ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ;

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ
Τ. Ε. Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ
ΣΧΟΛΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΑΣ
Μάθημα: Εισαγωγή στη Φιλοσοφία της επιστήμης
ΠΕΤΡΟΣ Γ. ΒΕΡΝΑΔΟΣ, Καθηγητής
ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ:
«ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ»
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ:
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
Εργαστηριακός Συνεργάτης
ΑΙΓΑΛΕΩ: ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2010
1
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ;
Στις μέρες μας, η λέξη φιλοσοφία έχει μια ειδική σημασία:
φανερώνει ένα γνωστικό τομέα, μια μέθοδο έρευνας και μια στάση ζωής.
Κατά την αρχαιότητα όμως, η λέξη αυτή σήμαινε στην κυριολεξία την
αγάπη της σοφίας και την επιδίωξη της. Η ανάγκη αυτή για την επιδίωξη
της σοφίας υποδηλώνει μια επίγνωση απουσίας και στέρησης, εξαιτίας
της οποίας αναζητεί κανείς να αποκτήσει αυτό ακριβώς που στερείται,
δηλαδή τη σοφία.
Θεωρώντας τη Φιλοσοφία συνεπή και μεθοδική έρευνα για την
αλήθεια, τις βασικές προϋποθέσεις πρέπει να τις αναζητήσουμε στην
έμφυτη τάση του ανθρώπου για γνώση. (Αριστοτέλης, «Μεταφυσικά» :
«Πάντες άνθρωποι του ειδέναι ορέγονται φύσει»). Ειδικά όμως οι
Φιλόσοφοι έχουν αυξημένες πνευματικές ανησυχίες και γι’ αυτό
υπάρχουν φαινόμενα, καταστάσεις, γεγονότα κλπ που τους κεντρίζουν το
ενδιαφέρον και τους προκαλούν τον θαυμασμό. «Είναι γνώρισμα του
Φιλοσόφου αυτή η ψυχική κατάσταση, δηλαδή ο θαυμασμός, γιατί δεν
υπάρχει άλλο ξεκίνημα για την Φιλοσοφία εκτός από αυτό» (Πλάτων,
«Θεαίτητος»: «Μάλα Φιλοσόφου τούτο το πάθος, το θαυμάζειν, ου γαρ
άλλη αρχή Φιλοσοφίας ή αυτή»). Έτσι λοιπόν, ο θαυμασμός οδηγεί στην
έρευνα, και η τελευταία, όταν καταστεί ατελέσφορη, καταλήγει στην
απορία. Έτσι, ο Φιλόσοφος συχνά απορεί. Δεν υπάρχει δηλαδή γι’ αυτόν
πέρασμα (α-στερητικό + πόρος), και επομένως βρίσκεται σε πνευματικό
αδιέξοδο. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ οι συνάνθρωποι του βλέπουν παντού
αυτονόητες απαντήσεις στα οποιαδήποτε ερωτήματα τους ή δε
διανοούνται καν να διατυπώσουν ερωτήματα, ο Φιλόσοφος διαρκώς
ρωτά και αναρωτιέται.
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΚΥΡΙΟΙ ΚΛΑΔΟΙ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
Η Φιλοσοφία, εκτός από την οριοθέτηση της σε σχέση με τις άλλες
πνευματικές δραστηριότητες του ανθρώπου, έχει υποστεί πάνω στον ίδιο
της τον κορμό επιμέρους διακρίσεις. Έτσι, σήμερα μπορούμε να μιλάμε
για έναν αρκετά εκτεταμένο κατάλογο των διαφόρων αντικειμένων προς
τα οποία στρέφουν το ερευνητικό τους ενδιαφέρον οι Φιλόσοφοι. Οι
κύριοι κλάδοι της Φιλοσοφίας, -που με την σειρά τους υπόκεινται σε
άλλες, πιο ειδικές υποδιαιρέσεις- είναι τρεις: 1)Η Οντολογία και η
Γνωσιολογία, 2)Η Ηθική και 3) Η Αισθητική.
Η ονομασία «οντολογία» προέρχεται από την λέξη «ον», που στη
Φιλοσοφική γραμματεία χρησιμοποιείται ως ένας γενικός, περιληπτικός
όρος προκειμένου να δηλωθεί η πραγματικότητα.
Η πραγματικότητα δικαιωματικά βρίσκεται στο κέντρο του
ερευνητικού ενδιαφέροντος των φιλοσόφων. Επιχειρώντας αυτοί να
2
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
ανατρέψουν την καθιερωμένη αντίληψη για την πραγματικότητα,
προκειμένου να μας δείξουν πως αλλιώς θα μπορούσε να υπάρχει, είναι
υποχρεωμένοι να αναφέρονται σ’ αυτήν.
Η ανατρεπτική αυτή εκ μέρους των Φιλοσόφων προσπάθεια, όσο
ακραία και αν φαίνεται στα μάτια του ανυποψίαστου ανθρώπου, δεν είναι
αυθαίρετη. Απεναντίας, διέπεται από τους κανόνες της λογικής και τους
όρους που πρέπει να καθορίζουν κάθε έγκυρη μορφή γνώσης. Το πώς θα
πρέπει να προσεγγίζει κανείς την πραγματικότητα, ώστε οι κρίσεις του
γι’ αυτή να έχουν κύρος, και μέχρι που πρέπει να φτάσει η γνώση του γι’
αυτήν, αποτελεί το αντικείμενο της Γνωσιολογίας, που, μαζί με την
Οντολογία, τη θεωρία για την πραγματικότητα, αποτελούν τον έναν από
τους βασικούς κλάδους της φιλοσοφίας.
Η Ηθική, που συνιστά το δεύτερο μεγάλο κλάδο της Φιλοσοφίας,
αποσκοπεί στον προσδιορισμό του ηθικού τρόπου διαβίωσης των
ανθρώπων. Το αν μπορεί να υπάρξει ένας κοινός κώδικας ηθικής
συμπεριφοράς, μια οικουμενική μορφή ηθικής ζωής όλων των
ανθρώπων. Το αν το κριτήριο των ηθικών επιλογών μας πρέπει να είναι η
προοπτική της κάρπωσης κάποιων ηδονών, και γενικότερα, η ευδαιμονία,
το αν η ηθική αξία της ζωής μας υπαγορεύεται από μια έμφυτη ορμή μας,
όπως το ένστικτο μας για τη διατήρηση της ύπαρξης μας, ή εξαρτάται
από τη λογική ικανότητα μας. Το αν εκείνο που οφείλουμε να πράττουμε
πρέπει να καθορίζεται από τα αποτελέσματα των πράξεων μας ή από τις
προθέσεις μας, Το τι πρέπει να εννοούμε όταν αρθρώνουμε ηθικούς
όρους, όπως «πρέπει», «αγαθό», «καλό» ή «ηθικά σωστό». Αυτά είναι
ορισμένα από τα ερωτήματα στα οποία οι φιλόσοφοι με τις ηθικές
θεωρίες τους επιχείρησαν να απαντήσουν και εξακολουθούν να μελετούν
έως και σήμερα.
Το αντικείμενο του κλάδου της Αισθητικής, του τρίτου κλάδου της
Φιλοσοφίας, σύγκειται από ζητήματα που αναφέρονται κυρίως στην
ομορφιά. Ειδικότερα, η τέχνη, μέσα από την οποία οι άνθρωποι
επιχειρούν ως δημιουργοί, να εκφράσουν την ομορφιά και, ως θεατές ή
ακροατές να την απολαύσουν, αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς της
αισθητικής Φιλοσοφίας..
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ
Παρ’ όλο που από τα παραπάνω μπορεί κανείς να καταλήξει στο
συμπέρασμα ότι Φιλοσοφία σημαίνει απλά μια ιδιότυπη πνευματική
στάση, θα ήταν σοβαρό λάθος να υποθέσουμε ότι η Φιλοσοφία είχε
πάντοτε αυτούς τους συγκεκριμένους στόχους ή ότι ήταν ανέκαθεν ξένη
προς τα ειδικότερα επιστημονικά ενδιαφέροντα. Αντίθετα, η Φιλοσοφία
έγινε αυτό ακριβώς που είναι σήμερα, επειδή έχασε σταδιακά τις
επιμέρους επιστήμες που, ενώ άλλοτε υπάγονταν σε αυτή, σιγά – σιγά
3
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
χειραφετήθηκαν και ακολούθησαν τον δικό τους δρόμο. Στην Αρχαία
Ελλάδα (6ος Αιώνας π.Χ.), η Φιλοσοφία έκλεινε στο πλάτος της όλους
τους τομείς του επιστητού. Οι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι ήταν στην
εποχή τους καθολικοί σοφοί, επιστήμονες και φιλόσοφοι ταυτόχρονα. Ο
Πλάτων και ο Αριστοτέλης θεωρούσαν τη φυσική κλάδο της οντολογίας
και την οντολογία κλάδο της Φιλοσοφίας. Κατά τον Μεσαίωνα, η
Φιλοσοφία εκλαμβανόταν ως η πηγή από την οποία απέρρεαν όλες οι
επιστήμες, ενώ ο Καρτέσιος (Descartes) την παρομοίαζε με ένα δέντρο
«που οι ρίζες του είναι η μεταφυσική, ο κορμός του η φυσική και οι
κλάδοι του (…) η ιατρική, η μηχανική και η ηθική».
Αλλά ο πολλαπλασιασμός των γνώσεων κατέστησε αναπόφευκτη
την σταδιακή απομάκρυνση των διαφόρων επιστημών από την
Φιλοσοφία και την αυτόνομη περαιτέρω ανάπτυξη της καθεμιάς. Η
προϊούσα χειραφέτηση άρχισε και προχώρησε σημαντικά στην Αρχαία
Ελλάδα (με την θεμελίωση της Γεωμετρίας από τον Ευκλείδη ως
ανεξάρτητης επιστήμης και της Μηχανικής από τον Αρχιμήδη). Και
αφού ανακόπηκε κατά τον Μεσαίωνα, οπότε σημειώθηκε τάση
επιστροφής των επιστημών στη «Μητρική εστία», συνεχίστηκε με γοργό
ρυθμό στις αρχές των νεότερων χρόνων, για να ολοκληρωθεί στα τέλη
του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα με την πλήρη ανεξαρτητοποίηση
της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας.
Αυτή η προϊούσα αποψίλωση της Φιλοσοφίας δημιουργεί σε
κάποιον την εντύπωση σε κάποιον πως δεν υπάρχει πλέον λόγος να
υπάρχει. Σαφέστατα η απάντηση μας σε ένα τέτοιο ερώτημα θα είναι
αρνητική, αφού προηγουμένως κάνουμε μια απαραίτητη διευκρίνιση:
στην εποχή μας κρίνεται ολοένα και περισσότερο ανεπίκαιρο (αν όχι
άχρηστο) κάθε είδος Φιλοσοφικού στοχασμού που κλείνεται ερμητικά
στον εαυτό του, περιφρονεί επιδεικτικά την σαφήνεια, επιλέγει θέματα
εντελώς άσχετα προς τα πραγματικά ενδιαφέροντα του ανθρώπου ως
όντος κοινωνικού και ιστορικού και καταλήγει σε συμπεράσματα που η
αυθαιρεσία τους είναι τόσο μεγάλη όσο μικρή είναι η σημασία τους.
Αντίθετα, είναι είδος πρώτης ανάγκης η θεωρητικότερη, κριτικότερη,
ουσιαστικότερη και πληρέστερη διερεύνηση των ανθρώπινων
προβλημάτων, καθώς και η άσκηση του πνευματικού βλέμματος που θα
επιτρέψει να μεθοδευτούν λύσεις για την όσο το δυνατόν περισσότερο
εύστοχη αντιμετώπιση τους. Στην εποχή μας ειδικότερα γίνεται ολοένα
και περισσότερο επιτακτική η ανάγκη να θεμελιωθούν όχι μόνο λογικά,
αλλά και ηθικά η επιστημονική γνώση και τα τεχνικά επιτεύγματα,
καθώς ο άνθρωπος, με την καθολική μηχανοποίηση, τείνει να μετατραπεί
σε ρομπότ, ενώ ταυτόχρονα απειλείται με ολοκληρωτική καταστροφή
από τις τεράστιες δυνάμεις που διαρκώς επινοεί. Έτσι, ο άνθρωπος
φτάνει στο σημείο να ξέρει τι μπορεί, αλλά να αγνοεί –και μάλιστα χωρίς
να αναρωτιέται- τι θέλει, η καλύτερα, τι πρέπει να θέλει. Και αυτό γιατί
4
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
η επιστήμη και η τεχνική θέτουν απλόχερα στην διάθεση του πολλά και
μεγάλα υλικά μέσα, χωρίς όμως να του προδιαγράφουν τους σκοπούς για
τους οποίους αυτά θα χρησιμοποιηθούν. Αποσπώντας λοιπόν τον
άνθρωπο από την στενόψυχη και μυωπική προσήλωση του στα μέσα, η
Φιλοσοφία έρχεται ακριβώς να τον βοηθήσει, ώστε να συλλάβει σκοπούς
και να πραγματώσει αξίες.
Αυτό αδυνατούν να το επιχειρήσουν οι επιμέρους επιστήμες, γιατί
η καθεμιά τους περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο τομέα του επιστητού.
Οι επιμέρους επιστήμες ούτε ενδιαφέρονται, αλλά ούτε και μπορούν να
προσφέρουν στον άνθρωπο μια γενική εικόνα για τον κόσμο και την ζωή,
ικανή να τον απαλλάξει από το πνεύμα της μονομέρειας και να του
προσφέρει βαθύτερη θεωρητική ικανοποίηση. Ενώ λοιπόν κάθε επιστήμη
απομονώνει ένα μέρος του Είναι και συγκεντρώνει την προσοχή της
αποκλειστικά και μόνο σε αυτό, η Φιλοσοφία έρχεται να γυμνάσει το
θεωρητικό βλέμμα μας με τέτοιο τρόπο, ώστε όποια επιστημονική
ειδικότητα και αν υπηρετούμε, να θεωρούμε εξίσου έγκυρες με τις δικές
μας ορισμένες απόψεις που φωτίζουν από άλλη πλευρά το ίδιο ακριβώς
αντικείμενο. Επιπλέον, η Φιλοσοφία αξιοποιεί με τον κατάλληλο τρόπο
τις διαφορετικές αυτές θεωρήσεις, προσπαθώντας να συλλάβει αυτό το
αντικείμενο πολύπλευρα και σφαιρικά. Στηριζόμενη, τέλος, στα
πορίσματα των επιμέρους επιστημών, η Φιλοσοφία προσπαθεί να μας
δώσει μια γενική εικόνα για τον άνθρωπο , τον κόσμο και την ζωή. Και
επειδή οι γενικές εικόνες και οι φιλόδοξες «συνθέσεις» υπάρχει κίνδυνος
να αποδειχτούν αβασάνιστες και σαθρές, η φιλοσοφία βρίσκεται σε
διαρκή επιφυλακή, έτοιμη να βελτιώσει, να αναθεωρήσει ή και να
εγκαταλείψει οριστικά τις γενικεύσεις της, αν το απαιτήσει ο
συστηματικός έλεγχος στον οποίο τις υποβάλλει σε συνδυασμό με τα
νεότερα δεδομένα των επιστημών στις οποίες στηρίζεται.
Η ραγδαία εξελισσόμενη τεχνολογία σε αφήνει άναυδο. Πράγματα
που μέχρι χθες φάνταζαν τρελά και ανέφικτα σήμερα αποτελούν βασικά
συστατικά στοιχεία της καθημερινής μας ζωής. Από τα ταχυδρομικά
περιστέρια στην προηγμένη κινητή τηλεφωνία, από το Γουτεμβέργιο του
τυπογραφείου στον Bill Gates της Microsoft. Κι ενώ οι αποστάσεις
μεταξύ αυτών των γεγονότων φαντάζουν τεράστιες, δεν έχουν
μεσολαβήσει παρά μονάχα μερικές δεκαετίες, χρονικά ψίχουλα δηλαδή
στην ανθρώπινη ιστορία.
Ποιοι ήταν όμως οι συντελεστές της καταιγιστικής αυτής
εξελικτικής πορείας; Σίγουρα ο οικονομικός ανταγωνισμός στην
παγκόσμια εμπορική κονίστρα. Σίγουρα τα ισχυρά κίνητρα που έδιναν οι
εκάστοτε υπερδυνάμεις στους επιστήμονες. Οι δυνάμεις ποθούσαν να
επικρατήσουν στους «ψυχρούς» πολέμους και οι επιστήμονες, στο
μεγάλο τους ποσοστό, ποθούσαν δόξα και χρήμα που αφειδώς θα τους
προσφερόταν έναντι μιας πρωτοποριακής και ρηξικέλευθης τεχνολογικής
5
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
ανακάλυψης. Σε όλη όμως αυτή τη μάχη, σε όλο αυτό το μακροπρόθεσμο
ανταγωνιστικό πανδαιμόνιο υπάρχει και ο απλός πολίτης, υπάρχει και ο
ανιδιοτελής επιστήμονας, ο φιλόσοφος που παρατηρεί με απορία την
απονοηματοδότηση του σκοπού της ζωής, την πολυπλοκότητα ακόμα και
της απλής επιβίωσης.
Η δέουσα στάση συμπεριφοράς του σύγχρονου πολίτη του κόσμου
συνίσταται στην κατανόηση της αναγκαιότητας των διαφόρων
τεχνολογικών προϊόντων. Αφού διαπιστωθεί αναγκαιότητα επέρχεται η
χρήση. Με τη χρήση, και καθώς περνά ο καιρός, έρχεται και η γνώση της
λειτουργίας του τεχνολογικού προϊόντος. Μόνο με τη γνώση της
λειτουργίας του είναι δυνατό να αξιολογηθεί σωστά στην κλίμακα των
αξιών μας. Έτσι μπορεί να αποφευχθεί η θεοποίηση ενός ηλεκτρονικού
υπολογιστή, ή έστω η απόδοση σε αυτόν διαφόρων ανθρώπινων
ιδιοτήτων, όπως η διαλεκτική ικανότητα, η βάση δηλαδή της
επικοινωνίας μεταξύ των μελών της ανθρώπινης κοινότητας.
Mην παραπλανάσαι λοιπόν. Με έναν υπολογιστή δεν είναι δυνατό
να κάνεις διάλογο, αφού ο ουσιαστικός διάλογος δεν προϋποθέτει
προδιαγεγραμμένες απαντήσεις. Ο διάλογος προϋποθέτει ανταλλαγή
απόψεων. Ένας σκληρός δίσκος, μια μητρική κάρτα, μια ποσότητα
μνήμης τυχαίας ή άμεσης προσπέλασης δεν έχουν άποψη. Αυτά τα ίδια
αποτελούν μια άποψη του δημιουργού τους. Ο υπολογιστής δεν
παίρνει πρωτοβουλίες. Αν δεν πάρει εντολή καταντά έπιπλο. Ο
ουσιαστικός διάλογος έχει σα βασικότατο συστατικό στοιχείο την
πρωτοβουλία έκφρασης γνώμης. Η μηχανή έχει σκοπό να υπηρετήσει τον
άνθρωπο και τη ζωή του εν γένει, όχι όμως να τα αντικαταστήσει. Έτσι
λοιπόν δε διαλέγεσαι με τον προσωπικό σου υπολογιστή, δίνεις μια άλλη
διάσταση στα μοναχικά σου συναισθήματα. Και αυτό δεν είναι τόσο
μεμπτό όσο φαίνεται, γιατί δε φταις εσύ για αυτά. Ίσως φταίει η
νοοτροπία του συρμού που πολλές φορές αγνοεί τη συναισθηματική και
πνευματική διάσταση του ανθρώπου. Εσένα ίσως σε έχει απωθήσει η
άρχουσα αυτή νοοτροπία. Έτσι ζητάς καταφύγιο στην οθόνη, όπου
μπορείς να φτιάξεις έναν κόσμο κατά βούληση. Όμως η αλήθεια
παραμένει. Ό,τι κόσμο και να φτιάξεις δε θα είναι ο αληθινός.
Τι πρέπει να γίνει λοιπόν; Διάλεξε το δύσκολο δρόμο. Διάλεξε να
αλλάξεις την άρχουσα νοοτροπία της σύγχρονής σου ζωής. Και ας μην
έχεις ορατή στον ορίζοντα την τελική επιτυχία, αφού η ουσία της
ανθρώπινης ύπαρξης κρύβεται μέσα στην έννοια της αδιάκοπης
προσπάθειας. Κρύβεται στο κυνήγι του ακατόρθωτου, στο επίγειο
όνειρο. Κι ας ξέρεις πως δε θα φτάσεις στην Ιθάκη, μπορείς να
απολαύσεις και να κατανοήσεις τα μυστικά που κρύβει το απέραντο
ταξίδι. Ένα ταξίδι του οποίου οι θιασώτες λίγες φορές φτάνουν στον
προορισμό τους, στο μέρος για το οποίο ξεκίνησαν. Αξίζει να παλέψεις
να είσαι εσύ ένας από αυτούς τους λίγους δικαιωμένους λοιπόν.
6
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΧΕΣΗ ΦΥΣΗΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ
Από τη φύση ξεκίνησαν τα πάντα. Από τη φύση εξαρτώνται ο
άνθρωπος και ο πολιτισμός που με τόσο κόπο δημιούργησε κατά τις
χιλιετίες της πολυτάραχης ύπαρξής του. Η άποψη του Παρμενίδη ότι το
Ον είναι Εν, αδιαίρετο, αμετάβλητο και συνεχές (Παρμενίδης, Περί
Φύσεως) αποδεικνύει ότι ήδη από την Προσωκρατική εποχή οι
φιλόσοφοι είχαν συλλάβει την αδιάσπαστη ενότητα των πάντων. Την
άποψη αυτή ενστερνίστηκαν και συνέχισαν ύστεροι δυτικοευρωπαίοι
φιλόσοφοι όπως ο Baruch Spinoza που θα την επεκτείνει μέχρι τη
διάσταση του Πανθεϊσμού -τα πάντα είναι αναδιπλώσεις του ενός και
μοναδικού όντος, του Θεού- (Spinoza, 1677).
Η φιλοσοφική αυτή ερμηνεία μας οδηγεί αναπότρεπτα στο
συμπέρασμα ότι η φύση είναι δυνατόν να γεννήσει ακόμα και δυνάμεις
αυτοκαταστροφής της ή μιας παντελούς αλλοίωσης του χαρακτήρα της
όπως τον γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Ο άνθρωπος είναι προϊόν της φύσης,
το ίδιο και η ανθρώπινη πνευματική ικανότητα που εξελίσσει τον
πολιτισμό ανά τους αιώνες. Η Τεχνολογία είναι προϊόν αυτής της
ικανότητας του ανθρώπου. Η καταγωγή λοιπόν της Τεχνολογίας -έστω
και μακρινή-, όπως μπορεί να αποδειχθεί και συμπερασματικά με
συλλογιστική μέθοδο, είναι από τη φύση. Το γεγονός αυτό και μόνο
όμως δεν της εξασφαλίζει φιλικές προθέσεις προς τη φύση, αφού καθώς
είδαμε η φύση θεωρείται ως περιεκτική και δυναμικά παραγωγική ακόμα
και στοιχείων που μπορούν να εναντιωθούν προς αυτή. Η Τεχνολογία
λοιπόν τελικά συμβαδίζει αρμονικά με τη φύση, ή μήπως βρίσκεται
στους αντίποδές της; Και αν συμβαίνει το τελευταίο, πώς είναι δυνατόν
να το επιτρέψει κάτι τέτοιο ο άνθρωπος που εξαρτάται άμεσα από την
υγεία του Οικοσυστήματος;
Η Τεχνολογία είναι ένας ευρέως μεταδοτικός τρόπος να γίνονται
κάποια πράγματα τα οποία στο παρελθόν ή ήταν απείρως δυσκολότερα
να γίνουν, είτε δε γίνονταν καθόλου. Γύρω από την τεχνολογία χτίζεται
ένα περιβάλλον αντιπροσωπευτικό της επιρροής της. Η πρόοδος
ταυτίζεται πλέον με την τεχνολογία και η τεχνολογία με την πρόοδο.
Κατά τις πρώτες δεκαετίες της βιομηχανικής επανάστασης του 20ου
αιώνα η μαζική βιομηχανική παραγωγή θα ωθήσει συγγραφείς να
προσδώσουν στην τεχνολογία διαστάσεις μιας νέας πίστης, μιας νέας
θρησκείας. Η Τεχνολογία διατυπώνεται από τον Aldous Huxley ως το
μεγάλο "Τ", μια μορφή πίστης, θρησκείας, ένας ακέφαλος Σταυρός
(Huxley, 1932). To "Τ" o Huxley το χρησιμοποιεί ευστόχως καθώς
εκείνη την εποχή είχε ξεκινήσει η μαζική παραγωγή του μοντέλου "Τ"
της Ford από τον Henry Ford.
Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, στην τεχνολογία πλέον στηρίζουμε
ένα μεγάλο μέρος της καθημερινής ζωής αλλά και των προσδοκιών μας.
7
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
Οι πολύπλευρες ανακαλύψεις και εξελίξεις σε όλες τις επιστήμες
βασίζονται στα πολυποίκιλα τεχνολογικά επιτεύγματα. Σε αυτά στηρίζει
ακόμα και την επιβίωσή της ένα μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας. Από
την άλλη πλευρά όμως η τεχνολογία για ένα μεγάλο ποσοστό του
παγκόσμιου πληθυσμού σημαίνει απλώς μια πολυτελή και άπληστη ζωή
τη στιγμή που καταναλώνονται τεράστιοι φυσικοί πόροι εξαντλώντας τη
γη. Εδώ εγείρεται το ηθικό ζήτημα: Πώς γίνεται να συνυπάρχει η
πρόοδος (τεχνολογία) με την ανάγκη της επιβίωσης του φυσικού
οικοσυστήματος και των φυσικών πόρων που παρέχονται από αυτό;
ΑΝΘΡΩΠΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ
ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΕ ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
Η τεχνολογία είναι αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού και εκεί
ακριβώς έγκειται και η αναγκαιότητά της. Αποτελεί προϊόν της
πνευματικής ικανότητας που απέκτησε ο άνθρωπος μέσα από την
εξελικτική ιστορική πορεία του. Ο άνθρωπος δεν είναι δυνατόν να
σταματήσει να μαθαίνει και να εξελίσσεται. Η διάνοια και η πνευματική
ικανότητα του ανθρώπου έχει σαφέστατα δυναμικό χαρακτήρα και αυτό
συνεχώς αποδεικνύεται στη διάρκεια της ιστορίας με δεδομένα βέβαια
κάποια σκαμπανεβάσματα. Ο ενάρετος άνθρωπος είναι εκείνος που
κατέχει τη διανοητική αρετή (Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1103α). Η
διανοητική αρετή είναι εκείνη που χρειάζεται πείρα, χρόνο και
διδασκαλία κατά τον Αριστοτέλη. Με βάση αυτά τα δεδομένα ήλθαν και
τα τεχνολογικά και βιομηχανικά επιτεύγματα των τελευταίων αιώνων. Η
πολιτισμική εξέλιξη είναι ανάγκη να είναι αδέσμευτη αφού είναι στενά
συνυφασμένη με την ουσία της ανθρώπινης οντότητας. Η γνώση και η
επακόλουθη τεχνολογία φυσικά δε γίνεται να αναχθούν στο επίπεδο του
δόγματος όπως γλαφυρά διετύπωσε προηγουμένως ο Huxley, αλλά είναι
αδιαμφισβήτητα ένας ασφαλής δρόμος, ένα μέσο προς την κατάκτηση
της αρετής όπως αργότερα θα διατυπώσει και ο Nietzsche (Nietzsche,
1882).
Η παραδοσιακή ανθρωποκεντρική φιλοσοφία θέτει τη φύση στην
υπηρεσία του ανθρώπου και τον άνθρωπο να έχει το προνόμιο του
μοναδικού αξιολογικού κριτή της. Ο ορθολογισμός του Καρτέσιου
σχετικά με την περίπτωση των ζώων είναι αντιπροσωπευτικός. Ομολογεί
πως αν είχαμε τη δυνατότητα να παράγουμε μηχανές που θα ήταν
υποκατάστατα των φυσικών οργάνων ενός ζώου και απλά τις ντύναμε με
έναν μανδύα που θα αντέγραφε την εξωτερική όψη του ζώου, δεν θα
μπορούσαμε ξεχωρίσουμε το μηχανικό αυτό κατασκεύασμα από τη
φυσική υπόσταση του πραγματικού ζώου (Descartes, 1637). Σε αντίθεση
φυσικά με τον άνθρωπο που αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει καθώς
διαθέτει λογική και ομιλία που δεν μπορεί να αποτυπωθεί με ακρίβεια
8
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
από μια μηχανή. Η θεώρηση ενός ζωντανού και αναπόσπαστου
κομματιού του οικοσυστήματος (ζώο) ως κάτι που δεν διαφέρει από μία
μηχανή είναι κάτι που αναμφισβήτητα αντιτίθεται στις οικοκεντρικές /
βιοκεντρικές θεωρίες των τελευταίων αιώνων.
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες επιχειρείται συστηματικά μια
προσπάθεια υπέρβασης της παραδοσιακής φιλοσοφίας της
παντοκρατορίας του ανθρωποκεντρισμού και του πανίσχυρου
ορθολογισμού. Με επιχείρημα ότι ο ορθολογισμός και ο
ανθρωποκεντρισμός τελικά δεν είχε και τα θετικότερα των
αποτελεσμάτων στον ανθρώπινο πολιτισμό, το ρεύμα της
μετανεωτερικότητας, ή αλλιώς μεταμοντερνισμού επιχειρεί να
προσδώσει μια σχετικότητα στην έως τούδε θεωρούμενη παντοδύναμη
ανθρώπινη λογική, η οποία πλέον εξαρτάται από πολλούς και ποικίλους
παράγοντες. Μέσα στα πλαίσια των μετανεωτερικών αυτών θεωρήσεων
εντάσσονται και οι λεγόμενες Οικοκεντρικές ή Βιοκεντρικές θεωρίες της
Οικολογικής Ηθικής. Η φύση, σύμφωνα με τις δημοφιλείς αυτές
οικολογικές (οικοκεντρικές / βιοκεντρικές) θεωρίες διαθέτει εγγενή ηθική
αξία. Δεν έχει ανάγκη τον άνθρωπο να την αξιολογήσει σύμφωνα με τις
ανάγκες του. Η φύση είναι άλλωστε εκείνη που παράγει και τους
φερόμενους ως προνομιούχους αξιολογητές της, τους ανθρώπους
(Rolston, 1991). Δεν είναι δυνατόν η ίδια η φύση να αντιμετωπίζεται ως
έχουσα χρηστική / σχετική ηθική αξία τη στιγμή που παράγει όλα εκείνα
που θεωρούν οι ανθρωποκεντρικοί φιλόσοφοι ως έχοντα εγγενή και
απόλυτη ηθική αξία. Ακόμα περισσότερο θα προχωρήσουν στο σκεπτικό
τους οι εκπρόσωποι της "Βαθιάς Οικολογίας" (με κυριότερο εισηγητή
τον Arne Naess) που θα διαπιστώσουν πως οι άνθρωποι έχουν εισβάλλει
πλέον επικίνδυνα στη φύση και πως αυτό είναι εντελώς ανεπίτρεπτο και
πως πρέπει οι κυβερνήσεις να λάβουν δραστικά μέτρα για να το
περιορίσουν (Drengson, 1999). Οι άνθρωποι δεν έχουν τέτοιο δικαίωμα
επέμβασης στη φύση, παρά μόνο στον ελάχιστο βαθμό που είναι
αναγκαίος για την ικανοποίηση βασικών βιοτικών αναγκών τους.
Άλλωστε περιβαλλοντική και οικοσυστημική πρόοδος δε σημαίνει την
αναβάθμιση και εξέλιξη ενός μόνο είδους εις βάρος όλων των άλλων.
Επιπλέον, πολλοί θεωρητικοί της Οικολογικής Ηθικής υποστηρίζουν ότι
το γεγονός ότι η φύση προϋπήρχε των ανθρώπων και αυτό και μόνο της
προσδίδει μια οντολογική ανεξαρτησία έναντί τους (Katz, 1991). Με
βάση αυτή την επιχειρηματολογία η φύση δεν είναι δυνατόν να
αντιμετωπίζεται ως ένα απλό μέσο για την επίτευξη των ποικίλων
σκοπών του ανθρώπου. Αυτό είναι ένα ακόμα στοιχείο που θέτει τον
άνθρωπο απέναντι στη φύση, ως ένα αντίπαλο δέος, παρά το γεγονός ότι
ο άνθρωπος είναι και ο ίδιος ένα φυσικό όν (Πρωτοπαπαδάκης, 2005).
Το γεγονός και μόνο όμως ότι ο άνθρωπος είναι φυσικό ον δεν αναιρεί
από αυτόν τη δυνατότητα να εναντιωθεί στη φύση για οποιοδήποτε λόγο.
9
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
Επίσης το επιχείρημα ότι ακόμα και τα ζώα και όλα τα όντα
χρησιμοποιούν τη φύση δε μπορεί να σταθεί ως επιχείρημα υπέρ του
ηθικού δικαιώματος του ανθρώπου να τη χρησιμοποιήσει και αυτός κατά
βούληση καθώς από τη μια πλευρά, ενώ τα υπόλοιπα όντα (εκτός του
ανθρώπου) αποκομίζουν από τη φύση εκείνο ακριβώς που είναι γι αυτά
βιοτικά απαραίτητο, ενώ από την άλλη ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τη
φύση τις περισσότερες φορές για να εκπληρώσει το δικό του πολιτισμικό
ιδεώδες της ευμάρειας και της ευζωίας.
Η Τεχνολογία δεν έχει ουδέτερη ηθική αξία σχετικά με την
Οικολογία. Οι δυο πλευρές, άλλοτε ισχυρά, άλλοτε πιο ήπια, είναι
αντιμαχόμενες. Η Τεχνολογία απαιτεί και καταναλώνει φυσικούς πόρους
για να επιτύχει τους σκοπούς της και ταυτόχρονα επιβαρύνει το φυσικό
περιβάλλον με απόθεση ουσιών που δε χρειάζεται. Προς απόδειξη του
συλλογισμού αυτού δημοσιεύονται έρευνες στον κλάδο της
βιοτεχνολογίας που υποστηρίζουν ότι η επιβάρυνση του συνόλου της
Οικόσφαιρας εξαρτάται θεμελιωδώς από την ποσότητα του πληθυσμού,
από την ευζωία και από τις τεχνολογίες που καταναλώνουν φυσικούς
πόρους προσπαθώντας να εξασφαλίσουν την ευζωία στον πληθυσμό
(Moser, 2001). Επομένως η Τεχνολογία εξ’ ορισμού τίθεται στην
υπηρεσία της ανθρώπινης ευημερίας. Εδώ όμως αποδεικνύεται και η
μεγάλη αντίφαση, η μεγάλη τραγικότητα των ενεργειών του ανθρώπου.
το ποσοστό της ανθρώπινης ευημερίας είναι αντιστρόφως ανάλογο με
την ευημερία του Οικοσυστήματος. Η Οικολογία απαιτεί τη διατήρηση
της ακεραιότητας του Οικοσυστήματος. Το Οικοσύστημα διατηρεί
ύψιστη ηθική αξία και δε γίνεται να αντιμετωπίζεται ως καταναλωτικό
προϊόν που θα χρησιμεύσει στην αύξηση της ευζωίας των μετεχόντων
του πολιτισμού. Η συμβατική τεχνολογία λοιπόν όπως την ξέρουμε
σήμερα είναι επιθετική και γεμάτη σκοπιμότητες. Περιέχει ιδέες και
αξίες αλλά και εργαλεία των οποίων τη χρήση προωθεί κατάλληλα ώστε
ο άνθρωπος να τα χρησιμοποιεί με άκριτο και αβασάνιστο τρόπο. Αν δεν
το κατανοήσουμε αυτό καταλήγουμε στην υιοθέτηση της κοινοτοπίας ότι
η Τεχνολογία είναι ουδέτερη, σκέψη που μας απομακρύνει από το να
προβληματιστούμε σχετικά με ηθικά ζητήματα που αφορούν την ουσία
της Τεχνολογίας καθαυτής (Rowe, 1990). Ο κίνδυνος βρίσκεται μέσα στο
σκεπτικό ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα σε οποιαδήποτε μορφή της
τεχνολογίας και στο ότι δικαιούμαστε να προβληματιζόμαστε ηθικά μόνο
και μόνο σχετικά με το πώς χρησιμοποιείται η τεχνολογία από τους
ανθρώπους.
Αυτή η μάχη λοιπόν μεταξύ Τεχνολογίας και Οικολογίας είναι
αναπόφευκτη και σαφώς ενισχύεται από την ιδέα της αυθυπαρξίας της
Τεχνολογίας ως φορέα μηνύματος, ως φορέα ανεξάρτητης ηθικής αξίας.
Το βασικό μήνυμα της τεχνολογίας είναι η διαφορά νοοτροπίας ή τρόπου
ζωής που εισάγει στην ανθρώπινη κοινωνία. Ο σιδηρόδρομος για
10
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
παράδειγμα δεν εισήγαγε την έννοια της μεταφοράς, του τροχού ή του
δρόμου στην ανθρώπινη κοινωνία αλλά επεξέτεινε και εξέλιξε
προηγούμενες ανθρώπινες λειτουργίες δημιουργώντας έτσι νέα είδη
πόλεων, εργασιών και ασχολιών. Αυτό είναι μια πραγματικότητα είτε αν
ο σιδηρόδρομος λειτούργησε σε ένα τροπικό είτε σε ένα βόρειο
περιβάλλον και είναι ανεξάρτητο από το ενδεχόμενο φορτίο ή
περιεχόμενο της αμαξοστοιχίας (McLuhan, 1964). Η τεχνολογία είναι
ανόητο να πιστεύουμε ότι είναι ουδέτερη. Η τεχνολογία εμπεριέχει ηθική
αξία, το μήνυμά της είναι ο ίδιος της ο εαυτός. Χαρακτηριστικό
παράδειγμα τα μέσα επικοινωνίας που καταργούν τα σύνορα,
απεμπολούν την ιδέα και το πρότυπο του έθνους-κράτους και
δημιουργούν στον άνθρωπο μια νέα νοοτροπία και μια νέα ζωή, εκείνη
του παγκόσμιου πολίτη ενός παγκόσμιου χωριού (McLuhan, Fiore,
1967). Τελικά το μήνυμα είναι το ίδιο το μέσον, και το μέσον στην
προκειμένη περίπτωση ταυτίζεται με την έννοια της τεχνολογίας. Το
σημαντικότερο και ουσιαστικότερο γεγονός είναι η καθαυτό ύπαρξη της
Τεχνολογίας, του μεγάλου αυτού "Τ", και όχι τα περιεχόμενα και οι
ποικίλες εκδοχές της.
Το γεγονός ότι η Τεχνολογία αποκτά μια ανεξάρτητη ηθική
υπόσταση αρχικώς μας εκπλήσσει καθώς συνήθως τα δημιουργήματα του
ανθρώπου παρουσιάζονται ως φορείς σχετικής (ή χρηστικής) ηθικής
αξίας και νοηματοδοτούνται αξιολογικώς ανάλογα με τη χρήση και την
αξία που τους αποδίδεται από τον ανθρώπινο παράγοντα που δρα ως
μοναδικός τους αξιολογητής. Εδώ πλέον διαδραματίζεται ένα ηθικό
παράδοξο στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Ένα κατεξοχήν
δημιούργημα του ανθρώπου ανεξαρτητοποιείται ώστε να αποτελέσει
έναν αυτόνομο ηθικό φορέα. Ο Rolston είχε διατυπώσει πως το
οικοσύστημα έχει τη δυνατότητα παραγωγής όντων και εννοιών τα οποία
θα διαθέτουν ανεξάρτητη (ή εγγενή) ηθική αξία. Εξαιτίας αυτής της
ιδιότητας του οικοσυστήματος, ο Rolston υποστήριξε ότι το
Οικοσύστημα δεν έχει απλά εγγενή ηθική αξία, αλλά κάτι σαφώς
ανώτερο αξιολογικά. Αυτό το κάτι το ονόμασε Συστημική Ηθική Αξία
(Rolston, 1991). Αυτή η ιδιότητα ευλόγως θα μπορούσε, καθώς φαίνεται,
να αποδοθεί και στον ίδιο τον άνθρωπο, ο οποίος είναι μέρος του
Οικοσυστήματος και εδώ πλέον συνειδητοποιούμε πως και ο όρος της
Συστημικής Ηθικής Αξίας για τη φύση αποδεικνύεται ανεπαρκής και
μικρός. Η φύση όχι μόνο παράγει εγγενείς ηθικές αξίες, αλλά και όντα
(άνθρωποι) που είναι φορείς Συστημικής Ηθικής Αξίας.
11
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
ΑΠΟΠΕΙΡΑ
ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗΣ
ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗΣ
Ο καθηγητής Οικολογίας J. Stan Rowe το 1990 μέσω του άρθρου
του «Τεχνολογία και Οικολογία» θα προβληματιστεί πάνω στο παράδοξο
της οντολογικής συγχώνευσης Οικολογίας και Τεχνολογίας. Από την
πλευρά της Οικολογίας θα χρησιμοποιήσει στο σκεπτικό του τον
άνθρωπο ως φυσική υπόσταση και αναπόσπαστο κομμάτι του
Οικοσυστήματος και από την άλλη πλευρά ορισμένα από τα σύγχρονα
τεχνολογικά επιτεύγματα. Εισάγει λοιπόν τον όρο της «Εξωσωματικής
Τεχνολογίας», μιας Τεχνολογίας που είναι άμεσα συνδεδεμένη με την
ουσία της φυσικής υπόστασης του ανθρώπου: Τα αεροπλάνα είναι
γρήγορα πόδια που προσαρτώνται στον άνθρωπο με ζώνες καθίσματος.
Οι τηλεπικοινωνίες είναι γιγάντιες φωνητικές χορδές και τα εκσκαφικά
μηχανήματα ένα τεράστιο μυϊκό σύστημα που μεταχειρίζεται με
επιδεξιότητα τη γη. Η τεχνολογία προσδίδει στον άνθρωπο ένα
πρωτόγνωρο πολυμήχανο και πολύπλευρο χαρακτήρα.
Τα τεχνολογικά προϊόντα σχηματίζονται με βάση τη σκοπιμότητα
του ανθρώπου, παρ’ όλα αυτά όμως σταδιακά εμπνέουν και άλλες -εν
πολλοίς ανεξάρτητες- χρήσεις, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα μέρη
του σώματος ενός ανθρώπου. Όπως ένα παιδί που έχει γεννηθεί με
χαρισματικές φωνητικές χορδές είναι πολύ δύσκολο να αποτραπεί από το
να τραγουδά, έτσι και ένα παιδί με ένα τσεκούρι στα χέρια θα
ανακαλύψει ότι στον κόσμο υπάρχουν όλο και περισσότερα πράγματα
που θέλουν κόψιμο. Εδώ είναι που αρχίζουν και οι εκτροπές. Τα
Ηνωμένα Έθνη χρησιμοποιούν ένα πολύ γνωστό ρητό που λέει ότι ο
πόλεμος ξεκινά στο μυαλό των ανθρώπων.
Ο Rowe φυσικά δεν ισχυρίζεται ότι μια τέτοια οντολογικής
φύσεως συγχώνευση θα μας έλυνε τα πρακτικά και θεωρητικά
προβλήματα και επιπλέον ισχυρίζεται ότι η συγχώνευση αυτή από μόνη
της δείχνει ακόμα πιο έντονα το συγκρουσιακό χαρακτήρα της σχέσης
μεταξύ Οικολογίας και Τεχνολογίας: Η δυνατότητα να προσδώσουμε
στην τεχνολογία τον χαρακτήρα εξαρτημάτων που επεκτείνουν τον
άνθρωπο και τις δυνατότητές του μας οδηγεί αναπόφευκτα και στη
σκέψη της δυσχερούς αλλοίωσης της φυσικής εικόνας του ανθρώπου. Με
λίγα λόγια ο άνθρωπος οφείλει να αποδώσει στην τεχνολογία
αποκλειστικά τον χαρακτήρα του πνευματικού του προϊόντος και όχι της
οντολογικής του επέκτασης καθώς κάτι τέτοιο θα σήμαινε μια τεράστια
αλλοίωση της φυσικής εικόνας του ανθρώπου προς το χειρότερο.
120 χρόνια περίπου πριν διατυπώσει ο Rowe την άποψη σχετικά
με την οντολογική αυτή συγχώνευση, ήδη υπήρξαν πρόδρομοι που
επιχειρηματολόγησαν πάνω σε αυτό το θέμα. Ο Ralph Emerson
υποστηρίζει ότι το ανθρώπινο σώμα είναι ο χάρτης των εφευρέσεων, το
γραφείο των πατέντων όπου και βρίσκονται τα πρότυπα, τα μοντέλα από
12
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
όπου και εκπορεύονται όλα τα σχέδια. Όλα τα εργαλεία και οι μηχανές
που βρίσκονται πάνω στον κόσμο είναι επεκτάσεις του σώματος και των
αισθήσεων του ανθρώπου. Ο άνθρωπος τελικά είναι μια ιδιοφυΐα
υπηρετούμενη από όργανα (Emerson, 1870). Ο Emerson ήταν γνωστός
για τις υπερβατικές του απόψεις και την προσπάθειά του να θεμελιώσει
μια θεωρία που θα συνδέει με άρρηκτους δεσμούς τον άνθρωπο με τη
φύση. Παρ’ όλα αυτά η συγκεκριμένη του απόπειρα οντολογικής
σύνδεσης της φυσικής υπόστασης του ανθρώπου με κάθε είδους
Τεχνολογική έκφανση οδηγεί το συλλογισμό σε μια αντίφαση. Δεν είναι
δυνατό ο άνθρωπος εξορισμού να στρέφεται εναντίον του ίδιου του του
εαυτού καθώς σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση Τεχνολογία και Άνθρωπος
είναι ένα, αλλά η Τεχνολογία -όπως περίτρανα και εμπειρικά
αποδείχθηκε- στρέφεται εναντίον της φύσης και επομένως εναντίον του
ανθρώπου.
Επιπρόσθετα, η συγχώνευση και η συμφιλίωση δυο τέτοιων
αντιθέτων πόλων σύμφωνα με την προσωκρατική Ηρακλείτεια (αλλά και
Αναξιμάνδρεια) άποψη είναι κάτι που δεν βοηθάει ιδιαιτέρως στην
εξέλιξη του κοσμικού γίγνεσθαι. Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη και
πρέπει να την αφήσουμε να επέλθει ώστε να δούμε ποιος θα καταλήξει
βασιλιάς και ποιος δούλος (Ηράκλειτος). Το μόνο που μπορεί να κάνει ο
άνθρωπος εδώ ώστε να εξασφαλίσει κάποια απαραίτητα για την επιβίωσή
του πράγματα είναι να γίνει διαιτητής αυτής της διαμάχης. Η διαμάχη με
την έννοια του ολοκληρωτικού αφανισμού, έννοια που προσδίδει στη
διαμάχη περισσότερο ο Αναξίμανδρος με την αλληλεξουδετέρωση των
αντιθέτων, θα ήταν κάτι που προφανώς δεν θα διευκόλυνε ούτε τη Φύση,
ούτε τον άνθρωπο και τα δημιουργήματά του. Για να αποφευχθεί λοιπόν
αυτή η αλληλεξουδετέρωση των αντιμαχόμενων πλευρών ο άνθρωπος
επινοεί και εφαρμόζει μεθόδους που υπόσχονται μια βιώσιμη για όλους
προοπτική.
Η
ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ
ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ:
ΒΙΩΣΙΜΗ
ΑΝΑΠΤΥΞΗ
Ο όρος της Τεχνολογίας όπως και εκείνος της Τεχνολογίας δε
γίνεται να νοηματοδοτηθούν εκ νέου ώστε να καταλήξουμε στο
συμπέρασμα ότι είναι σύμμαχοι και όχι αντίπαλοι. Ακόμα και σε
περιπτώσεις που η τεχνολογία και ο ανθρώπινος πολιτισμός εν γένει
φαίνεται να ενεργούν εις όφελος της φύσης, στην ουσία την εμποδίζουν
από την ομαλή εξέλιξή της. Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα είναι η
περίπτωση μιας πυρκαγιάς. Τα τεχνολογικά μέσα πλέον έχουν εξελιχθεί
ώστε οι τρόποι κατάσβεσής της να είναι ποικίλοι και αποτελεσματικοί
(πυροσβεστικά αεροπλάνα και ελικόπτερα, οχήματα και εξοπλισμός
τελευταίας τεχνολογίας κλπ). Η ανθρώπινη επέμβαση όμως έχει
υποστηριχτεί από πολλές οικολογικές πηγές ότι ακόμα και σε αυτή την
13
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
περίπτωση δεν πρέπει να έχει θέση. Στο οικολογικό πάρκο του
Yellowstone, μετά από το ξέσπασμα μιας μεγάλης πυρκαγιάς, υπήρξαν
διενέξεις μεταξύ οικολόγων στο αν έπρεπε να επέμβει ο ανθρώπινος
παράγοντας ώστε να την κατασβέσει. Αυτοί που υποστήριζαν τη μη
επέμβαση του ανθρώπου είχαν σαν κεντρική επιχειρηματολογία το
γεγονός ότι η πυρκαγιά έχει ωφέλιμες επιπτώσεις, όπως είναι η
αναζωογόνηση του οικοσυστήματος και η αναδιάρθρωσή του πάνω σε
πιο υγιείς προδιαγραφές (Rolston, 1991). Βέβαια η πυρκαγιά μπορεί να
προήλθε από μη φυσικά μέσα όπως είναι η αμέλεια των ενεργειών ενός
ανθρώπου, επομένως κάποιοι θα υποστηρίξουν ότι ο άνθρωπος πρέπει να
επέμβει εκ νέου ώστε να επαναφέρει την ισορροπία. Εδώ ορισμένοι
οικολόγοι θα αντιτείνουν ότι αυτό είναι ένας φαύλος κύκλος και ότι ο
άνθρωπος οφείλει να αφήσει την άγρια φύση ανέγγιχτη και να σεβαστεί
επιτέλους την αγριότητά της.
Ο ανθρώπινος πολιτισμός είναι κάτι το ξεχωριστό από τη φύση,
άμεσα εξαρτώμενος όμως από την ακεραιότητα της τελευταίας. Πώς
είναι δυνατόν όμως με αυτό ως δεδομένο να υποστηρίξουμε ότι η
τεχνολογία, στη μορφή της βιομηχανίας για παράδειγμα, μπορεί να
εξελιχθεί διατηρώντας παράλληλα ακέραιο το ηθικό δικαίωμα ενός
ζωντανού φυσικού οικοσυστήματος στην αυτοσυντήρηση; Εδώ
υπεισέρχεται ο ανθρώπινος παράγων ως διαιτητής για να εξομαλύνει τις
σχέσεις των δύο αντιμαχόμενων πόλων.
H θεμελιώδης ιδιότητα της βιομηχανίας να καταναλώνει και
μερικές φορές να υπερκαταναλώνει φυσικούς πόρους. Εδώ η
ανθρωπότητα επεμβαίνει ανασταλτικά και επινοεί τον όρο της
βιωσιμότητας ή βιώσιμης ανάπτυξης. Ο όρος της βιωσιμότητας εγείρεται
όταν οι ανθρωπογενείς δραστηριότητες υπερβαίνουν τα προϋπάρχοντα
όρια που έχει θέσει η φύση στα οικοσυστήματα της γης. Διαφορετικά ο
όρος θα μπορούσε να διατυπωθεί ως βελτίωση της ανθρώπινης
δραστηριότητας και κατανάλωσης πόρων μέσα στα λογικά όρια των
φυσικών πόρων που αντλούνται από τα οικοσυστήματα της φύσης
(Suzuki, 1999). Σε πιο γενικά και -ομολογουμένως- ανθρωποκεντρικά
πλαίσια θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι βιωσιμότητα είναι η
ανάπτυξη που ικανοποιεί τις ανάγκες των συγχρόνων γενεών χωρίς να
καταπιέζει εκείνες των μελλοντικών γενεών (Bruntland, 1997). Ο
τελευταίος αυτός ορισμός θεωρείται πλέον ο παραδοσιακός και
χρησιμοποιείται εκτενώς ως η ακριβέστερη επεξήγηση του όρου της
Βιώσιμης Ανάπτυξης διεθνώς. Η ορολογία αυτή είναι καθαρά προϊόν της
παραδοσιακής φιλοσοφίας και του ανθρωποκεντρικού μοντέλου σκέψης.
Παρ’ όλα αυτά μπορούμε να εξάγουμε χρήσιμα συμπεράσματα.
Με αυτόν τον όρο εκ των πραγμάτων καταδεικνύονται δυο
αντιμαχόμενες πλευρές, η φύση και η τεχνολογία. Ο άνθρωπος δε γίνεται
να μετατρέψει την έννοια της τεχνολογίας σε περιβαλλοντικά θετική
14
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
αλλά να διαιτητεύσει τον αγώνα μεταξύ τεχνολογίας και φύσης (φυσικών
πόρων) ώστε να βρεθεί η χρυσή τομή της αριστοτελικής μεσότητας που
θα επιτρέψει ένα ευοίωνο μέλλον για τη φύση και τον πολιτισμό εν γένει.
Κάτι τέτοιο επιχειρείται μέσω του όρου της «Βιομηχανικής Οικολογίας»
όπου κατά κύριο λόγο μελετάται το πώς η τεχνολογική δραστηριότητα
μπορεί να τοποθετηθεί στο κατάλληλο οικοσύστημα που θα μπορεί να
«αντέξει» την ανάλογη άντληση πόρων και την αφομοίωση του
σεβαστού ποσοστού των αποβλήτων (Lifset, 1999). Το μοντέλο αυτό της
Βιομηχανικής Οικολογίας ενσωματώνει τον όρο της «Βιολογικής
Αναλογίας» (Wernick, Ausubel, 1997) στα πλαίσια της οποίας γίνονται
σημαντικές μελέτες για το μοντέλο φυσικού οικοσυστήματος που είναι
καταλληλότερο για μια συγκεκριμένη βιομηχανική δραστηριότητα. Από
όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι πολλές εκφάνσεις της Τεχνολογίας (του
μεγάλου και επιβλητικού "Τ" που θα μας πει εύστοχα ο Rowe) όχι μόνο
δεν ενέχουν κάποια ουδέτερη ηθική αξία, αλλά αντιθέτως, στη σημαντική
βιομηχανική τους μορφή ας πούμε, αποτελούν -άλλοτε μεγαλύτερη,
άλλοτε μικρότερη- απειλή για ένα φυσικό οικοσύστημα. Εδώ πλέον
απλώς αναζητούμε και μελετούμε τους τρόπους με τους οποίους η απειλή
αυτή θα αμβλυνθεί για χάρη της επιδιωκόμενης ισορροπίας και
βιωσιμότητας.
ΠΡΟΣ
ΤΟ
ΜΕΛΛΟΝ
Η στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η ταυτόχρονη
απομάκρυνση από τη νοοτροπία των ορυκτών καυσίμων, η διάθεση για
ανακύκληση των απορριμμάτων και φιλτράρισμα των ρύπων αλλά και
τόσα άλλα που ήδη προαναφέρθηκαν στο χωρίο της Βιώσιμης
Ανάπτυξης, υποδηλώνουν τη συνειδητοποίηση του ανθρώπου ότι είναι
ανάγκη ζωτικής σημασίας πλέον να καθιερώσει έναν πιο σοβαρό και
συμπαγή ρόλο διαιτητή στον αγώνα μεταξύ της Φύσης και της
Τεχνολογίας. Όπως έχει ήδη λεχθεί, ο άνθρωπος δεν επιδιώκει να
αλλάξει την Τεχνολογία και να την μετατρέψει σε μια έννοια θετική και
φιλική προς τη φύση. Κάτι τέτοιο αποδείχθηκε ως οντολογικά αδύνατο.
Αυτό που πραγματικά όμως οφείλει απέναντι στη φύση είναι μια δίκαιη
μεταχείριση και μια εντιμότητα απέναντι σε όλα εκείνα τα στοιχεία του
Οικοσυστήματος που του προσφέρονται απλόχερα ώστε να τα διαθέσει
ελεύθερα και κατά βούληση.
Η ιδέα της διατήρησης και εξέλιξης της Τεχνολογίας είναι εκ των
πραγμάτων μια παραδοξολογία ως προς τη φυσική υπόσταση του
ανθρώπου. Από την άλλη, η κατάργησή της θα σημαίνει τη διακοπή κάθε
εξελικτικής ικανότητας του ανθρωπίνου πνεύματος, πράγμα που θα
ταύτιζε οντολογικά τον άνθρωπο με τα υπόλοιπα όντα που απαρτίζουν
την Οικόσφαιρα. Η ιδέα της διαιτησίας των ανθρωπίνων τεχνολογικών
15
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
ενεργειών φαίνεται πολλές φορές δυσάρεστη σε αρκετούς που την
αντιμετωπίζουν ως τροχοπέδη συνήθως στα βιομηχανικά και οικονομικά
τους σχέδια. Μάλιστα υπάρχουν κάποιοι που διατυπώνουν πως ορισμένοι
οικολόγοι υπερβάλλουν και αντιτίθενται στην εξέλιξη της επιστήμης και,
εν γένει, στην ίδια την ανθρώπινη υπόσταση αφού τεχνολογία αποτελεί
πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της. Απέναντι σε αυτούς, ο Stan Rowe που
μας απασχόλησε και παραπάνω θα αντιτείνει το γνωστό ρητό του «Δεν
είμαι μισάνθρωπος, αλλά υπερασπιστής της Γης ενάντια στις υπερβολές
των ανθρώπων». Τελικώς φαίνεται πως η φύση δε δημιούργησε μόνο
δυνάμεις αυτοκαταστροφής, αλλά και δυνάμεις που είναι σε θέση να
εμποδίσουν τέτοιες καταστροφικές τάσεις.
ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ
Η εμφάνιση των πρώτων Φιλοσόφων, παρατηρείται πριν από τα
χρόνια του Σωκράτη (469-399 π.Χ.) και γι’ αυτό συνηθίζεται να τους
αποκαλούμε Προσωκρατικούς. Το Φιλοσοφικό ενδιαφέρον αυτών των
πρώτων Φιλοσόφων στράφηκε κυρίως γύρω από τον εξωτερικό κόσμο,
γύρω από την πραγματικότητα που βρίσκεται απέναντι μας και μας
περιβάλλει.
Ειδικότερα, οι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι επιχείρησαν να
απαντήσουν μεταξύ των άλλων προβλημάτων που τους απασχόλησαν, σε
δυο βασικά ζητήματα, τα οποία εξακολουθούν να μας απασχολούν μέχρι
και σήμερα. Αυτά είναι το πρόβλημα της αρχής του κόσμου, και το
πρόβλημα της δομής ή της μορφής του κόσμου. Ακόμη, οι
Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι μπορούν να θεωρηθούν οι «πατέρες» της
σύγχρονης Επιστήμης για δύο βασικούς λόγους: Παρ’ όλο που και
προγενέστεροι από αυτούς στοχαστές ασχολούνταν με τα ζητήματα που
απασχόλησαν τους Προσωκρατικούς, αυτοί ήταν οι πρώτοι που
εισήγαγαν δύο θεμελιώδεις για την εξέλιξη της Φιλοσοφίας και της
Επιστήμης αρχές: Πρώτον, την αποσύνδεση της εξήγησης των Φυσικών
φαινομένων με θεοκρατικές απόψεις, και δεύτερον, την καθιέρωση
δημόσιας συζήτησης και κρίσης μίας άποψης προκειμένου αυτή να γίνει
επιστημονικά, με τα δεδομένα της εποχής, αποδεκτή.
Κυριότεροι εκπρόσωποι των Προσωκρατικών, μπορούν να
θεωρηθούν ο Θαλής και ο μαθητής του, Αναξίμανδρος, αλλά και άλλοι,
όπως ο Αναξιμένης, ο Ηράκλειτος, ο Παρμενίδης, ο Δημόκριτος κ.α.
16
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
Θαλής ο Μιλήσιος
ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ-ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΑ
Από τους βασικούς κλάδους της Φιλοσοφίας, πρώτος εμφανίζεται
ιστορικά η οντολογία με την γνωσιολογία. Ο όρος «Οντολογία»
προέρχεται από την λέξη «ον» που δεν υπονοεί μόνο τα έμβια όντα, αλλά
χρησιμοποιείται για να δηλωθεί η πραγματικότητα. Η προσπάθεια
εξερεύνησης της πραγματικότητας, των πτυχών της, ακόμα και το
εγχείρημα απόδειξης της ύπαρξης της πρέπει να διέπεται από τους
κανόνες μιας έγκυρης λογικής διαδικασίας ώστε να εξασφαλίζεται
απόλυτα η γνώση. Αυτό προϋποθέτει κρίσεις που να έχουν κύρος, καθώς
και διερεύνηση της δυνατότητας του ανθρώπου να φτάσει ή όχι σε γνώση
(μερική ή ολική) της πραγματικότητας. Από εδώ προκύπτουν μερικά
ερωτήματα: α) τι είναι γνώση; β) είναι δυνατόν να αποκτήσουμε γνώση;
γ) Από πού πηγάζει και ποιο είναι το αντικείμενό της;
Παρ’ όλο το φαινομενικά θεωρητικό χαρακτήρα των ερωτημάτων
αυτών η Φιλοσοφία στοχεύει ακόμα πιο πέρα από την γνώση: Στην
συνειδητοποίηση της γνώσης, στο να γνωρίζουμε ότι όντως γνωρίζουμε
καθώς και στη διερεύνηση των όποιων προβλημάτων προκύπτουν απ’
αυτήν
«-ΙΣΜΟΙ» ΚΑΙ «ΣΧΟΛΕΣ»
Πολλές φορές γίνεται χρήση όρων όπως δογματισμός,
πραγματισμός, εμπειρισμός, ιδεαλισμός κλπ. Σε μια προσπάθεια να
ομαδοποιήσουμε, όσο γίνεται, ορισμένες φιλοσοφικές τάσεις, θέσεις ή
απόψεις που είναι παρεμφερείς σε ένα συγκεκριμένο θέμα (π.χ. στην
δυνατότητα απόκτησης γνώσης). Βέβαια, αυτές οι θέσεις εκπορεύονται
17
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
από Φιλοσόφους που πολλές φορές δεν είναι απαραίτητα σύγχρονοι
μεταξύ τους. Σχεδόν ταυτόσημος όρος είναι η σχολή (π.χ. σκεπτική
σχολή). Η κατάταξη αυτή είναι κατά ένα μεγάλο μέρος τεχνητή,
σχηματική, και γίνεται περισσότερο για την συστηματικότερη εξέταση
και ευκολότερη μάθηση των θέσεων αυτών των σχολών, αφού
Φιλόσοφοι της ίδιας σχολής η του ίδιου –ισμού έχουν διατυπώσει τις
απόψεις τους με αρκετές διαφορές και ουσιαστικές αποκλίσεις μεταξύ
τους, ακόμα δε σε άλλα θέματα αποκλίνουν τόσο μεταξύ τους, ώστε να
ανήκουν ταυτόχρονα σε περισσότερες σχολές ή –ισμούς.
ΤΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ
Τα βασικά οντολογικά προβλήματα κατά την αρχαιότητα, τέθηκαν
κατ’ αρχήν από τους προσωκρατικούς που εμφανίσθηκαν βεβαίως πριν
από τον Σωκράτη (469 – 399 π.Χ), συνεχίσθηκαν όμως και μετά από
αυτόν. Τα προβλήματα, όπως έχει προαναφερθεί, ήταν δυο: α) Της αρχής
του κόσμου και β) της δομής ή της μορφής του κόσμου.
Τα κύρια χαρακτηριστικά των προσωκρατικών είναι:
1) Οι θεωρίες τους στηρίζονται στη παρατήρηση και στις λογικές
δυνατότητες του ανθρώπινου νου. Έτσι, μέσα στις θεωρίες δεν υπάρχουν
μυθολογικές ή θεολογικές υποθέσεις. Η έξωση επομένως αυτών των
στοιχείων σηματοδοτεί και την έξωση τους από όλες τις επιμέρους
επιστήμες που συναποτελούσαν κατά την αρχαιότητα την Φιλοσοφία και
επομένως μπορούμε να πούμε ότι η ίδρυση, η εμφάνιση και η ανάπτυξη
των επιστημών που εμφανίσθηκαν για πρώτη φορά ως «δομημένη
γνώση» στην ανθρωπότητα στην αρχαία Ελλάδα, οφείλεται σχεδόν
αποκλειστικά στην αυτονόμηση της Φιλοσοφίας από αυτά τα στοιχεία
2) Η εισαγωγή της έννοιας της αρχής που αποτελεί από τότε βασικό όρο
της επιστημονικής διανόησης. Πρωτοεισάγεται από τον Θαλή τον
Μιλήσιο και εφαρμόζεται τόσο στις φυσικές επιστήμες όσο και στα
μαθηματικά. Για παράδειγμα με την επιστημονική αρχή (νόμο) της
άνωσης μπορεί να εξηγηθεί γιατί ένα κομμάτι ξύλο επιπλέει στο νερό,
ενώ ένα κομμάτι σίδερο όχι. Το ίδιο και στα μαθηματικά με τα αξιώματα
(κυρίως στην Γεωμετρία), αν και ο ίδιος ο Θαλής δεν ήταν αυτός που τα
πρωτοπαρουσίασε.
Για τον Θαλή η αρχή του κόσμου ήταν το νερό αφού κατά την
άποψη του από τα 4 βασικά στοιχεία της φύσης, (το νερό, η φωτιά, ο
αέρας, και η Γή), το νερό είναι το πλεονάζον. Κύριος αντίπαλος του ήταν
ο Αναξίμανδρος που πίστευε ότι τα 4 στοιχεία βρίσκονται σε διαμάχη
μεταξύ τους, εξ’ αιτίας της ανομοιογενούς τους σύστασης, αλλά κανένα
από αυτά δεν επικρατεί, αφού μέχρι τώρα δεν έχει καταφέρει να
απορροφήσει τα υπόλοιπα και επομένως μεταξύ τους υπάρχει ισορροπία,
απαραίτητος όρος για την ύπαρξη του κόσμου. Η ισορροπία αυτή
18
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
συντηρείται λόγω της σχέσης δικαιοσύνης που πρέπει να ισχύει μεταξύ
των 4 στοιχείων. Κατ’ επέκτασιν, κατά τον Αναξίμανδρο, πάντα πρέπει
να υπάρχει ένα άλλο στοιχείο, έξω από τα 4 στοιχεία της Φύσης, που ο
Αναξίμανδρος ονόμασε άπειρο και είναι άχρονο και αιώνιο και
μεταμορφώνεται στα 4 στοιχεία της φύσης. Αυτά μεταβάλλονται,
αλληλοεισερχόμενα το ένα μέσα στο άλλο, στα γνωστά μας όντα.
Κατόπιν, τα όντα αυτά φθείρονται και επιστρέφουν από εκεί που
προήλθαν, κατά το πρέπον. Αξιοσημείωτο είναι πως ο Αναξίμανδρος
πρότεινε και μια θεωρία εξέλιξης των ειδών, ανάλογη της Δαρβινικής
θεωρίας.
ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΔΟΜΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ-ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ
Βασικής σημασίας για τον Ηράκλειτο ηταν η έννοια-αρχή του
πολέμου και γενικότερα της διαμάχης, καθώς είχε την άποψη πως ο
κόσμος βρίσκεται σε μια διαρκή, καθολική μεταβολή που όμως δεν
οδηγεί σε εκφυλισμό του, καθώς το σύμπαν διέπεται από την αρχή της
δικαιοσύνης που παρεμβαίνοντας αποσοβεί την οριστική επικράτηση του
ενός στοιχείου στο άλλο. Η δικαιοσύνη εξασφαλίζει και την αρμονία του
κόσμου έστω και αν αυτή πολλές φορές είναι αφανής. Όμως αν καθετί
αλλάζει στον κόσμο τότε θα πρέπει να αλλάζει συνεχώς και το νόημα
των λέξεων, και κατ’ επέκταση η συνεννόηση και γενικότερα η
λειτουργία της γλώσσας θα ήταν αδύνατη. Για να αρθεί αυτό το
αδιέξοδο, ο Παρμενίδης, κύριος προσωκρατικός που υπεστήριξε πως οι
αισθήσεις μας απατούν, δέχθηκε ότι αυτό που τελικά παραμένει σταθερό
είναι οι έννοιες. Δεν διστάζει να ταυτίσει την πραγματικότητα με την
σκέψη. Μ’ άλλα λόγια η σταθερότητα, αναγκαία προϋπόθεση για να
γνωρίσουμε μελετώντας την, την πραγματικότητα πρέπει να αναζητηθεί
στην σκέψη μας και όχι σε πληροφορίες που μας παρέχονται από τις
αισθήσεις. Οι έννοιες λοιπόν, π.χ. η έννοια της γάτας ή ενός τραπεζιού
διατηρώνται αναλλοίωτες στην σκέψη μας.
Τελικά, πως δομείται ο κόσμος όταν υπάρχουν δυο εκ διαμέτρου
αντίθετες απόψεις; Ο Δημόκριτος επεχείρησε να συγκεράσει αυτές τις
δύο απόψεις μέσα από την ατομική του θεωρία. Διατύπωσε την άποψη
πως η διαδικασία τμήσης ενός υλικού αντικειμένου, έχει ένα όριο και δεν
μπορεί να συνεχισθεί έπ’ άπειρον, διότι θα καταλήξουμε σε ορισμένα
σωματίδια που δεν θα μπορούν να τμηθούν σε μικρότερα. Δηλαδή δεν θα
μπορούν να υποστούν τομή, άρα θα είναι άτομα (α- στερητικό + τομή).
Τα άτομα κατά τον Δημόκριτο είναι άφθαρτα και αναλλοίωτα
(κάτι που ικανοποιεί την άποψη του Παρμενίδη, εν μέρει), ταυτόχρονα
όμως, χάρη στο κενό που υπάρχει ανάμεσα τους, κινούνται,
19
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
συγκρούονται και δημιουργούν νέους συνδυασμούς, δηλαδή καινούργιες
μορφές σωμάτων, ικανοποιώντας έτσι την άποψη του Ηράκλειτου.
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ
Ο Πλάτωνας, άνηκε στην εννοιολογική περίοδο (5ος-4ος π.Χ.
αιώνας. Κατά την περίοδο αυτή, αποκρυσταλλώθηκαν οι πρώτες
φιλοσοφικές έννοιες, παράλληλα με την στροφή από την μελέτη του
κόσμου στον άνθρωπο. Στην περίοδο αυτή ανήκουν οι Σοφιστές
(Πρωταγόρας, Γοργίας, Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης). Οι άλλες δύο
περίοδοι στις οποίες χωρίζεται η αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία, είναι η
Κοσμολογική (6ος – 5ος αι. π.Χ.) κατά την οποία αναζητείται η αρχή του
κόσμου, με εκπροσώπους τον Θαλή, τον Αναξίμανδρο, τον Αναξιμένη,
και την Σχολή των Ελεατών και η Πραξιολογική (3ος αι. π.Χ. – 3ος αι.
μ.Χ.), η οποία μελετά τις πράξεις του ανθρώπου, και έχει ως
εκπροσώπους τους Στωικούς (Ζήνων, Χρύσιππος, Επικούρειος) και τους
Σκεπτικούς (Πύρρων, Καρνεάδης, Σέξτος ο εμπειρικός, Πλωτίνος).
Ο Πλάτωνας (427-347 π.Χ.) στην οντολογία και γνωσιολογία του
επεχείρησε να δώσει μια λύση στις δύο εκ διαμέτρου αντίθετες θεωρίες
(του Ηράκλειτου που πιστεύει πως τα πράγματα βρίσκονται σε μια
συνεχή ροή και ακατάπαυστη μεταβλητότητα και του Παρμενίδη που
πιστεύει πως πέρα από την φαινομενική ρευστότητα των πραγμάτων,
υπάρχει κάτι το σταθερό και αναλλοίωτο).
Η όποια απάντηση του Πλάτωνα σε αυτό το δίλημμα θα έδινε και
λαβή για να συνεχίσει στα ερωτήματα: α) Ποιο είναι το αντικείμενο της
γνώσης; β)υπάρχει η δυνατότητα της γνώσης; και γ)τι εννοούμε λέγοντας
αλήθεια, ποια η σχέση της με την γνώση και την πραγματικότητα και
ποίο είναι το κριτήριο της αλήθειας; Ακόμη, ασχολήθηκε και με το
πρόβλημα της ουσίας, δηλαδή αν υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα
και αν ο κόσμος υπάρχει πραγματικά, δηλαδή βρίσκεται ανεξάρτητα από
εμάς και έξω από την συνείδηση μας. Ο Πλάτων διατύπωσε τη θεωρία
των ιδεών, που αποτέλεσε και τον πυρήνα της Φιλοσοφίας του,
διακρίνοντας τον κόσμο σε δύο επίπεδα. Πρώτο επίπεδο είναι το σύνολο
των αισθητών πραγμάτων με κυρίαρχο γνώρισμα τις συνεχείς μεταβολές
και μετατροπές τους (άποψη που παραπέμπει στον Ηράκλειτο). Το
δεύτερο επίπεδο είναι η περιοχή των ιδεών οι οποίες χαρακτηρίζονται
από την σταθερότητα και την μονιμότητα της ύπαρξης τους (άποψη που
παραπέμπει στον Παρμενίδη). Η πίστη του Πλάτωνα είναι πως με βάση
αυτό το πρότυπο η γνώση είναι δυνατή και μάλιστα δεν έχει όρια.
Διέπεται δηλαδή από μια επιστημονική αισιοδοξία. Έτσι, ο Πλάτωνας
ανήκει στον δογματισμό 1.
Για τον δογματισμό, υπάρχουν δύο απόψεις. Η πρώτη είναι πώς δογματισμός είναι ο,τι νομίζει κανείς
ορθό, γνώμη, δοξασία, ενώ υπάρχει και η Φιλοσοφική άποψη πως δογματισμός σημαίνει την
1
20
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
Δογματικός όπως είναι ο Πλάτων, πιστεύει ότι η γνώση είναι
δυνατή και μπορεί να γνωρίζει κάτι (Δογματικοί είναι όσοι διατυπώνουν
την άποψη ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν κατανοητά λέει ο
Διογένης ο Λαέρτιος Ι 16). Όλοι οι μεγάλοι εκπρόσωποι της αρχαίας
Ελληνικής Φιλοσοφίας με επικεφαλείς τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη
πρόσκεινται απόλυτα ή μερικά στον δογματισμό. Ακόμα και οι Στωικοί
και οι Επικούρειοι. Κύριοι εκπρόσωποι του δογματισμού στους
νεώτερους χρόνους είναι ο Ντεκάρτ, ο Σπινόζα και ο Λάϊμπνιτζ.
Τα αισθητά αντικείμενα του 1ου επιπέδου κατά τον Πλάτωνα, είναι
ανύπαρκτα (για παράδειγμα, ένα τραπέζι φαίνεται διαφορετικό όταν
εξετάζεται από διάφορες οπτικές γωνίες, φωτισμό κλπ). Αποτελούν
ανύπαρκτες οντότητες «φαντάσματα», σκιές και είδωλα. Τίνων όμως
σκιές και είδωλα;
Τα αισθητά αντικείμενα του 1ου επιπέδου κατά τον Πλάτωνα, είναι
ανύπαρκτα (για παράδειγμα, ένα τραπέζι φαίνεται διαφορετικό όταν
εξετάζεται από διάφορες οπτικές γωνίες, φωτισμό κλπ). Αποτελούν
ανύπαρκτες οντότητες «φαντάσματα», σκιές και είδωλα. Τίνων όμως
σκιές και είδωλα;
Ο Πλάτωνας απαντά των ιδεών. Για να εξηγήσει αυτή του την
άποψη, ο Πλάτων υιοθετεί την γνώμη των ορφικών για την διφυή
υπόσταση του ανθρώπου, που αποτελείται από ψυχή και σώμα. Η ψυχή
μας, που υπάρχει και πριν γεννηθούμε, εισέρχεται και εγκαθίσταται στο
σώμα μας, και θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά τον θάνατο του σώματος
μας. Πριν την εγκατάσταση στο σώμα μας, η ψυχή ευρισκόμενη στους
ουρανούς γνώρισε τις ιδέες, που είναι αϋλές οντότητες, αναλλοίωτες και
σταθερές υπάρξεις. Οι ιδέες κατά τον Πλάτωνα συνιστούν τη ν αληθινή
πραγματικότητα, είναι τα όντως όντα, πραγματικά, ανεπηρέαστα και
αμετάβλητα μέσα στο χώρο και τον χρόνο. Μεταξύ αισθητών πραγμάτων
και των ιδεών υπάρχει αναγκαία σχέση αντιστοιχίας, δηλαδή, για κάθε
αισθητό αντικείμενο, (π.χ. ένα τραπέζι) υπάρχει η αντίστοιχη του ιδέα
στον κόσμο των ιδεών (η ιδέα του τραπεζιού). Έτσι, το αντικείμενο
υπάρχει επειδή παρίσταται σ’ αυτό η ιδέα του. Αν απουσιάζει η ιδέα του
αντικειμένου, το αντικείμενο θα απουσίαζε. Επειδή η πραγματικότητα
είναι οι ιδέες, τα αισθητά πράγματα είναι απεικάσματα, αντίγραφα των
ιδεών, και επομένως ανύπαρκτα από μόνα τους. Ταυτόχρονα, είναι ατελή
(π.χ. δεν υπάρχει απόλυτα κυκλικό αντικείμενο), ενώ τέλειες είναι οι
ιδέες τους (π.χ. υπάρχει ως ιδέα ο τέλειος κύκλος). Επειδή η πλειονότητα
των ανθρώπων περιορίζεται στα αισθητά αντικείμενα, μπερδεύεται με τις
αλλεπάλληλες μεταβολές τους και η σκέψη τους παραμένει
διατύπωση απόψεων σε Φιλοσοφικά θέματα χωρίς προηγουμένως να τις έχουμε υποβάλλει σε κριτικό
έλεγχο (Ι. Κάντ). Αυτός ο ορισμός είναι πιο κοντά στην καθημερινοτητά μας, όμως στην Φιλοσοφία
επικρατεί ο πρώτος ορισμός.
21
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
εγκλωβισμένη μέσα σε ένα ατελή κόσμο. Έτσι, πρέπει επομένως να
στραφούμε στον κόσμο των ιδεών όπου κυριαρχεί η σταθερότητα και η
τελειότητα για την απόκτηση γνώσης και αλήθειας που είναι μετά
βεβαιότητας μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων του ανθρώπου.
Στις ιδέες που είναι καθολικές οντότητες αναφέρονται οι γενικοί
όροι (όροι δηλαδή που δεν συνδέονται με ατομικά αντικείμενα. π.χ., ο
όρος λευκός, επειδή αναφέρεται σε μια καθολική λευκότητα είναι
γενικός). Στα αισθητά αντικείμενα αναφέρονται οι ειδικοί (επιμέρους)
όροι.
Κατά τον Πλάτωνα, η αλήθεια (α- στερητικό + λήθη) είναι άρση
της λήθης, της λησμονιάς, είναι αποκατάσταση της ανάμνησης. Άρα η
γνώση στοχεύει στην σύλληψη της αλήθειας, στην άρση της λήθης,. Με
άλλα λόγια γνωρίζω = ξαναθυμάμαι. Η λήθη προήλθε όταν η ψυχή μας
που ήταν στους ουρανούς και γνώρισε τις ιδέες, εισήλθε στο σώμα μας.
Παγιώθηκε μάλιστα κάτω από το βάρος και το πλήθος των πλαστών
εντυπώσεων με τις οποίες οι αισθήσεις μας τροφοδοτούν την ψυχή μας
με αντικείμενα που ουσιαστικά είναι ατελή ψευδεπίγραφα των ιδεών.
Κύρια πλάνη μας είναι ότι δεν έχουμε συνείδηση της πλάνης μας επειδή
έχουμε ξεχάσει τις ιδέες.
Η ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΨΗ
Ο Αριστοτέλης, διακρίνει ένα πρόβλημα στην θεωρία των ιδεών
του Πλάτωνα, πρόβλημα που έγκειται στην σχέση που υφίσταται μεταξύ
των ιδεών και των αισθητών πραγμάτων. Πιστεύει οτι η σχέση μεταξύ
ιδέας και του αντίστοιχου της αισθητού αντικειμένου είναι μια σχέση
ομοιότητας. Η ομοιότητα όμως μεταξύ δυο όρων, απαιτεί και έναν τρίτο.
Για να υπάρχει όμως ο τρίτος όρος, θα πρέπει να υπάρχει και ένας
τέταρτος, που να συνδέει τον τρίτο όρο με τους αρχικούς όρους (την ιδέα
και το αισθητό αντικείμενο), μετά ένας πέμπτος όρος, κ.ο.κ. Δυσκολίες
αυτού του τύπου οδήγησαν τον Αριστοτέλη στην άποψη πως η αληθινή
πραγματικότητα είναι ενσωματωμένη στα αντικείμενα που
αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας.
Σε κάθε αντικείμενο διακρίνουμε τα δευτερεύοντα χαρακτηριστικά
που συμπτωματικά έτυχε να βρίσκονται σ’ αυτό, και ονομάζονται
συμβεβηκότα π.χ., το χρώμα ενός τραπεζιού. Βασικό χαρακτηριστικό
είναι η ουσία, το τόδε τι που είναι το χαρακτηριστικό που κάνει ένα
πράγμα να είναι αυτό που είναι. Η δυνατότητα ύπαρξης ενός πράγματος
υπαγορεύεται, οφείλεται στην ουσία του. Με άλλα λόγια, η
πραγματικότητα, κατά Αριστοτέλη, είναι ενσωματωμένη στον αισθητό
κόσμο. Αν λοιπόν, όλα τα δέντρα του κόσμου εξαφανίζονταν, τότε η ιδέα
του δέντρου θα έπαυε να υπάρχει κατά τον Αριστοτέλη, ενώ κατά τον
Πλάτωνα, όχι. Κάθε ουσία για να εισέλθει στην σφαίρα της
22
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
πραγματικότητας απαιτεί μια διαδικασία που καθορίζεται από τέσσερις
αιτίες: 1) Την ύλη, που δεν έχει κάποια μορφή, είναι ένα εν δυνάμει όν,
μία άμορφη μάζα, π.χ. ένα κομμάτι ακατέργαστου μάρμαρου.2) Την
μορφή, όπου η άμορφη μάζα παίρνει ένα καθορισμένο σχήμα, μια μορφή.
3) Την ενέργεια, που αντιπροσωπεύει την προσπάθεια και την παρέμβαση
ενός τεχνίτη, καλλιτέχνη κ.λ.π. 4) Τον σκοπό, που ουσιαστικά είναι ο
στόχος του κατασκευαστή, π.χ., αν δεν είχε σκοπό ο καλλιτέχνης, το
ακατέργαστο μάρμαρο δεν θα είχε μετατραπεί σε ένα καλλιτέχνημα.
Έτσι, η άμορφη ύλη μεταβαίνει από την περιοχή της δυνατότητας στην
περιοχή της πραγματικότητας. Αυτή η μετάβαση ονομάζεται ενδελέχεια.
Από τις τέσσερις αιτίες που αναφέρονται παραπάνω, σημαντικότερη
κατά τον Αριστοτέλη είναι ο σκοπός, που μας φανερώνει την
τελεολογική αντίληψη του Αριστοτέλη για τον κόσμο (δηλαδή, κάθε
γεγονός, υπαγορεύεται από ένα τέλος – σκοπό). Κατά συνέπεια, για να
εξηγηθεί κάτι απαιτείται εξήγηση του σκοπού του.
Αριστοτέλης
ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΜΟΣ
Από τους κόλπους της Ακαδημίας του Πλάτωνα, που ήταν όπως
προαναφέραμε δογματικός, πίστευε δηλαδή πως η γνώση του όντος είναι
δυνατή, ξεπήδησε η άποψη πως οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να
ζουν στο ψέμα και την άγνοια. Εκφραζόταν η γνώμη πως η δυνατότητα
της γνώσης είναι αμφισβητήσιμη ή και εντελώς αδύνατη, και κατά
συνέπεια, η γνώση της αλήθειας αδύνατη, εκφράζοντας έτσι μια
καθολική αμφιβολία. Έχουμε λοιπόν δύο θέσεις σκεπτικιστών –την
ακραία αντίληψη (ονομάζονται και Ακαδημαϊκοί) περί της πλήρους
αδυναμίας απόκτησης γνώσης, αφού ούτε ο νους ούτε οι αισθήσεις μας
23
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
είναι σε θέση να μας εξασφαλίσουν την απόλυτη αλήθεια, άρα η γνώση
για τον άνθρωπο είναι ανέφικτη, και κατά συνέπεια έχουμε πλήρη
αδυναμία εξεύρεσης της αλήθειας, με κύριο εκφραστή τον Αρκεσίλαο,
και την μετριοπαθή, με κύριους εκπροσώπους τον Πύρρωνα τον Ηλείο
(4ο – 3ο π.Χ. αιώνα, εξ ού και οι Πυρρωνιστές) και τον Σέξτο τον
εμπειρικό (1ο – 2ο μ.Χ. αιώνα), που δεν τοποθετούνται ούτε θετικά ούτε
αρνητικά στο ερώτημα αν υπάρχει αλήθεια και αν είναι εφικτή η γνώση
της. Κύριο αντεπιχείρημα στους Ακαδημαϊκούς είναι το ερώτημα : «πως
γνωρίζουν ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τίποτε», ενώ το κύριο
επιχείρημα των Πυρρωνιστών είναι πώς σε κάθε ζήτημα υφίσταται
ισοσθένεια των λόγων, που σημαίνει πως ο λόγος και ο αντίλογος έχουν
την ίδια ισχύ, άρα δεν υπάρχει απόλυτο κριτήριο βάσει του οποίου θα
ήταν δυνατόν να αποφανθούμε με απόλυτη βεβαιότητα τι είναι αλήθεια,
τι είναι ψέμα, πότε μπορούμε να μετέχουμε της γνώσης και πότε όχι.
ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ
Στο ερώτημα ποια είναι η πηγή της γνώσης, απαιτείται μια πιο
συστηματική ανάπτυξη και εξέταση. Οι απαντήσεις προέρχονται από
τρεις Σχολές: 1) Τον ορθολογισμό 2) Τον εμπειρισμό και 3) Την κριτική
Σχολή. Στην σειρά των μαθημάτων μας θα αναπτύξουμε τον εμπειρισμό,
ενώ οι αναφορές μας στις άλλες Σχολές θα είναι στο μέτρο εκείνο που
άπτονται του εμπειρισμού.
Λέγοντας Ορθολογισμός, εννοούμε εκείνη την Σχολή που αποδίδει
στην καθαρή νόηση ,τον λόγο, βασική και καθοριστική σημασία για την
όλη γνωστική διαδικασία. Κύριοι εκπρόσωποι του ορθολογισμού είναι οι
Προσωκρατικοί και ο Σωκράτης, ο Πλάτων, εν μέρει ο Αριστοτέλης, ο
Ντεκάρτ (Καρτέσιος) ο Λάϊμπνιτς, ο Έγελος κ.λ.π.
Descartes Rene
Ο Rene Descartes (γνωστός και ως Καρτέσιος) γεννήθηκε το 1596
στην ομώνυμη πόλη της Γαλλίας (πρώην La Haye) και πέθανε το 1650
στη Στοκχόλμη της Σουηδίας, όπου και βρέθηκε αποδεχόμενος
πρόσκληση της βασίλισσας Χριστίνας. Φιλόσοφος με μεγάλη έφεση στα
24
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
Μαθηματικά σπούδασε στο γαλλικό κολέγιο Jesuit. Εξαιτίας της
φιλασθένειάς του κατά τη διάρκεια της σχολικής του ηλικίας, του
παραχωρήθηκε η άδεια από το κολέγιο να παραμένει στο κρεβάτι του
μέχρι τις έντεκα το πρωί, συνήθεια που κράτησε για όλη του σχεδόν τη
ζωή.
Επέδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για την παραδοσιακή Αριστοτελική
φιλοσοφία. Το κολέγιο έκανε τον Ντεκάρτ να συνειδητοποιήσει την
ανεπάρκεια της μάθησης που του προσφερόταν. Το μόνο που
παρουσιαζόταν στα μάτια του ως ικανοποιητικό ήταν η μαθηματική
επιστήμη, η οποία αποτέλεσε και τη βάση σε όλα σχεδόν τα έργα του.
Πέρασε από το Παρίσι όπου και σπούδασε. Ταξίδεψε σε όλη την
Ευρώπη, αλλά τον τράβηξε περισσότερο η Ολλανδία όπου και έμεινε για
είκοσι χρόνια.
Το σπουδαιότερο έργο του κατά πολλούς αποτελεί η «Γεωμετρία»
του. Έδωσε μεγάλη σημασία στην εφαρμογή της Άλγεβρας στη
Γεωμετρία. Ο Ντεκάρτ, με το φιλοσοφικό του στοχασμό και τις
πρωτοποριακές επιστημονικές του θεωρήσεις συνετέλεσε στην
προετοιμασία του εδάφους για την έλευση του Ευρωπαϊκού
διαφωτισμού. Το ρητό του “Cogito ergo sum” δηλ. σκέφτομαι άρα
υπάρχω προβάλλει την ιδιαίτερη σημασία που έδινε ο ίδιος στην
ανθρώπινη λογική και ταυτόχρονα αποτελεί τη φράση-σήμα κατατεθέν
των εκάστοτε φιλοσόφων, των επί μέρους επιστημόνων, αλλά και όλων
των ανθρώπων, περικλείοντας το νόημα της ενδεδειγμένης στάσης ζωής.
Το ρητό αυτό όμως, ως βάση της λογοκρατίας, έτυχε και σφοδρότατης
κριτικής από τους μεταγενέστερους φιλοσόφους του Υπαρξισμού.
Σύγχρονα, η τάση της μετανεωτερικότητας (μεταμοντερνισμός)
επιδιώκει να υπερβεί την παραδοσιακή πια φιλοσοφία της παντοδυναμίας
του ανθρωπίνου λόγου, αναδεικνύοντας μια πιο ευέλικτη και σχετική
επιστημονική οπτική.
Στην αντίπερα όχθη του ορθολογισμού, είναι η εμπειρική Σχολή,
με κύριους εκπροσώπους τον Τζόν Λόκ, τον Τζόρτζ Μπέρκλεϋ και τον
Ντέϊβιντ Χιούμ.
George Berkeley
25
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
Κατά την θεωρία, άποψη των εμπειριστών είναι πως όλες οι
πληροφορίες που έχουμε για τον εξωτερικό κόσμο, τις ιδέες, όπως τις
ονομάζουν, τις οφείλουμε στις αισθήσεις μας και κατ’ επέκταση στην
εμπειρία. Η σπουδαιότερη, αν όχι η μοναδική πηγή γνώσης, είναι οι
αισθήσεις μας. Αυτές μας εξασφαλίζουν το εμπειρικό υλικό. Στη
συνείδηση μας δεν βρίσκονται “a priori” λογικές έννοιες, αυτές
απορρέουν από την εμπειρία. Αυτή η εμπειρία προϋποθέτει για την
απάντηση της αισθητήρια όργανα και εμπειρικούς μηχανισμούς. Δηλαδή,
το εμπειρικό υλικό υποβάλλεται σε επεξεργασία ώστε να αποτελέσει
αντικείμενο λογικής αφαίρεσης. Η νόηση, κατά τους εμπειριστές, δεν
δημιουργεί τίποτα εκ του μηδενός, και απλώς κατατάσσει, συνθέτει,
επεξεργάζεται το υλικό των αισθήσεων, συνθέτοντας πιο περίπλοκες
πνευματικές εικόνες.
ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΣΤΟΝ LOCKE
Tις κατατάσσει σε 2 βασικές κατηγορίες: α) στις άϋλες που είναι οι
παραστάσεις εκείνες που δεν μπορούν να αναλυθούν περαιτέρω. Είναι
αυτές που νιώθουμε άμεσα (π.χ. η μυρωδιά ή το χρώμα ενός
λουλουδιού), και δεν μπορούμε να πούμε τίποτα περισσότερο γι’ αυτό β)
στις νέες ιδέες που δημιουργούνται εξ’ αιτίας της ύπαρξης των απλών
ιδεών. Αυτές υποδιαιρούνται: β1) στις σύνθετες (π.χ. η ιδέα του ουράνιου
τόξου που είναι σύνθεση απλών ιδεών – χρωμάτων), β2) στις ιδέες
σχέσεων (π.χ. η σχέση ομοιότητας μεταξύ δύο αντικειμένων), και β3) στις
γενικές ιδέες (π.χ. η ιδέα ενός ζώου).
Οι ιδέες που υπάρχουν μέσα μας δεν είναι αυθαίρετα
κατασκευάσματα μας. Μας πληροφορούν για ο, τι ισχύει έξω από εμάς,
στον κόσμο. Το κύρος τους μάλιστα εξαρτάται από την αντιστοιχία τους
με την πραγματικότητα, από το κατά πόσο δηλαδή αναπαριστούν
ιδιότητες αισθητών αντικειμένων.
ΟΙ ΠΟΙΟΤΗΤΕΣ ΣΤΟΝ LOCKE.
Εκείνες τις ιδιότητες των αισθητών αντικειμένων τις οποίες
αναπαριστούν μέσα μας οι ιδέες, ο Locke τις ονομάζει ποιότητες και τις
ταξινομεί σε δύο κατηγορίες: α) στις πρωτεύουσες ποιότητες που είναι οι
ιδιότητες εκείνες των αισθητών πραγμάτων χωρίς τις οποίες αυτά είναι
αδύνατον να υπάρξουν, π.χ. η έκταση που καταλαμβάνει ένα σώμα, και
β) στις δευτερεύουσες ποιότητες που είναι οι ιδιότητες εκείνες των
πραγμάτων που αν εκλείψουν αυτά εξακολουθούν να υφίστανται.
26
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
Η ΥΛΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ LOCKE, Η ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΤΟΥ,
Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ BERKELEY
Οι ποιότητες ανήκουν στα αισθητά πράγματα που υπάρχουν έξω
από εμάς, χάρη στις οποίες οι ιδέες μας αποκτούν αντικειμενικό κύρος.
Δεν σημαίνει όμως ότι οι ποιότητες ταυτίζονται με τα αισθητά πράγματα.
Αντιθέτως, θα πρέπει να διακρίνουμε τις ποιότητες από την υλική τους
υπόσταση.
BERKELEY: ΙΔΕΕΣ ΚΑΙ ΕΝΝΟΙΕΣ (UNIVERSALIA)
Βασικός στόχος του Φιλοσοφικού συστήματος του Berkeley ήταν
η προσπάθεια απόδειξης της Θεϊκής ύπαρξης, η οποία λόγω της
ανάπτυξης των θετικών επιστημών (Γαλιλαίος στην κινηματική,
Νεύτωνας με το έργο του Principia το 1687 (όταν ο Berkeley ήταν μόλις
δύο ετών), Καρτέσιος με την αναλυτική γεωμετρία του κλπ), είχε
υποπέσει σε πλήρη αμφισβήτηση. Οι επιστήμες αυτές είχαν κάνει τον
άνθρωπο να πιστέψει ότι θα μπορούσε να επιλύσει όλα τα προβλήματα
του στηριζόμενος αποκλειστικά και μόνον στις δικές του δυνάμεις. Ο
Berkeley πίστευε πως αν γκρεμισθεί ο υλισμός, την ίδια τύχη θα είχε και
ο αθεϊσμός.
Θεμελιώνει το σύστημά του, το οποίο ονομάζει αϋλοκρατία και
διακηρύττει πως τίποτε δεν υπάρχει στην νόηση που δεν υπήρχε
προηγουμένως στην αίσθηση. Αυτό που αντιλαμβανόμαστε πρώτα απ’
όλα, δεν είναι ύλη, αλλά ιδέες. Στην πρώτη παράγραφο του έργου του
«Principles of Human Knowledge», διακρίνει τις ιδέες σε τρεις
κατηγορίες:
Ιδέες εντυπωμένες στις αισθήσεις που πρέπει να είναι οι οπτικές εικόνες.
Ιδέες που τις λαμβάνουμε όταν στρέφουμε όταν στρέφουμε την προσοχή
μας στα πάθη και τις λειτουργίες του νου.
Ιδέες που σχηματίζονται με την βοήθεια της μνήμης και της
φαντασίας και που συνθέτουν διαιρούν ή απλά αναπαριστούν εκείνες τις
ιδέες που έγιναν αντιληπτές με τους τρόπους που αναφέρθηκαν
προηγουμένως.
Η ιδέα του Berkeley είναι διαφορετική σε περιεχόμενο από την
ιδέα του Πλάτωνα. Στον τελευταίο χρησιμοποιείται ως συνώνυμο του
όρου αιτία ή αρχή και δεν συμβολίζει ένα εσωτερικό, μη ενεργητικό
αντικείμενο της αντίληψης.
27
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
ΓΕΝΙΚΕΣ Η ΚΑΘΟΛΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ (UNIVERSALIA)
Στο πλαίσιο της εικονιστικής θεωρίας των εννοιών, σύμφωνα με
την οποία σε κάθε έννοια αντιστοιχεί σε μια εικόνα, τα universalia δεν
μπορούν να ερμηνευθούν, σε αντίθεση προς τις επιμέρους έννοιες των
συγκεκριμένων πραγμάτων.
Για να διευθετηθεί το πρόβλημα των καθ’ όλου εννοιών, πρέπει να
ορισθεί ένα άλλο κριτήριο, διαφορετικό από την εικόνα, ώστε να
καθορισθεί η φύση αυτών των εννοιών. Θα αναφερθούμε στις τρεις
βασικές θεωρίες βάσει των οποίων επιχειρήθηκε να ερμηνευθεί το
πρόβλημα των καθολικών εννοιών αρχίζοντας απ την χρονολογικά
προγενέστερη, την άποψη του Πλάτωνα, και κατόπιν του Αριστοτέλη, τις
οποίες θα αναφέρουμε συνοπτικά και κατόπιν θα μεταβούμε στην post
rem θεωρία η οποία αφορά τους Locke, Berkeley, και Hume.
ΝΕΩΤΕΡΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ – ΑΠΟ ΤΟΝ 19Ο ΑΙΩΝΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑ.
H διαρκής προσπάθεια που φέρνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με το
Όλο, η αέναη αναζήτηση της ουσίας των πραγμάτων, αποτελούν θεμέλια
του «Φιλοσοφείν». Η Φιλοσοφία, ο κορμός ολόκληρης της συστηματικής
αναζήτησης των επιστημών, διαμορφώνεται ανάλογα από εποχή σε
εποχή. Αποκτά νέες κατευθύνσεις και δημιουργεί νέους επί μέρους
τομείς αναζήτησης, δηλαδή επιστήμες. Είναι η ανεξάντλητη εκείνη πηγή
γνώσεων και αντιλήψεων, οι οποίες όταν ωριμάσουν αρκετά στη σκέψη
των ανθρώπων θα είναι πλέον έτοιμες προς εξειδικευμένη επιστημονική
διαπραγμάτευση. Ως εκ τούτου επιδιώκει να αντεπεξέρχεται τόσο σε
διαχρονικά όσο και σε συγχρονικά προβλήματα που διακατέχουν τον
ανθρώπινο στοχασμό.
Η Φιλοσοφική αναζήτηση από τον 19ο αιώνα και μετά έχει να
επιδείξει δυο σημαντικά ρεύματα, τον Υπαρξισμό και την Αναλυτική
Φιλοσοφία (που εκπροσωπείται από τους Λογικούς θετικιστές). Είναι
εκείνες οι κατευθύνσεις του ανθρώπινου στοχασμού που επηρέασαν
βαθύτατα τις σύγχρονες κοινωνικές και πολιτικές δομές. Επιπλέον όμως,
είναι τα δυο εκείνα ρεύματα που ξέφυγαν από τα όρια των αμφιθεάτρων
διδασκαλίας και στάθηκαν απέναντι στη σύγχρονη πραγματικότητα και
τα πολλαπλά προβλήματά της. Ο Υπαρξισμός και η Αναλυτική
φιλοσοφία έδωσαν με λίγα λόγια ώθηση στην κοινωνία, ώστε να
κατευθύνεται προς την υπέρβαση δογμάτων και στερεοτύπων που
στιγματίζουν το χώρο του πνεύματος και θέτουν εμπόδια στο γνήσιο
ελεύθερο στοχασμό.
Εκείνοι οι διανοητές που διαμόρφωσαν το χαρακτήρα των δύο
αυτών ρευμάτων δεν είχαν, όπως αναμενόταν άλλωστε, πανομοιότυπες
απόψεις σχετικά με τα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα. Η υπαρξιακή
28
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
φιλοσοφία έχει, εκτός των άλλων, να επιδείξει και φιλοσόφους που
αντιστρατεύτηκαν το κοινό όφελος και το διεθνές δίκαιο μέσα από την
πολιτική δραστηριότητά τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Martin
Heidegger (1889-1976), ενταγμένος στο καθεστώς του ναζισμού. Ο
Υπαρξισμός όμως έχει να υποδείξει και στοχαστές που αντιμάχονταν την
κοινωνική και πολιτική στασιμότητα, μετουσιώνοντας έμπρακτα το
σύνθημα της ελεύθερης, ανεξάρτητης και κυρίαρχης ύπαρξης του
ανθρώπου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Soren Kierkegaard (18131855). Από την άλλη πλευρά, η αναλυτική φιλοσοφία έχει επιδείξει
εκπροσώπους που συνέβαλλαν σημαντικά στην εξέλιξη της λογικής
επιστήμης και της γλώσσας όπως ο Ludwig Wittgenstein (1889-1951).
Περαιτέρω όμως, επέδειξε και διανοητές που δεν αρκέστηκαν στην
υπηρεσία της επιστήμης, αλλά αγωνίστηκαν να εφαρμόσουν το δίκαιο
και τα αγαθά της αναλυτικής σκέψης στην καθημερινή κοινωνική και
πολιτική ζωή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο δάσκαλος του Wittgenstein,
o Bertrand Russell (1872-1970).
Τα δυο αυτά ρεύματα, όπως συνηθίζεται στα ιστορικά δρώμενα,
είναι αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης χρονολογικής ακολουθίας. Έχει
προηγηθεί η εποχή της Αναγέννησης και ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός της
λογοκρατίας, της απεριόριστης εμπιστοσύνης στη λογική ικανότητα του
ανθρώπου. Ο αιώνας της Λογικής όπως ονομάστηκε, τοποθετείται
χρονικά από το 1688 -η λεγόμενη ένδοξη επανάσταση στην Αγγλία- ως
το 1789 -Γαλλική Επανάσταση-. Ο αιώνας αυτός πλαισιώνεται και
διαμορφώνεται από εξέχουσες προσωπικότητες: Νεύτωνας, Καρτέσιος,
Λόκ, Μοντεσκιέ, Ρουσσώ, Εγκυκλοπαιδιστές, Βολταίρος, Φυσιοκράτες.
Μετά τη γαλλική επανάσταση το ρεύμα αυτό των διανοητών φθίνει και
τερματίζει την πορεία του. Παρόμοια τύχη είχε και το ρεύμα του
Ιδεαλισμού από τον Berkeley (1685-1753) ως τον Kant (1724-1804) και
τον Fichte (1762-1814). Εντούτοις αυτό το φιλοσοφικό ρεύμα συνεχίζει
να υπάρχει υπό άλλη μορφή και στον επόμενο αιώνα. Η μορφή αυτή
είναι του απόλυτου ιδεαλισμού όπως διαμορφώθηκε από τον Hegel
(1770-1831), τον Bradley (1846-1924) και τον Royce (1855-1916). Η
λογοκρατία όμως και ο απόλυτος ιδεαλισμός θα βρουν αντιμέτωπο τον
Υπαρξισμό και ιδιαίτερα τον εισηγητή του, τον Soren Kierkegaard.
29
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
SOREN KIERKEGAARD ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Soren Kierkegaard
Ο Soren Kierkegaard γεννημένος σε μια εύπορη οικογένεια της
Δανίας άνοιξε μια καινοτόμα εποχή στη φιλοσοφική αναζήτηση. Η ζωή
του στιγματίστηκε από αλλεπάλληλες απώλειες στενών συγγενικών του
προσώπων και συνέπεσε με μια μεγάλη οικονομική κρίση:
«Η γέννησίς του συμπίπτει με την πτώχευσιν της Δανίας, πράγμα το
οποίον θα σχολιάση ως εξής ο ίδιος αργότερον: «Ετέθην εις κυκλοφορίαν
μαζί με μερικά κίβδηλα χαρτονομίσματα». Εις τας 30.10.1830
εγγράφεται εις το Πανεπιστήμιον της Κοπεγχάγης ως φοιτητής της
Θεολογικής Σχολής. Παρά την ευφυίαν του και την επιμέλειάν του, η
πορεία των σπουδών του δεν θα είναι ομαλή. Αλλεπάλληλοι θάνατοι των
μελών της οικογενείας του θα προκαλέσουν άφατον οδύνην και ευθύνην
εις τον φιλόσοφον να εύρη μίαν εξήγησιν αυτών. Εκ των αδελφών
απέθανον οι Soren Michael (13 ετών), Niels Andreas (24 ετών), Karen
Kristine (33 ετών), Petrea Severine (34 ετών) και τελευταία η μήτηρ του
(31.7.1834). Έμειναν εν ζωή ο πατήρ και οι δύο αδελφοί, ο πρεσβύτερος
Peter Christian (1805-1888) και ο νεώτερος, ο φιλόσοφος: «το τέκνον
αυτό των γηρατειών». Είς τας 9 Αυγούστου 1838 αποθνήσκει εις ηλικίαν
82 ετών ο πατήρ Kierkegaard.»
Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ - ΕΙΡΩΝΙΑ ΚΑΙ ΠΛΑΝΗ ΚΑΤΑ
KIERKEGAARD
Ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της νέας αυτής εποχής που εισηγείται
ο Δανός φιλόσοφος προβάλλεται η ανωτερότητα της ελεύθερης και
αυτόνομης ύπαρξης σχετικά με οποιαδήποτε άλλη δεδομένη φυσική
ουσία για τα ανθρώπινα όντα. Αυτό αποτελεί και το κυρίαρχο νόημα της
υπαρξιακής φιλοσοφίας. Θαυμάζοντας απεριόριστα το Σωκράτη
εφάρμοσε τη διαλεκτική μέθοδο διδασκαλίας στους δρόμους της Δανίας.
Εκείνο που έχει σημασία δεν είναι η άκριτη αποδοχή της αλήθειας, αλλά
ο εκ βαθέων ενστερνισμός της που θα προέκυπτε ύστερα από γνήσιο
διάλογο. Ο Kierkegaard επομένως δεν κήρυττε, αλλά βίωνε πραγματικά
30
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
τη διαλεκτική μορφή επικοινωνίας όπως κάποτε έκανε και ο Σωκράτης.
Ο ίδιος ο Δανός παρατηρεί:
«Όταν ο Σωκράτης επέκρινε τους σοφιστές κάνοντας τη διάκριση ότι
ήταν ικανοί να μιλούν, όχι όμως να συνδιαλέγονται, ό,τι πραγματικά
εννοούσε ήταν πως οι σοφιστές μπορούσαν να μιλήσουν σχετικά με
οτιδήποτε, αλλά υστερούσαν στον παράγοντα της προσωπικής
οικειοποίησης. Η οικειοποίηση είναι ακριβώς το μυστικό του διαλόγου».
Γι αυτή τη στάση ζωής του ο Kierkegaard έμεινε γνωστός και ως
«Σωκράτης της Δανίας».
Εξέχουσα θέση στη σκέψη του κατείχε η μέθοδος της σωκρατικής
πλάνης και ειρωνείας, την οποία και εφάρμοσε με ένα διαφορετικό
τρόπο: σε πληθώρα των συγγραμμάτων του δεν αναφέρει το πραγματικό
του όνομα ως συγγραφέως, αλλά ένα συμβολικό ψευδώνυμο, όπως
Victor Eremita (Βίκτωρ Ερημίτης -στο έργο του «Enten Eller», δηλ.
«Είτε-Είτε» -1843-) και Johannes de Silentio (Ιωάννης της Σιωπής -στο
έργο του «Frygt og Beven», δηλ. «Φόβος και Τρόμος» -1843-).
Η σωκρατική ειρωνεία εκφραζόταν με την προσποίηση του
συνδιαλεγόμενου Σωκράτη ότι είχε άγνοια επί του προκειμένου της
συζήτησης. Έτσι με καθαρό νου οι συνομιλητές θα μπορούσαν να
προσεγγίσουν την αλήθεια. Η ειρωνεία του Kierkegaard όμως
εκφράζεται παραστατικότερα και ευρύτατα μέσα από τα συγγράμματά
του που υπέγραψε ψευδωνύμως. Η ειρωνεία ήταν τρόπος ζωής του
Δανού:
«Η ειρωνεία είναι η ενότητα του ηθικού πάθους, το οποίο ως
εσωτερικότητα απείρως καταδεικνύει το πραγματικό «Εγώ» κάποιου σε
σχέση με την ηθική απαίτηση.»
Όμως γιατί ο φιλόσοφος αισθάνεται την ανάγκη να κρυφτεί πίσω
από την ειρωνεία και να τη χρησιμοποιήσει κοντολογίς ως ινκόγκνιτο;
«Επειδή καταλαβαίνει την αντίθεση μεταξύ του τρόπου με τον οποίο
υπάρχει ως εσωτερικό ον και τη μη έκφρασή του στην εξωτερική του
εμφάνιση».
Η συνειδητοποίηση της αντίθεσης λοιπόν μεταξύ εσωτερικότητας
και εξωτερίκευσης, εκ μέρους του φιλοσόφου, είναι η ουσία της
ειρωνείας. Η αντίθεση αυτή αποτελεί de facto οξύμωρο σχήμα, κωμικό
στοιχείο:
«Το κωμικό στοιχείο είναι παρόν σε κάθε στάδιο της ζωής. Όπου υπάρχει
ζωή υπάρχει και αντίθεση και όπου υπάρχει αντίθεση το κωμικό στοιχείο
είναι παρόν. Το τραγικό και το κωμικό είναι ίδια, είναι και τα δυο
αντιθέσεις. Το τραγικό όμως είναι βασανιστική αντίθεση, ενώ το κωμικό
ανώδυνη.»
Μέσα στην ειρωνεία το χιούμορ βρίσκει γόνιμο έδαφος. Εξάλλου
και τα ψευδώνυμα του Δανού ήταν κατά κόρον χιουμοριστικά. Το
31
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
χιούμορ πρέπει να αποτελεί βασικό συστατικό στις ζωές όλων. Με την
αίσθηση του χιούμορ πρέπει να αναπτυχθούν και τα παιδιά:
«Αν σε ένα παιδί δεν επιτρέπεται, καθώς θα έπρεπε, να παίζει ακόμα και
με τα πιο ιερά πράγματα, εάν η ύπαρξή του είναι αυστηρώς
πειθαναγκασμένη σε απόλυτα χριστιανικά δόγματα, ένα τέτοιο παιδί θα
υποφέρει πάρα πολύ».
Η έμπρακτη εκτίμησή του στη σωκρατική διαλεκτική μέθοδο της
πλάνης και της ειρωνείας αποτυπώνεται επιπλέον στη διατριβή του:
«Σχετικά με την αρχή της ειρωνείας, με στενή αναφορά στο Σωκράτη» (On
Begrebet Ironi med stadigt Hensyn til Socrates). Η αλήθεια κρύβεται
βαθιά στην ψυχή του κάθε ανθρώπου: «Η υποκειμενικότητα, η
εσωτερικότητα είναι η μόνη αλήθεια».
Η φράση αυτή του Kierkegaard προκάλεσε αντιδράσεις εναντίον
του, καθώς δινόταν η εντύπωση πως ακολουθεί το κίβδηλο, κατά
πολλούς, σύστημα διδασκαλίας των σοφιστών περί σχετικοποιήσεως της
αλήθειας. Εδώ όμως δίνεται περισσότερη έμφαση στην προσωπική
προσπάθεια κατάκτησης της αλήθειας, ώστε να αποφεύγεται ο άκριτος
σφετερισμός της. Η άκριτη παραδοχή του κοινώς αποδεκτού ως αλήθεια
θα σήμαινε άλλωστε την υποταγή στο ρεύμα και το νεύμα της ιστορίας
και ο άνθρωπος θα εξελισσόταν σε άθυρμα της μαζοποίησης. Εδώ είναι
που ο Kierkegaard υποβάλλει την ένστασή του διατυπώνοντας πως αξία
έχει η μοναδική και αληθινή ύπαρξη κάθε ανθρώπινου όντος και όχι η
τυφλή υποταγή στον πολλές φορές φαύλο αντικειμενισμό. Επιπρόσθετα,
στο ίδιο έργο, αμβλύνεται η παραπάνω απόλυτη έκφραση και
ερμηνεύεται ακριβέστερα και πληρέστερα:
«Αντικειμενικά, η έμφαση δίνεται στο τι έχει ειπωθεί. Υποκειμενικά η
έμφαση δίνεται στο πώς έχει ειπωθεί».
Ο Δανός αντιστέκεται στην ισοπέδωση του «πώς», στην
ισοπέδωση της προσωπικότητας και της ιδιαίτερης ύπαρξης. Ίσως η
διαφορά μεταξύ του «τι» και του «πώς» θα ήταν δυνατό να διατυπωθεί
δόκιμα και παραστατικότερα μέσω ενός γλωσσικού σχολίου του
Ferdinand de Saussure-σημαντικού εισηγητή της νεότερης
γλωσσολογίας- σχετικά με τη διάκριση λόγου και ομιλίας:
«Ο Saussure χρησιμοποιεί -όπως το συνηθίζει- μια επιτυχημένη
παρομοίωση, που διασαφεί χαρακτηριστικά το περιεχόμενο της
διάκρισης μεταξύ λόγου και ομιλίας (langue - parole). Παρομοιάζει το
λόγο με μουσική συμφωνία... Αντιθέτως, η ομιλία ισοδυναμεί με τις
εκτελέσεις της συγκεκριμένης συμφωνίας από διάφορες ορχήστρες...».
Ο Kierkegaard, σχηματικά, αντιτίθεται στην κυριαρχία του λόγου
ως μοναδικής και αδιαπραγμάτευτης αλήθειας. Η ουσιαστική αλήθεια
βρίσκεται στις διάφορες «ορχήστρες», στον κάθε άνθρωπο. Αυτός φέρνει
στα χέρια του τον κόσμο και τον μεταπλάθει. Αυτός είναι που πολλάκις
αδικήθηκε μέσα στην ιστορία, όταν δεν του δόθηκε η θέση που του
32
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
άρμοζε. Η φιλοσοφία μέσα από την ιστορία φαίνεται πολλές φορές να
αποκλίνει από ανθρωποκεντρικά πρότυπα. Είναι τότε που ο φιλόσοφος
θέτει τον κόσμο απέναντί του και τον μελετά, χωρίς να θεωρεί τον εαυτό
του μέρος αυτού του ίδιου του κόσμου:
«Υπάρχει μια έκδηλη εσωστρέφεια των φιλοσόφων, που τους κρατάει
μακριά από την ροή, τον σφυγμό, τον παλμό της ζωής... Αυτό οφείλεται
σε ένα προπατορικό αμάρτημά τους... Όταν, δηλαδή, για πρώτη φορά τον
έκτο με πέμπτο προ Χριστού αιώνα, ο άνθρωπος επιχείρησε με
φιλοσοφικό τρόπο να εξηγήσει τη δημιουργία του κόσμου, τον
αντιμετώπισε σαν αντικείμενο, σαν κάτι που βρίσκεται απέναντί του, σαν
κάτι διαφορετικό από τον εαυτό του...»
Αυτό το γεγονός προσπαθεί ο Δανός να αντιπαλέψει. Ο κόσμος, η
αλήθεια δεν είναι αντικείμενο έξω από εμένα, αλλά μέσα σε μένα. Εκεί
θα στρέψω την προσοχή μου γιατί μονάχα η εσωτερικότητα μου φαίνεται
αληθινή.
ΔΙΑΨΑΛΜΑΤΑ - ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ. ΤΟ ΕΥΓΕΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΥΨΗΛΟ
Το ανήσυχο πνεύμα και η ανεξάντλητη επιθυμία για ξεσκέπασμα
των κακώς κειμένων εκ μέρους του Δανού, τον οδήγησαν σε σύντομους
μεν, περιεκτικότατους δε αφορισμούς. Έκδηλο είναι και εδώ το ειρωνικό
στοιχείο με τη σωκρατική πάντοτε έννοια. Οι αφορισμοί αυτοί,
περιεχόμενοι στο «Είτε, Είτε» (Enten- Eller) αποτυπώνουν ένα μέρος της
καθημερινής πραγματικότητας όπως αντικατοπτρίζεται μέσα από τα
μάτια του. Θα μπορούσε κανείς να τους περιγράψει ως μια ευστόχως
αποτυπωμένη -υποθετική- αντιπαράθεση μεταξύ των εκκλησιαστών της
Παλαιάς Διαθήκης και των μηδενιστών του δεκάτου ενάτου αιώνα. Ο
ίδιος ο Kierkegaard τους ονόμασε «Διαψάλματα» -δηλ. μουσικά
ιντερλούδια, μουσικά διαλείμματα-. Ο όρος αυτός πρωτοσυναντάται σε
ελληνικές μεταφράσεις της εβραϊκής Παλαιάς Διαθήκης κατά τον τρίτο
με τέταρτο αιώνα π.Χ. Το έργο του Δανού έχει τη λατινική αφιέρωση «ad
se ipsum» (μφτρ: «στον εαυτό του»). Εξάλλου ένα μεταγενέστερο
ψευδώνυμο του Kierkegaard θα είναι ο «William Afham», όπου «af ham»
στα δανικά σημαίνει «από τον εαυτό του».
Τα Διαψάλματα είναι ένα έμμεσο, αλλά ταυτόχρονα δριμύ
«κατηγορώ» σε θέματα κοινωνικής, πολιτικής και θρησκευτικής υφής:
«Προτιμώ να μιλώ με παιδιά, επειδή ο καθένας τολμά να πιστεύει ότι θα
γίνουν λογικά όντα. Σχετικά όμως με αυτούς που ήδη έχουν γίνει... Θεέ
και Κύριε!»
«Πόσο παράλογοι είναι οι άνθρωποι! Ποτέ δε χρησιμοποιούν τις
ελευθερίες που έχουν, αλλά απαιτούν εκείνες που δεν έχουν. Έχουν
ελευθερία της σκέψης και απαιτούν ελευθερία της έκφρασης.»
33
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
«Αφήστε τους άλλους να παραπονιούνται ότι οι καιροί είναι κακοί. Εγώ
παραπονιέμαι ότι είναι κακόμοιροι, επειδή στερούνται του πάθους. Οι
σκέψεις των ανθρώπων είναι τόσο λεπτές και εύθραυστες όσο μια
δαντέλα και οι ίδιοι τόσο αξιοθρήνητοι, όσο τα κοριτσάκια που
φτιάχνουν δαντέλες. Οι σκέψεις στις καρδιές τους είναι πολύ στενές για
να είναι αμαρτωλές. Ίσως είναι πιθανό να τις θεωρήσουμε ως αμαρτίες
που αρμόζουν σε ένα σκουλήκι, όχι όμως σε μια ανθρώπινη ύπαρξη που
έχει φτιαχτεί κατ εικόνα Θεού»
«Ό,τι λένε οι φιλόσοφοι σχετικά με την πραγματικότητα είναι συχνά
τόσο απογοητευτικό όπως όταν κάποιος διαβάζει μια πινακίδα σε ένα
μαγαζί μεταχειρισμένων πραγμάτων που γράφει «Σιδερωτήριο
Εντεύθεν». Αν ένα άτομο επρόκειτο να φέρει τα ρούχα του για σιδέρωμα,
θα εξαπατιόταν, επειδή η πινακίδα είναι απλά για πούλημα»
«Οι κοινωνικοί αγωνιστές και η σχετική πανέμορφη συμπόνια
διαδίδονται ολοένα και περισσότερο. Στο Leipzig, μια επιτροπή,
ξεχειλισμένη από αίσθημα συμπόνιας για την αξιοθρήνητη μοίρα των
γέρικων αλόγων, αποφάσισε να τα φάει.
Στα παραπάνω «Διαψάλματα» είναι έκδηλος ο σαρκασμός ακόμα
και για τους ίδιους τους φιλοσόφους που παρουσιάζονται να
συλλαμβάνουν τον κόσμο και την πραγματικότητα μέσα από έναν άλλο,
πλασματικό κόσμο. Ο Kierkegaard όμως προχωρά πέρα από αυτό το
στάδιο. Πλαισιώνει τους αφορισμούς του σε χώρους αυτοσαρκασμού:
«Ποτέ δεν υπήρξα ευτυχισμένος, κι όμως πάντοτε φαινόταν σα να είχα
την ευτυχία ως μόνιμή μου συντροφιά. Σα να χόρευε το ανάλαφρο τζίνι
της χαράς γύρω μου, αόρατο στους άλλους, όχι όμως σε μένα που τα
μάτια μου άστραφταν από ηδονή».
Περαιτέρω, οι διαδοχικοί θάνατοι των συγγενικών του προσώπων
στάθηκαν ευλόγως αφορμές περαιτέρω αναζήτησης του Δανού:
«Η ατυχία μου είναι αυτή: Ένας άγγελος θανάτου πάντοτε περπατά στο
πλάι μου. Δε ραντίζω τις πόρτες των εκλεκτών με αίμα σαν
προειδοποίηση του περάσματος του θανάτου -όχι, είναι ακριβώς οι
πόρτες τους εκείνες που διαβαίνει-, επειδή μόνο η αγάπη της ανάμνησης
είναι χαρούμενη».
Το γεγονός του θανάτου είναι καθαυτό ολέθριο και συντριπτικό.
Μέσα από αυτό όμως ο Kierkegaard φέρνει στην επιφάνεια αισιοδοξία,
την ύψιστη χαρά της ανάμνησης. Αυτή η χαρά της ανάμνησης μένει
θεμέλιος λίθος για μια νέα απρόσκοπτη ζωή.
Ο σαρκασμός και το χιούμορ που διακατέχει το πνεύμα του
Kierkegaard γίνεται έντονο και στα παρασκήνια συγγραφής του πιο
πολυσυζητημένου έργου του, του «Enten - Eller» («Είτε-Είτε»). Μια
εβδομάδα μετά τη δημοσίευση του «Enten - Eller» και ενώ το
αναγνωστικό κοινό της Δανίας αγνοούσε την πραγματική ταυτότητα του
συγγραφέα -εξαιτίας του ψευδωνύμου-, ο Kierkegaard έγραψε ένα άρθρο
34
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
με τίτλο «Ποιος είναι ο συγγραφέας του «Είτε Είτε»;», το οποίο επίσης
δημοσιεύθηκε με το ψευδώνυμο «A.F»:
«Οι περισσότεροι άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένου και του συγγραφέα
του παρόντος άρθρου, πιστεύουν ότι δεν αξίζει τον κόπο να
ενδιαφέρονται σχετικά με το ποιος έγραψε το «Είτε-Είτε». Είναι
ευτυχισμένοι με το να αγνοούν την ταυτότητά του επειδή έχουν να
αντιμετωπίσουν μόνο το βιβλίο καθεαυτό, χωρίς να ενοχλούνται και να
αποσπώνται από την προσωπικότητά του (ενν. του συγγραφέως του «Είτε
- Είτε».
Καταρχάς, το ψευδώνυμο «Βίκτωρ Ερημίτης» (Victor Eremita) του
«Enten- Eller»δεν ήταν τυχαίο. Ο Δανός, μολονότι αποτελούσε μια
δημόσια προσωπικότητα, είχε κλειστεί για αρκετά χρόνια στο δωμάτιό
του επιδιδόμενος ακατάπαυστα στη συγγραφή. Το είδος της ζωής που
διένυε ήταν όμοιο με εκείνο ενός ερημίτη.
Το «Enten - Eller»«είναι μια έμμεση πολεμική εναντίον της
θεωρητικής σκέψης, η οποία είναι αδιάφορη σχετικά με την ύπαρξη. Το
ότι δεν υπάρχει συμπέρασμα και καμία τελική απόφαση είναι μια έμμεση
έκφραση για την αλήθεια ως εσωτερικότητα και με αυτόν τον τρόπο ίσως
μια πολεμική ενάντια στην αλήθεια ως γνώση».
Η αλήθεια δεν είναι γνώση, δεν είναι σκέψη, είναι κάτι το πολύ πιο
υψηλό για τον Kierkegaard. H ανθρώπινη σκέψη, ο ανθρώπινος
συλλογισμός, πρέπει να κρίνονται ανεξάρτητα από την αλήθεια και το
ψεύδος, με άλλα στοιχεία αξιολόγησης. Το συλλογισμό αυτό θα
επεκτείνει ο νεότερος Γάλλος φιλόσοφος Giles Deleuze:
«Η αλήθεια δεν είναι στοιχείο της σκέψης. Τα στοιχεία της σκέψης είναι
το νόημα και η αξία. Οι κατηγορίες της σκέψης δεν είναι η αλήθεια και η
πλάνη, αλλά το ευγενές και το ευτελές, το υψηλό και το φαύλο...
Υπάρχουν φαύλες αλήθειες, αλήθειες που υπηρετούν τη σκλαβιά.
Αντιθέτως, οι πιο υψηλές σκέψεις βρίσκονται με την πλευρά της
πλάνης».
Εδώ ο Γάλλος φιλόσοφος όχι μόνο εκτείνει το συλλογισμό του
Kierkegaard σχετικά με την ουσία της σκέψης και της αλήθειας, αλλά
δίνει και αυτός μεγάλη σημασία στο νόημα της πλάνης, της οποίας
έκφραση είναι και η σωκρατική ειρωνεία. Το υψηλό και το ευγενές δεν
εκτίθενται με κατά μέτωπον επίθεση. Η επιδίωξη του φιλοσόφου δεν
είναι να δημιουργήσει εχθρούς, αλλά συνδιαλεγόμενους.
Ο Θεός και η βαθύτερη ουσία της ζωής και της ύπαρξης δε γίνεται
να προσεγγιστούν με τους κανόνες της ανθρώπινης λογικής. Η νεότερη
εισήγηση της παντοδυναμίας του λόγου από τον Καρτέσιο (cogito ergo
sum -σκέφτομαι άρα υπάρχω) έτυχε σφοδρότατης επίθεσης από τον
Kierkegaard:
«Είμαι σκεπτόμενος, επομένως είμαι. Αλλά δεν είμαι σκεπτόμενος, τι
θαύμα ότι είμαι... Δεν πρόκειται εδώ για το Εγώ το δικό μου ή το δικό
35
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
σου, αλλά για το καθαρό Εγώ. Όμως τούτο το Εγώ δε μπορεί να έχει
άλλη μορφή ύπαρξης παρεκτός τη σκέψη. Τι σημαίνει τότε το
συμπέρασμα; Δεν υπάρχει συμπέρασμα γιατί η πρόταση είναι καθαρή
ταυτολογία».
Ανέπτυξε πολύπλευρη δραστηριότητα που περιελάμβανε και τη
συγγραφή εφημερίδων. Αυτός όμως ήταν και ο κύριος λόγος του
πρόωρου τέλους της ζωής του. Στις 2 Οκτωβρίου του 1855 μεταφέρθηκε
στο νοσοκομείο Fredericks εξαιτίας υπερβολικής κόπωσης και ένα μήνα
αργότερα απεβίωσε.
ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΩΝ ΛΟΓΙΚΩΝ ΘΕΤΙΚΙΣΤΩΝ (ΕΜΠΕΙΡΙΣΤΩΝ)
Οι στόχοι των λογικών εμπειριστών είναι αρκετοί. Παραθέτουμε
τους δύο κυριότερους που τοποθετούνται στα πλαίσια των ώριμων έργων
του Rudolf Carnapp και του Carl Hempel.
1. Η παραδοσιακή γνωσιολογία δεν είναι πια δυνατή. Πρώτος
στόχος πρέπει να είναι η λογική ανάλυση της έγκυρης
γνώσης. Επειδή όμως η έγκυρη γνώση ταυτίζεται με την
επιστήμη, πρώτος στόχος γίνεται η ανάλυση της λογικής της
επιστήμης.
2. Η επιστήμη θεμελιώνεται εμπειρικά, αποτελεί δηλαδή μια
επαγωγική διαδικασία και επομένως έτσι θεμελιώνεται η
επιστήμη έναντι της μεταφυσικής.
Ο πρώτος στόχος έχει ως εργαλείο την τυπική λογική που
εισέρχεται στους θετικιστές με την κριτική αφομοίωση του έργου των
Bertrand Russel και Whitehead (1910) Principia Mathematica, ενώ
σημαντικότατη ήταν και η γονιμοποιός επίδραση του έργου Tractatus του
Ludwig Wittgenstein (1921).
Ludwig Wittgenstein
Bertrand Russell
36
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
Ο λογικός θετικισμός κατέρρευσε στις αρχές τις δεκαετίας του
1960, εξ’ αιτίας αντιφάσεων που είχαν δημιουργηθεί στους κόλπους του
και αδυναμιών που ανέκυψαν στην επίλυση προβλημάτων που δίνονταν
από το θεωρητικό του πλαίσιο. Η κατάρρευση του λογικού θετικισμού
άφησε πίσω της απόψεις σχεδόν διαχρονικές ως σήμερα για την
επιστημολογία. Αυτές είναι οι εξής: Α) είναι διακριτό το πλαίσιο της
ανακάλυψης από το πλαίσιο της δικαιολόγησης. Β) μια έγκυρη
επιστημονική θεωρία στο πιο εξελιγμένο της στάδιο είναι δυνατόν να
μορφοποιηθεί σε αξιωματικό σύστημα, δομημένου με όρους, αξιώματα,
θεωρήματα, κανόνες παραγωγής και ερμηνείας. Γ) πρέπει να διέπει τις
επιστήμες μια εννοιολογική καθολικότητα, κυρίως μέσω αναγωγής,
όπως, π.χ., η ενσωμάτωση των νόμων της κινηματικής του Γαλιλαίου
στην περίπτωση των κεκλιμένων επιπέδων, στην θεωρία του Νewton για
την παγκόσμια βαρύτητα ώστε να καταλήξουμε στην ενοποίηση των
επιστημών, την ονειρώδη δικαιολογημένη επιθυμία κάθε θετικιστή.
BERTRAND RUSSEL - ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Ο Russell θεωρείται ένας από τους θεμελιωτές της αναλυτικής
φιλοσοφίας, ρεύματος που απέκτησε κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση της
φιλοσοφικής σκέψης κατά τον εικοστό αιώνα. Την αναλυτική φιλοσοφία
διακρίνει η επίμονη προσπάθεια να αποκαλύψει εκείνες τις λογικές φιλοσοφικές προϋποθέσεις που κρύβονται κάτω από την επιφανειακή
δομή των πραγμάτων. Έτσι, ασχολήθηκε διεξοδικά ακόμα και με ειδικά
γλωσσικά ζητήματα (όπως και ο Wittgenstein), επιδεικνύοντας πάντοτε
έναν ουσιαστικό σεβασμό προς τις φυσικές επιστήμες και ιδιαίτερα τα
Μαθηματικά.
Ο Russell, ορφανός από ηλικία μόλις τεσσάρων ετών, πέρασε μια
περιπετειώδη ζωή. Διδάχθηκε μαθηματικά και φιλοσοφία στο
πανεπιστήμιο του Cambridge, όπου και αργότερα δίδαξε. Το γεγονός ότι
καταγόταν από οικογένεια με πολιτική παράδοση -εγγονός Βρετανού
πρωθυπουργού- ενίσχυσε το ενδιαφέρον του γύρω από τα κοινωνικά
δρώμενα.
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΔΡΑΣΗΣ
Οι κοινωνικές και ευρύτερες πολιτικές ανησυχίες του Russell
εκφράστηκαν έμπρακτα μέσα από τα συγγράμματά του, αλλά όχι μόνο.
Κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου φυλακίστηκε σαν
ειρηνιστής. Άλλωστε κανείς δε θα περίμενε κάτι διαφορετικό από έναν
άνθρωπο που είχε βαθιά ριζωμένες ανατρεπτικές αντιλήψεις. Αυτές
κάνουν έντονες την παρουσία τους στον «δεκάλογο της ελευθερίας»:
37
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
«Ίσως η αναγκαιότητα της ελεύθερης αντίληψης των πραγμάτων
δύναται να συμπεριληφθεί σε ένα νέο δεκάλογο, ο οποίος δεν
προορίζεται να αντικαταστήσει τον παλιό, αλλά να τον συμπληρώσει. Οι
δέκα εντολές λοιπόν, τις οποίες εγώ ως δάσκαλος θα ευχόμουν να
διαδώσω, μπορούν να τεθούν ως εξής:
1. Μην αισθάνεσαι απόλυτα σίγουρος για οτιδήποτε.
2. Μη θεωρείς ότι είναι σωστό και άξιο να προχωράς αποκρύπτοντας
αποδείξεις, διότι σίγουρα κάποτε θα έρθουν στο φως.
3. Ποτέ μην προσπαθήσεις να σταματήσεις τη σκέψη επειδή είσαι
βέβαιος ότι θα επιτύχεις.
4. Όταν συναντάς μια αντίθετη άποψη, ακόμα κι αν προέρχεται από το
σύζυγο ή τα παιδιά σου, προσπάθησε να την ξεπεράσεις με συζήτηση και
όχι μέσω της άσκησης εξουσίας. Μια νίκη βασισμένη στην αυθεντία
είναι εξωπραγματική και πλασματική.
5. Μην έχεις καθόλου σεβασμό προς την αυθεντία των άλλων, διότι
πάντοτε βρίσκεις αντίθετες προς αυτούς αυθεντίες.
6. Μη χρησιμοποιείς δύναμη για να καθυποτάξεις απόψεις που θεωρείς
ολέθριες, διότι αν το κάνεις, οι απόψεις αυτές θα καθυποτάξουν εσένα.
7. Μη φοβάσαι την εκκεντρικότητα στις ιδέες σου, διότι κάθε ιδέα που
σήμερα είναι αποδεκτή, κάποτε ήταν εκκεντρική.
8. Να ευχαριστιέσαι περισσότερο με την έξυπνη διαφωνία, παρά με την
παθητική συμφωνία, διότι αν εκτιμάς την εξυπνάδα όπως πρέπει, στην
πρώτη περίπτωση υπονοείται μια πιο βαθιά συμφωνία από τη δεύτερη.
9. Να είσαι ευσυνείδητα ειλικρινής, ακόμα κι αν η αλήθεια είναι
ενοχλητική, διότι είναι περισσότερο ενοχλητικό όταν προσπαθείς να την
σκεπάσεις.
10.Μη ζηλεύεις την ευτυχία εκείνων που ζουν ανόητα στον κόσμο τους.
Μόνο ένας ανόητος θα το θεωρούσε αυτό ευτυχία.»
Η φιλοσοφία δεν είναι ο χώρος όπου θα ανατρέξουμε ώστε να
βρούμε συγκεκριμένες απαντήσεις σε συγκεκριμένα προβλήματα:
«Η φιλοσοφία προορίζεται για σπουδή, όχι προς χάρη οποιωνδήποτε
οριστικών απαντήσεων σε καθοριστικά ερωτήματα, επειδή -ως κανόναςκαμιά οριστική απάντηση δε μπορεί να εξασφαλίσει την απόλυτη
αλήθεια, αλλά προς χάρη των καθαυτό ερωτημάτων. Τα ερωτήματα
διευρύνουν την αντίληψή μας για το τι είναι εφικτό, εμπλουτίζουν τη
διανοητική φαντασία και μειώνουν τη δογματική βεβαιότητα που θέτει
φραγμούς στους συλλογισμούς του νου. Αλλά πάνω απ όλα επειδή μέσα
από το ύψιστο μεγαλείο του σύμπαντος που η φιλοσοφία μελετά, το
πνεύμα παίρνει σπουδαία ανταμοιβή και καθίσταται μέτοχος αυτής της
ένωσης με το σύμπαν, η οποία αποτελεί το πιο ύψιστο αγαθό.»
Αργότερα ο Russell θα προσθέσει ότι η φιλοσοφία είναι μια
δεξαμενή γνώσεων ανέτοιμων ακόμα προς εξειδικευμένη επιστημονική
38
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
διαπραγμάτευση. Ό,τι η φιλοσοφία πραγματεύεται, ίσως στην ευρύτερη
κοινωνία φαντάζει εκκεντρικό. Κάποτε όμως, σύμφωνα με τον
«δεκάλογο της ελευθερίας» το προσωρινά εκκεντρικό θα γίνει δεδομένο,
απαρχή για σπουδαίες επιστημονικές ανακαλύψεις. Η φιλοσοφία είναι
συνεχής ερώτηση. Η μόνη αδιαμφισβήτητη απόλυτη βεβαιότητα είναι η
καθαυτό ύπαρξή μας. Ο Russell σημειώνει σχετικά με τον Καρτέσιο και
το «cogito ergo sum»:
«Η αμφιβολία σχετικά με την ύπαρξή του (ενν. του Καρτέσιου) ήταν
αδύνατη, διότι αν δεν υπήρχε δε θα μπορούσε να εξαπατηθεί σε καμία
περίπτωση. Αν αμφισβητούσε, υπήρχε. Αν είχε οποιουδήποτε είδους
εμπειρίες, υπήρχε. Επομένως η ύπαρξή του αποτελούσε μιαν απόλυτη
βεβαιότητα».
Εδώ φανερά ο Russell πλησιάζει τις υπαρξιστικές θεωρήσεις. Για
τη χάρη λοιπόν της μοναδικής βεβαιότητας στον κόσμο, της ανθρώπινης
ύπαρξης, ο Russell αφιέρωσε την κοινωνική και πολιτική του δράση.
Εξελίσσεται πλέον σε έμπρακτο συνεχιστή της αδιάκοπης
πολυπρισματικής δράσης του Kierkegaard.
ΣΗΜΕΙΟ ΣΥΓΚΛΙΣΗΣ KIERKEGAARD ΚΑΙ RUSSELL
Παρά το γεγονός ότι οι δυο διανοητές πλαισίωσαν διαφορετικά
φιλοσοφικά ρεύματα σε διαφορετικές εποχές, ολόκληρη η ζωή τους
αφιερώθηκε σε όμοια ύψιστα ιδανικά: ελευθερία στη σκέψη, κατανόηση
και ανεκτικότητα στην άλλη άποψη, απεμπόληση του ψεύδους σε όλες
τις εκφάνσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλά πρώτιστα
απελευθέρωση του ανθρώπου από δόγματα και στερεότυπα που θέτουν
φραγμούς στην αδέσμευτη, δημιουργική σκέψη του.
RUSSELL - ΓΙΑ ΠΟΙΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ ΕΖΗΣΑ
Ακολουθεί ο πρόλογος στην «Αυτοβιογραφία» του Bertrand
Russell, η οποία γράφτηκε -φυσικά από τον ίδιον- στις 25 Ιουλίου του
1956. Μόνο και μόνο ο πρόλογος αυτού του έργου θα μπορούσε να
αποτελέσει ερέθισμα, αλλά και αντικείμενο μιας πολυσέλιδης
πανεπιστημιακής εργασίας.
Για ποιους σκοπούς έζησα:
Τρία πάθη απλά, όμως υπερβολικά ισχυρά, έχουν κυριαρχήσει στη
ζωή μου: η μεγάλη λαχτάρα για έρωτα, η αναζήτηση της γνώσης, και η
ανυπόφορη λύπη σχετικά με το βασανισμό του ανθρώπινου είδους. Αυτά
τα πάθη, σα μεγάλοι άνεμοι με παρέσυραν εδώ και εκεί, σε μια
απρόβλεπτη πορεία, πάνω από έναν ωκεανό αγωνίας, φτάνοντας στο
απώτατο άκρο της απόγνωσης.
39
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
Αρχικά, έχω αναζητήσει τον έρωτα, επειδή φέρνει έκσταση.
Έκσταση τόσο μεγάλη, που πολλές φορές θα θυσίαζα όλο το υπόλοιπο
της ζωής για μερικές ώρες αυτής της ηδονής. Έπειτα τον έχω αναζητήσει,
επειδή ανακουφίζει τη μοναξιά, αυτή την τρομερή μοναξιά, μέσα στην
οποία μια θραυσματική συναίσθηση επιθεωρεί τα πέρατα του κόσμου ως
την ψυχρή και απύθμενη άβυσσο της ανυπαρξίας. Τον έχω αναζητήσει
τελικώς, διότι στην έννοια του έρωτα έχω ανακαλύψει, σαν σε μυστική
σμίκρυνση, το προσχεδιασμένο όραμα του παραδείσου, που άγιοι και
ποιητές έχουν φανταστεί. Αυτό που αναζήτησα, μολονότι μπορεί να
φαίνεται υπερβολικά καλό για μια ανθρώπινη ζωή, αυτό είναι που επιτέλους- έχω ανακαλύψει.
Με όμοιο πάθος έχω αναζητήσει τη γνώση. Έχω ευχηθεί να
καταλαβαίνω τις καρδιές των ανθρώπων. Έχω ευχηθεί να γνωρίζω γιατί
λάμπουν τα άστρα. Και έχω προσπαθήσει να κατανοήσω την Πυθαγόρεια
δύναμη, με την οποία ο αριθμός διατηρεί την κυριαρχία του πάνω από τις
διακυμάνσεις. Λίγα από αυτά, μα όχι πάρα πολλά, τα έχω κατορθώσει.
Έρωτας και γνώση, όσο το δυνατόν, με οδήγησαν προς τα πάνω,
κατευθείαν στους παραδείσους. Αλλά πάντα η λύπη με έφερνε πίσω στη
γη. Αντηχήσεις κραυγών πόνου αντιλαλούν στην καρδιά μου. Παιδιά σε
λιμό, θύματα βασανισμένα από καταπιεστές, αβοήθητοι γέροντες να είναι
μισητό βάρος στους γιους τους, και ολόκληρος ο κόσμος της μοναξιάς,
της φτώχειας και του πόνου αποτελούν μια παρωδία της ιδανικής
ανθρώπινης ζωής. Λαχταρώ να μειώσω το κακό, όμως δε μπορώ, και
επίσης υποφέρω.
Αυτή έχει υπάρξει η ζωή μου. Την έχω βρει αξιοβίωτη, και ευχαρίστως θα
τη ζούσα ξανά αν μου προσφερόταν η ευκαιρία.
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
Η φιλοσοφία της επιστήμης είναι ο κλάδος της φιλοσοφίας που
μελετά τις φιλοσοφικές αρχές, τις αξιώσεις, και τις επιπτώσεις της
επιστήμης, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών επιστημών όπως είναι η
φυσική και η βιολογία, καθώς και των κοινωνικών επιστημών, όπως είναι
η ψυχολογία και τα οικονομικά. Από αυτή την άποψη, η φιλοσοφία της
επιστήμης συνδέεται με την επιστημολογία και την οντολογία.
Προσπαθεί να αναλύσει θέματα όπως: την ουσία των επιστημονικών
δηλώσεων και σκέψεων, τον τρόπο με τον οποίο παράγονται, πως η
επιστήμη εξηγεί, προβλέπει και, δια μέσου της τεχνολογίας, χαλιναγωγεί
την φύση· τα μέσα για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των
πληροφοριών, τη δημιουργία και χρήση της επιστημονικής μεθόδου, τις
μορφές σκέψης που χρησιμοποιούνται για την εξαγωγή συμπερασμάτων
και τις επιπτώσεις των επιστημονικών μεθόδων και μοντέλων τόσο στην
κοινωνία όσο και στις ίδιες τις επιστήμες.
40
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
Η ΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΔΗΛΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΣΚΕΨΕΩΝ
Η επιστήμη βγάζει συμπεράσματα για το πως λειτουργεί ο κόσμος
και τον τρόπο με τον οποίο η επιστημονική θεωρία σχετίζεται με τον
κόσμο. Η επιστήμη βασίζεται στην πειραματική τεκμηρίωση, λογική
επαγωγή και λογική σκέψη προκειμένου να εξετάσει τον κόσμο και τις
οντότητες που υπάρχουν μέσα στην κοινωνία. Παρατηρώντας τη φύση
των ανθρώπων και του περιβάλλοντός τους, η επιστήμη θέλει να
εξηγήσει τις έννοιες που είναι συνυφασμένες με την καθημερινή ζωή.
ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ
Μια κεντρική αρχή της φιλοσοφίας της επιστήμης είναι ο
εμπειρισμός, ή η εμπιστοσύνη στην τεκμηρίωση. Ο Εμπειρισμός είναι η
άποψη ότι η γνώση αντλείται από τις εμπειρίες που έχουμε στη ζωή.
Σύμφωνα με αυτό, οι επιστημονικές θέσεις επηρεάζονται αλλά και
προκύπτουν από τις εμπειρίες ή τις παρατηρήσεις μας. Οι επιστημονικές
υποθέσεις αναπτύσσονται και ελέγχονται μέσω εμπειρικών μεθόδων που
αποτελούνται από παρατηρήσεις και πειράματα. Άπαξ και αναπαραχθούν
αρκετά, οι πληροφορίες που προκύπτουν από παρατηρήσεις και
πειράματα, αποτελούν πλέον τεκμήρια σύμφωνα με τα οποία η
επιστημονική κοινότητα αναπτύσσει θεωρίες που σκοπό έχουν να
εξηγήσουν τα χαρακτηριστικά του κόσμου.
Οι παρατηρήσεις εμπεριέχουν την αντίληψη, κατά συνέπεια
αποτελούν γνωστικές πράξεις. Δηλαδή, οι παρατηρήσεις είναι και αυτές
μέρος της κατανόησής μας για τον τρόπο σύμφωνα με τον οποίο ο
κόσμος λειτουργεί· καθώς η κατανόηση αυτή του κόσμου αλλάζει, οι
ίδιες οι παρατηρήσεις μπορεί φαινομενικά να αλλάξουν. Ακριβέστερα,
θα έλεγε κανείς ότι οι ερμηνείες μας επί των παρατηρήσεων μπορεί να
αλλάξουν. Ένα καλά σχεδιασμένο πείραμα θα δώσει ταυτόσημα
αποτελέσματα όταν επαναληφθεί με ταυτόσημο τρόπο. Όποτε το
κοινωνικό πλαίσιο του παρατηρητή επηρεάζει την παρατήρηση, χάνεται
η αντικειμενικότητα και η παρατήρηση δεν είναι πλέον χρήσιμη
επιστημονικά.
Οι επιστήμονες προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν επαγωγή,
παραγωγικό συλλογισμό και ημίεμπειρικές μεθόδους και επικαλούνται
βασικές εννοιολογικές μεταφορές, ούτως ώστε να ενσωματώσουν τις
παρατηρήσεις σε μία συνεκτική, αυτόσυνεπή δομή.
41
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ
ΙΝΣΤΡΟΥΜΕΝΤΑΛΙΣΜΟΣ
Ο Επιστημονικός ρεαλισμός, ή απλοϊκός εμπειρισμός, είναι η
άποψη ότι το σύμπαν είναι έτσι ακριβώς όπως το περιγράφουν οι
επιστημονικές θέσεις. Οι ρεαλιστές πιστεύουν ότι πράγματα όπως τα
ηλεκτρόνια και τα μαγνητικά πεδία όντως υπάρχουν. Είναι απλοϊκός με
την έννοια ότι παίρνει τα επιστημονικά μοντέλα «τοις μετρητοίς» και
είναι η άποψη που οι περισσότεροι επιστήμονες υιοθετούν.
Σε αντίθεση με το ρεαλισμό, ο ινστρουμενταλισμός υποστηρίζει
πως η αντίληψή μας, οι επιστημονικές μας ιδέες και θεωρίες δεν
απεικονίζουν απαραίτητα τον αληθινό κόσμο επακριβώς, αλλά είναι
χρήσιμα εργαλεία για να εξηγήσουν, να προβλέψουν και να ελέγξουν τις
εμπειρίες μας. Για έναν ινστρουμενταλιστή, τα ηλεκτρόνια και τα
μαγνητικά πεδία είναι χρήσιμες ιδέες που μπορεί στην πραγματικότητα
να υπάρχουν ή να μην υπάρχουν καθόλου. Για τους ινστρουμενταλιστές,
η εμπειρική μέθοδος χρησιμοποιείται μόνο για να δείξει πως οι θεωρίες
είναι συνεπείς με τις παρατηρήσεις. Ο ινστρουμενταλισμός βασίζεται
κυρίως στη φιλοσοφία του Τζον Ντιούϊ και, γενικά, στον πραγματισμό, ο
οποίος ήταν επηρεασμένος από φιλόσοφους όπως ο Ουίλιαμ Τζέιμς και ο
Τσαρλς Σάντερς Πιρς.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΚΟΝΣΤΡΟΥΚΤΙΒΙΣΜΟΣ
Ένα πεδίο ενδιαφέροντος που είναι κοινό ανάμεσα στους
ιστορικούς, τους φιλόσοφους και τους κοινωνιολόγους της επιστήμης
είναι ο βαθμός στον οποίο οι επιστημονικές θεωρίες καθορίζονται από το
κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο. Αυτή η προσέγγιση είναι συνήθως
γνωστή
ως
κοινωνικός
κονστρουκτιβισμός.
Ο
κοινωνικός
κονστρουκτιβισμός είναι κατά μια έννοια μια προέκταση του
ινστρουμενταλισμού που ενσωματώνει τις κοινωνικές πλευρές της
επιστήμης. Στην πιο ισχυρή της μορφή, αντιμετωπίζει την επιστήμη σαν
μια απλή συζήτηση θεμάτων μεταξύ επιστημόνων, με τα αντικειμενικά
γεγονότα να παίζουν μικρό ή και κανένα ρόλο. Μία πιο μετριοπαθής
μορφή της κονστρουκτιβιστικής άποψης θεωρεί οτι οι κοινωνικοί
παράγοντες παίζουν μεγάλο ρόλο στην αποδοχή των νέων επιστημονικών
θεωριών.
Σύμφωνα με μία ισχυρότερη θεώρηση, η ύπαρξη του πλανήτη Άρη
είναι ανούσια, εφόσον ό,τι έχουμε είναι οι παρατηρήσεις, θεωρίες και οι
μύθοι, που είναι όλα συνδεδεμένα μεταξύ τους και παράγονται από την
κοινωνική αλληλεπίδραση. Έτσι, οι επιστημονικές εκθέσεις σχετίζονται
μεταξύ τους και αναφέρονται η μία στην άλλη και ένας εμπειρικός
έλεγχος δεν είναι τίποτα παραπάνω από το να εξετάζεται η συνέπεια
42
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
μεταξύ διαφορετικών συνόλων από κοινωνικά συντεθειμένες θεωρίες.
Αυτή η άποψη απορρίπτει το ρεαλισμό. Γίνεται λοιπόν δύσκολο να
εξηγηθεί το πως η επιστήμη διαφέρει από οποιαδήποτε άλλο
επιστημονικό κλάδο. Όμως με την ίδια λογική, γίνεται επίσης δύσκολο to
να αντιληφθούμε το μέγεθος της εξαιρετικής επιτυχίας της επιστήμης στο
να παράγει χρησιμοποιήσιμη τεχνολογία.
Σύμφωνα με την όχι τόσο ισχυρή θεώρηση, ο πλανήτης Άρης,
μπορεί να ειπωθεί ότι έχει πραγματική ύπαρξη, που είναι ξεχωριστή και
διακριτή από τις παρατηρήσεις, θεωρίες και μύθους μας για αυτόν.
Παρόλο που οι θεωρίες και οι παρατηρήσεις συντίθενται σε κοινωνικό
πλαίσιο, μέρος της διαδικασίας σύνθεσης περιλαμβάνει την εξασφάλιση
μιας κάποιου είδους αντιστοιχίας με την πραγματικότητα μας. Έτσι οι
επιστημονικές θέσεις είναι για τον πραγματικό κόσμο. Το κρίσιμο
ζήτημα για αυτήν την άποψη είναι η επεξήγηση αυτής της αντιστοιχίας.
Τι αιτιολόγηση υπάρχει στον ισχυρισμό ότι οι φωτογραφίες από το
τελευταίο ερευνητικό σκάφος είναι κατά μία έννοια περισσότερο
αληθινές από τους Ρωμαϊκούς μύθους για τον Άρη; Είναι σημαντικό
λοιπόν, για τους Κοινωνικούς Κονστρουκτιβιστές να λαμβάνουν υπ’ όψιν
τους το πως οι επιστημονικές θέσεις δικαιολογούνται.
ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΩΓΗ
Η Ανάλυση είναι η πράξη της κατάτμησης μίας παρατήρησης ή
θεωρίας σε απλούστερες έννοιες με σκοπό την κατανόησή της. Η
ανάλυση έχει ζωτική σημασία τόσο στην επιστήμη όσο και σε κάθε
ορθολογικό εγχείρημα. Θα ήταν αδύνατο, για παράδειγμα, να
περιγράψουμε μαθηματικά την κίνηση ενός βλήματος, χωρίς να
διαχωρίσουμε τη δύναμη της βαρύτητας, τη γωνία προβολής και την
αρχική ταχύτητα. Μόνο μετά την ανάλυση είναι δυνατό να
διατυπώσουμε μία κατάλληλη θεωρία της κίνησης.
Η αναγωγή στην επιστήμη μπορεί να σημαίνει πολλά και
διαφορετικά πράγματα. Ένας τύπος αναγωγής είναι η άποψη ότι τα πάντα
μπορούν μέχρι τέλους να εξηγηθούν με επιστημονικούς όρους. Σύμφωνα
με αυτήν, ένα ιστορικό γεγονός μπορεί ενδεχομένως να εξηγηθεί με
κοινωνιολογικούς και ψυχολογικούς όρους, οι οποίοι μπορούν να
περιγραφούν με όρους της φυσιολογίας του ανθρώπου, που κι αυτή με τη
σειρά της μπορεί να περιγραφεί με όρους της χημείας και της φυσικής.
Έτσι, το ιστορικό γεγονός θα έχει αναχθεί σε ένα φυσικό γεγονός. Αυτό
φαίνεται ίσως σαν υπαινιγμός πως το ιστορικό γεγονός δεν ήταν «τίποτα
άλλο από» το φυσικό γεγονός, αρνούμενης της ύπαρξης των
παρεπόμενων φαινομένων.
Ο Ντάνιελ Ντένετ επινόησε τον όρο πλεονεκτική αναγωγή για να
περιγράψει την υπόθεση ότι τέτοιου είδους αναγωγή είναι δυνατή.
43
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
Ισχυρίζεται ότι αυτής της μορφής η αναγωγή είναι απλά «κακή
Επιστήμη», που αναζητεί εξηγήσεις που είναι ελκυστικές ή εύγλωττα
διατυπωμένες, παρά εξηγήσεις χρήσιμες στην πρόγνωση των φυσικών
φαινομένων. Λέει ακόμα ότι:
«Δεν υπάρχει επιστήμη απαλλαγμένη από φιλοσοφία, υπάρχει μόνο
επιστήμη της οποίας οι φιλοσοφικές αποσκευές πέρασαν χωρίς έλεγχο.» —
Daniel Dennett, Darwin's Dangerous Idea, 1995.
Διαφωνίες που έγιναν ενάντια στην πλεονεκτική αναγωγή και
αναφέρονταν στα αναδυόμενα φαινόμενα, βασίζονταν στο γεγονός ότι τα
αυτό-αναφορικά συστήματα μπορούμε να πούμε ότι περιέχουν
περισσότερες πληροφορίες απ' αυτές που μπορούν να περιγραφούν με
την ανάλυση κάθε μέρους τους ξεχωριστά. Ανάμεσα στα παραδείγματα
είναι συστήματα που περιέχουν παράξενους βρόχους, μορφοκλασματικές
δομές (fractal) και παράξενους ελκυστές στο χώρο των φάσεων. Η
ανάλυση τέτοιου είδους συστημάτων αναγκαστικά καταστρέφει
πληροφορίες, επειδή ο παρατηρητής πρέπει να διαλέξει ένα δείγμα του
συστήματος που, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μπορεί απλά να είναι
μερικά αντιπροσωπευτικό. Η θεωρία της πληροφορίας μπορεί να
χρησιμοποιηθεί για να υπολογιστεί το μέγεθος της απώλειας
πληροφορίας και είναι μία από τις τεχνικές που εφαρμόζονται στη
θεωρία του χάους.
ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ
Οι πιο ισχυρές προτάσεις της επιστήμης είναι εκείνες με την πιο
ευρεία εφαρμογή. Ο Τρίτος Νόμος του Νεύτωνα –«για κάθε δράση
υπάρχει μια ίση και αντίθετη αντίδραση»- είναι μια ισχυρή πρόταση
επειδή ισχύει για κάθε δράση, παντού και πάντα.
Αλλά φυσικά δεν είναι δυνατόν οι επιστήμονες να έχουν ελέγξει
κάθε δράση που υπάρχει και να έχουν βρει μια αντίδραση, όπως
προβλέπει η παραπάνω πρόταση. Πως μπορούν, λοιπόν, να μας
διαβεβαιώσουν ότι ο Τρίτος Νόμος ισχύει με κάποιο τρόπο; Έχουν,
φυσικά, ελέγξει πάρα πολλές δράσεις, και σε κάθε μια απ' αυτές όντως
παρατήρησαν την αντίστοιχη αντίδραση. Αλλά μπορούμε να είμαστε
σίγουροι ότι την επόμενη φορά που θα ελέγξουμε τον Τρίτο Νόμο θα
διαπιστώσουμε ότι ισχύει;
ΕΠΑΓΩΓΗ
Μια λύση σ' αυτό το πρόβλημα είναι να βασιστούμε στην έννοια
της επαγωγής. Η επαγωγική εξαγωγή συμπερασμάτων βασίζεται στον
ισχυρισμό ότι αν μια κατάσταση ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που
έχουμε παρατηρήσει, τότε η κατάσταση θα ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις.
44
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
Έτσι, μετά από μια σειρά πειραμάτων που επιβεβαίωσαν τον Τρίτο
Νόμο, κάποιος μπορεί με σιγουριά να ισχυριστεί ότι ο Τρίτος Νόμος
ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις.
Το να εξηγήσουμε το γιατί η επαγωγή συνήθως δουλεύει έχει
κάποια προβλήματα. Δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την παραγωγή,
τη συνήθη διαδικασία της λογικής διαδρομής απ' την πρόταση στο
συμπέρασμα, για τον απλό λόγο ότι δεν υπάρχει κάποιος συλλογισμός
που θα επέτρεπε μια τέτοια κίνηση. Όσες φορές κι αν παρατήρησαν
λευκούς κύκνους οι βιολόγοι του 17ου αιώνα, και σε όσα μέρη κι αν τους
παρατήρησαν, δεν υπήρχε παραγωγικό μονοπάτι που να τους οδηγήσει
στο συμπέρασμα ότι όλοι οι κύκνοι είναι λευκοί 2. Κι αυτό είναι και
δίκαιο, απ' τη στιγμή που, όπως αποδείχτηκε, ένα τέτοιο συμπέρασμα θα
ήταν λανθασμένο. Όμοια, είναι τουλάχιστον πιθανό ότι κάποια μέρα θα
γίνει μια παρατήρηση που θα δείξει μια περίπτωση στην οποία μια δράση
δεν συνοδεύεται από αντίδραση· κι αυτό ισχύει για οποιονδήποτε
επιστημονικό νόμο.
Μια απάντηση είναι να σκεφτούμε μια διαφορετική μορφή
λογικού επιχειρήματος, μια μορφή που δεν βασίζεται στην παραγωγή. Η
παραγωγή επιτρέπει τη διατύπωση μιας συγκεκριμένης αλήθειας από μια
γενική αλήθεια: όλα τα κοράκια είναι μαύρα· αυτό είναι ένα κοράκι·
επομένως είναι μαύρο. Η επαγωγή, με κάποιο τρόπο, επιτρέπει τη
διατύπωση μιας γενικής αλήθειας από μια σειρά συγκεκριμένων
παρατηρήσεων: αυτό είναι ένα κοράκι και είναι μαύρο· εκείνο είναι ένα
κοράκι και είναι μαύρο· επομένως, όλα τα κοράκια είναι μαύρα.
Το επαγωγικό πρόβλημα έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις και είναι
ιδιαίτερα σημαντικό στη φιλοσοφία της επιστήμης: ισχύει πραγματικά η
επαγωγή, και αν ναι, γιατί;
ΔΙΑΨΕΥΣΙΜΟΤΗΤΑ
Ένας άλλος τρόπος να διακρίνουμε την επιστήμη απ' την
ψευδοεπιστήμη (να διαχωρίσουμε, για παράδειγμα, την αστρονομία απ'
την αστρολογία), που πρωτοσυζητήθηκε απ' τον Καρλ Πόππερ το 191920 και ξαναδιατυπώθηκε απ' τον ίδιο τη δεκαετία του '60, είναι
χρησιμοποιώντας την αρχή της διαψευσιμότητας. Σύμφωνα με αυτή, για
να είναι χρήσιμη (ή έστω επιστημονική) μια επιστημονική θέση (θεωρία,
«νόμος», αρχή κ.λ.π.) πρέπει να είναι διαψεύσιμη, δηλαδή να μπορεί να
ελεγχθεί και να αποδειχτεί λανθασμένη.
Βλέπε και: «Η επίδραση της Καρτεσιανής και Γαλιλαϊκής σκέψης στη Δαρβινική θεωρία.» Παναγιώτου
Κ. Δημήτριος - Παναγιώτου Κ. Άννα Ανακοίνωση στο συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών, Λάρισα,
Απρίλιος 2006.
2
45
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
Ο Πόππερ περιέγραψε τη διαψευσιμότητα χρησιμοποιώντας τις
παρακάτω παρατηρήσεις, παρμένες (σε παράφραση) από μια εργασία του
1963:
Είναι εύκολο να επιβεβαιώσουμε ή να διαπιστώσουμε την ισχύ
σχεδόν κάθε θεωρίας - αν η επιβεβαίωση είναι αυτό που επιδιώκουμε.
Οι επιβεβαιώσεις είναι σημαντικές μόνο αν είναι αποτέλεσμα
παρακινδυνευμένων προβλέψεων. Δηλαδή αν, χωρίς τη φώτιση της
θεωρίας, περιμέναμε ένα γεγονός που ήταν ασύμβατο με τη θεωρία, ένα
γεγονός που θα αντέκρουε τη θεωρία.
Οι
«καλές»
επιστημονικές
θεωρίες
συμπεριλαμβάνουν
απαγορεύσεις που δεν επιτρέπουν σε συγκεκριμένα γεγονότα να
εκδηλωθούν. Όσο πιο πολύ απαγορεύει μια θεωρία, τόσο πιο καλή είναι.
Μια θεωρία που δεν αντικρούεται από οποιοδήποτε νοητό γεγονός
είναι μη επιστημονική. Το αναντίρρητο δεν είναι αρετή μιας θεωρίας.
Κάθε γνήσιος έλεγχος μιας θεωρίας είναι μια προσπάθεια να τη
διαψεύσουμε ή να την αντικρούσουμε. Οι θεωρίες που παίρνουν
μεγαλύτερα «ρίσκα» είναι πιο επιδεκτικές στον έλεγχο, πιο πολύ
εκτεθειμένες στη διάψευση.
Τα τεκμήρια επιβεβαίωσης μιας θεωρίας είναι αξιόλογα μόνο όταν
έχουν προκύψει από έναν γνήσιο έλεγχο της θεωρίας. «Γνήσιος» σε αυτή
την περίπτωση σημαίνει ότι είναι αποτέλεσμα μιας σοβαρής μα
αποτυχημένης προσπάθειας να διαψευσθεί η θεωρία.
Μερικές γνήσια ελέγξιμες θεωρίες, όταν αποδειχτούν εσφαλμένες,
υποστηρίζονται ακόμα απ' τους ακολουθητές τους - για παράδειγμα με
την εισαγωγή μιας ad hoc εναλλακτικής υπόθεσης ή με την επανερμηνεία
της θεωρίας, με τρόπο τέτοιο ώστε να διαφύγει τη διάψευση. Μια τέτοια
διαδικασία είναι πάντοτε δυνατή, αλλά διασώζει τη θεωρία απ' τη
διάψευση με το τίμημα της καταστροφής, ή έστω της μείωσης, της
επιστημονικότητάς της.
Αυτές οι παρατηρήσεις είναι μέρος των επιχειρημάτων του Πόππερ
για την υπεράσπιση της άποψης ότι αυτό που κάνει μια θεωρία
επιστημονική είναι η διαψευσιμότητα ή ελέγξιμότητά της.
ΣΥΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ
Τόσο η Επαγωγή όσο και η Διάψευση σκοπό έχουν να
αιτιολογήσουν τις επιστημονικές θέσεις μέσω αναφοράς σε άλλες
συγκεκριμένες επιστημονικές θέσεις. Και οι δύο πρέπει να αποφεύγουν
το πρόβλημα του κριτηρίου, στο οποίο κάθε αιτιολόγηση πρέπει με τη
σειρά της να εξηγείται, διαδικασία που οδηγεί σε άπειρη αναγωγή. Το
ζήτημα της αναγωγής, έχει ληφθεί για να δώσει έναν δρόμο που θα
οδηγήσει εκτός της άπειρης αναγωγής, τον θεμελιωτισμό
(foundationalism). Ο Θεμελιωτισμός προτείνει την ύπαρξη μερικών
46
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
βασικών θέσεων που δεν απαιτούν αιτιολόγηση. Η Επαγωγή και η
Διάψευση αποτελούν μορφές του θεμελιωτισμού ως προς το ότι
βασίζονται σε βασικές θέσεις που προκύπτουν απευθείας από τις
παρατηρήσεις.
Ο τρόπος σύμφωνα με τον οποίο οι βασικές θέσεις προκύπτουν
από τις παρατηρήσεις περιπλέκει το πρόβλημα. Η παρατήρηση είναι
γνωστική πράξη, γεγονός που σημαίνει ότι βασίζεται στις υπάρχουσες
μας αντιλήψεις, στο σύνολο των πεποιθήσεων μας. Μία παρατήρηση
μιας διάβασης της Αφροδίτης απαιτεί ένα τεράστιο εύρος δευτερευόντων
πεποιθήσεων, όπως αυτές που σχετίζονται με την περιγραφή της οπτικής
των τηλεσκοπίων, με τη μηχανική της εγκατάστασης τους καθώς και
κάποια αντίληψη της ουράνιας μηχανικής. Με πρώτη ματιά, η
παρατήρηση δεν εμφανίζεται ως «βασική».
Η Συνεκτικότητα, προσφέρει μία εναλλακτική άποψη, με τον
ισχυρισμό ότι οι θέσεις μπορούν να αιτιολογηθούν μέσω της υπόστασης
τους ως μέλος ενός συνεκτικού συστήματος. Σε αυτή την περίπτωση
στην επιστήμη, για το σύστημα αυτό, συνήθως λαμβάνεται το πλήρες
σύνολο πεποιθήσεων ενός ατόμου ή μιας κοινότητας επιστημόνων. Ο
Quine διατύπωσε την άποψη της προσέγγισης της επιστήμης, μέσω της
Συνεκτικότητας. Μία παρατήρηση κάποιας διάβασης της Αφροδίτης
αιτιολογείται ως προς το ότι είναι συνεκτική από το σύνολο των
πεποιθήσεων μας σε σχέση με την οπτική, την εγκατάσταση τηλεσκοπίων
και την ουράνια μηχανική. Όταν αυτή η παρατήρηση έρθει σε αντίθεση
με κάποια δευτερεύουσα πεποίθηση, μία προσαρμογή στο σύστημα θα
αναζητηθεί ώστε να απαλειφθεί η αντίθεση.
ΤΟ ΞΥΡΑΦΙ ΤΟΥ ΌΚΚΑΜ
Το ξυράφι του Όκαμ χρησιμοποιείται για να αιτιολογήσει
κάποιους επιστημονικούς ισχυρισμούς. Στον Ουλιέλμο του Όκαμ, έχει
αποδοθεί η πρόταση ότι η απλούστερη αιτιολόγηση ενός φαινομένου
πρέπει να είναι η προτιμότερη. Το ξυράφι του Όκαμ πολλές φορές
εκφράζεται ως: «οι οντότητες δε θα πρέπει να πολλαπλασιάζονται πέραν
του απολύτως απαραίτητου» (Entia non sunt multiplicanda praeter
necessitatem).
Θεωρείστε την πανταχού παρούσα κατάσταση δύο θεωριών Α και
Β, όπου η Α είναι η βασικότερη εκδοχή της θεωρίας σύμφωνα με την
οποία ερμηνεύονται τα δεδομένα, και η Β είναι μία επαυξημένη εκδοχή
της Α με πρόσθετα στοιχεία που αφενός δε βελτιώνουν την πρόταση,
αφετέρου δε βλάπτουν την ερμηνεία των δεδομένων. Η βασική αρχή του
Ξυραφιού του Όκαμ μας συμβουλεύει να «ξυρίσουμε» τα πρόσθετα
στοιχεία της Β, γεγονός που μας οδηγεί στη πιο βασική εκδοχή, αυτή της
θεωρίας Α.
47
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
Επειδή για οποιαδήποτε θεωρία, υπάρχει άπειρος αριθμός
παραλλαγών οι οποίες ερμηνεύουν με την ίδια συνέπεια τα τρέχοντα
γεγονότα, η χρήση του Ξυραφιού του Όκαμ γίνεται ανεκδήλωτα και
υπονοείται σε κάθε έκφανση της επιστημονικής έρευνας. Σαν
παράδειγμα, θεωρήστε τη διάσημη θεωρία του Νεύτωνα που υποστηρίζει
πως «για κάθε δράση υπάρχει μία ίση και αντίθετη αντίδραση». Μία
εναλλακτική θεωρία θα μπορούσε να είναι αυτή που δηλώνει πως «για
κάθε δράση υπάρχει μία ίση και αντίθετη αντίδραση, εκτός από την 18η
του Ιανουαρίου του 2055 οπότε η αντίδραση θα είναι της μισής
έντασης». Αυτή η φαινομενικά παράλογη προσθήκη παραβιάζει την αρχή
του Ξυραφιού του Όκαμ επειδή αποτελεί μία ανώφελη προσθήκη. Στην
ουσία, χωρίς έναν κανόνα όπως αυτόν της αρχής του Ξυραφιού του
Όκαμ, δε θα υπήρχε ποτέ φιλοσοφική ή πρακτική αιτιολόγηση για τους
επιστήμονες, τέτοια ώστε να προωθήσουν οποιαδήποτε θεωρία πέραν
των άπειρων ανταγωνιστών της και η επιστήμη δε θα είχε καμία
προγνωστική ισχύ.
Μία δυσκολία που εμφανίζεται από το Ξυράφι του Όκαμ είναι ότι
δεν καθορίζει, και ούτε είναι πάντα προφανές, ποια θεωρία είναι η
απλούστερη. Επίσης, το Ξυράφι του Όκαμ δεν εκφράζει κάτι παραπάνω
από μια αισθητική προτίμηση στην απλότητα. Επομένως είναι δύσκολο
να προσδώσει στα διανοήματα αυστηρότητα, ως προς την εφαρμογή του.
Υπάρχουν σχετικές μαθηματικές προσεγγίσεις όπως η ανάλυση του
Μπαίης (Bayesian analysis) και η θεωρία της πληροφορίας, που
επιζητούν να ποσοτικοποιήσουν την απλότητα. Μιας τέτοια προσέγγιση
αποτελεί ο συμπερασμός της θεωρίας του μηνύματος ελαχίστου μήκους.
Το Ξυράφι του Όκαμ δε δηλώνει ότι η απλούστερη εκδοχή πρέπει να
χρησιμοποιείται ανεξάρτητα από την ικανότητα της να εξηγήσει
σκοπέλους στην επιστημονική έρευνα, εξαιρέσεις, ή άλλα υπό κρίση
φαινόμενα. Η αρχή της διαψευσιμότητας απαιτεί για κάθε εξαίρεση που
μπορεί να αναπαραχθεί αξιόπιστα, να ακυρώνει την απλούστερη θεωρία,
και ότι η επομένως απλούστερη εκδοχή που θα μπορεί να ενσωματώσει
την εξαίρεση ως μέλος της θεωρίας θα πρέπει να προτιμάται από την
πρώτη. Σύμφωνα με τον Άλμπερτ Αϊνστάιν, «ο απώτερος στόχος όλων
των θεωριών είναι να κάνει τα ανεπίδεκτα μείωσης βασικά στοιχεία κάθε
θεωρίας, όσο το δυνατόν απλούστερα και λιγότερα δυνατόν, χωρίς να
χρειάζεται να παραδωθεί στην επαρκή αναπαραγωγή ενός σημείου
αναφοράς της εμπειρίας».
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ - ΤΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΑΔΙΑΨΕΥΣΤΟ
Ένα κρίσιμο ερώτημα στην επιστήμη είναι, το σε ποιο βαθμό το
τρέχον σύνολο επιστημονικής γνώσης μπορεί να ληφθεί ως ενδεικτικό
του τι είναι στην πραγματικότητα 'αληθές' σχετικά με τον φυσικό κόσμο
48
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
στον οποίο ζούμε. Η αποδοχή της γνώσης ως απόλυτα «αληθούς» και
αδιαμφισβήτητης (με την έννοια της θεολογίας ή της ιδεολογίας)
ονομάζεται επιστημονισμός.
Εν τούτοις, είναι σύνηθες για μέλη του κοινού, να έχουν αντίθετη
άποψη για την επιστήμη — πολλοί λαϊκοί πιστεύουν ότι οι επιστήμονες
δημιουργούν ισχυρισμούς μη διαψευσιμότητας. Η επιστήμη υπηρετεί τη
διαδικασία της συναινετικής λήψης αποφάσεων με την οποία άνθρωποι
με διάφορες ηθικές και δεοντολογικές απόψεις, θα έρθουν σε συμφωνία
στο 'τι είναι αληθινό'. Τόσο σε «εγκόσμιες» όσο και σε τεχνολογικές
κοινωνίες, χωρίς να υπάρχει κάποια ισχυρή αντίληψη της
πραγματικότητας με δεδομένα που βασίζονται σε ηθικά, δεοντολογικά ή
θρησκευτικά ερείσματα, η επιστήμη υπηρετεί ως το πρωτεύον κριτήριο
για τις αντιπαραθέσεις. Αυτό οδηγεί στην κατάχρηση του επιστημονικού
διαλόγου από πολιτικά ή εμπορικά μέσα.
Σκεφτείτε την μεγάλη ανομοιότητα ανάμεσα στο πως εργάζονται
οι επιστήμονες και στο πως η αντίληψη των εργασιών τους κατευθύνει
καμπάνιες για να επιμορφώσει τον λαϊκό κόσμο για τον επιστημονικό
σκεπτικισμό και τις επιστημονικές μεθόδους.
ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
Ο Πωλ Φαγεράμπεντ υποστήριξε πως δεν υπάρχει καμμία
περιγραφή επιστημονικής μεθόδου τόσο ευρεία ώστε να μπορεί να
συμπεριλάβει όλες τις προσεγγίσεις και τις μεθόδους που
χρησιμοποιούνται απο επιστήμονες. Ο Φαγεράμπεντ ήταν αντίθετος με
την τυποποιημένη επιστημονική μέθοδο, με το επιχείρημα ότι κάθε
τέτοια μέθοδος θα έπνιγε και θα καθήλωνε την επιστημονική πρόοδο. Ο
ισχυρισμός του ήταν ότι: Η μόνη αρχή που δεν εμποδίζει την πρόοδο είναι
το «όλα παίζουν» (the only principle that does not inhibit progress is:
anything goes).
ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ
ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
Μια σημαντική εξέλιξη των τελευταίων δεκαετιών είναι η μελέτη
της δημιουργίας, της δομής και της εξέλιξης των επιστημονικών
κοινοτήτων από κοινωνιολόγους και ανθρωπολόγους στους οποίους
συμπεριλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι: Michel Callon, Elihu Gerson,
Μπρούνο Λατούρ, John Law, Susan Leigh Star, Anslem Strauss, Lucy
Suchman. Κομμάτια απ' τη δουλειά τους είχαν στο παρελθόν
συγκεντρωθεί στη θεωρία actor network theory (αδόκιμη ενδεχομένως
μετάφραση: θεωρία δικτύου ηθοποιών). Εδώ η προσέγγιση της
49
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
φιλοσοφίας της επιστήμης είναι η μελέτη του τρόπου με τον οποίο οι
επιστημονικές κοινότητες λειτουργούν στην πραγματικότητα.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ ΤΩΝ LAKATOS ΚΑΙ
LAUDAN
Μεταξύ των φιλοσόφων της επιστήμης, που διέπρεψαν στη μετά
τον Kuhn περίοδο, ξεχωρίζουν δυο, ο Imre Lakatos κι ο Larry Laudan. Κι
οι δυο τους ανέπτυξαν μια εναλλακτική σύλληψη της επιστήμης, η οποία
συμφωνούσε με τον Kuhn ως προς τον ιστορικισμό αλλά διαφωνούσε μ’
αυτόν στο μηχανισμό της ιστορικής ανάπτυξης της επιστήμης: Στην θέση
της φυσικής εξέλιξης έβλεπαν ότι η επιστήμη προχωρά με βάση την
ορθολογική πρόοδο.
Η ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΩΝ
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΤΟΥ LAKATOS
Ο ίδιος ο Imre Lakatos παρουσίαζε την επιστημολογία του σαν μια
βελτίωση της μεθοδολογίας της διαψευσιμότητας του Popper, ο οποίος
με τη σειρά του παρουσιαζόταν να βελτιώνει τον επαγωγισμό και το
συμβατισμό. Ο Lakatos άρχιζε συμφωνώντας με τον Popper ως προς το
πρόβλημα του διαχωρισμού μεταξύ επιστήμης και μη επιστήμης. Για τον
Popper η διαψευσιμότητα των θεωριών ήταν το κριτήριο αυτού του
διαχωρισμού. Αντίθετα ο Lakatos δεχόταν τον ισχυρισμό του Kuhn ότι
όλες οι θεωρίες ζουν σ’ έναν ωκεανό ανωμαλιών κι, επομένως, δεν
απορρίπτονται εύκολα ακόμη κι υπό το φως αρνητικών ενδείξεων. Έτσι,
ο Lakatos θεωρούσε το κριτήριο διαχωρισμού του Popper υπερβολικά
ισχυρό. Αντί για αυτό, ο Lakatos υιοθετούσε την θέση των Duhem-Quine
για την αποφυγή διάψευσης μιας θεωρίας, όταν λαμβάνονται υπόψη
κάποιες βοηθητικές υποθέσεις. Όμως για να μην πέσει στην παγίδα του
συμβατισμού, που απέρριπτε μαζί με τον Popper, ο Lakatos κατέφευγε
στην έννοια της κανονικής επιστήμης του Kuhn, την οποίαν
τροποποιούσε έτσι ώστε να συμπεριλάβει μια ολόκληρη σειρά ή διαδοχή
από θεωρίες. Για τον Lakatos, μια τέτοια σειρά από θεωρίες, που είναι
συνενωμένες ώστε να εξασφαλίζουν κάποια χαρακτηριστική συνέχεια,
συγκροτούν αυτά που ονόμαζε ερευνητικά προγράμματα και θεωρούσε
ότι τα βασικά προβλήματα της επιστημολογίας μπορούν να λυθούν με τη
μεθοδολογία των ερευνητικών προγραμμάτων (Lakatos & Musgrave,
1970, σελ. 132).
Πιο αναλυτικά, για τον Lakatos, κάθε ερευνητικό πρόγραμμα
αποτελείται από δυο μεθοδολογικούς κανόνες, μια αρνητική ευρετική
μέθοδο και μια θετική ευρετική μέθοδο. Ο σκληρός πυρήνας ενός
ερευνητικού προγράμματος είναι ο ιερός χώρος, που πρέπει πάση θυσία
50
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
να προστατευθεί από ανωμαλίες ή ανασκευές. Αυτό είναι το καθήκον της
αρνητικής ευρετικής μεθόδου, που εξασφαλίζεται μέσω μιας
προστατευτικής ζώνης βοηθητικών υποθέσεων, με τις οποίες
αφομοιώνονται οι τυχούσες ανωμαλίες. Από την άλλη μεριά, η θετική
ευρετική μέθοδος υπαγορεύει προτάσεις ή οδηγίες για την τροποποίηση,
ανάπτυξη κι ενίσχυση της ανασκευάσιμης προστατευτικής ζώνης των
βοηθητικών υποθέσεων.
Το βασικό παράδειγμα του Lakatos για την προηγούμενη
περιγραφή της μεθοδολογίας των ερευνητικών προγραμμάτων αφορούσε
την ιστορία της Νευτώνειας μηχανικής. Ο σκληρός πυρήνας του
προγράμματος αυτού αποτελείται από τους τρεις νόμους του Νεύτωνα
μαζί με το νόμο της παγκόσμιας βαρύτητας. Όταν ανωμαλίες, όπως η
κίνηση της σελήνης, απειλούν τη συνοχή του προγράμματος, ο πυρήνας
του δεν απορρίπτεται. Αντίθετα, χρησιμοποιούνται διάφορα εφόδια του
σκληρού πυρήνα, όπως για παράδειγμα η έννοια της στροφορμής, για να
δημιουργηθούν κάποιες επιπρόσθετες βοηθητικές υποθέσεις, μέχρις ότου
οι παρατηρήσεις καταλήξουν να συμφωνούν πάλι με το σκληρό πυρήνα.
Ο Lakatos θεωρούσε τα ερευνητικά προγράμματα πως είναι είτε
«προοδευτικά» ή «εκφυλισμένα.» Για να είναι προοδευτικό ένα
πρόγραμμα, πρέπει να χρησιμοποιήσει με επιτυχία την θετική ευρετική
μέθοδό του έτσι ώστε να μπορέσει να κάνει προβλέψεις νέων
φαινομένων και να δώσει κάποιες εκ των προτέρων εξηγήσεις, αντίθετα
με αυτό που γίνεται στα εκφυλισμένα προγράμματα. Για τον Lakatos, ο
Μαρξισμός ήταν παράδειγμα ενός εκφυλισμένου ερευνητικού
προγράμματος: ο Lakatos αντιδιέστελε την αποτυχία των προβλέψεων
του Μαρξισμού και τις εκ των υστέρων εξηγήσεις του με τις επιτυχείς
προβλέψεις και τις εκ των προτέρων εξηγήσεις της Νευτώνειας
μηχανικής (Lakatos, 1978, σελ. 6-7). Παρότι η τοποθέτηση αυτή του
Lakatos επηρεαζόταν από την ψυχροπολεμική πολιτική συγκυρία,
εντούτοις κάποιοι διακρίνουν ότι εμπεριέχει μέσα της τα ίχνη κάποιας
προκατάληψης για όλες σχεδόν τις κοινωνικές επιστήμες, που φυσικά δεν
μπορούν να συναγωνισθούν τη Νευτώνεια μηχανική ως προς την
προβλεψιμότητα ή την εξηγησιμότητα (Hess, 1997, σελ. 28-29).
Για τον Lakatos, τα ερευνητικά προγράμματα είναι εκείνα που
συναγωνίζονται μεταξύ τους στην επιστήμη και μια επιστημονική
επανάσταση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η διαδοχή ενός παλαιότερου από
ένα νεώτερο πρόγραμμα. Για τον Kuhn, δεν τίθεται θέμα προόδου, όταν
κατά την επιστημονική επανάσταση κυριαρχεί η πλειοψηφία μιας νέας
επιστημονικής κοινότητας. Αντίθετα, ο Lakatos θεωρεί να εκδηλώνεται
κάποια «ορθολογική πρόοδος» (1970, σελ. 93), όταν το κυρίαρχο
επιστημονικό πρόγραμμα τυχαίνει να είναι πιο προοδευτικό από το
προηγούμενο, σύμφωνα με τα παραπάνω κριτήρια.
51
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
Μεταξύ άλλων, στην θεωρία του αυτή της επιστημονικής προόδου,
ο Lakatos προσπαθεί να επαναφέρει την βασική διάκριση του θετικισμού
μεταξύ της λογικής της επιστήμης και της ψυχολογίας ή κοινωνιολογίας,
κάτι που το κάνει μέσω της διάκρισης μεταξύ εσωτερικής κι εξωτερικής
ιστορίας της επιστήμης. Αν το νεώτερο πρόγραμμα είναι πιο προοδευτικό
από τα παλαιότερα προγράμματα με τα κριτήρια του Lakatos, τότε μόνο
η εσωτερική ιστορία του προγράμματος αυτού, διατυπωμένη με τις
σχετικές κατηγορίες της μεθοδολογίας των ερευνητικών προγραμμάτων,
απαιτείται για να εξηγήσει την θέση του νεώτερου προγράμματος στην
ιστορία της επιστήμης. Αν όμως το ιστορικά νεώτερο πρόγραμμα είναι
λιγότερο προοδευτικό από τα προηγούμενα προγράμματα, πάντα με τα
κριτήρια του Lakatos, τότε χρειάζεται να καταφύγει κανείς στην
ψυχολογία ή και την κοινωνιολογία, για να εξηγήσει γιατί η
επιστημονική κοινότητα δεν ακολούθησε τον δρόμο της ορθολογικής
προόδου.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΟΔΟΥ ΤΟΥ LAUDAN
Στο βιβλίο του για την Πρόοδο και τα Προβλήματά της (1977) ο
Larry Laudan επιχείρησε να αναπτύξει μια νέα θεωρία για την
επιστημονική πρόοδο και ορθολογικότητα, που θα αντιμετώπιζε
αποτελεσματικότερα τα προβλήματα της επιστημολογίας από τους
θετικιστές, τον Kuhn ή τον Lakatos. Για τον Laudan, η επιστήμη ορίζεται
σαν μια δραστηριότητα επίλυσης προβλημάτων, κάτι που είναι μια παλιά
ιδέα του Popper, που την είχε χρησιμοποιήσει κι ο Kuhn. Μάλιστα,
διακρίνει δυο θεμελιωδώς διαφορετικές κατηγορίες προβλημάτων, τα
εμπειρικά και τα εννοιολογικά προβλήματα.
Τα εμπειρικά προβλήματα, για τον Laudan, προέρχονται από
εμπειρικές διαπιστώσεις, που δεν μπορούν να εξηγηθούν από την
επικρατούσα θεωρία ή κι ακόμη εμφανίζονται αντίθετα μ’ αυτήν. Ο
Laudan ονομάζει «ανωμαλίες» εκείνα τα άλυτα εμπειρικά προβλήματα,
τα οποία μια προηγούμενη ή μια αντίπαλη θεωρία έχει ήδη λύσει.
Από την άλλη μεριά, για τον Laudan, τα εννοιολογικά προβλήματα
αναφέρονται σε συγκεκριμένες επιστημονικές θεωρίες, από τις οποίες
εξαρτάται η διατύπωση κι η λειτουργία τους. Αυτά μπορούν να είναι
εσωτερικά προβλήματα μιας θεωρίας, όπως, για παράδειγμα, είναι τα
προβλήματα της λογικής αλληλουχίας. Αλλά επίσης, μπορούν να είναι κι
εξωτερικά προβλήματα, όπως, για παράδειγμα, όταν μια θεωρία
συγκρούεται με μια άλλη θεωρία ή με κάποιες γενικότερες μεταφυσικές
απόψεις. Ένα τέτοιο παράδειγμα εξωτερικού εννοιολογικού προβλήματος
ήταν η δυσκολία συμβιβασμού της Νευτώνειας βαρυτικής δράσης από
απόσταση με την τότε επικρατούσα φιλοσοφία της μηχανικής. Γενικώς,
52
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
πάντως, ο Laudan θεωρεί τα εννοιολογικά προβλήματα να είναι
σοβαρότερα από τις εμπειρικές ανωμαλίες.
Γεγονός είναι ότι η βασική μονάδα του Laudan για την κατανόηση
και την ανάλυση της επιστημονικής προόδου δεν είναι μια μεμονωμένη
θεωρία αλλά ένα γενικότερο σύστημα από επιστημονικές θεωρίες,
τηρούμενες μεθοδολογίες και μεταφυσικές δεσμεύσεις, που δένεται με
μια εσωτερική συνοχή. Με τον τρόπο αυτό, ο Laudan όριζε την έννοια
των ερευνητικών παραδόσεων, για να αντικαταστήσει τα παραδείγματα
του Kuhn και τα ερευνητικά προγράμματα του Lakatos. Πιο
συγκεκριμένα, ο Laudan προσδιορίζει ως εξής την ερευνητική παράδοση:
1. Κάθε ερευνητική παράδοση περιλαμβάνει ένα πλήθος ειδικών
θεωριών, που αποτελούν τα παραδείγματά της και συγκροτούν τα μέρη
της: κάποιες από αυτές τις θεωρίες θα είναι σύγχρονές της κι άλλες θα
είναι χρονικοί διάδοχοι προγενεστέρων θεωριών.
2. Κάθε ερευνητική παράδοση παρουσιάζει ορισμένες μεταφυσικές και
μεθοδολογικές δεσμεύσεις, οι οποίες, σαν σύνολο, εξατομικεύουν την
ερευνητική παράδοση και την διακρίνουν από άλλες.
3. Κάθε ερευνητική παράδοση (αντίθετα με μια ειδική θεωρία) περνά από
ένα πλήθος διαφορετικών, λεπτομερών (και συχνά αμοιβαία
αντιφατικών) διατυπώσεων και γενικώς έχει μια μακρά ιστορία, που
επεκτείνεται σε μια σημαντική χρονική περίοδο. (Σε αντιπαραβολή, οι
θεωρίες συχνά είναι βραχύβιες.) (Laudan, 1977, σελ. 78-79)
Αντίθετα με τον Kuhn και τον Lakatos, ο Laudan δέχεται ότι δυο
αντίθετες ερευνητικές παραδόσεις μπορούν να συνυπάρχουν για αρκετά
μεγάλο χρονικό διάστημα και να περιλαμβάνουν ασυμβίβαστες θεωρίες.
Έτσι, το βασικό χαρακτηριστικό του έργου του Laudan είναι η
δυνατότητα ορθολογικής σύγκρισης δυο αντιθέτων επιστημονικών
παραδόσεων κι, επομένως, η διατύπωση μιας αντικειμενικής θεωρίας της
ορθολογικής προόδου.
Ειδικότερα, ο Laudan εκτιμά το συγκεκριμένο ορθολογικό
περιεχόμενο
μιας
ερευνητικής
παράδοσης
με
βάση
την
αποτελεσματικότητα επίλυσης προβλημάτων των συνιστωσών θεωριών:
Η συνολική αποτελεσματικότητα επίλυσης προβλημάτων μιας
θεωρίας προσδιορίζεται με την αποτίμηση του πλήθους και της
σπουδαιότητας των εμπειρικών προβλημάτων, που η θεωρία λύνει, και
την αφαίρεση από αυτά του πλήθους και της σπουδαιότητας των
ανωμαλιών και των εννοιολογικών προβλημάτων, που η θεωρία γεννά.
(Laudan, 1977, σελ. 68)
Επιπλέον, ο Laudan διέκρινε μεταξύ διαφορετικών στάσεων
απέναντι στις θεωρίες και τις επιστημονικές παραδόσεις, όπως, για
παράδειγμα, είναι οι αποφάσεις για συγκεκριμένες επιδιώξεις κι
αποδοχές. Δεχόταν ότι μπορούσε ένας επιστήμονας να επιδιώκει να
53
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
ακολουθήσει μια ερευνητική κατεύθυνση, που μπορεί να μην φαίνεται
ότι είναι η επιτυχέστερη εκείνη τη χρονική στιγμή. Όπως ο Kuhn κι ο
Lakatos, ο Laudan επέμενε ότι τέτοιες κρίσεις έχουν μόνο συγκριτική
αξία. Έτσι, ισχυριζόταν ότι είναι ορθολογικό να ακολουθήσει κανείς μια
ερευνητική παράδοση αν ο ρυθμός της αποτελεσματικότητάς της
επίλυσης προβλημάτων είναι μεγαλύτερος των αντιπάλων ερευνητικών
παραδόσεων. Κι αυτό, πίστευε, μπορεί να γίνει κι όταν ακόμη κάποια
από τις αντίπαλες επιστημονικές παραδόσεις τυχαίνει να έχει και την
υψηλότερη συνολική αποτελεσματικότητα επίλυσης προβλημάτων.
Σε σχέση με την διάκριση μεταξύ της εσωτερικής και της
εξωτερικής ιστορίας της επιστήμης, ο Laudan χρησιμοποιούσε μια
«υπόθεση ανορθολογικότητας» σαν το κριτήριο για την κοινωνιολογική
ερμηνεία της επιστήμης. Μ’ αυτό εννοούσε ότι «η κοινωνιολογία της
επιστήμης μπορεί να παρέμβει για να εξηγήσει τις πεποιθήσεις αν και
μόνον αν αυτές οι πεποιθήσεις δεν μπορούν να εξηγηθούν με την βοήθεια
του ορθολογικού περιεχομένου τους» (Laudan, 1977, σελ. 202).
Διευκρίνιζε όμως ότι η υπόθεση αυτής της ανορθολογικότητας είναι μόνο
ένα μεθοδολογικό εργαλείο κι όχι ένα μεταφυσικό δόγμα. Έτσι, τόνιζε
ότι η ορθολογική εξήγηση δεν αποκλείει τις κοινωνικές αιτίες αλλά
μάλλον τις κάνει δευτερεύουσες και περιττές (1977, σελ. 202-3). Με τον
τρόπο αυτό, ο Laudan οριοθετούσε τον «καταμερισμό εργασίας μεταξύ
του ιστορικού των ιδεών και του κοινωνιολόγου της γνώσης» (1977, σελ.
202), σαφώς ευνοώντας τον ιστορικό των ιδεών.
Σε ένα άλλο σημαντικό βιβλίο του, Επιστήμη κι Αξίες (1984), ο
Laudan επεσήμανε με έμφαση την ιεραρχική δομή της επιστημονικής
ορθολογικότητας. Οι θεωρίες δικαιολογούνται (ως προς τις εμπειρικές
ενδείξεις) με αναφορά σε μεθοδολογικούς κανόνες, οι οποίοι με τη σειρά
τους δικαιολογούνται με προσφυγή σε γενικότερους σκοπούς. Όμως ο
Laudan, διατηρώντας τα συστατικά στοιχεία αυτής της ιεραρχίας,
αμφισβητεί το δόγμα της μονής κατεύθυνσης της δικαιολόγησης από
τους γενικούς σκοπούς στις ειδικές θεωρίες. Στην θέση αυτού, προτείνει
ένα δικτυακό μοντέλο μιας αλληλεπιδρόμενης τριάδας, οι τρεις
κατηγορίες της οποίας, θεωρία, μέθοδος και σκοποί, βρίσκονται σε
διαρκείς συσχετίσεις, μέσα από τις οποίες ορίζονται αμοιβαία (Laudan,
1984, κεφ. 5). Σαν μια εφαρμογή του δικτυακού αυτού μοντέλου, ο
Laudan προσπαθεί να ανατρέψει τον ισχυρισμό του Kuhn για την
ανορθολογική λειτουργία της μετατόπισης παραδειγμάτων, θεωρώντας
την να πραγματοποιείται σε μια σειρά από ορθολογικά βήματα. Βέβαια,
οι θέσεις αυτές του Laudan έχουν αντιμετωπισθεί επικριτικά από άλλους
επιστημολόγους - δείτε τη σχετική συζήτηση στο βιβλίο του Giere (1988,
σελ. 44-5).
54
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
ΓΛΩΣΣΑΡΙ
A
absurd = παράλογος
abuse = κατάχρηση
accountability = ευθύνη / υποχρέωση λογοδοσίας [social accountability =
κοινωνική ευθύνη]
amenable = διαθέσιμος [amenable + science = διαθέσιμο σε
επιστημονικό έλεγχο - Susceptible or open, as to testing or criticism:
“The phenomenon of mind... is much more complex, though also more
amenable to scientific investigation, than anyone suspected” (Michael D.
Lemonick).
analysis = ανάλυση
angle of projection = γωνία προβολής (γεωμετρία) / γωνία βολής
(φυσική, βολές)
arbiter = κριτής, κριτικός
aspect = άποψη
attractor = ελκυστής [strange attractor = παράξενος ελκυστής]
auxiliary = δευτερεύων / βοηθητικός
C
celestial = ουράνιος (celestial mechanics = ουράνια μηχανική)
claim = ισχυρισμός, ισχυρίζομαι
cognitive = γνωστικός
cognitive act = πράξη αντίληψης / γνωστική πράξη
coherent = συνεκτικός
commercial = εμπορικός
component part = συνθετικό στοιχείο
concept = έννοια
conception = ιδέα, σύλληψη ιδέας
conceptual = εννοιολογικός
consensus = συναινετικός [consensus decision making = συναινετική
λήψη αποφάσεων]
consistent = συνεπής [self-consistent = αυτοσυνεπής]
constructivist = κονστρουκτιβιστής
context = πλαίσιο [δείτε social context]
convenient = βολικός / χρήσιμος
correspondence = αντιστοιχία
cramp = καθηλώνω
criterion = κριτήριο [problem of criterion = πρόβλημα κριτηρίου]
crucial = κρίσιμο
D
55
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
datum = σημείο αναφοράς
deduction = αναγωγή, παραγωγή (ενός συμπεράσματος πηγαίνοντας απ'
το γενικό στο ειδικό)
deny = αρνούμαι
discipline = επιστημονικός κλάδος
dispute = αμφισβήτηση / αντιπαραθέσεις
distinct = διακριτός
E
electron = ηλεκτρόνιο
eloquent = εκφραστικός, εύγλωττος
embedded = συνυφασμένος
emergent = αναδυόμενος
empiricism = εμπειρισμός
ensure = διασφαλίζω, σιγουρεύω
enterprise = εγχείρημα / επιχείρηση
entity = οντότητα
ethical = ηθικός / δεοντολογικός
evidence = τεκμήριο
evidence from experimentation = πειραματική τεκμηρίωση
existance = ύπαρξη
extent = βαθμός / έκταση
extraordinary = εξαιρετικός
F
face value = ονομαστική αξία, τοις μετρητοίς
falsifiability = διαψευσιμότητα
falsification = διάψευση
field = πεδίο
force = δύναμη
formulate = διατυπώνω
foundationalism = θεμελιωτισμός
fractal = μορφοκλασματικό σύνολο
G
gratuitous = ανώφελος
gravity = βαρύτητα
H
hold = στηρίζω / υποστηρίζω (ιδέα, άποψη, κτλ) (ίδιο με uphold)
I
identical = ταυτόσημος
56
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
implicit = ανεκδήλωτος
imply = υπονοώ
incorporate = ενσωματώνω
induction = επαγωγή
infallibility = αλάθητο / αδιάψευστο
inference = συμπερασμός / συμπέρασμα
information
=
πληροφορία
[information-destructive
πληροφοριοκαταστροφικός]
initial = αρχικός [initial velocity = αρχική ταχύτητα]
instance = έκφανση
instrumentalism = ινστρουμενταλισμός
interaction = αλληλεπίδραση
interpretation = ερμηνεία
invalidate = ακυρώνω
irreducible = ανεπίδεκτος μείωσης
irrelevant = ανούσιος
issue = ζήτημα
=
J
justification = αιτιολόγηση
L
lay people = λαϊκοί
loop = βρόχος [strange loop = παράξενος βρόχος]
M
magnitude = μέγεθος / έκταση
minimum = ελάχιστο [minimum message length = μήνυμα ελαχίστου
μήκους]
moral = ηθικός
N
naive = ωμός / αγνός / παρθένος [naive empiricism = ωμός εμπειρισμός]
notion = αντίληψη / διανόημα / έννοια
Ο
objectivity = αντικειμενικότητα
observation = παρατήρηση
outlier = σκόπελος [μτφ.]
P
perception = αντίληψη / προσωπική αντίληψη
phase = φάση [phase space = χώρος φάσεων, φασικός χώρος]
57
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
prescriptive = τυποποιημένος
primary = πρωτεύων
probe = ερευνητικό σκάφος (κυρίως για διάστημα)
projectile = βλήμα
projection = προβολή [angle of projection = γωνία προβολής
(γεωμετρία)]
Q
quantify = ποσοτικοποιώ
quasi-empirical method = ημι-εμπειρική μέθοδος
R
rational = λογικός / ορθολογικός
reductionism = αναγωγή [greedy reductionism = πλεονεκτική αναγωγή]
referential = αναφορικός [self-referntial = αυτό-αναφορικός]
refute = διαψεύδω
regress = αναγωγή / αναδρομή [regress argument = ζήτημα αναγωγής]
rigour = αυστηρότητα (ως προς την τήρηση του κανόνα)
reject = απορρίπτω
representative = αντιπροσωπευτικός
S
sample = δείγμα
secular = υλικός, εγκόσμιος
seemingly = φαινομενικά
sense = έννοια
set = σύνολο
seperate = ξεχωριστός
shape (verb) = καθορίζω
social context = κοινωνικό πλαίσιο
space = χώρος [phase space = χώρος φάσεων, φασικός χώρος]
statement = θέση / έκθεση
stifle = πνίγω
Τ
test = έλεγχος
theory = θεωρία [theory of motion = θεωρία κινηματικής, κινηματική
θεωρία], [chaos theory = θεωρία του χάους]
transit of venus = διάβαση της Αφροδίτης
U
ubiquitous = πανταχού παρών
understanding = κατανόηση
58
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
uniformitarianism = ομοιομορφισμός
unobservable = μη παρατηρήσιμος (απευθείας)
usable = χρησιμοποιήσιμος
V
velocity = ταχύτητα
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΤΟΥ
ΣΥΓΓΡΑΜΑΤΟΣ ΑΥΤΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΑΝ ΟΙ ΕΞΗΣ ΔΙΚΤΥΑΚΟΙ
ΤΟΠΟΙ:
• www.filosofia.gr
• http://el.wikipedia.org
59
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
ΛΟΓΙΚΗ – ΤΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟ-ΝΟΜΟΛΟΓΙΚΟ
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΕΞΗΓΗΣΗΣ.
ΠΡΟΤΥΠΟ
Λογική είναι η επιστήμη που εξετάζει τους θεμελιώδεις κανόνες
της νόησης, τις αρχές της, τους κανόνες της, τους όρους με τους οποίους
νοούμε ορθά και ερευνάμε την αλήθεια.
Έννοια είναι μια λέξη που εκφράζει ένα πλήθος (μια τάξη) ομοειδών
αντικειμένων (π.χ. τρίγωνο, αντιστάτης, άνθρωπος) ή φαινόμενα με
σταθερά χαρακτηριστικά.
Κρίση λέγεται η εύρεση και διατύπωση μιας λογικής σχέσης μεταξύ δυο
εννοιών.
Ορισμός είναι μια πρόταση που με ένα συνδετικό ρήμα, ενώνει δύο μέλη:
την λέξη - έννοια που πρόκειται να οριστεί - και καλείται οριστέο, και
την λέξη ή τις λέξεις – έννοιες που εκφράζουν το βάθος, δηλαδή τα
γνωρίσματα της πρώτης, και καλείται ορίζον. Για παράδειγμα, στην
πρόταση «πρωτόνιο είναι σωματίδιο θετικά φορτισμένο», το οριστέο
είναι το πρωτόνιο, ενώ το ορίζον είναι το «σωματίδιο θετικά
φορτισμένο».
Η λογική, ασχολείται μόνο με κρίσεις (προτάσεις) που μπορούν ν’
αποτελούν γνώμες (ισχυρισμούς, πεποιθήσεις), που υπόκεινται στην
διάκριση αλήθειας ή ψεύδους. Όλες οι άλλες προτάσεις (π.χ. αγαπάτε τα
δάση, ζήτω το έθνος κ.λ.π.), είναι γραμματικές, και δεν ανήκουν στην
επιστήμη της λογικής.
Μια απ’ τις αρτιότερες λογικές κατασκευές είναι το επιχείρημα
(αποκαλείται και συλλογισμός αλλά μάλλον κακώς διότι μπορεί να
θεωρηθεί ότι αποτελεί – ο συλλογισμός – υποπερίπτωση του
επιχειρήματος). Το επιχείρημα είναι μια σειρά αλληλένδετων κρίσεων
(προτάσεων της λογικής) που σχηματίζεται για να κάνει φανερή –
δηλαδή να αποδείξει – την αλήθεια μιας νέας κρίσης. Με άλλα λόγια στο
επιχείρημα από δεδομένες κρίσεις που ονομάζονται προκείμενες
σχηματίζουμε κατά λογική ακολουθία άλλη κρίση, την οποία
ονομάζουμε συμπέρασμα.
Διαλογισμό λέμε την διαδικασία ή την μέθοδο με την οποία ο νους
καταστρώνει ένα επιχείρημα.
Μερικά παραδείγματα επιχειρημάτων (συλλογισμών) είναι τα εξής:
60
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
O σίδηρος όταν θερμαίνεται διαστέλλεται.
Ο χαλκός όταν θερμαίνεται διαστέλλεται.
Ο χρυσός όταν θερμαίνεται διαστέλλεται.
Το νικέλιο όταν θερμαίνεται διαστέλλεται.
Ο σίδηρος, ο χαλκός, ο χρυσός, το νικέλιο είναι μέταλλα.
Άρα: όλα τα μέταλλα όταν θερμαίνονται διαστέλλονται
Σε όλα τα ορθογώνια τρίγωνα ισχύει ότι α2= β2+γ2, με α, β, γ, τις πλευρές
του.
Το τρίγωνο ΑΒΓ είναι ορθογώνιο.
Άρα στο τρίγωνο ΑΒΓ ισχύει ότι α2= β2+γ2.
Το πρώτο παράδειγμα συλλογισμού είναι επαγωγικός συλλογισμός.
Εδώ, εκ του μερικού (τα τέσσερα μέταλλα) συνάγουμε συμπέρασμα για
το όλο (για όλα τα μέταλλα). Αυτό ισχύει πιθανόν, δηλαδή στην επαγωγή
η αλήθεια του συμπεράσματος μπορεί να αμφισβητηθεί καθώς μια
προκείμενη ίσως δεν θα ευθυγραμμίζεται με το συμπέρασμα.
Το δεύτερο παράδειγμα είναι παραγωγικός συλλογισμός, διότι από
μια γενική πρόταση που δεν επιδέχεται εξαιρέσεις (όπως το Πυθαγόρειο
θεώρημα), συνάγεται μια μερική, μια ειδική συγκεκριμένη πρόταση.
1. Λογική
Η λογική παρέχει έναν τρόπο για την αποσαφήνιση και την τυποποίηση
της διαδικασίας της ανθρώπινης σκέψης. Μας επιτρέπει να
συλλογιζόμαστε (reason) για την ορθότητα των προγραμμάτων, να
αναπαριστούμε προβλήματα αλλά και να τα επιλύουμε. Η ανάγκη για μια
τέτοια φορμαλιστική αναπαράσταση της ανθρώπινης σκέψης προήλθε
από το γεγονός ότι η φυσική γλώσσα, αν και ιδανική, είναι επίσης και
βερμπαλιστική (verbose), ασαφής (vague), πολυσήμαντη (ambiguous),
περιέχει συμφραζόμενα (context sensitive), κ.α.
Η Μαθηματική Λογική έχει τις απαρχές της στην αρχαιότητα, στη
θεωρία του Αριστοτέλη του Συλλογισμού (syllogistic reasoning). Η
μοντέρνα μαθηματική λογική ξεκίνησε με τις εργασίες των Descartes
(1596-1650) και Leibniz (1646-1716) και συνεχίστηκε από την εργασία
του Boole επάνω στη Μαθηματική Ανάλυση της Λογικής. Η Μαθηματική
Λογική είναι η συστηματική μελέτη των έγκυρων ισχυρισμών (valid
arguments) με χρήση εννοιών από τα μαθηματικά. Ένας ισχυρισμός
αποτελείται από συγκεκριμένες δηλώσεις (ή προτάσεις), τις υποθέσεις
61
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
(premises), από τις οποίες παράγεται μια άλλη δήλωση που ονομάζεται
συμπέρασμα (conclusion). Για παράδειγμα, ο επόμενος ισχυρισμός μας
λέει
ότι
Όλοι
Ο
οι
άνθρωποι
Σωκράτης
είναι
είναι
θνητοί,
άνθρωπος,
επομένως,
ο
Σωκράτης
είναι
θνητός
Η Συμβολική Λογική είναι μια στενογραφία της κλασσικής λογικής. Οι
ισχυρισμοί μελετώνται ανεξάρτητα από την περιοχή από την οποία
εκλέγονται. Αυτό επιτυγχάνεται εκφράζοντάς τους στη λογική ή
συμβολική
τους
μορφή.
Για
παράδειγμα
άνθρωπος
άνθρωπος(Σωκράτης),
θνητός
(X),
θνητός(Σωκράτης)
ή
και
,
όπου
είναι οι υποθέσεις μας, το συμπέρασμα και είναι το
σύμβολο της (λογικής) συνεπαγωγής.
2. Προτασιακή Λογική (Propositional Logic)
Η προτασιακή λογική είναι ένας φορμαλισμός κάποιων απλών μορφών
συλλογιστικής. Είναι το απλούστερο λογικό σύστημα. Οι ισχυρισμοί
αποτελούνται από προτάσεις οι οποίες είναι είτε αληθείς είτε ψευδείς
αλλά όχι και τα δύο. Θα συμβολίζουμε τις προτάσεις με τους λατινικούς
χαρακτήρες P, Q, R, κ.λ.π. και θα τις ονομάζουμε άτομα (atoms) ή
ατομικούς τύπους (atomic formulas).
Για κάθε τυπική γλώσσα, πρέπει να οριστούν η σύνταξη (syntax) και η
σημασιολογία (semantics) της. Η σύνταξη καθορίζει τις επιτρεπτές
ακολουθίες συμβόλων (που θεωρούνται καλά σχηματισμένες) και η
σημασιολογία καθορίζει τις μεταξύ τους σχέσεις. Η σύνταξη προϋποθέτει
τον καθορισμό του αλφάβητου της γλώσσας, δηλαδή του συνόλου των
συμβόλων με τα οποία μπορούν να κατασκευαστούν καλά
σχηματισμένες ακολουθίες (λέξεις). Το αλφάβητο της προτασιακής
λογικής αποτελείται από τα επόμενα σύμβολα:
'Ατομα, π.χ. P, Q, ή P1, P2, κ.λ.π.
Πέντε λογικούς συνδέσμους: (άρνηση), (σύζευξη), (διάζευξη),
(συνεπαγωγή), (ισοδυναμία).
Δύο σύμβολα στίξης: ``('' και ``)''.
62
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
'Ενας καλά σχηματισμένος τύπος (ή απλά τύπος), ορίζεται ως ακολούθως:
Κάθε άτομο είναι τύπος (η απλούστερη μορφή).
Αν είναι τύπος τότε και ο
είναι τύπος (ο
προφέρεται ``όχι '').
Αν
και
είναι τύποι, τότε και οι επόμενοι είναι (σύνθετοι) τύποι:
, προφέρεται `` και ''
, προφέρεται `` ή ''
, προφέρεται `` συνεπάγεται '' ή ``αν
τότε ''
, προφέρεται `` ισοδύναμο '' ή `` αν και μόνον αν ''
Οι τύποι σχηματίζονται από τους τρεις παραπάνω κανόνες και μόνον
αυτούς
Η σημασιολογία της προτασιακής λογικής αντιστοιχεί μία τιμή αληθείας
(``αληθές'', ``ψευδές'' ή
αντίστοιχα) σ' έναν τύπο, βασισμένη σε μια
ερμηνεία της γλώσσας. Μια ερμηνεία (interpretation) αντιστοιχεί τιμές
αληθείας στα άτομα και επεκτείνεται σε σύνθετους τύπους με χρήση ενός
πίνακα αληθείας (σχ.2α ) για να μεταχειριστεί τους συνδέσμους. Για
παράδειγμα, ο πίνακας αληθείας του τύπου
σχ. 2β .
φαίνεται στο
Σχήμα 2α: Ο πίνακας αληθείας για τους συνδέσμους της προτασιακής
λογικής
Σχήμα
2β:
Ο
πίνακας
αληθείας
για
τον
τύπο
Κλείνουμε τη σύντομη εισαγωγή μας στην προτασιακή λογική, με τους
ακόλουθους ορισμούς. 'Ενας τύπος F θα ονομάζεται ταυτολογία
(tautology) ή έγκυρος (valid), αν είναι αληθής κάτω από οποιαδήποτε
ερμηνεία. Αν ο τύπος F είναι ταυτολογία, γράφουμε
. Για
παράδειγμα, ο τύπος του πίνακα 2β , είναι μια ταυτολογία. 'Ενας τύπος
63
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
θα ονομάζεται αντινομία (contradiction), αν είναι ψευδής κάτω από
οποιαδήποτε ερμηνεία. Αν ένας τύπος καθίσταται αληθής κάτω από μια
ερμηνεία M, θα λέμε ότι ο F ικανοποιείται από την M ή ότι η M είναι ένα
μοντέλο (model) του F.
Θα ονομάζουμε δύο τύπους F και G ισοδύναμους (equivalent) και θα
γράφουμε
, αν και μόνον αν οι πίνακες αληθείας τους συμπίπτουν
κάτω από οποιαδήποτε ερμηνεία.
Τα επόμενα αξιώματα είναι χρήσιμα στην προτασιακή λογική:
Τα αξιώματα 6 και 7 υπονοούν ότι το σύνολο των συνδέσμων
μπορεί να αντικαταστήσει όλους τους άλλους συνδέσμους ή, μ' άλλα
λόγια, ότι το σύνολο αυτό είναι επαρκές.
'Ενας
τύπος
της
(disjunction) των
μορφής
θα
ονομάζεται
κι ένας τύπος της μορφής
ονομάζεται σύζευξη (conjunction) των
είναι σε Κανονική Διαζευκτική Μορφή
διάζευξη
θα
. Θα λέμε ότι ο τύπος F
- ΚΔΜ, αν έχει τη
μορφή
και καθένα από τα Fi είναι σύζευξη λεκτικών
στοιχείων (literals), όπου με τον όρο ``λεκτικό στοιχείο'' αναφερόμαστε
είτε σ' ένα άτομο είτε στην άρνησή του. Θα λέμε ότι ο τύπος F είναι σε
Κανονική
Συζευκτική
Μορφή
ΚΣΜ,
αν
έχει
τη
μορφή
και καθένα από τα Fi είναι διάζευξη
λεκτικών
στοιχείων.
3. Λογική Πρώτης Τάξης
Υπάρχουν προτάσεις που δεν μπορούν να εκφραστούν στην προτασιακή
λογική. Η λογική πρώτης τάξης ή, όπως αλλιώς λέγεται, η
κατηγορηματική λογική (predicate logic), επεκτείνει την προτασιακή
λογική εισάγοντας επιπρόσθετες έννοιες όπως τους όρους (terms), τα
κατηγορήματα (predicates) και τους ποσοδείκτες (quantifiers). Είναι
πολυπλοκότερη από την προτασιακή λογική και μπορεί να θεωρηθεί ως
μια γενίκευση αυτής. Το σύνολο των συμβόλων της λογικής πρώτης
τάξης (το αλφάβητο πρώτης τάξης), ορίζεται ως ακολούθως:
Σταθερές: a, b, c, a1, a2, κ.λ.π.
Μεταβλητές:
κ.λ.π.
64
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
Σύμβολα συναρτήσεων: f, g, κ.λ.π. Σε κάθε σύμβολο συνάρτησης
αντιστοιχεί ένας αριθμός που ονομάζεται τάξη (arity). Η τάξη ισούται με
το πλήθος των ορισμάτων (arguments) ή, αλλιώς, παραμέτρων
(parameters), της συνάρτησης. 'Ετσι, έχουμε μοναδιαίες (unary)
συναρτήσεις (με ένα όρισμα), δυαδικές (binary) συναρτήσεις (με δύο
ορίσματα) και, γενικά,
αδικές συναρτήσεις (με στο πλήθος
ορίσματα).
Σύμβολα κατηγορημάτων: P, Q, κ.λ.π. Χρησιμοποιούνται για να
δηλώνουν ιδιότητες σχέσεων. Κάθε σύμβολο κατηγορήματος έχει μια
συγκεκριμένη τάξη.
Συνδέσμους: (άρνηση), (σύζευξη), (διάζευξη), (συνεπαγωγή) και
(ισοδυναμία).
Δύο ποσοδείκτες:
(υπαρξιακός ποσοδείκτης) και
(καθολικός
ποσοδείκτης).
Τρία σύμβολα στίξης: ``('', ``)'' και ``,''
Ας δούμε τώρα πώς ορίζονται οι όροι (terms):
Μια σταθερά είναι όρος.
Μια μεταβλητή είναι όρος.
Αν f είναι μια n-αδική συνάρτηση και
είναι n στο πλήθος όροι,
τότε
είναι όρος.
Οι όροι κατασκευάζονται με τους τρεις παραπάνω κανόνες και μόνον
αυτούς.
Θα ονομάζουμε καλά σχηματισμένους τύπους ή απλά τύπους, τις
``οντότητες'' που κατασκευάζονται από τους επόμενους κανόνες:
Αν P είναι ένα
δικό κατηγόρημα και
είναι στο πλήθος όροι,
τότε
είναι ένας ατομικός τύπος (atomic formula) ή, απλά
άτομο (atom) ή θετικό λεκτικό στοιχείο (positive literal).
Αν είναι τύπος, τότε και ο
είναι τύπος.
Αν
είναι τύποι, τότε και οι
τύποι.
είναι
Αν είναι τύπος και x μεταβλητή, τότε και οι
είναι τύποι.
Οι τύποι κατασκευάζονται με τους τέσσερις παραπάνω κανόνες και
μόνον αυτούς.
Το σύνολο όλων των καλά σχηματισμένων τύπων που μπορούν να
κατασκευαστούν από τα σύμβολα του αλφάβητου πρώτης τάξης,
ονομάζεται γλώσσα πρώτης τάξης.
Στους τύπους
και
, το ονομάζεται εμβέλεια (scope) των
ποσοδεικτών και . Για παράδειγμα, η εμβέλεια του ποσοδείκτη στον
65
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
τύπο
είναι ο τύπος
, ενώ η
εμβέλεια του είναι ο τύπος P(x, y).
Μια εμφάνιση (occurrence) κάποιας μεταβλητής αμέσως μετά τον
ποσοδείκτη και μέσα στην εμβέλειά του, ονομάζεται δεσμευμένη (bound),
ενώ η εμφάνισή της έξω από την εμβέλεια οποιουδήποτε ποσοδείκτη,
ονομάζεται ελεύθερη (free). Για παράδειγμα, η εμφάνιση της x στον τύπο
είναι δεσμευμένη, ενώ η εμφάνιση της y στον ίδιο τύπο, είναι
ελεύθερη. 'Ενας τύπος που στερείται ελεύθερων μεταβλητών θα
ονομάζεται κλειστός τύπος (closed formula).
Βασικός όρος (ground term) (ή τύπος), είναι ένας όρος (ή τύπος) που δεν
περιέχει καμία μεταβλητή. Για παράδειγμα, ο όρος f(a, b) και ο τύπος
Q(a, g(b, c)) είναι βασικοί, ενώ ο όρος f(a, x) αλλά και ο τύπος
δεν είναι.
3.1 Σημασιολογία
Το νόημα ενός τύπου ορίζεται ως προς έναν ``αφηρημένο κόσμο''
(``abstract world'') που ονομάζεται περιοχή (domain) (ή σύμπαν
αναφοράς - universe of discourse) και είναι είτε αληθές είτε ψευδές,
δοσμένης μιας ερμηνείας των όρων που τον αποτελούν. 'Ενας όρος στη
γλώσσα, αναφέρεται σ' ένα στοιχείο (individual) του σύμπαντος
αναφοράς. Μια ανάθεση όρων (term assignment) είναι μια απεικόνιση
όρων σε ``οντότητες'' (entities) του σύμπαντος.
Από τη στιγμή που θα καθορίσουμε σε ποιες οντότητες αναφέρονται οι
όροι καθώς και ποιοι τύποι είναι αληθείς, μπορούμε να προσδιορίζουμε
την τιμή αληθείας σύνθετων (composite) τύπων. Οι σύνδεσμοι
δουλεύονται με τον τρόπο που υποδεικνύεται στο σχ.2α . Ωστόσο,
λόγω της παρουσίας των ποσοδεικτών, η σημασία των τύπων δίνεται από
τους ακόλουθους κανόνες:
Ο υπαρξιακός ποσοδείκτης : Ο τύπος
προφέρεται ``υπάρχει x,
τέτοιο ώστε ο είναι αληθής'' και σημαίνει ότι υπάρχει τουλάχιστον ένα
στοιχείο στην περιοχή τέτοιο, ώστε όταν το x αναφέρεται σ' αυτό, ο
τύπος καθίσταται αληθής. 'Ωστε, λοιπόν, ο τύπος
τότε αληθής, όταν υπάρχει ένα τέτοιο στοιχείο.
είναι ακριβώς
Ο καθολικός ποσοδείκτης : Ο τύπος
προφέρεται ``για κάθε x, o
είναι αληθής'' και σημαίνει ότι καθένα από τα στοιχεία της περιοχής τον
καθιστά αληθή, όταν το x αναφέρεται σ' αυτά τα στοιχεία. 'Ωστε, ο
τύπος
είναι ακριβώς τότε αληθής, όταν κάθε στοιχείο της περιοχής
τον καθιστά αληθή.
3.2 Ερμηνείες και Μοντέλα
66
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
Η ερμηνεία (interpretation) ορίζει την περιοχή της γλώσσας, απεικονίζει
όρους της γλώσσας σε οντότητες της περιοχής και αντιστοιχεί σε κάθε
(κλειστό) τύπο μια τιμή αληθείας.
Μια ερμηνεία η οποία καθιστά έναν τύπο αληθή, ονομάζεται μοντέλο
(model) γι' αυτόν τον τύπο. Μιλώντας φορμαλιστικά, αν είναι ένας
τύπος και M μια ερμηνεία, η M θα ονομάζεται μοντέλο του αν τον
ικανοποιεί, αν, δηλαδή, τον καθιστά αληθή. Θα λέμε τότε ότι o έχει την
ερμηνεία M ως μοντέλο. Αν είναι ένα σύνολο τύπων και M μια
ερμηνεία, η M θα ονομάζεται μοντέλο του αν είναι μοντέλο κάθε τύπου
. Θα λέμε τότε ότι το έχει για μοντέλο τη M.
Δίνουμε τώρα τους επόμενους ορισμούς:
Λέμε ότι ο τύπος προκύπτει (λογικά) από τον και γράφουμε
, αν
κάθε μοντέλο του είναι και μοντέλο του .
Λέμε ότι οι τύποι και είναι (λογικά) ισοδύναμοι και γράφουμε
αν
και
, δηλαδή αν κάθε μοντέλο του
,
είναι και μοντέλο
του .
Θα λέμε ότι ο τύπος είναι έγκυρος (valid) ή ταυτολογία (tautology) και
θα γράφουμε
, αν ο δέχεται κάθε ερμηνεία ως μοντέλο του. Στην
αντίθετη περίπτωση θα τον ονομάζουμε άκυρο (invalid).
Ο θα ονομάζεται ικανοποιήσιμος (satisfiable) ή συνεπής (consistent), αν
υπάρχει τουλάχιστον μία ερμηνεία που να τη δέχεται ως μοντέλο.
Ο
θα ονομάζεται ασυνεπής (inconsistent) ή ανικανοποίητος
(unsatisfiable) ή αντίθεση (contradiction), αν δεν δέχεται καμία ερμηνεία
για μοντέλο του.
Ο θα ονομάζεται απρόβλεπτος (contingent), αν είναι ικανοποιήσιμος
αλλά όχι ταυτολογία.
'Οπως και στην προτασιακή λογική, έτσι και στην λογική πρώτης τάξης
έχουμε
κάποιες
ενδιαφέρουσες
ταυτολογίες:
67
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
Οι ταυτολογίες 6, 7 δείχνουν ότι το σύνολο των συνδέσμων είναι
επαρκές, ενώ οι δύο τελευταίες εκφράζουν την δυϊκότητα των συμβόλων
και .
3.3 Κανονικές Μορφές
Υπάρχουν τύποι οι οποίοι, αν και φαινομενικά διαφορετικοί, είναι στην
ουσία
λογικά
ισοδύναμοι.
Για
παράδειγμα,
οι
τύποι
και
είναι ισοδύναμοι, παρά
την διαφορετική τους ``μορφή''. Είναι προφανές ότι θα ήταν βολική η
δυνατότητα αναγωγής ενός τύπου σε μια περιορισμένη, ``κανονική
μορφή'', ώστε να γίνονται ευκολότερα τυχόν συγκρίσεις. Μια τέτοια
μορφή είναι η προσημασμένη συζευκτική κανονική μορφή (prenex
conjunctive normal form), στην οποία οποιοσδήποτε τύπος μπορεί ν'
αναχθεί. Τα βασικά δομικά στοιχεία της μορφής αυτής είναι τα λεκτικά
στοιχεία (literals), τα οποία με τη σειρά τους συγκροτούν τις προτάσεις
(clauses). 'Ενα λεκτικό στοιχείο είναι ένα άτομο ή η άρνηση ενός
ατόμου. Μια πρόταση είναι μια πεπερασμένη διάζευξη (disjunction)
κανενός ή περισσοτέρων λεκτικών στοιχείων. Για παράδειγμα,
είναι μια πρόταση, αφού είναι διάζευξη τριών
λεκτικών στοιχείων. Η διάζευξη μηδέν στο πλήθος λεκτικών στοιχείων
ονομάζεται κενή πρόταση (empty clause) και συμβολίζεται .
Η γενική μορφή ενός τύπου σε προσημασμένη συζευκτική κανονική
μορφή
είναι:
όπου
,
είναι οι μεταβλητές που εμφανίζονται στον
τύπο και καθένα από τα Cj είναι πρόταση. Για παράδειγμα, ο τύπος
είναι σε προσημασμένη συζευκτική κανονική μορφή.
Αποδεικνύεται ότι αν
είναι ένας τύπος, τότε υπάρχει ένας τύπος
σε
προσημασμένη κανονική διαζευκτική μορφή, τέτοιος ώστε οι και να
είναι λογικά ισοδύναμοι.
'Ενας τύπος σε προσημασμένη διαζευκτική κανονική μορφή μπορεί να
γραφεί ως μια διάζευξη καθολικά ποσοτικοποιημένων (universally
quantified) προτάσεων, αφού πρώτα απαλείψουμε τους υπαρξιακούς
ποσοδείκτες μέσω μιας διαδικασίας που ονομάζεται skolemization. Λέμε
τότε, ότι ο τύπος μας είναι σε τυπική μορφή skolem (skolem standard
form) ή, απλά, σε τυπική μορφή.
Το βασικό δομικό στοιχείο και των δύο αυτών μορφών είναι η πρόταση,
την οποία μπορούμε να παραστήσουμε με διαφορετικούς τρόπους. Για
68
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
παράδειγμα, μια πρόταση που αποτελείται από τα λεκτικά στοιχεία
Καθολικά
και
ποσοτικοποιημένη
, μπορεί να γραφεί ως
διάζευξη
λεκτικών
στοιχείων:
Διάζευξη λεκτικών στοιχείων χωρίς την αναγραφή των καθολικών
ποσοδεικτών,
για
λόγους
απλότητας:
Σύνολο
Συνεπαγωγή.
λεκτικών
'Εστω
μια
στοιχείων:
πρόταση
με
δηλαδή τα πρώτα ι λεκτικά στοιχεία της είναι αρνητικά (negative) και τα
υπόλοιπα θετικά (positive). Η πρόταση αυτή είναι ισοδύναμη με τον τύπο
Αν η πρόταση περιέχει μόνο θετικά λεκτικά στοιχεία, το σύμβολο
συνήθως παραλείπεται. Αν υπάρχουν μόνο αρνητικά λεκτικά στοιχεία,
γράφουμε
Μια πρόταση σε μορφή συνεπαγωγής (implication notation) μπορεί να
γραφεί και στις επόμενες μορφές:
, όπου τα κόμματα στ'
αντικαθιστούν το ` ', ενώ στα δεξιά αντικαθιστούν το ` '
αριστερά
3.4 Το Θεώρημα του Herbrand
Σύμφωνα με τον ορισμό της ικανοποιησιμότητας (satisfiability), για να
ελέγξουμε αν ένας τύπος δεν είναι ικανοποιήσιμος, πρέπει ν' αποδείξουμε
το ψεύδος του ως προς όλες τις ερμηνείες και περιοχές (domains).
Ωστόσο, μια τέτοια εργασία είναι αρκετά επίπονη και σε πολλές
περιπτώσεις ακατόρθωτη. Για καλή μας τύχη, υπάρχει μια περιοχή που
είναι τέτοια, ώστε αν κάποιος τύπος είναι ψευδής κάτω από οποιαδήποτε
ερμηνεία στη συγκεκριμένη περιοχή, τότε δεν είναι ικανοποιήσιμος. Για
ένα συγκεκριμένο τύπο , η περιοχή αυτή ονομάζεται το σύμπαν
Herbrand του (the Herbrand universe of ). Η ονομασία οφείλεται στο
Γάλλο λογικό Jacques Herbrand.
Περισσότερο συγκεκριμένα, αν L είναι μια γλώσσα πρώτης τάξης, το
σύμπαν Herbrand UL για την L, είναι το σύνολο των βασικών όρων οι
οποίοι μπορούν να σχηματιστούν από τις σταθερές και τα σύμβολα
συναρτήσεων της L. Εάν η L δεν περιέχει σταθερές, της προσθέτουμε μια
69
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜ,ΗΣ» Τ.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ 2006
αυθαίρετη ώστε να μπορούμε να σχηματίζουμε βασικούς όρους. Η βάση
Herbrand BL για την L, είναι το σύνολο όλων των βασικών ατόμων που
μπορούν να σχηματιστούν από τα σύμβολα κατηγορημάτων της L καθώς
και από τους όρους από το σύμπαν Herbrand UL. Θα ονομάζουμε μια
ερμηνεία ενός τύπου στο σύμπαν Herbrand, ερμηνεία Herbrand
(Herbrand interpretation).
Οι ερμηνείες Herbrand είναι ιδιαίτερα χρήσιμες στις περιπτώσεις των
προτάσεων. Αποδεικνύεται ότι ένα σύνολο προτάσεων έχει ένα μοντέλο,
αν και μόνον αν έχει ένα μοντέλο Herbrand. Τούτο σημαίνει ότι όταν
ελέγχουμε το μη-ικανοποιήσιμο ενός συνόλου προτάσεων, μπορούμε να
περιορίσουμε την εργασία μας σε μοντέλα Herbrand.
70