Μελίνα Λασηθιωτάκη - eClass

ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΙΙΙ
Αµαλία Κωτσάκη, επικ. καθηγήτρια
Πολυτεχνείο Κρήτης, Τµήµα
Αρχιτεκτόνων Μηχανικών
3ο Εξάµηνο 2008-2009
Μελίνα Λασηθιωτάκη
Ο φέρων οργανισµός των ναών σε
τρείς διαφορετικές περιόδους.
Συγκριτική θεώρηση.
πΕΡΙΕΧοΜεΝα:
Εισαγωγή
Βιβλιογραφική ανασκόπηση
Θέµα της έρευνας
Σκοπός της έρευνας
....................................................................................σελ. 2
....................................................................................σελ. 3
....................................................................................σελ. 4
Μέθοδος
....................................................................................σελ. 5
Ευρήµατα
....................................................................................σελ. 6
....................................................................................σελ. 7
1.Ναός Επικούρειου Απόλλωνα
2.Παναγία της Σκριπού
3.Καθεδρικός Ναός της Αµιένης
Ερµηνεία
....................................................................................σελ. 8
....................................................................................σελ. 11
....................................................................................σελ.
Το ζήτηµα της απόδοσης της κλίµακας
Η συµβολή της κλίµακας στην έκφραση του Θείου.
Η γενική αισθητική θεώρηση κάθε εξεταζόµενης εποχής
και η έκφρασή της στα εν λόγω µνηµεία.
...............................................σελ.
Ο αντικατοπτρισµός του πνεύµατος της εποχής και της γεωγραφικής θέσης κάθε εξεταζόµενου
...............................................σελ.
µνηµείο στο το στατικό του σύστηµα
Συµπερασµατικά
Βιβλιογραφία
Πηγές εικονογράφησης
13
16
19
...............................................σελ. 20
...............................................σελ. 21
...............................................σελ. 22
...............................................σελ. 24
...............................................σελ. 25
1
Ι. Εισαγωγή:
Βιβλιογραφική Ανασκόπηση:
Για τους Ναούς που έχουν επιλεχθεί, το µεγαλύτερο µέρος της
µελέτης τους βασίστηκε στα βιβλία αναφοράς που καταγράφονται
παρακάτω.
Όσο για τα υπόλοιπα βιβλία που περιλαµβάνονται στη
βιβλιογραφία, στο τέλος της έρευνας, οι βιβλιογραφικές πηγές ήταν
ελλιπείς αλλά βοήθησαν στη συγκρότηση της εικονογράφησης και
της εξαγωγής συµπερασµάτων.
Βιβλία αναφοράς:
Ι. Για το Ναό του Επικούρειου Απόλλωνα:
Alexander Tzonis- Phoebe Giannisi, Classical Greek Architecture: The
construction of the modern, εκδ. Flammarion, 2004
Μπούρας Χαράλαµπος Θ., Μαθήµατα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής Τόµος Α,
εκδ. ΕΜΠ, Αθήνα, 1980
Μιχελής Π.Α., Αισθητική Θεώρηση της Βυζαντινής Τέχνης,
εκδ. Ίδρυµα Παναγιώτη και Έφης Μιχελή, 2006
2
ΙΙ. Για την Παναγία της Σκριπού:
Μπούρας Χαράλαµπος Θ., Βυζαντινή και µεσοβυζαντινή
αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 2006
Μπούρας Χαράλαµπος Θ., Μαθήµατα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής Τόµος Α,
εκδ. ΕΜΠ, Αθήνα, 1980
Richard Krautheimer, Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή αρχιτεκτονική,
εκδ. Μορφωτικό Ίδρυµα Εθνικής Τραπέζης,1998
Μιχελής Π.Α., Αισθητική Θεώρηση της Βυζαντινής Τέχνης,
εκδ. Ίδρυµα Παναγιώτη και Έφης Μιχελή, 2006
ΙΙΙ. Για τον Καθεδρικό Ναό της Αµιένης :
Murray Stephen, Notre Dame, Cathedral of Amiens: The power of change in
Gothic, εκδ. Cambridge University Press,1996
Wilson Christopher, The Gothic Cathedral: the architecture of the great church, εκδ.
Thames and Hudson, 1990
Μιχελής Π.Α., Αισθητική Θεώρηση της Βυζαντινής Τέχνης,
εκδ. Ίδρυµα Παναγιώτη και Έφης Μιχελή, 2006
3
Θέµα της έρευνας:
Η µελέτη του φέροντος οργανισµού τριών ναών
διαφορετικών εποχών.
Συγκεκριµένα θα µελετηθούν:
1. Ο Ναός του Επικούρειου Απόλλωνα στις Βάσσες, Ελληνική Αρχαιότητα τον 4ο-5ο αιώνα
2. Η Παναγία της Σκριπού στη Βοιωτία, Μεσοβυζαντινή περίοδος
3. Ο Καθεδρικός Ναός της Αµιένης στη Γαλλία, Γοτθική περίοδος
Η επιλογή των συγκεκριµένων τριών ναών έγινε διότι αντιπροσωπεύουν τρεις
διαφορετικές χρονικές περιόδους µε έντονες διαφορές στη δοµή και στους
κατασκευαστικούς τρόπους, γεγονός το οποίο θα διευκολύνει την εξαγωγή
συµπερασµάτων.
4
Σκοπός της έρευνας:
είναι η διερεύνηση της συµβολής των στοιχείων του φέροντα
οργανισµού σε ναούς διαφορετικών περιόδων της Ιστορίας της
Αρχιτεκτονικής στην απόδοση της κλίµακας και την έκφραση
του Θείου. Επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον στην εξέλιξη
της δοµής του φέροντος οργανισµού τους θα
επιχειρηθεί να ερµηνευθεί το πώς αυτός επηρεάζει το
τελικό αίσθηµα του χώρου στο ναό.
5
ΙΙ. Μέθοδος:
• Για τη συλλογή του ερευνητικού υλικού
ακολουθήθηκε η βιβλιογραφική έρευνα και η
έρευνα στο διαδίκτυο
• Η ερµηνευτική µέθοδος είναι συγκριτική,
θέτοντας τα παρακάτω ερωτήµατα:
1.
2.
3.
4.
5.
Ποιος είναι ο φέροντας οργανισµός κάθε ναού ξεχωριστά;
Πως αποδίδεται η κλίµακα στον κάθε ναό αντίστοιχα;
Με ποιο τρόπο η απόδοση της κλίµακας σε κάθε περίπτωση συµβάλει
στην έκφραση του Θείου?
Ποια γενική αισθητική θεώρηση διέπει την εκάστοτε εποχή?
Πως το στατικό σύστηµα κάθε ναού αντικατοπτρίζει το πνεύµα της εποχής
του και της γεωγραφικής περιοχής όπου ανήκει?
6
ΙΙΙ. Ευρήµατα:
7
Ναός του Επικούρειου Απόλλωνα
2
1
3
Χτίστηκε το 420-400 π.Χ. στη θέση ενός παλαιότερου, αρχαϊκού
ναού. Ο περιηγητής Παυσανίας, που επισκέφτηκε και θαύµασε το
µνηµείο στα µέσα περίπου του 2ου αι.µ.Χ., αναφέρει ως
αρχιτέκτονά του τον Ικτίνο. Η θέση που κατέχει ο ναός στην ιστορία
της ελληνικής αρχιτεκτονικής είναι ξεχωριστή, καθώς συνδυάζει µε
ιδιοφυή τρόπο τα αρχαϊστικά στοιχεία, που υπαγόρευε η τοπική
θρησκευτική παράδοση, µε τις τολµηρές ανανεωτικές ιδέες του
δηµιουργού του. Είναι δωρικός παρίπτερος, µε προσανατολισµό Β.Ν και διαστάσεις 14,48x38,24µ. στο επίπεδο του στυλοβάτη.
4
8
H θεµελίωση του Ναού γινόταν µε τους στερεοβάτες των επι µέρους
κατακόρυφων στοιχείων τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι θεµελίωση υπήρχε
συνήθως µόνο κάτω από τοίχους ή κιονοστοιχίες και όχι σε όλη την
έκταση του ναού.Το δάπεδο διαµορφωνόταν µε µεγάλες πλάκες που δεν
είχαν συνήθως ιδιαίτερη υποδοµή. Το πλάτος του στερεοβάτου ήταν κατά
κανόνα µεγαλύτερο από των υπερκείµενων στοιχείων.Η θέση των
υποθεµελιώσεων και η καταπόνησή τους µόνο σε θλίψη, επέτρεπε µια
σχετική αµέλεια στην κατασκευή, όπως την ύπαρξη κάπως µεγαλύτερων
αρµών, την προεξοχή ή την εσοχή λίθων και την απουσία σιδηρών
συνδέσµων.Στο ναό του Επικούρειου Απόλλωνα υπήρχαν
συµπληρωµατικά στοιχεία θεµελιώσεως εγκάρσια τοποθετηµένα κάτω
από το δάπεδο( την στώσιν) του σηκού ή και των πτερών που είναι γνωστά
µε το όνοµα Κρατευταί 1.
6
5
1.Μπούρας Χαράλαµπος Θ., Μαθήµατα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής Τόµος Α, εκδ.
ΕΜΠ, Αθήνα, 1980, σελ.197
7
9
Ο ναός είναι περίπτερος, εξάστυλος, δωρικού ρυθµού. Ενα από τα πολλά
ιδιόµορφα γνωρίσµατά του είναι ότι στις µακρές πλευρές, έχει 15 κίονες . Το
γνώρισµα αυτό έχει σαν συνέπεια την ιδιαίτερα επιµήκη µορφή της κάτοψης του
ναού, χαρακτηριστικό των ναών της αρχαϊκής περιόδου 2. Εκτός από την
δωρικού ρυθµού εξωτερική κιονοστοιχία, συνυπάρχουν στην αρχιτεκτονική του
ναού στοιχεία του ιωνικού και του κορινθιακού ρυθµού.
8
Ενα από τα κύρια
χαρακτηριστικά του ναού είναι η
παρουσία στον σηκό του
πρωϊµότερου κορινθιακού
κιονοκράνου.
Τον ναό παριέτρεχε εξωτερικά
δωρική ζωφόρος, την οποία
αποτελούσαν ακόσµητες µετόπες
και τρίγλυφα. Θεωρείται πλέον
βέβαιον ότι δεν υπήρχαν γλυπτά
στα αετώµατα.
∆ωρική ζωφόρος υπήρχε και
γύρω από τον εξωτερικό τοίχο
του σηκού. Στις µακρές πλευρές
οι µετόπες ήταν ακόσµητες, στις
στενές πλευρές, έφεραν
ανάγλυφες παραστάσεις.
Το εικονογραφικό πρόγραµµα
του ναού συµπλήρωνε η ιωνική
ζωφόρος στο εσωτερικού του
σηκού.
12
9
1
10
Ο ναός χτίστηκε από σκληρό, τοπικό
ασβεστόλιθο.
Ορισµένα µόνο τµήµατα του είναι
κατασκευασµένα από µάρµαρο - πιθανόν
προερχόµενο από λατοµείο της
Πελοποννήσου: τα κιονόκρανα του σηκού,
µέρη της οροφής και της στέγης, και ο γλυπτός
διάκοσµος.
Ο ασβεστόλιθος που χρησιµοποιήθηκε
παρουσιάζει έντονη διαστρωµάτωση από ξένα
στοιχεία τα οποία όταν έρχονται σε επαφή, µε
το νερό και σε συνεργασία µε τις µεγάλες
θερµοκρασιακές διακυµάνσεις που
χαρακτηρίζουν το περιβάλλον του µνηµείου,
αποσαθρώνουν τη µάζα των αρχιτεκτονικών
11
µελών.
2.Alexander Tzonis- Phoebe Giannisi, Classical Greek Architecture: The construction of
the modern, εκδ. Flammarion, 2004,σελ.88
10
Στον φέροντα οργανισµό του περιλαµβάνονται η υπερβολικά
στενόµακρη κάτοψη της περίστασης, ο αριθµός των κιόνων (6x15 αντί
του κανονικού για την εποχή 6x13) όπου και η διάταξή τους (µεγαλύτερα
µετακιόνια διαστήµατα στις στενές πλευρές) τα οποία είναι αρχαϊκά
χαρακτηριστικά. Συνυπάρχουν όµως αρµονικά µε προοδευτικά
γνωρίσµατα της ώριµης κλασικής αθηναϊκής αρχιτεκτονικής, όπως είναι
η λεπτότητα των κιόνων, το χαµηλό ύψος της κρηπίδας και του θριγκού
και η ευρυχωρία του προδόµου και του οπισθοδόµου. Η µεγάλη
πρωτοτυπία του µνηµείου έγκειται στη διαµόρφωση του εσωτερικού του.
Στο σηκό υπάρχει η ιδέα της κιονοστοιχίας κατά τις τρεις πλευρές,
όµως οι κίονες στις µακρές πλευρές δεν είναι ελεύθεροι. Εκφύονται
από τους τοίχους ως λεπτά εγκάρσια χωρίσµατα που απολήγουν σε
ιωνικούς ηµικίονες µε ιδιότυπα κοινόκρανα και βάσεις. Στη στενή
πλευρά του σηκού, απέναντι από την είσοδο, ο ελεύθερος κίονας
έφερε το πρώτο στην ιστορία της αρχιτεκτονικής κορινθιακό
κιονόκρανο.
Η κιονοστοιχία στηρίζει ιωνικό θριγκό µε ανάγλυφη ζωφόρο, που
περιτρέχει εσωτερικά και τις τέσσερις πλευρές του σηκού. Έχει
µήκος 31 µ. και οι 23 πλάκες της, µε σκηνές αµαζονοµαχίας και
κενταυροµαχίας. Πίσω από τον ελεύθερο κορινθιακό κίονα, στη θέση
του κλειστού αδύτου άλλων ναών, διαµορφώνεται ένας κλειστός
χώρος, που επικοινωνεί µεν ελεύθερα µε το σηκό, "βλέπει" όµως για
θρησκευτικούς λόγους προς ανατολάς, µε µια πόρτα που ανοίγεται
προς το ανατολικό πτερό. Όλα αυτά τα στοιχεία συντείνουν στην
ανάδειξη του εσωτερικού χώρου.
16
Παναγία Σκριπού
Ο ναός της Παναγίας Σκριπού της Βοιωτίας, αποτελεί το πιο σηµαντικό
µνηµείο από τη σειρά εκκλησιών του τύπου «σταυροειδούς
µεταβατικού» στον ελλαδικό χώρο. Η µοναστηριακή αυτή εκκλησία έχει
µέγεθος 22,30 × 18,60 µέτρα, πλούσια µαρµάρινη διακόσµηση και
τέλος ιστορικές πληροφορίες που παρέχουν 4 επιγραφές µε µνηµειακή
έκφραση. Από αυτές µαθαίνουµε ότι ο ιδρυτής του ναού είναι ο Λέων
«βασιλικός Πρωτοσπαθάριος, και επί των οικιακών», δηλαδή αρχηγός
των σπαθάριων — της ανακτορικής φρουράς — στο Ιερό Παλάτιον στην
Κωνσταντινούπολη. Ο Λέων έχτισε την εκκλησία το 873/874. Πράγµατι,
µια γραπτή επιγραφή, που είναι ενσωµατωµένη στο εξωτερικό της
αψίδας του ιερού, αναγράφει τόσο τη χρονολογία κατασκευής του
καθολικού, το 874, όσο και τον χορηγό-κτήτορα της Μονής, τον Λέοντα.
13
Το σχέδιο της εκκλησίας είναι βαρύ, στερεό και µε όµορφες αναλογίες 3.
Στο εξωτερικό του ναού διαγράφονται έντονα το µεσαίο κλίτος,
1 οι
εγκάρσιες κεραίες και το ιερό, που αποκορυφώνονται όλα στο κυκλικό
1
τύµπανο του τρούλου.Τα κλίτη και οι τρεις ηµικυκλικές αψίδες αποτελούν
χαµηλότερα στοιχεία. ∆ιακοσµητικές ταινίες καµπυλώνονται πάνω από τα
παράθυρα, υποδιαρώντας έτσι τους εξωτερικούε τοίχους σ’ένα επίπεδο
που αντιστοιχεί στη στάθµη της γένεσης των θόλων, απεικονίζοντας
συγχρόνως την τέλεια συγχώνευση του εσωτερικού χώρου µε τους
εξωτερικούς όγκους 4.
14
Οι σύγχρονοι αρχιτέκτονες, παραδοµένοι στην παντοδυναµία του τσιµέντου, θα είχαν πολλά
να διδαχθούν από τη βυζαντινή αρχιτεκτονική, όπου τα κτίρια ανθούν θαρρείς από τη γη και
δεν χάνουν στιγµή το ανθρώπινο µέτρο
Α. ΓΑΛ∆Α∆ΑΣ
3-4. Richard Krautheimer, Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή αρχιτεκτονική, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυµα Εθνικής
Τραπέζης,1998, σελ. 383
11
Η Ορθόδοξη αυτή Εκκλησία γίνεται µια συµβολική µικρογραφία του
κόσµου, στην οποία η αρχιτεκτονική και η ζωγραφική παίζουν
βασικό ρόλο. Ο Παντοκράτορας δεσπόζει στον τρούλο που
συµβολίζει τον ουρανό, ακολουθούν προφήτες και άγγελοι, ενώ η
Πλατυτέρα στην κόγχη του ιερού, µεσιτεύει µεταξύ των πιστών και
του ουρανού. Η αρχιτεκτονική υπηρετεί κι αυτή το δόγµα που µε
επιµονή και έµφαση τονίζεται από την επίσηµη Εκκλησία 5.
15
Η αποκρυστάλλωση της Θείας λειτουργίας και των ακολουθιών
σηµαίνει και την καθιέρωση του τριµερούς ιερού: Πλην της
κεντρικήε κόγχης του αγίου βήµατος στην οποία τοποθετείται η
αγία τράπεζα υπάρχουν εκατέρωθεν άλλες δύο. Το βόρειο τµήµα
λέγεται πρόθεση και το νότιο διακονικό (δεδοµένου ότι η
λειτουργία του είναι όµοια µε του παλαιού διακονικού των
εκκλησιών). Τα τρία διαµερίσµατα επικοινωνούν µεταξύ τους.
16
Το επίµηκες σχήµα του κυρίως ναού , που θύµιζε κάπως την ξυλόστεγο
δροµική βασιλική και που σχηµατιζόταν µε καµάρες, τώρα παίρνει αναλογίες
που το κάνουν να πλησιάζει προς το τετράγωνο. Παράλληλα, τα πλάγια τόξα
βορείως και νοτίως του τρούλου, που σχηµάτιζαν εµβρυώδες εγκάρσιο
κλίτος, θα πάρουν τώρα ουσιαστικές διαστάσεις, διαµορφώνοντας το σχήµα
του σταυρού σε κάτοψη, γύρω από τον τρούλο 6.
5. Μπούρας Χαράλαµπος Θ., Μαθήµατα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής Τόµος Α, εκδ. ΕΜΠ, Αθήνα,
1980, σελ.146
6. ό.π.,σελ.252
12
17
Πρόκειται για µονόχωρη εκκλησία στην οποία ενσωµατώνονται σταυρικοί βραχίονες και τρούλος, η
σχεδίασή της σε συµπαγείς µάζες και περιορισµένους εσωτερικούς όγκους.
Ο κεντρικός τρούλλος υψώνεται πάνω από µια βασιλική, της οποίας τα τρία καµαροσκέπαστα
κλίτη χωρίζονται µεταξύ τους µε τοίχους διάτρητους από πύλες στα άκρα. Οι κάµαρες που
αντιστηρίζουν τον τρούλλο εγκάρσια , ξεπερνούν την ευθυγραµµία των εξωτερικών τοίχων και
διαγράφουν στο εξωτερικό, µαζί µε το υπερυψωµένο µεσαίο κλίτος, ένα σταυρό.
Γίνονται έτσι οι θόλοι ελαφροί, ένα είδος µονολιθικού κελύφους και κατά συνέπεια και οι τοίχοι
όπου εδράζονται, και τα αντερείσµατα που παίρνουν τις ωθήσεις, λεπτότεροι. Υπάρχει εξ άλλου η
προσπάθεια να συγκεντρωθούν οι πεσσοί και τα αντερείσµατα σε ορισµένα σηµεία, ώστε οι
υπόλοιποι τοίχοι να αποτελούνε χωρίσµατα µη φέροντα, αφόρτιστα.
Μπροστά στην εκκλησία υπάρχει ένας νάρθηκας που καλύπτεται µε µονόρριχτη στέγη.
Καθεδρικός Ναός της Αµιένης
18
Αν και η γοτθική αρχιτεκτονική προήλθε από την εξέλιξη της ρωµανικής, από
πλευράς ύφους και τρόπων εκφράσεως διαφέρει βασικά απ’αυτήν. Η
εφαρµογή ενός τύπου θόλου ελαφρού µε εντοπισµένες ωθήσεις, έτσι ώστε να
επιτρέπει την διάρθρωση των τοιχωµάτων ως αφόρτιστων διαφραγµάτων και
συγχρόνως µε ευελιξία στην στέγαση οποιουδήποτε σχήµατος χώρου,
δηµιούργησε τον νέο αρχιτεκτονικό τρόπο 7. Επιπλέον η εφαρµογή των
εξωτερικών αντηρίδων, έδωσαν τα βασικά γνωρίσµατα του ρυθµού: την
εξαΰλωση στον εσωτερικό χώρο αφ’ ενός, την ανάταση αφ’ ετέρου.
Στο Ναό, λοιπόν, οι εξωτερικές αντηρίδες αντιµετωπίζουν τις ισχυρές πλάγιες
ωθήσεις των τεσσάρων τόξων µετώπου των νευρωτών γοτθικών
σταυροθολίων. Η ανάγκη αυτές να φτάσουν ως το ύψος του υπερυψωµένου
µεσαίου κλίτους, χωρίς όµως να καταλάβουν το χώρο των πλάγιων κλιτών,
οδήγησε σε ένα νέο τύπο αντηρίδων, τις επίστεγες, οι οποίες µε µεγάλα
τεταρτοκυκλικά κυρίως τόξα γεφυρώνουν τα απαραίτητα ανοίγµατα. Έτσι τα
εσωτερικά στηρίγµατα έγιναν εξαιρετικά λεπτά και το εσωτερικού του ναού
απέκτησε µια ελαφρότητα αρχιτεκτονικά 8.
20
Το σύστηµα των νευρώσεων των θόλων είναι η βάση της της συνθέσεως του
γοτθικού αυτού κτίσµατος. Η δυνατότητα διανοίξεως παραθύρων οδήγησε
στην κατάργηση σχεδών των τοίχων. Τα κενά υπερτερούν απολύτως πάνω
στα πλήρη. Η προσπάθεια να φωτιστεί άπλετα το εσωτερικό, φθάνοντας σε
υπερβολή, έφερε σε ορισµένες περιπτώσεις τη διάλυση του κτηρίου. Τα
αφόρτιστα διαφράγµατα των τόξων δηµιούργησαν άλλωστε νέες
µορφολογικές δυνατότητες και έγιναν αιτία να γενικευθούν τα έγχρωµα
19
υαλοστάσια 9.
21
7. Murray Stephen, Notre Dame, Cathedral of Amiens: The power of change
in Gothic, εκδ. Cambridge University Press,1996, σελ.34
8-9. Μπούρας Χαράλαµπος Θ.,ό.π., , σελ.350
13
Στο γοτθικό αυτό ναό, τα τέσσερα τόξα µετώπου γίνονται οξυκόρυφα, τα θολωτά
µέρη ισχυρά υπερυψωµένα και οι νευρώσεις παίρνουν ειδική µορφή, ηµικυκλική
στην αρχή, τριών τετάρτων κύκλου η και µε κυµάτια αργότερα 10.
22
Τα στηρίγµατα είναι κίονες απλοί η σύνθετοι. Σ’αυτά επικρατεί η
αρχή της επιδείξεως ενός αναλυτικού πνεύµατος. Εκτός δηλαδή
από τον κυρίως κίονα, υπάρχουν προσαρτηµένοι και άλλοι που
αντιστοιχούν στις νευρώσεις των υπερκείµενων τόξων και θόλων,
σχηµατίζοντας δέσµη κιόνων, ηµικιόνων κλπ11. Τα ιστορηµένα
κιονόκρανα της ρωµανικής αρχιτεκτονικής δεν υπάρχουν εδώ
λόγω του µεγάλου ύψους των κιόνων που κάνει την παρατήρησή
τους πολύ δύσκολη.Οι νευρώσεις έτσι ξεκινούν από το δάπεδο
και φθάνουν ως τα κλειδιά των θόλων και οι κίονες χάνουν
τελείως το νόηµά τους.
25
26
Το µεσαίο τµήµα της δευτέρας ζώνης το καταλαµβάνει ο ρόδακας.
Πρόκειται για πολύ µεγάλο φεγγίτη στον οποίο ακτινωτές
νευρώσεις λίθινες µε µικρή διατοµή δηµιουργούν ένα σκελετό. Οι
ρόδακες έχουν πολύχρωµα ιστορηµένα υαλοστάσια, εξαιρετικά
εντυπωσιακά από το εσωτερικό του ναού12.
23
Τα δάπεδα του γοτθικού ναού γίνονται κατά κανόνα από µεγάλες
πλάκες. Σ’αυτές παρεµβάλλονται επιπεδόγλυφες πλάκες επιτύµβιες,
µεγάλου ιστορικού ενδιαφέροντος.
27
Ένα θέµα διακοσµητικό είναι ο λαβύρινθος, που σχηµατίζεται επίσης
µε πλάκες, έχει αρχαιότατη (ρωµαική) την καταγωγή και χρησίµευε
σαν «παιχνίδι υποµονής» των προσκυνητών της µητροπόλεως13.
24
10-13. ό.π., σελ.351,364
11-12. Wilson Christopher, The Gothic Cathedral: the architecture of
the great church, εκδ. Thames and Hudson, 1990,σελ.234
28
14
29
Οι νευρώσεις, που παραλαµβάνουν τα βάρη των θόλων και τα
µεταφέρουν µέσω των στηριγµάτων στη γη, µε την πλαστική τους
διαµόρφωση δείχνουν ότι συγκεντρώνουν όλη τη δράση των δυνάµεων,
δίνοντας έτσι µια υπερβολική δυναµικότητα στο εσωτερικό του κτηρίου. Η
εξαΰλωση, που αρχίζει από τους βυζαντινούς ναούς, επιτυγχάνεται εδώ
όπως και η έννοια του άπειρου χώρου, αλλά τα εκφραστικά µέσα είναι
τελείως διαφορετικά.
Η δυναµικότητα τονίζεται και στο εξωτερικό του γοτθικού ναού. Τα
κωδωνοστάσια, οι πύργοι στην διασταύρωση των κλιτών και το πλήθος
άλλα στοιχεία που διαπλάθονται µε κορυφώµατα, γίνονται µικρά η µεγάλα
λίθινα βέλη στραµµένα προς τον ουρανό. Λιγότερο ίσως πνευµατικός από
το βυζαντινό, ο γοτθικός ρυθµός εµπνέει επίσης τα συναισθήµατα του
υψηλού και εκφράζει έντονη θρησκευτικότητα 14.
Η πολλαπλότητα των στοιχείων του ρυθµού και το εκτεταµένο θεµατολόγιο µορφών
έδωσαν τη δυνατότητα άπειρων συνδυασµών που αποκλείουν γενικεύσεις και
περιληπτικές εξετάσεις πολλών µνηµείων το καθένα από τα οποία έχει την
προσωπικότητά του, όπως ο Ναός της Αµιένης.
Η µορφολογική αυτή πολλαπλότητα που εντυπωσιάζει δεν ξεκινάει µόνο από µια
διάθεση διακοσµήσεως.Κάθε στοιχείο είχε προκύψει από µια ανάγκη, συνήθως
κατασκευαστική.
30
14. Μπούρας Χαράλαµπος Θ., ό.π., σελ.341
31
15
•
•
•
Η ισορροπία του γοτθικού ναού βασίζεται σε ένα σύστηµα ωθήσεων και αντιστηρίξεων,
υπολογισµένο µέχρι την µικρότερη λεπτοµέρειά του. Οι εντοπισµένες πια ωθήσεις από την
στέγαση του µεγάλου µεσαίου κλίτους παραλαµβάνονται από τόξα και διαβιβάζονται στις
εξωτερικές αντηρίδες που αποκτούν µεγαλύτερη ευστάθεια µε τα πρόσθετα βάρη του
πυργοειδούς κορυφώµατός του.
Ο φέρον οργανισµός του κολοσσιαίου αυτού κτηρίου µπορεί να αναλυθεί σε ένα σοφό σύστηµα
από κατακόρυφα στηρίγµατα, αντηρίδες, τόξα και σταυροθόλια, σε ένα σκελετό νευρώδη που δεν
αποκρύπτεται από τον θεατή και ο οποίος όµως δεν είναι ορατός στο σύνολο.
Παράλληλα οι διατοµές των φερόντων στοιχείων µειώνονται όσο γίνεται περισσότερο, έτσι ώστε
να πλησιάζουν κάποτε τα όρια καταπονήσεως της ύλης. Έτσι πολλές φορές στο εσωτερικό του
ναού, απορεί κανείς για την επάρκεια τόσο εκλεπτυσµένων στοιχείων, γιατί αγνοεί αισθητικά τις
πελώριες αντηρίδες που υποβαστάζουν το ναό.
ΙV. Ερµηνεία:
16
Το ζήτηµα της απόδοσης της κλίµακας
Ένα µέσο ριζικό της καλλιτεχνικής σύνθεσης για την ανάδειξη του χώρου, και γενικότερα του Υψηλού, υπήρξε η
εισαγωγή της κλίµακας στην αρχιτεκτονική.
Ο ελληνικός ναός του Επικούρειου Απόλλωνα αδιαφορεί σχεδόν για τα ανθρώπινα µέτρα και τα µέλη του µετριούνται
κυρίως µε τον «κανόνα» των αναλογιών. Γι’ αυτό, αν θέλαµε να κάνουµε µια σχετική διάκριση, θα λέγαµε, ότι όταν
διπλασιάζεται το µέγεθός του, διπλασιάζονται οι διατάσεις και της θύρας και των βαθµίδων της κρηπίδας και όλων των
µελών το, έτσι που οι βασικές αναλογίες παραµένουν οι ίδιες, παρ’ όλο ότι η διπλάσια σε µέγεθος θύρα γίνεται
υπερβολική η ότι οι βαθµίδες της κρηπίδας µε τον διπλασιασµό, καταντούν να µην είναι πια βατές.Είναι λοιπόν
αρκετό, το να διατηρηθεί η αρµονία των αναλογιών καθ’ εαυτή, και άσχετα από το πραγµατικό µέγεθος του ναού. Η
αναφορά γίνεται προς τη διάνοια του θεατή.Αυτήν ο καλλιτέχνης θέλει να µαγέψει µε την αρµονία των αναλογικών
σχέσεων του έργου.
Αντιθέτως, στον χριστιανικό ναό, την Παναγία της Σκριπού, οι βαθµίδες, η θύρα, τα κιγλιδώµατα του υπερώου και τα
λοιπά του µέλη παραµένουν στα µέτρα του ανθρώπου. Κι έτσι τα µέτρα της ανθρώπινης κλίµακας µεταφερόµενα στα
µέλη του ναού, έχουν ως αποτέλεσµα ότι δηµιουργούν ένα µέτρο σύγκρισης για τον θεατή, που του επιτρέπει
µονοµιάς να αποτιµήσει το µέγεθος του έργου, έστω και ως εκδήλωση όγκων αρχικά. Επιπλέον τα κρατηµένα µέλη σε
φυσική κλίµακα µετρούν όσα είναι σε κλίµακα µεγαλύτερη από λόγους αναλογιών του όλου έργου. Εκτός όµως από
την ανθρώπινη κλίµακα, υπάρχει και η κλίµακα του υλικού και του διάκοσµου στις εσωτερικές αλλά και εξωτερικές
όψεις του ναού.Τα µέτρα σύγκρισης που παρέχουν οι φυσικές διαστάσεις από τα τούβλα, τους λίθους, τις κοσµητικές
πλάκες, χρησιµεύουν ώστε και ο µικρότερος βυζαντινός ναός να δίνει εκπληκτικές εντυπώσεις µεγέθους παρά τις
πραγµατικές του διαστάσεις.
Τροµερότερα αποτελέσµατα εντυπώσεων, αλλά εξωτερικότερα παρέχει η χρήση της κλίµακας στο γοτθικό ναό, το
Ναό της Αµιένης. Εδώ, όχι µόνο τα ανθρώπινα µέτρα έχουν µεταφερθεί στο έργο και παραµένουν στα όριά του, παρά
το πελώριο µέγεθος του ναού, όχι µόνο µε το µέτρο του υλικού( της πέτρας) συνεργεί στη φαινοµενική αύξηση των
πραγµατικών διαστάσεων, αλλά διατηρείται από τη βάση ως την απώτατη απόληξη των αντερεισµάτων και στα
κορυφώµατα των πύργων η ίδια λεπτολόγα πλαστική επεξεργασία του λίθου, που µ’ένα µέτρο του απειροελάχιστου
διαλύει σχεδόν τη µάζα σε ένα παιχνίδι φωτοσκιάσεων.Κυριαρχεί έντονα η υπεροχή της κατακόρυφης διάστασης, κι
επαναλαµβάνεται πολλαπλασιασµένη σε παράλληλα αντερείσµατα και στύλους και σε επάλληλα ανοίγµατα και
διακοσµητικά µοτίβα, για να διευκρινιστεί η καταπληκτική εντύπωση του υπερβατικού ύψους και στο εξωτερικό και στο
εσωτερικό του ναού.
19
Η συµβολή της κλίµακας στην έκφραση του Θείου.
Ο ναός του Επικούρειου Απόλλωνα αποτελούσε αφιέρωµα της πόλης στο Θεό και δεν έπαιζε
ρόλο το µέγεθος αλλά η ποιότητα, καθώς ιδεώδες ήταν το ωραίο µια έννοια µακρά της
σκοπιµότητας. Η στατική µορφή της δοκού επί στύλων αντικατόπτριζε τις τέλειες αναλογίες και
εκφράστηκε µέσω των µορφών ως ζωντανός οργανισµός. Η έκφραση αυτή πηγάζει από µια
αισθητική θεώρηση ανθρωποκεντρική. Όπως ο άνθρωπος αισθάνεται να αντιδρά στο βάρος
για να το στηρίξει, έτσι παριστάνεται να αντιδρά και ο κίονας. Εποµένως η σχέση µορφής και
υλικού είναι ορθολογική και το πνεύµα της δηµιουργίας συνθετικό.
Ο γοτθικός ναός της Αµιένης έχει έναν άλλο στόχο: το φως, την ελαφρότητα και την εξαϋλωση
της µάζας. Η δύναµη που τον κατέχει και ανυψώνει τις κατακόρυφες στο άπειρο, είναι βίαια,
και εκπλήσσει. Στη Γοτθική αρχιτεκτονική όλα τείνουν και τοξεύουν προς τον ουρανό. Ο
Γοτθικός ναός επιδιώκει να ενσαρκώσει την ενότητα της «ουράνιας Ιερουσαλήµ» µε τα µέσα
της ∆υτικής χριστιανικής αντίληψης. Το ύψος είναι τριπλό από το πλάτος του κεντρικού
χώρου, ενώ η διαµόρφωση των υποστυλωµάτων, που εκτινάσσονται προς την οροφή, δίνουν
την αίσθηση της κίνησης προς τον ουρανό. Το πλούσιο φως που µπαίνει από τα υαλοστάσια
διαλύει τη µάζα και δηµιουργεί την ψευδαίσθηση ενός υπεργήινου ουράνιου χώρου.
Αντιθέτως, η αίσθηση στην Παναγία της Σκριπού είναι πιο εσωτερική, πνευµατική. Η δύναµη
που την κατέχει είναι γαλήνια, τεράστια αλλά ήρεµη, και ανασηκώνει την ύλη στα φτερά της
για να την εξαϋλώσει, χωρίς γι’ αυτό η αρµονία του γύρω κόσµου να ταράζεται, ούτε η ψυχή
να εκπλήσσεται η να αγωνιά. Η εκκλησία της Παναγίας γεννάει το χριστιανικό συναίσθηµα
αναβλέποντας στον ουράνιο θόλο, ενώ ο γοτθικός ναός ένα πιο βίαιο συναίσθηµα κοιτάζοντας
το αχανές που δηµιουργούν τα οξυκόρυφα τόξα. Το µαρτυρά και µόνη η έντονη υπεροχή της
κατακόρυφης πάνω από τις άλλες διαστάσεις, του πλάτους και του βάθους,
πολλαπλασιασµένη µε την απόληξη του πύργου του γοτθικού ναού µέσα στα σύννεφα. Και οι
δύο όµως διαµορφώνουν εσωτερικά τα οποία είναι φορείς συµβόλων µε πνευµατικό
περιεχόµενο. Ο τρούλος δηλαδή στη µεν χριστιανική εκκλησία, και η εξαΰλωση των όγκων
στο δε γοτθικό ναό είναι ο κόσµος και ο Θεός που προκαλούν δέος και σεβασµό.
20
Η γενική αισθητική θεώρηση κάθε εξεταζόµενης εποχής
και η έκφρασή της στα εν λόγω µνηµεία.
Στην αρχαία κλασική εποχή, την εποχή που χτίστηκε ο Ναός του Επικούρειου Απόλλωνα, το
αίσθηµα του Υψηλού γεννιέται από τον φόβο µπροστά στις αδάµαστες δαιµονικές δυνάµεις της
φύσης, και γι’ αυτό η τέχνη δίνει στους θεούς τη µορφή του τερατώδους και χτίζει τους ναούς
κολοσσιαίους. Στην Ελλάδα, η διάθεση του Υψηλού γαληνεύει, γιατί ο άνθρωπος τότε
ορθολογίζεται, ζει σε αρµονία µε τη φύση και εξανθρωπίζει τους θεούς. Και γι’ αυτό η ελληνική
τέχνη προσπαθεί να εξιδανικεύσει το ανθρώπινο σώµα σε θείο µε εναρµόνιες αναλογίες και να
χτίσει τους ναούς κατά το πρότυπο της κατοικίας του ανθρώπου. Όσο κι αν τα ανθρώπινα «µέτρα»
υπερβάλλονται στην παράσταση των θεών, η στην κατοικία τους, δεν αποβλέπει η υπερβολή αυτή
στην ποσοτική µεγαλοσύνη, αλλά στην ποιοτική υπεροχή. Και επειδή τα πρότυπα του ανθρώπινου
σώµατος και της κατοικίας του διατηρούνται, η ποιοτική υπεροχή ναών και θεών δεν τροµάζει τον
άνθρωπο. Τον γαληνεύει και τον ενθουσιάζει µε την οµορφιά. Το αίσθηµα της συντριβής µπροστά
τους του είναι άγνωστο, κι έτσι η εκστατική µέθη του Υψηλού µεταπίπτει σε ένα φρόνηµα χαράς, του
οποίου οι διανοητικοί τόνοι ελίσσονται στη δεσπόζουσα κλίµακα του Ωραίου.
Στη χριστιανική εποχή, την εποχή που χτίστηκε η Παναγία της Σκριπού, το αίσθηµα του Υψηλού
στρέφεται πάλι προς το απροσµέτρητο, αλλά αυτή τη φορά αναζητάει να εκφράσει το άπειρο του
πνεύµατος και όχι το κολοσσιαίο και το τερατώδες των υλικών δυνάµεων της φύσης. Τον φόβο
όµως και τον τρόµο δεν τον γαληνεύει η διάνοια αλλά το αίσθηµα της άπειρης αγάπης. Γι’ αυτό η
τέχνη εξαΰλώνει τη µορφή του Θεανθρώπου, ώστε να φανεί το πνεύµα της Παντοδυναµίας, και για
να χωρέσει στους ναούς που χτίζει, καθιστά άπειρο τον χώρο και µας ανεβάζει εκστατικούς σε
υπέροχα ύψη. Η µαγική στροφή του ανθρώπου προς τα έσω, η ξαφνική αποκάλυψη ενός αιώνιου
φωτός στην ψυχή του πιστού.
Στη γοτθική πνευµατική και µορφολογική βούληση, είναι χαρακτηριστική η δηµιουργία απόστασης
και δέους στον άνθρωπο. Τo επιβλητικό αρχιτεκτονικό ύφος των γοτθικών καθεδρικών ναών
εξυπηρετεί στην µετάδοση του θρησκευτικού µηνύµατος της µεγαλοσύνης του Θεού σε
αντιδιαστολή µε την ταπεινότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ταυτόχρονα η ιδεολογία της εποχής είχε
αλλάξει. Στο προσκήνιο είχε έρθει η εκτίµηση του πνεύµατος και η περιφρόνηση του κόσµου της
ύλης µέσα από την άϋλη φύση του χριστιανικού θεού. Μέσα στον καθεδρικό ναό, µε τις οξείες
απολήξεις του, που όπως φαίνεται, τοξεύει στον ουρανό, απεικονίζεται η µεσαιωνική κοσµοθεωρία
µε τη θεοκρατική ιεράρχηση, κλιµάκωση και διαφοροποίηση.
21
Ο αντικατοπτρισµός του πνεύµατος της εποχής και της γεωγραφικής θέσης
κάθε εξεταζόµενου µνηµείο στο το στατικό του σύστηµα
Ο ναός του Επικούρειου Απόλλωνα δεν ήταν χώρος λατρείας, αλλά περισσότερο αφιέρωµα της πόλης
στους θεούς. Η λατρεία γινόταν γύρω από αυτόν και όχι στο εσωτερικό του. Αποτέλεσµα αυτού είναι ότι
διαµορφώθηκε ως κτίσµα στραµµένο προς τα έξω και όχι ως έργο µε εσωτερικό χώρο. Μη έχοντας
κοινωνικό περιεχόµενο, ο χώρος µέσα στο κτήριο δεν έτυχε ειδικής προσοχής. Οι τότε ελληνικοί ναοί,
λοιπόν, δεν ήταν αρχιτεκτονήµατα, αλλά έργα γλυπτικής. Σε αυτά υπήρχαν άλλες καθαρά αρχιτεκτονικές
αρετές, όπως οι έννοιες της κλίµακας και της σύνθεσης. Ο ελληνικός αυτός ναός, επιβάλλεται όχι µε το
µέγεθός του αλλά µε την ποιότητά του. Το ιδεώδες των αρχιτεκτόνων ήταν το ωραίο, µια έννοια που δεν
είχε σχέση µε τη σκοπιµότητα που διαφαίνεται πίσω από άλλα αρχιτεκτονικά µνηµεία. Για την
πραγµατοποίηση αυτού του ιδεώδους, έφεραν τα στοιχεία του δωρικού και ιωνικού ρυθµού σε τέλεια
ισορροπία. Η στατική µορφή της δοκού επί στύλου αφ’ ενός πήρε τέλειες αναλογίες, αφ’ ετέρου εκφράστηκε
µέσω των µορφών ως ένας ζωντανός οργανισµός. Κάθε µέλος δείχνει τη λειτουργία του µε τρόπους
φανερούς και αφανείς, µελετηµένους στο έπακρο. Η ρυθµική τάξη στον χώρο που υπήρχε στις
κιονοστοιχίες, θα πάρει απόλυτη ισορροπία. Στο κτήριο υπάρχει εσωτερική κλίµακα που αποκτά την
αρµονία και γίνεται µέτρο ποιότητας. Η ανθρώπινη κλίµακα υποδηλώνεται µε στοιχεία που ανεξάρτητα µε το
µέγεθος του ναού κρατούνται σε ανθρώπινα µέτρα, όπως οι βαθµίδες ανόδου προς την είσοδο. Το
πλαστικό φαινόµενο του ναού είναι µια καθαρή σύνθεση του πνεύµατος που έχει ξεπεράσει τις λειτουργικές
και κατασκευαστικές ανάγκες. Τέλος, ακόµη και η ελεύθερη διάταξη του ναού στο ύπαιθρο δείχνει τις ειδικές
αντιλήψεις των αρχαίων στο χώρο.
Όσον αφορά την Παναγία της Σκριπού ,δηµιούργηµα της χριστιανικής τέχνης, τέσσερις έννοιες τη
διακρίνουν: η στροφή προς τα έσω, η κλίµακα, η γραφικότητα της µορφής και ο δυναµισµός της σύνθεσης.
Η ανάγκη της συµµετοχής των πιστών στη λατρεία και της περισυλλογής για την παρακολούθηση της
λειτουργίας επέβαλλε την συγκέντρωση του πλήθους στο εσωτερικό του ναού. Έτσι λοιπόν, το
αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον στράφηκε στο εσωτερικό του ναού. ∆ιατηρεί ένα αυστηρό και απέριττο εξωτερικό,
ενώ στο εσωτερικό συγκεντρώνεται όλος ο πλούτος της διακόσµησης και όλη η προσπάθεια του
αρχιτέκτονα για την ανάδειξη του κτηρίου. Σε αντίθεση µε τους αρχαίους ναούς, όπου πρυτάνευε η αρµονία
του όλου βασιζόµενη σε αναλογίες µερών και µε σχετική αδιαφορία για τα ανθρώπινα µέτρα, στην
Χριστιανική Εκκλησία οι επιµέρους µορφές έχουν άµεση σχέση µε την ανθρώπινη κλίµακα. Αναδεικνύεται,
λοιπόν, το µεγάλο µέγεθος του εσωτερικού χώρου του ναού, µε αποτέλεσµα την απόδοση χαρακτήρα
πνευµατικού ύψους στο κτήριο.
22
Πέρα από την ανθρώπινη κλίµακα , υπάρχουν και αυτοτελείς σχέσεις αναλογιών των στοιχείων
µεταξύ τους, όπως επίσης και µια κλίµακα διακόσµου και υλικών που συµβάλλει κι αυτή στην
ανάδειξη του πραγµατικού µεγέθους του ναού. Στον χριστιανικό ναό κυριαρχεί η ιδέα του
συνόλου. Κυριαρχεί το όλον, η διάθεση γίνεται γραφική και τα µέλη υποτάσσονται στο
γενικότερο πνεύµα της σύνθεσης. Ορίζεται από ποικιλότητα , ασάφεια και χαρακτηρισµό της
µορφής. Η γραφική διάταξη οδηγεί στην δυναµική µορφή. Ο χριστιανικός ναός έχει δυναµική
σύνθεση που προήλθε από υποκειµενικά αισθήµατα και παρουσιάζει έκδηλη ατοµικότητα. Εν
τέλει ο δυναµισµός της βυζαντινής αρχιτεκτονικής πότε δεν θέλησε να επιβληθεί µε την έξαρση
µιας διάστασης του κτηρίου αλλά διατηρεί πάντοτε το µέτρο.
Οι γοτθικοί ναοί, όπως ο καθεδρικός Ναός της Αµιένης, διατηρούν ένα αναλυτικό πνεύµα, το
πνέυµα της ∆ύσης αντίθετα µε το συνθετικό πνεύµα της Ανατολής. Η εφαρµογή ενός τύπου
θόλου ελαφρού µε εντοπισµένες ωθήσεις, έτσι ώστε να επιτρέπει την διάρθρωση των
τοιχωµάτων ως αφόρτιστων διαφραγµάτων, και συγχρόνως µε ευελιξία στη στέγαση
οποιουδήποτε σχήµατος χώρου, δηµιούργησε τον νέο αρχιτεκτονικό τρόπο. Το οξυκόρυφο
τόξο, η ανάλυση των στηριγµάτων σε σύνθετα στοιχεία, και η εφαρµογή των εξωτερικών
αντηρίδων, δίνουν τα βασικά γνωρίσµατα του ρυθµού: την εξαϋλωση στον εσωτερικό χώρο και
την ανάταση. Ο φέρων οργανισµός των κολοσσιαίων αυτών κτηρίων αναλύεται σε ένα σοφό
σύστηµα από κατακόρυφα στηρίγµατα , αντηρίδες, τόξα και σταυροθόλια, σε ένα σκελετό
νευρώδη που δεν αποκρύπτεται από το θεατή και ο οποίος δεν είναι ποτέ ορατός στο σύνολο.
Έτσι, στο εσωτερικό των γοτθικών ναών απορεί κανείς για την επάρκεια τόσο εκλεπτυσµένων
στοιχείων, γιατί αγνοεί αισθητικά τις πελώριες αντηρίδες που υποβαστάζουν το κτήριο. Το
αναλυτικό πνεύµα που δεσπόζει στους ναούς της Ευρώπης, αντίθετο µε το συνθετικό του
Βυζαντίου, αποκαλύπτει τον ορθολογισµό των λαών της. Υπάρχει η τάση µιας περισσότερο
πλουραλιστικής ερµηνείας του καθενός από τους γοτθικούς αυτούς ναούς, βασισµένης στην
πολύπλοκη λειτουργία τους, τις ανάγκες ανάπτυξης του γλυπτικού διακόσµου και άλλους
παράγοντες.
Οι απαντήσεις διαµορφώθηκαν στηριγµένες ουσιαστικά στο βιβλίο Μιχελής Π.Α Αισθητική Θεώρηση της
Βυζαντινής Τέχνης,., εκδ. Ίδρυµα Παναγιώτη και Έφης Μιχελή, 2006,
σελ.17,24,25,41,43,44,45,46,55,56,57,58,59,87,88.
23
Συµπερασµατικά
Με την έρευνα αυτή πάνω σε τρεις διαφορετικές περιόδους και τη µελέτη των τριών αυτών ναών που τις
αντιπροσωπεύουν θα µπορούσαµε να διατυπώσουµε τα εξής συµπεράσµατα:
Στην εποχή της κλασική αρχαιότητας, εκείνης του Ναού του Επικούρειου Απόλλωνα, οι ναοί αποτελούσαν τα
σηµαντικότερα από πλευράς αίγλης οικοδοµήµατα, αντάξια στη µεγαλοσύνη των θεών τους. Ο ναός ήταν
αποκλειστικά οίκος του θεού. Οι αρχιτέκτονες διαµόρφωσαν το κτίσµα µε όση τέχνη και µαεστρία κατείχαν, τόσο
για να τονίσουν το µεγαλείο του θεού όσο και για την αισθητική απόλαυση των προσκυνητών. Οι βασικές αρχές
της αρχιτεκτονικής ήταν η συµµετρία, οι αναλογίες και η εσωτερική κλίµακα. ∆εν έπαιζε ρόλο το µέγεθος αλλά η
ποιότητα, το αίσθηµα της αρµονίας,που απέδωσαν το κάλλος και το µέτρο στα έργα της εποχής.
Με την επικράτηση του Χριστιανισµού η βυζαντινή τεχνοτροπία χαρακτηρίζεται από τα στοιχεία µιας αµιγώς
θρησκευτικής τέχνης, σκοπός της οποίας δεν είναι τόσο η αναζήτηση του κάλλους και της αρµονίας όσο η
εσωτερικότητα, ο συµβολισµός και η υποβολή της θρησκευτικής συγκίνισης.Στη βυζαντινή τέχνη λοιπόν πρέπει
να αναζητούµε το Υψηλό. Η έκφρασή του είναι εσωτερικότερη, πνευµατικότερη και δυναµική όσον αφορά το
ναό. Ο θεατής συµπάσχει, εµβιώνει και συµµετέχει στη δράση. Τα υψηλά έργα αποτείνονται στο συναίσθηµα,
στην ψυχή µε δυνάµεις υπερβατικές και οντότητες µεταφυσικές που αποδίδονται στο εσωτερικό του βυζαντινού
ναού.
Τέλος, στα κλασικά παραδείγµατα των γοτθικών καθεδρικών ναών, όπως εκείνου της Αµιένης, έχει κανείς την
αίσθηση µιας µεγάλης αρχιτεκτονικής στην οποία η λύση των κατασκευαστικών προβληµάτων έδωσε και
ευτυχέστερα αισθητικώς αποτελέσµατα: την εξαΰλωση και την ανάταση, την δηµιουργία ενός εσωτερικού χώρου
που το µεγαλείο του
εκµηδένιζε τον άνθρωπο και τον έκανε να αισθανθεί µοναδικό
θρησκευτικό δέος .Στη γοτθική τέχνη, λοιπόν, κυριαρχεί το
αίσθηµα του Ωραίου που αποτείνει στην αντίληψη και στο πνεύµα,
Γι’ αυτό και το µέγεθος και η τάξη είναι πάντα µετρηµένα και σαφή.
∆ίνει την εντύπωση του κολοσσιαίου στα όρια του τερατώδους γιατί
ρίχνει το βάρος στη µορφή, η οποία διατηρεί κάποια αξία και ο
συµβολισµός τυφλών δυνάµεων και υπερφυσικών οντοτήτων γίνεται
σκοπός.
24
Βιβλιογραφία
1. Alexander Tzonis- Phoebe Giannisi, Classical Greek Architecture: The construction of the modern, εκδ. Flammarion,
2004
2. Μπούρας Χαράλαµπος Θ., Μαθήµατα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής Τόµος Α, εκδ. ΕΜΠ, Αθήνα, 1980
3. Μιχελής Π.Α., Αισθητική Θεώρηση της Βυζαντινής Τέχνης, εκδ. Ίδρυµα Παναγιώτη και Έφης Μιχελή, 2006
4. Μπούρας Χαράλαµπος Θ., Βυζαντινή και µεσοβυζαντινή αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 2006
5. Richard Krautheimer, Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή αρχιτεκτονική, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυµα Εθνικής
Τραπέζης,1998
6. Murray Stephen, Notre Dame, Cathedral of Amiens: The power of change in Gothic, εκδ. Cambridge University
Press,1996
7. Wilson Christopher, The Gothic Cathedral: the architecture of the great church, εκδ. Thames and Hudson, 1990
8. Crossley Paul, Clarke Georgia, Architecture and language : constructing identity in European architecture,19621945
9. Ρόµπερτ Φυρνώ-Τζόρνταν , Ιστορία της αρχιτεκτονικής, 1966
10. Γιώργος Π. Λάββας ,Επίτοµη ιστορία της αρχιτεκτονικής : µε έµφαση στο 19ο και 20ο αιώνα, Θεσσαλονίκη 2002
11. Watkin David, Ιστορία της δυτικής αρχιτεκτονικής, Μορφωτικό Ίδρυµα Εθνικής Τραπέζης, 2005
12. Πέτρος Μαρτινίδης, Αρχιτεκτονική θεωρία : από την αναγέννηση µέχρι σήµερα µε πρόλογο του Bernd Evers σε
συνεργασία µε την Βιβλιοθήκη Τέχνης του Κρατικού Μουσείου του Βερολίνου ,2005
13. Vincent Scully ,Architecture : the natural and the manmade , St. Martin's Press, softcover
14. Vincent Scully , Modern architecture and other essays, selected and with introductions by Neil Levine, 2003
25
Εικονογραφικές πηγές
Σελίδες στο διαδίκτυο – Βιβλιογραφικές πηγές :
1.
2.
3.
4.
5.
6.
7.
8.
9.
10.
11.
12.
13.
14.
15.
16.
17.
18.
19.
20.
21.
22.
23.
24.
25.
26.
27.
28.
29.
30.
31.
www.freehellenes.org
pandektis.ekt.gr
www.culture.gr
e-parea2.blogspot.com
archive.enet.gr
archive.enet.gr
archive.enet.gr
skopas.culture.gr
www.messinia-guide.gr
www.geocities.com
apia-epikourios.blogspot.com
www.epikurion.gr
www2.e-yliko.gr
Κάτοψη ναού σελ. 384,Richard Krautheimer, Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή αρχιτεκτονική, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυµα Εθνικής Τραπέζης,1998
Προοπτικό σχέδιο ναού, σελ.257, Μπούρας Χαράλαµπος Θ., Βυζαντινή και µεσοβυζαντινή αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα,
2006
www.xanthi.ilsp.gr
Φωτογραφία εσωτερικού, σελ. 385,Richard Krautheimer, Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή αρχιτεκτονική, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυµα Εθνικής
Τραπέζης,1998
upload.wikimedia.org
www.yeodoug.com
etc.usf.edu
www.sacred-destinations.com
www.usask.ca
louwdown.com
www.antipodean.org
www.dkimages.com
www.saintannparish.com
www.saintannparish.com
www.terragalleria.com
commons.wikimedia.org
flickr.com
www.eupedia.com