτέχνες όπως οι Man Ray, Miro, Alberto Giacometti,
Salvador Dali, Luis Bunel και Jean Cocteau δούλευαν στην περιοχή, ενώ το Υπουργείο Πολιτισμού
αποφάσισε κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’70 να
κηρύξει την έπαυλη ως εθνικό αξιοθέατο αφού ήταν
για χρόνια ακατοίκητη. Από τότε, φιλοξενείται
εκεί το Διεθνές Φεστιβάλ Μόδας και Φωτογραφίας
και μια σειρά από εκθέσεις για το design, τη φωτογραφία και την αρχιτεκτονική.
Το Φεστιβάλ έχει διευθυντή τον Jean-Pierre Blanc
και κάθε άνοιξη μεταξύ Απρίλη και Μάη, παρουσιάζει με πάθος δέκα νέους διεθνείς σχεδιαστές και
φωτογράφους, επιτρέποντας έτσι σε νέα ταλέντα να
εκθέτουν μαζί με καταξιωμένα ονόματα της βιομηχανίας.
Κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης με διάρκεια τριών ημερών, νέοι σχεδιαστές μόδας από όλο τον κόσμο παρουσιάζουν στο κοινό την πρώτη τους συλλογή
σε μια σειρά από fashion shows κάτω από την επίβλεψη διεθνούς επιτροπής. Μετρώντας 25 χρόνια το
Festival D’Hyeres έχει να επιδείξει περισσότερο
από 300 πρωτοεμφανιζόμενες συλλογές από νέους δημιουργούς και έχει εκθέσει τη δουλειά περισσότερων από 80 νεαρών και πρωτοποριακών φωτογράφων.
Αναφέρω μόνο μερικά ονόματα που συμμετείχαν, τα
οποία αργότερα έγιναν πολύ γνωστά στο χώρο της
μόδας, όπως οι Viktor & Rolf, Gaspard Yurkievich,
Anke Loh, Alexandre Matthieu, Xuly Bët, Felipe
Oliveira Baptista, Thierry Rondenet & Hervé
Yvrenogeau (Own), Xavier Delcour, Cyd Jouny,
φωτογραφίες: matthewZorpas, επεξεργασία: filepMotwary
www.villanoailles-hyeres.com
Marc Le Bihan, Karine Arabian, Sébastien Meunier,
Crstof Beaufays, Christian Wijnants, Rivière
de Sade, Sandrina Fasoli, Laurent Edmond, Ute
Ploier, Hamid Ed-Dakhissi, Henrik Vibskov και
Richard René.
Το φεστιβάλ έφερε επίσης στο προσκήνιο τη δουλειά φωτογράφων όπως οι Camille Vivier, Olivier
Amsellem, Anushka Blommers and Niels Schumm,
Solve Sundsbo, Martine Stig, Morgane LeGall,
Daniel Stier, Charles Fréger, Joël Tettamanti,
Mathieu Bernard-Reymond, Loan Nguyen, Timur
Çelikdag, Franco Musso και Luciana Val Thomas
Mailaender...
Σε ένα περιβάλλον όπου η δημιουργία αναπτύσσεται
μέσα από νέα fashion brands και γίνεται αυξανόμενα δύσκολη, το φεστιβάλ έχει σκοπό να προσφέρει
σε νέα ταλέντα μια γνήσια, αληθινή επαγγελματική
ευκαιρία αναδεικνύοντάς τους μέσα από επικερδείς
επαφές και εντατική προβολή, τόσο καλλιτεχνικά
όσο και εμπορικά. Εκτός αυτού η L’ Oreal είναι
μια από τους βασικούς χορηγούς του φεστιβάλ αρκετά χρόνια τώρα, παρέχοντας πρόσθετη οικονομική
στήριξη στον νικητή με το ποσό των 15 χιλιάδων
ευρώ. Οι δέκα σχεδιαστές μόδας που συμμετέχουν
στο διαγωνισμό έχουν τη δυνατότητα παροχής δωρεάν
υλικών (υφάσματα, κρύσταλλα, πολύτιμες πέτρες…)
τα οποία θα χρησιμοποιήσουν σε μετέπειτα συλλογές τους.
Από την άλλη το New York School of Visual Arts
προσφέρει στους φωτογράφους ένα χρόνο υποτροφίας.
Το παγκοσμια γνωστό για τις υπηρεσίες παράγωγης,
Le Book, προσφέρει δωρεάν προβολή στους νικητές
φωτογράφους, τόσο στη γαλλική όσο και στην αγγλική έκδοσή του.
Κάθε χρόνο το φεστιβάλ τοποθετεί ένα γνωστό σχεδιαστή σαν βασικό στέλεχος της κριτικής επιτροπής. Μέσα στα χρόνια λειτουργίας του, το Festival
D’Hyeres έχει προσκαλέσει για το συγκριμένο σκοπό ονόματα όπως αυτό του John Galliano, JeanCharles de Castelbajac, Jean Colonna, Martin
Margiela, Martine Sitbon, Ann Demeulemeester,
APC, Mario-Chanet, Helmut Lang, Philip Treacy,
Hussein Chalayan, Gaspard Yurkievich, Bernhard
Willhelm, Karl Lagerfeld, Jean Paul Gaultier,
Pierre Hardy, Anna Sui, Christian Lacroix, Kris
Van Assche και άλλους...
Αλλά και παλαιότερα μέλη της φωτογραφικής επιτροπής περιλαμβάνουν τους Régis Durand (Jeu de Paume),
Christian Caujolle (Agence Vu), Emmanuel Perrotin
(Emmanuel Perrotin gallery), Paul Wombell (The
Photographers’ Gallery), Luca Stoppini (Vogue
Italia), Marie-Claude Beaud (Mudam, Luxembourg),
Alex Wiederin (Another Magazine), Terry Jones
(i-D Magazine), Dennis Freedman (W Magazine) ….
Με μια ιστορία 25 χρόνων, το φεστιβάλ δίνει στους
καλλιτέχνες την ευκαιρία για αναγνώριση και σεβασμό στον κόσμο των οπτικών τεχνών και του σχεδιασμού και την ευκαιρία στο ευρύτερο κοινό να
τα ανακαλύψει. Οι περισσότεροι ίσως επισκεφθούν
το Festival D’Hyeres για αναψυχή. Ίσως κάποιοι
άλλοι βρεθούν εκεί λόγω των εκθέσεων που παρουσιάζονται. Για οποιοδήποτε λόγο αποφασίσεις να το
επισκεφθείς, είναι σίγουρο πως εκεί θα βρεις κάτι
ενδιαφέρον. Το φεστιβάλ είναι ο ναός της δημιουργίας και ένας θεσμός που βοηθά να εμπλουτιστεί ο
κόσμος μας με τέχνη, μόδα αλλά και στην ανακύκλωση της δημιουργίας, την αντικατάσταση του παλιού
με το καινούριο…
Μια συνομιλία
με τον
HENRIK VIBSKOV
φωτογραφία: fredericHeyman
«Δεν γνωρίζω πολλά για τη μόδα», μου είπε στην αρχή
της κουβέντας μας και με έκανε να αναρωτηθώ κατά
πόσο έχει συνείδηση της μεγάλης απήχησης που σημειώνει η δουλειά του παγκόσμια. Οι νέοι σχεδιαστές
έχουν επίγνωση πως η επιτυχία και αναγνώριση στη
βιομηχανία της μόδας δεν έρχεται αν δεν προηγηθούν
ξενύχτια δουλειάς, extreme multi tasking και δωρεάν υπηρεσίες δεξιά και αριστερά. Με όλα αυτά μένει
ελάχιστος χρόνος για ξεκούραση αλλά και με δυσκολία
ως προς την αναγνώριση.
Ο ΗENRIK διευθύνει το δικό του κατάστημα στην Κοπεγχάγη και ταξιδεύει 4 φορές το χρόνο στο Παρίσι
για να συμμετέχει στις επιδείξεις μόδας.
Εκτός από το χώρο της μόδας, κάνει την παρουσία
του αισθητή και σε εκθέσεις τέχνης, συμμετέχοντας
με δικά του installation (εκθέσεις στο Palais de
Tokyο και στο Hyeres Αrt Festival), ενώ παράλληλα
βρίσκει χρόνο να δημιουργεί ακόμα και ταινίες μικρού μήκους. Το αποκορύφωμα σε όλα αυτά είναι πως
ο Henrik είναι πρωταθλητής στο break dancing και
επίσης παίζει drums από τα δέκα του χρόνια! Είναι
φυσικό λοιπόν να θεωρείται από όλους αξιαγάπητος…
Filep Motwary: Henrik εκτός από ένας ταλαντούχος
σχεδιαστής μόδας διαθέτεις και τόσα άλλα ταλέντα.
Πώς καταφέρνεις και τα συνδυάζεις όλα: μουσική, κινηματογράφο, τέχνη, γραφιστικές τέχνες κ.τλ;
Henrik Vibskov: Πολλές φορές χρησιμοποιώ στοιχεία
από τα installation μου στις επιδείξεις μου ενώ
ταυτόχρονα τα ίδια τα installation, αποπνέουν μια
αίσθηση από τις επιδείξεις μου, παρότι είναι αυτόνομα έργα τέχνης. Την ίδια ώρα συνθέτω τη μουσική
για τα shows μου. Ανέκαθεν με ενδιέφεραν όλα τα
είδη τέχνης και έτσι προσπαθώ να τα συνδυάζω μεταξύ
τους στη δουλειά μου.
Πώς βλέπεις τη μόδα σήμερα συγκριτικά με το πώς
ήταν όταν ξεκίνησες στο χώρο;
Για να είμαι ειλικρινής δεν σκέφτομαι καθόλου κανόνες και το σύστημα της μόδας. Όταν λησμονώ κάτι
που πια δεν υπάρχει το δημιουργώ.
Πώς έγινε και ασχολήθηκες με τη μόδα τελικά;
Για όλα φταίει ένα κορίτσι που μ’ άρεσε, η οποία
επρόκειτο να φοιτήσει στο St Martins και για να την
κερδίσω της είχα πει ότι κι εγώ θα πάω εκεί. Βέβαια
μετά ξέχασα εντελώς αυτή μου τη δήλωση. Τη συνάντησα ωστόσο μερικές εβδομάδες αργότερα, όπου εκείνη
επανέφερε το θέμα. Έτσι αποφάσισα να τηλεφωνήσω
στη σχολή με αποτέλεσμα να μου κλείσουν ραντεβού
για interview την επόμενη μέρα. Όλο το βράδυ έμεινα ξύπνιος για να προετοιμάσω το πορτφόλιο μου και
την επομένη πήρα το αεροπλάνο και πήγα. Ταυτόχρονα,
κέρδισα και το κορίτσι!
Μεγάλωσες σε επαρχία στη Δανία. Η δουλειά σου ωστόσο σήμερα αναπνέει στις μητροπόλεις της μόδας. Ποιο
ήταν αλήθεια το όνειρό σου σαν παιδί;
Μικρός ήμουν περισσότερο παθιασμένος με το break
dancing. Ωστόσο τελικά ήμουν πολύ ψηλός γι’ αυτό
το είδος.
Σε ποιο βαθμό συνδέεται ο τρόπος που μεγάλωσες με
τη σημερινή σου ζωή αν λάβουμε υπόψη ότι τα πρότυπά σου τότε είναι τελείως διαφορετικά από αυτά που
εντάσσονται στη λεγόμενη βιομηχανία με την οποία
σήμερα εμπλέκεσαι;
Μεγάλωσα στην επαρχία Jutland, όπου εκεί είναι περισσότερο σαν εξοχή. Ο αδελφός μου ήταν εκείνος που
με επηρέασε στο να αρχίζω να παίζω drums. Αργότερα
άρχισα να ασχολούμαι και με το break dancing. Αυτός
ήταν βασικά ο κόσμος μου τότε. Εξακολουθώ ωστόσο
να αισθάνομαι πολλές φορές την ανάγκη να φεύγω από
την πόλη και να πηγαίνω στην επαρχία. Πιστεύω οι
επιρροές μου από τον τόπο που μεγάλωσα είναι εμφα-
thank you [email protected]
νής και στη δουλειά μου.
Ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον στοιχείο στη δουλειά σου
είναι ο τρόπος που παρουσιάζεις τις κολεξιόν σου.
Κάθε φορά οι επιδείξεις σου μοιάζουν με κινηματογραφικό σενάριο. Η οπτική γωνία μέσα από την οποία
κοιτάς τα πράγματα είναι ολοκληρωμένη. Εσύ τι είναι
εκείνο που θέλεις τελικά να μεταδώσεις;
Τα installation μου λειτουργούν σαν σκηνή και αλληλοεπιδρούν με τα μοντέλα και την ίδια τη συλλογή.
Ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείς κάθε φορά
στη δημιουργία μιας καινούριας κολεξιόν;
Θεωρώ ότι είναι πολύ πιο ενδιαφέρον να εντάσσει
κανείς μια συλλογή μέσα σε ένα ολοκληρωμένο περιβάλλον, τουλάχιστον την ημέρα της παρουσίασής της.
Έτσι αποκτά μια άλλη διάσταση τόσο σαν συλλογή όσο
και σαν ιδέα. Ποτέ δεν θέτω εκ των προτέρων ένα
θέμα για κάθε κολεξιόν. Το περιεχόμενο της συλλογής
καθορίζεται σταδιακά μέσα από ένα μάζεμα εικόνων
και ερεθισμάτων. Μπορεί μια φωτογραφία, μια σκέψη,
μια λεπτομέρεια, ένα project, κάτι από μια έκθεση,
μπορεί μια κυρία στην αγορά, ένα βιβλίο, ένας χαρακτήρας, όλα αυτά, να αποτελέσουν πηγές έμπνευσης…
Τι είναι μόδα σήμερα;
Δεν είμαι τόσο μέσα στη μόδα. Έχω ένα σκάφος το
οποίο μοιράζομαι με μερικούς φίλους και προτιμώ να
πηγαίνω βόλτες μ’ αυτό παρά να τριγυρίζω στα μαγαζιά ή να βλέπω περιοδικά..
Προς τα πού πηγαίνει η μόδα μήπως ξέρεις να μου
πεις;
Καλή ερώτηση. Δεν ξέρω να σου απαντήσω.
Εσύ πώς διατηρείς τις ισορροπίες σου. Και τι απολαμβάνεις περισσότερο την ώρα που δουλεύεις αλλά
και γενικότερα..;
Μου αρέσει το γεγονός ότι βρίσκομαι μεταξύ φίλων
που στηρίζουμε ο ένας τον άλλο και μοιραζόμαστε το
ίδιο όραμα. Απολαμβάνω και τα ταξίδια αλλά όταν δεν
είναι συνέχεια.
Σε έχει επηρεάσει η οικονομική κρίση;
Ευτυχώς όχι τόσο πολύ.
Σχεδιάζεις τα δικά σου prints; Πραγματικά λατρεύω
τα εμπριμέ που φτιαχνεις;
Ναι είναι δικά μου σχέδια. Χαίρομαι που σου αρέσουν.
Πρόσφατα έχεις κυκλοφορήσει και ένα βιβλίο με τίτλο “The Panda People and their Work”. Περί τίνος
πρόκειται;
Είναι το δεύτερό μου βιβλίο και βασικά παρουσιάζω
μια επιλογή από τη γραφιστική μου δουλειά, χρησιμοποιώντας επίσης ιαπωνικές τεχνικές δεσίματος
βιβλίων. Κυκλοφορεί σε περιορισμένο αριθμό αντίτυπων και πρόκειται για ένα ταξίδι στη γραφιστική
και τις δυνατότητες γύρω από αυτήν. Ακόμα, εστιάζω στο σύμπαν των Panda People από τους οποίους
εμπνέομαι.
Πώς προωθείς τη δουλειά σου, δεδομένου ότι ζούμε σε
μια εποχή όπου η προβολή του σχεδιαστή του ίδιου,
παίζει μεγάλο ρόλο στην εμπορική του επιτυχία;
Η δουλειά μου μιλά από μόνη της. Και η μόδα είναι
κι αυτή ακόμα ένα προιόν. Δεν μπορώ να σκέφτομαι το
τι θα σχεδιάσω βασισμένος στο τι ενδεχομένως θέλει
η αγορά. Πρέπει να δουλέψω πάνω σε 4 κολεξιόν το
χρόνο και αν σκέφτομαι παράλληλα την εμπορική τους
επιτυχία ή αποτυχία, τότε αναμφισβήτητα το μόνο
που θα πετύχω είναι να στερέψω δημιουργικά. Είμαι
τυχερός που η δουλειά μου έχει ανταπόκριση και δεν
χρειάζεται να μπαίνω σε τέτοιες διαδικασίες.
Ποιο είναι το ιδανικό περιβάλλον εργασίας για
σένα;
Πρέπει να επισκεφθείς το studio όπου εργάζομαι μαζί
με την ομάδα μου Filep για να καταλάβεις…Είναι το
ιδανικό περιβάλλον γιατί είμαστε όλοι φίλοι μεταξύ
μας και περνούμε υπέροχα.
Μια συνομιλία
με τον
RONALD STOOPS
Εδώ και 25 χρόνια ο Ronald Stoops φωτογραφίζει για
όλους σχεδόν τους γνωστούς Βέλγους σχεδιαστές, όπως:
Martin Margiela, AF Vandevorst, Jurgi Persoons,
Walter van Beirendonck, Dirk van Saene, Raf Simons
και Veronique Branquinho. Η δουλειά του έχει δημοσιευτεί στα πιο σημαντικά περιοδικά του κόσμου, όπως
Visionaire, i-D, View on Colour και Purple. Τα τελευταία χρόνια έχει παρουσιάσει φωτογραφίες τους σε
ομαδικές και ατομικές εκθέσεις, στην Deep Gallery
στο Τόκιο, στην Gallery Triangle στο Bordeaux και
σε διάφορα πολιτιστικά ιδρύματα του Βελγίου. Επίσης έχει συνεργαστεί με καλλιτέχνες όπως ο Narcisse
Tordoir και τον Michael Dans.
Filep Motwary: Τα τελευταία 25 χρόνια οι φωτογραφίες
σου εστιάζουν στις δημιουργίες σχεδιαστών μόδας.
Θα ήθελα, λοιπόν, να σε ρωτήσω ποιες κατά τη γνώμη
σου είναι οι αξιοσημείωτες αλλαγές που παρατήρησες
να συμβαίνουν στο χώρο όλα αυτά τα χρόνια;
Ronald Stoops: Εκείνο που παρατηρώ είναι πως όλα
επαναλαμβάνονται. Ωστόσο, μερικοί σχεδιαστές βρίσκουν έναν αυθεντικό τρόπο να ανακυκλώνουν τη μόδα
και να δημιουργούν κάτι καινούριο και ενδιαφέρον
μέσα από αυτή την επανάληψη.
Εκείνο που προσωπικά βρίσκω καινοτόμο σε σχέση με
τη δική σου πορεία, είναι ότι ξεκίνησες την καριέρα
σου στα 80’s, συνεργαζόμενος με την ομάδα των «Έξι»
της Αμβέρσας και εξακολουθείς ακόμα να συνεργάζεσαι
με τους περισσότερους από αυτούς. Τι σου έχει προσφέρει το δικό τους όραμα;
Είναι μεγάλο κέρδος να συνεργάζεσαι με ενδιαφέροντες
ανθρώπους. Τέτοιες συνεργασίες είναι πάντα συναρπαστικές και είναι αυτή η ανταλλαγή ιδεών που διευρύνει κάθε φορά το δικό μου όραμα.
Ποια ήταν, αλήθεια η αφετηρία της δικής σου καριέρας;
Όλα άρχισαν με το περιοδικό «This is Belgian». Ήταν
γύρω στο 1986-87 όταν κυκλοφόρησε το βελγικό αυτό
περιοδικό, στο οποίο υπεύθυνοι για το styling, ήταν
βασικά η ομάδα των Antwerp Six. Η πρώτη σημαντική
μου φωτογράφηση ήταν με τη Marina Yee, γι’ αυτό το
συγκεκριμένο περιοδικό.
Η δουλειά σου έχει πολλά γραφιστικά στοιχεία. Αυτό
ισχύει και για τις backstage φωτογραφίες που βγάζεις.
Ποια θα έλεγες ότι είναι τελικά η τεχνική σου;
Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι η αντίθεση, το συναίσθημα, η κίνηση. Το γραφιστικό στοιχείο προκύπτει
πιο πολύ σαν μια ωραία σύμπτωση και όχι σαν αυτοσκοπός.
Πώς αξιολογείς τη δουλειά των νέων δημιουργών με
τους οποίους συνεργάζεσαι σε σχέση με εκείνους που
είναι ήδη καθιερωμένοι στο χώρο;
Δεν βλέπω κάποια διαφορά. Δουλεύουν όλοι τους πολύ
σκληρά και είναι όλοι πραγματικοί επαγγελματίες.
Μπορεί ένα ρούχο να μην είναι τελικά τόσο ενδιαφέρον όταν το κοιτάξεις μέσα από την κάμερα σου;
Αν δεν μπορώ να αγγίξω την ψυχή ενός ρούχου, αν δεν
μπορώ να βρω ένα σημείο σύνδεσης μαζί του ή με τον
σχεδιαστή πίσω από αυτό, τότε ναι, δεν έχει ενδιαφέρον όταν το κοιτάξω μέσα από την κάμερά μου. Προσπαθώ πάντα ωστόσο να το κάνω ενδιαφέρον είτε εστιάζοντας στο μοντέλο είτε…….
Και Ronald σε ποιο βαθμό πιστεύεις ότι η μόδα σήμερα
έχει ίσως και μια κοινωνική διάσταση;
Η μόδα είναι αντανάκλαση της κάθε εποχής. Σήμερα
δεν υπάρχουν ούτε όρια ούτε συγκεκριμένες τάσεις
πια. Η μόδα έχει γίνει πολύ πιο ατομική υπόθεση.
Θα ήθελα να μου μιλήσεις λίγο και για τη δουλειά
σου σαν καλλιτέχνης.
Έχω συνεργαστεί με τον
ζωγράφο Narcisse Tordoir,
τον καλλιτέχνη Michael Dans και τη videoartist Marie
Juli Bollansee.
Και σε τι επικεντρώνεται το επόμενό σου πείραμα;
Έχω εστιάσει στο σχεδιασμό ενός βιβλίου που θα κυκλοφορήσει από το Ludion και αφορά στη δουλειά μας
(εμένα και της Inge Grognard).
Πώς συνδυάζεται αυτό που κάνεις στην τέχνη με αυτό
που κάνεις στη μόδα;
Η τέχνη και η μόδα είναι και τα δύο μέρος της ζωής
μου, έτσι είναι πάντα συνδεδεμένα μεταξύ τους.
Και πέρα από την τέχνη και τη μόδα ποια άλλα ενδιαφέροντα έχεις;
Λατρεύω τη μουσική. Έχω επιλέξει τη μουσική για το
σόου των A.F Vandevorst. Επίσης λατρεύω τον κινηματογράφο. Οι ωραίες ταινίες αποτελούν μια από τις
πηγές έμπνευσής μου. Και τέλος, λατρεύω την ίδια τη
ζωή…
Ποιο θα έλεγες ότι είναι το μεγαλύτερό σου κατόρθωμα
μέχρι σήμερα;
Το ότι έχω επίγνωση του ποιος είμαι.
Τι σου έχει μάθει αυτός ο χώρος όλα αυτά τα χρόνια;
Όσο πιο πολύ αναπτύσσεις το καλλιτεχνικό, συναισθηματικό και πνευματικό σου επίπεδο, τόσο πιο εύκολα
γίνονται όλα.
A. A magazine, B. AF VandeVorst, C. RafSimons, D. A magazine
A.
B.
C.
D.
Μια συνομιλία με τον
DAMIR DOMA
Αυτό που με εντυπωσίασε με την πρώτη στη δουλειά του
Damir Doma ήταν η άρνησή του να ακολουθήσει τα trends για
χάρη της δημοσιότητας, καταφέρνοντας έτσι να δώσει ώθηση
σ’ ένα καινούριο κεφάλαιο στο χώρο αλλά και να υπενθυμίσει ένα παλαιότερο, ίσως, αμφιλεγόμενο περίγραμμα αντρικής σιλουέτας.
Η απλότητα στη φόρμα, η γενναιοδωρία στη δημιουργία βαριών γραμμών με έναν αέρα ελευθερίας, τα ρούχα του που
φοριούνται πολλές ώρες και για αναρίθμητες περιστάσεις,
είναι οι λόγοι που τον κάνουν να είναι αυθεντικός δημιουργός των καιρών μας. Ο γεννημένος στην Κροατία σχεδιαστής, μεγάλωσε στη Γερμανία και σπούδασε μόδα στο
Μόνακο και Βερολίνο, όπου και αποφοίτησε το 2004, ενώ η
συλλογή του ομόφωνα θεωρήθηκε ως η καλύτερη για εκείνη
τη χρονιά.
Σύντομα ενδιαφέρθηκαν γι’ αυτόν πρωτοπόροι του είδους,
όπως ο Raf Simmons, ο σχεδιαστής που κατάφερε να δώσει
μορφή και να πλάσει αντίληψη του Doma για τη μόδα και τις
τέχνες. Κάτω από την επίβλεψη του Simons, είχε γεννηθεί η
δημιουργία της προσωπικής αισθητικής του, οδηγώντας τον
σε μια πορεία γεμάτη έμπνευση, ψυχισμό και ευαισθησία.
Το 2006 ο Doma λάνσαρε τη δική του σειρά παρουσιάζοντάς
την για πρώτη φορά στο Παρίσι τον Ιούνιο του 2007.
Οι συλλογές του φωτίζονται από μια απαλή αλλά μελαγχολική αναζήτηση ρευστότητας. Εμπνευσμένος από τις πολλαπλές
πτυχές της ταυτότητας, έχοντας για σύνδεσμο το εύθραυστο
και ευάλωτο σώμα, δημιουργεί ρούχα που εξερευνούν τις
ερμηνείες της σύγχρονης αντρικής ταυτότητας.
Filep Motwary: Πολλοί από το χώρο μοιράζονται τη γνώμη ότι οι συλλογές σου έχουν ένα μεσαιωνικό περίγραμμα.
Με κάποιο τρόπο οι ήρωες σου θυμίζουν φιγούρα μοναχικού
βεδουίνου ή ακόμα κι ένος κουρσάρου πολεμιστή από την
έρημο...
Damir Doma: Για να είμαι ειλικρινής δεν έχω συγκεκριμένες
αναφορές στη δουλειά μου. Δεν νιώθω να καταπιάνομαι με
συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ούτε μ’ ένα συγκεκριμένο
χαρακτήρα. Η έμπνευσή μου πηγάζει από ένα περισσότερο
φιλοσοφημένο και ποιητικό υπόβαθρο. Προσπαθώ να προστατέψω το σώμα δημιουργώντας όλα αυτά τα επίπεδα στα ρούχα,
αφήνοντας απαλά ρούχα να ακολουθούν το σχήμα του σώματος.
Θέλω να είμαι πολύ ευαίσθητος και την ίδια ώρα να δημιουργώ με μια συγκεκριμένη ωμότητα. Ο λόγος που εστιάζω
τη δουλειά μου σε μια εικόνα είναι γιατί θέλω να φτιάχνω
ρούχα συγκεκριμένα με έντονο στοιχείο τον κλασικισμό.
Έχει γίνει συνειδητά αυτό;
Ό,τι κάνω το κάνω συνειδητά. Πάντα δουλεύω έχοντας ένα
σκεπτικό. Μέσα απ’ τη δουλειά μου θέλω να υπάρχει συνάφεια, αλλιώς πιστεύω πως δεν υπάρχει νόημα να το κάνω.
Διακρίνω στη δουλειά σου ένα δυνατό ποιητικό αίσθημα.
Είσαι ρομαντικός;
Λατρεύω τα ρούχα μου και τις εικόνες που δημιουργώ και
αντιμετωπίζω πολύ συναισθηματικά τη δουλειά μου. Σημαίνει πολλά σε μένα, γι’ αυτό και είναι εύκολο να εντοπίσεις τον εσωτερισμό στη δουλειά μου.
Ποιο είναι αυτό το στοιχείο που σε προσδιορίζει νομίζεις
Damir;
Πιστεύω βρίσκεται κάπου ανάμεσα στις τέχνες. Τα ρούχα μου
είναι ένα τεράστιο project τέχνης. Ψάχνω για την ταυτότητά μου, τα βαθύτερα συναισθήματά μου και αυτά είναι που
προσπαθώ να μετατρέψω σε εικόνες. Είμαι ονειροπόλος και
θέλω να ονειρεύονται μαζί μου όλοι οι άνθρωποι.
Ταυτίζεσαι με αυτά που φτιάχνεις κάθε σεζόν;
Όλα όσα δημιουργώ είναι 100% ο εαυτός μου. Δεν θα έκανα
ποτέ κάτι που δεν θα φορούσα πρώτα εγώ.
Και πώς δουλεύεις; Εννοώ έχεις μαζί σου μια σταθερή δυναμική ομάδα ανθρώπων ή έναν αριθμό συνεργατών;
Όταν έρθει η ώρα της δημιουργίας είμαι μόνο εγώ. Γύρω
από μένα όμως υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι.
Από καιρό υπήρχαν φήμες για τη γυναικεία σειρά Damir
Doma…
Ναι, ήταν στο μυαλό μου καιρό. Το ενδιαφέρον στη γυναικεία συλλογή ήταν τεράστιο και πιστεύω πως το έκανα την
κατάλληλη περίοδο.
Είσαι πολύ νέος και με εντυπωσιάζει που η δουλειά χαίρει
σεβασμού και έχει αναγνωριστεί. Δεν σε προβληματίζει το
γεγονός ότι κάτι που σήμερα θεωρείται σημαντικό, αύριο
ίσως αυτόματα γίνει παλιό, βάσει στους γρήγορους ρυθμούς που έχουν επιβληθεί πια στη μόδα από τις μεγάλες
αγορές;
Πιστεύω πως η μόδα είναι για σημεία των καιρών, που σημαίνει πως πρέπει να είμαι υπέρ ευαίσθητος και να νιώθω
όλα όσα γίνονται γύρω μου. Κάποτε πρέπει να είσαι έμπειρος στις ιδέες σου και να βλέπεις τα πράγματα από νέα
προοπτική. Ξέρω πολύ καλά τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή
στον κόσμο της μόδας.
Ποιοι είναι οι κανόνες της δικής σου ηθικής;
Πιστεύω πως το πιο σημαντικό πράγμα είναι να παραμένεις
ειλικρινής και πάντα αληθινός απέναντι στον εαυτό σου.
Είναι πολύ σημαντικό να ξέρεις ποιος είσαι και τι θες
απ’ τη ζωή. Γι’ αυτό κι είναι ζωτικής σημασίας να είσαι
αληθινός.
Ποια είναι τα στοιχεία που πρέπει να έχει ένας οίκος ώστε
να αποτελέσει σημείο αναφοράς στην Ιστορία της Μόδας;
Πιστεύω πως το σημαντικότερο είναι το όραμα. Είναι η καλύτερη προοπτική. Είναι σημαντικό να σκέφτεσαι πολύ περισσότερα και πολύ πιο μακριά από μια σεζόν.
Ποια είναι τα βασικά στοιχεία για μια πετυχημένη αντρική
συλλογή;
Δεν ξέρω. Η δασκάλα μου πάντα μου έλεγε. «Τσέπες. Οι
άντρες λατρεύουν τις τσέπες». Ενώ της έχω αποδείξει το
αντίθετο. Δεν μπορώ να μιλώ συγκεκριμένα για αντρικά
ρούχα, αλλά πιστεύω πως το όραμα πίσω από οτιδήποτε δημιουργικό είναι σημαντικό.
Συμφωνώ με αυτό ειλικρινά. Είσαι ένας από τους πρώτους
που έδειξαν τη δουλειά τους σε πασαρέλα με παρουσίαση
βίντεο. Πώς πιστεύεις πως ένα φιλμ μπορεί να βοηθήσει μια
κολεξιόν;
Πιστεύω πως ένα φιλμ μπορεί να δείξει πολλές και διαφορετικές προοπτικές και όψεις μιας συλλογής. Από την
άλλη, πιστεύω πως το φιλμ δεν μπορεί να αντικαταστήσει
ένα fashion show. Γιατί ένα καλό fashion show είναι γεμάτο από συναισθήματα και σημαντικές στιγμές. Πολύτιμες
στιγμές για αυτούς που το βλέπουν.
Τότε τι πραγματικά πιστεύεις για την τεχνολογία στη
μόδα;
Απορρίπτω αυτή την ιδέα. Πιστεύω πως τα ρούχα είναι προσωπική υπόθεση. Τα υλικά αγγίζουν το σώμα μας και δεν μ’
αρέσει καθόλου η ιδέα να φοράω συνθετικά πράγματα. Προσπαθώ να κρατώ τη δουλειά μου όσο πιο «φιλική» γίνεται.
Πώς βλέπεις το μέλλον για σένα;
Μ’ αρέσει να δημιουργώ και να μεταφέρω τις ιδέες μου
στην πραγματικότητα. Ελπίζω αυτό να το κάνω για πολύ καιρό και ελπίζω να υπάρχουν πολλοί άνθρωποι γύρω μου, έτσι
ώστε να μοιραστούν τις ιδέες μου και να δουλέψουν μαζί
μου σε νέα πράγματα.
H Madeleine Vionnet είπε κάποτε: «Η αλήθεια μπορεί να
δημιουργηθεί με ευκολία».
Διαφωνώ μαζί της και πιστεύω πως η διαδικασία της δημιουργίας είναι επίπονη και σχεδόν πάντα αχάριστη. Μια
πραγματική δημιουργία είναι απαραίτητο να είναι κοπιαστική. Πρέπει να υποφέρεις.
Είναι η δημιουργία πόνος; Υποφέρεις κάθε στιγμή; Πώς μεταφράζεις εσύ αυτό που είπε η Vionnet;
Η δημιουργία είναι επίπονη. Πρέπει να σκαλίσεις πολύ βαθιά την ψυχή σου. Κάποτε μπορεί να είναι πολύ ζόρικη,
κάποτε πρέπει να παλεύεις με τον εαυτό σου. Κάποτε έχεις
κακές μέρες και πρέπει να προχωρήσεις. Πρέπει να μην τα
βάζεις κάτω.
Φαντάζεσαι τον εαυτό σου διάσημο;
Όχι.
Σ’ ευχαριστώ πολύ Damir…
copyright dapperDan issue ss10, φωτογραφία: βασίληςΚαρύδης, επιμέλεια μόδας: χαρίλαοςΜελετίου
ΥΓ. FASHION
EKΔΟΤΗΣ-ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ
ΝΙΚΟΣ ΠΑΤΤΙΧΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ
ΕΛΕΝΗ ΞΕΝΟΥ
ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΚΤΡΙΑ
ΕΛΕΝΑ ΠΑΡΠΑ
ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΕΚΔΟΣΗΣ
ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΚΟΡΔΗ
GRAPHIC DESIGNER
ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΙΘΗΛΛΟΣ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ
ΣΤΕΛΛΑ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ
ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ
ΜΑΡΙΑ ΖΕΡΒΟΥ
ΜΑΡΙΑ ΚΑΠΑΤΑΗ
ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ
ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΙ ΧΡΩΜΑΤΩΝ
ΚΑΙ ΕΚΤΥΠΩΣΗ
PROTEAS PRESS LTD
ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΕΥΧΟΣ
ΕΠΙΜΕΛΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ ΔΙΕΚΠΕΡΑΙΩΣΕ
ΣΑΝ EDITOR/CURATOR
O FILEP MOTWARY
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΙΣΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ
FILEP MOTWARY