Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΗ ΤΕΧΝΗ Η φιλοσοφία (φιλείν + σοφία = αγάπη για

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΗ ΤΕΧΝΗ
Η φιλοσοφία (φιλείν + σοφία = αγάπη για τη σοφία)
διερευνά τη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο και τη
θέση του σε αυτόν. Αναζητά απαντήσεις σε ερωτήματα
που πιθανώς ξεπερνούν τις ανθρώπινες γνωστικές
δυνατότητες, βοηθώντας στη διερεύνηση των ορίων της
ανθρώπινης σκέψης. Δεν θα ήταν λάθος να πούμε
ότι φιλοσοφία είναι σκέψη πάνω στην ίδια τη σκέψη και
τις δυνατότητές της.
«Η φιλοσοφία, µ’ όλο που αδυνατεί να µας δώσει µε βεβαιότητα
την αληθινή απάντηση στις αµφιβολίες που η ίδια γεννά, µπορεί
να υποβάλλει πολλές δυνατότητες που πλαταίνουν το πνεύµα
µας και το απελευθερώνουν από την τυραννία του εθίµου. Έτσι,
ενώ µειώνει το αίσθηµα της βεβαιότητας για το πώς είναι τα
πράγµατα, αυξάνει σε µεγάλο βαθµό τη γνώση µας για το πώς
είναι πιθανό να είναι αυτά. Παραµερίζει τον αλαζονικό κάπως
δογµατισµό εκείνων που ποτέ δεν ταξιδέψανε στις περιοχές της
λυτρωτικής αµφιβολίας και κρατά ζωντανό το αίσθηµά µας του
θαυµασµού µε το να µας δείχνει γνωστά πράγµατα κάτω από µια
άγνωστη σκοπιά».
Ράσελ Μπ., Τα προβλήµατα της
φιλοσοφίας
Η φιλοσοφική απορία*
*[απορία > α + πόρος (πέρασμα, διάβαση) = έλλειψη
περάσματος, αδιέξοδο]
Τι σημαίνει όταν λέμε ότι ο φιλόσοφος απορεί;
Απορεί σημαίνει ότι ενώ οι άνθρωποι βλέπουν γύρω τους
αυτονόητες απαντήσεις στα προβλήματά τους, ή δεν
σκέπτονται ούτε καν να αναρωτηθούν, ο φιλόσοφος
διαρκώς βρίσκεται σε πνευματική ανησυχία και διαρκώς
ρωτά και αναρωτιέται, διαρκώς επανεξετάζει τις
καθιερωμένες και καθολικά αποδεκτές βεβαιότητες. Δεν
ικανοποιείται με τις συμβατικότητες και «βασανίζει» το
ερώτημα. Όταν δεν μπορεί να δώσει ικανοποιητική
απάντηση,
αναγκάζεται
να
οπισθοχωρήσει,
να
επανεξετάσει το ερώτημά του και να βρει μια πιο
ικανοποιητική απάντηση, ένα πέρασμα, δηλαδή, που θα
τον βγάλει από την απορία του.
«Εν οίδα, ότι ουδέν οίδα» Σωκράτης
Η φιλοσοφία στον κινηματογράφο
«Το φιλμ πετυχαίνει κάτι εντυπωσιακό, διότι δεν μας δίνει
απλώς ένα αντικείμενο, αλλά μια αντίληψη αυτού του
αντικειμένου, έναν κόσμο και συνάμα έναν τρόπο για να
βλέπουμε αυτόν τον κόσμο, μια και ο τρόπος θεώρησης
του καλλιτέχνη βρίσκεται στο έργο τέχνης – ισοβαρώςμαζί με εκείνο του οποίου το έργο τέχνης αποτελεί
θεώρηση».
Artur C. Danto, Philosophizing
Για να προλάβουμε τυχόν παρανοήσεις, θα πρέπει ευθύς
να ξεκαθαρίσουμε τι θεωρούμε ότι είναι ένα
κινηματογραφικό φιλοσοφικό έργο.
Τα έργα, που επιλέξαμε να παρουσιάσουμε έχουν δύο
βασικά χαρακτηριστικά: καταρχήν, δίνουν λαβές για
φιλοσοφική συζήτηση και μας παρουσιάζουν μία ξεχωριστή
αντίληψη για τον κόσμο. Δηλαδή έναν τρόπο να βλέπουμε
τον κόσμο διαφορετικά, μέσα από τα μάτια του καλλιτέχνη.
Αυτό θα πει κανείς το κάνει αναπόφευκτα κάθε μορφή
τέχνης. Όμως τα φιλοσοφικά έργα, πέρα από το να
μεταφέρουν απλώς μια εικόνα αυτού του κόσμου
(καλλιτεχνική αξία του έργου), προσανατολίζουν ακόμη το
στοχασμό τού καθενός προς νέες κατευθύνσεις και
επαναδιαπραγματεύονται διαχρονικές φιλοσοφικές ιδέες.
Διευρύνουν τους ορίζοντες της σκέψης και σε
θωρακίζουν απέναντι στο
δογματισμό και στη
μονοδιάστατη αντίληψη των πραγμάτων.
Στην ουσία, τα φιλοσοφικά έργα συνήθως δεν στηρίζονται
τόσο στο να σου δώσουν μια απάντηση (ακόμη και αν το
κάνουν) αλλά στο να σου θέσουν μια ερώτηση, πάνω
στην οποία εσύ πρέπει να διερωτηθείς. Εκεί, λοιπόν,
στηρίζεται η φιλοσοφική αξία των κινηματογραφικών
έργων.
Από την αρχαιότητα, όταν πια ο άνθρωπος κάλυψε τις
ανάγκες του για επιβίωση, άρχισε να αναρωτιέται, να
φιλοσοφεί, να σκέφτεται. Ποιος αλήθεια δεν έχει κάποτε
αναρωτηθεί:
«Ποιος με έφτιαξε, πώς βρέθηκα εδώ, υπάρχει κάποια
ανώτερη δύναμη που να με καθοδηγεί, για ποιο λόγο
γίνονται όλα αυτά, μετά το θάνατο τι;».
Αυτά ήταν και είναι προβλήματα ή απορίες που μπορούμε
να αποκαλέσουμε υπαρξιακά, οριακά, θεμελιώδη και
απασχολούν διαχρονικά τον άνθρωπο.
Οι Στωικοί φαντάζονταν τον θάνατο όχι ως ένα πέρασμα
από την ζωή στην ανυπαρξία, στο τίποτα, στο χάος, αλλά
ως ένα πέρασμα από την παρούσα κατάσταση στην
ανυπαρξία της παρούσας κατάστασης!
Στην ερώτηση «δεν θα υπάρχω πια» οι Στωικοί
απαντούν «δεν θα είσαι αυτό που είσαι, αλλά κάτι άλλο
που θα το χρειάζεται το σύμπαν.
Ο θάνατος είναι φυσικός και η φύση είναι Αγαθή,
συνεπώς δεν υπάρχει τίποτε στο θάνατο που μπορεί να
δικαιολογήσει το φόβο μας γι’ αυτόν.
Μάλιστα θεωρούν ότι ο θάνατος είναι αρκετές φορές
καλύτερος από μια άσχημη, ανελεύθερη και αναξιοπρεπή
ζωή και ότι αρκετές φορές ο άνθρωπος δικαιούται να τον
προκαλέσει ο ίδιος στον εαυτό του ως έξοδο στην
ελευθερία και την αξιοπρέπεια.
Άραγε στην τελευταία αυτή θέση δεν παρουσιάζεται μια
οπτική γωνία που βλέπουμε και σήμερα στο φιλοσοφικό
ζήτημα που διερωτάται κατά πόσο ο άνθρωπος έχει
δικαίωμα στην ευθανασία;
Οι Επικούρειοι που επιδίωκαν μια ζωή γεμάτη ευτυχία,
θεωρούσαν τον θάνατο ως κάτι που μας εμποδίζει να
φτάσουμε στην ευτυχία αυτή.
Γι’ αυτό διακηρύσσουν ότι ο θάνατος δεν τους αφορά,
παύουν να τον σκέπτονται και αυτός παύει να τους
ταλαιπωρεί.
«Το πιο φρικτό από τα κακά, ο θάνατος δεν είναι τίποτα
για μας, επειδή όταν υπάρχουμε εμείς, αυτός δεν υπάρχει
και όταν επέλθει ο θάνατος, τότε δεν υπάρχουμε εμείς»
Για τον θεό οι ίδιοι λένε ότι δεν υπάρχουν θεοί, τιμωροί
και μπαμπούλες, όπως επαναλαμβάνουν καταπιεστικά οι
θρησκείες, οπότε δεν χρειάζεται να ζει κάποιος στο φόβο
τους.
Λέει ο Επίκουρος:
«Θέλει ο Θεός να εμποδίσει το κακό αλλά δεν είναι
ικανός; Τότε δεν είναι παντοδύναμος.
Μπορεί αλλά δεν θέλει; Τότε δεν είναι πανάγαθος.
Και θέλει και μπορεί; Τότε γιατί υπάρχει το κακό;
Δεν θέλει ούτε μπορεί; Τότε γιατί να τον αποκαλούμε
Θεό;»
Αφού λοιπόν ο θάνατος, ο θεός, η μοίρα απασχόλησε τόσο
πολύ τον αρχαίο άνθρωπο, είναι φυσικό και ο σύγχρονος
άνθρωπος -και κυρίως ο καλλιτέχνης- να ταλανίζεται και
αυτός…
Ο φιλόσοφος καλλιτέχνης Μπέργκμαν
O μεγάλος σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είχε και ο
ίδιος θεολογικές αμφιβολίες, ενώ, όπως είχε δηλώσει,
ήταν ένα χρονικό διάστημα που φοβόταν πάρα πολύ τον
θάνατο. Η ταινία του «Έβδομη σφραγίδα» είναι ένα
επιβλητικό φιλοσοφικό έργο τέχνης - από τα πιο
αντιπροσωπευτικά έργα του- στο οποίο αποτυπώνει και
εκφράζει με παραστατικότητα το φιλοσοφικό του όραμα:
Ένας άνδρας αναζητά απαντήσεις για τη ζωή, το θάνατο
και την ύπαρξη του Θεού καθώς παίζει σκάκι με τον Χάρο
τον καιρό της Μαύρης Πανώλης.
Κι όμως ο Μπέργκμαν με αυτή του την ταινία δεν εκφράζει
μια αθεϊστική πεποίθηση. Η προβληματική του
επικεντρώνεται στην αναγκαιότητα της εύρεσης ενός
εχεγγύου για την ύπαρξη του Θεού.
• Η συμβολική αναπαράσταση του θανάτου και η χρήση
ενός ταξιδιού ως ανάλογου του ταξιδιού της ζωής
είναι τα αφηγηματικά όπλα στα χέρια του δημιουργού.
• Το θέμα που ξεδιπλώνεται είναι κυρίαρχα υπαρξιακό
και λιγότερο ή καθόλου θρησκευτικό.
Το έργο πραγματεύεται την εναγώνια υπαρξιακή
αναζήτηση, την αμφισβήτηση, την αμφιβολία και όχι την
πίστη. Γιατί ο Θεός είναι απών; Η έβδομη σφραγίδα
αποτελεί την ηχώ της μεταπολεμικής Ευρώπης. Τα
αποτελέσματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο
παραλογισμός
τους,
η
πρωτοφανής
ανθρώπινη
σκληρότητα, η απειλή ενός πυρηνικού ολέθρου προκαλούν
σύγχυση στον σκεπτόμενο άνθρωπο. Οι υπαρξιστές
επηρεάζουν με τις ιδέες τους ολόκληρη την Ευρώπη και
εκφράζουν δυναμικά την πεποίθηση ότι ο πόλεμος που
προηγήθηκε είναι η απτή απόδειξη του γεγονότος ότι όχι
απλώς ο Θεός πέθανε, αλλά ότι δεν υπήρξε ποτέ. Πώς
αλλιώς να εξηγηθεί η αγριότητα που γνώρισε η Ευρώπη;
Οι άνθρωποι θέτουν μόνοι τους τα ηθικά τους όρια και
καθορίζουν τους στόχους της ύπαρξής τους.
Οιδίπους Τύραννος: Από τον Σοφοκλή στον Παζολίνι
Στον Οιδίποδα του Σοφοκλή ορίζεται η υπαρξιακή αγωνία
για το ανθρώπινο πεπρωμένο. Ο τραγικός ήρωας του
Σοφοκλή, καταδικασμένος σε πλήρη άγνοια, στοχάζεται,
διερωτάται και δρα χωρίς τελικά να καταφέρει να
υπερκεράσει την τραγική μοίρα που του επιφύλαξαν οι
θεοί, επιβεβαιώνοντας τους αιώνιους και απαρασάλευτους
κανόνες στους οποίους υπόκειται η ανθρώπινη ύπαρξη.
Μέσα από το έργο του Σοφοκλή ορθώνεται μόνο το θείο
ως ύψιστη αρχή καθορισμού της ανθρώπινης μοίρας.
Ο Παζολίνι χειρίζεται τον μύθο πολύ διαφορετικά… Στον
Οιδίποδα του Παζολίνι ο κλασικός τραγικός ήρωας δεν
υποκύπτει απλώς στις επιταγές της μοίρας, αλλά
μετατρέπεται σε εξιλαστήριο θύμα ενός ολόκληρου
συστήματος κοινωνικών αξιών και συμβάσεων.
Η φιλοσοφία στη λογοτεχνία
ΖΩΗ-ΘΑΝΑΤΟΣ-ΜΟΙΡΑΣΧΕΣΗ ΘΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Οι ερωτήσεις μας κρύβουν τις απαντήσεις μας
Θεός-Θάνατος
Πιστεύει ο Καζαντζάκης στον χριστιανικό θεό; Απάντηση,
ΟΧΙ. Η στήριξη της απάντησης μπορεί να ζητηθεί στην
πρώτη παράγραφο της "Ασκητικής", που είναι το
κατεξοχήν φιλοσοφικό έργο του: "Ερχόμαστε από μια
σκοτεινή άβυσσο, καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο, το
μεταξύ
φωτεινό
διάστημα
το
λέμε
ζωή."
Κατά τον Καζαντζάκη οι άνθρωποι δημιούργησαν τον Θεό.
Στο "Ταξιδεύοντας" στο Κεφάλαιο "Σινά", γράφει: "Ο
θεός δεν είναι απροσδόκητο ουράνιο φαινόμενο. Οι ρίζες
του
είναι
βαθιά
μέσα
στις
μάζες."
Και στην "Ασκητική": "Ο θεός δε μας σώζει, εμείς τον
σώζουμε." Και στον επίλογο: "Πιστεύω σε ένα Θεό,
Ακρίτα, Διγενή, στρατευόμενο, Μεγαλοδύναμο, όχι
Πολυδύναμο."
Όπου το "πιστεύω" έχει την έννοια του "προτείνω".
Ο Καζαντζάκης στο έργο του εξανθρωπίζει τον Θεό. "Η
ύλη είναι η γυναίκα του Θεού μου, οι δυο μαζί παλεύουν,
γελούν και κλαίνε, φωνάζουν μέσα στο θάλαμο της
σάρκας." Όλα αυτά, όμως, ξεκινούν ή καταλήγουν ή
απλώς
έτσι
υπάρχουν
σαν
αποτέλεσμα
μιας
κοσμοθεωρίας, που στηρίζεται στην ελευθερία. Ο
Καζαντζάκης αντιλαμβανόταν έτσι την αγάπη, τον έρωτα,
τον πόνο, το θάνατο, τον θεό τους, επειδή ήταν
ελεύθερος.
Ακροβατούσε στο χάος, αλλά είχε φτερά. Δημιουργούσε
τις συνθήκες γιατί ήταν ο ίδιος οι συνθήκες. Δημιούργησε
τον Θεό του για χάρη του εαυτού του και του ανθρώπου
του. Δεν συμβίβασε τον ερωτικό θεό του σε ανέραστες
χριστιανικές προκαταλήψεις.
"Πού πάμε; Μην ρωτάς! Ανέβαινε, κατέβαινε. Δεν
υπάρχει αρχή, δεν υπάρχει τέλος."
"Πιστεύω σε ένα Θεό, Ακρίτα, Διγενή, στρατευόμενο,
Μεγαλοδύναμο, όχι Πολυδύναμο."
Ο Καζαντζάκης πίστευε ότι ο Θεός "κρατάει σφουγγάρι
και ότι όλοι οι αμαρτωλοί θα σωθούν και ο Σατανάς ο
ίδιος" («Ο Φτωχούλης του Θεού»).
Ο Άνθρωπος ως κοινωνικό ον – Εξουσία
Ο Νίκος Καζαντζάκης, όμως γι' αυτήν την ευθύνη και μ'
αυτήν την ευθύνη πορεύτηκε και έγραψε μια ζωή: "Όλοι
είμαστε ένα, όλοι είμαστε μια κιντυνεύουσα ουσία. Μια
ψυχή στην άκρα του κόσμου που ξεπέφτει, συντραβάει
στον ξεπεσμό της και την ψυχή μας. Ένα μυαλό στην άκρα
του κόσμου που βυθίζεται στην ηλιθιότητα, γιομώνει τα
μελίγγια μας σκοτάδι. Γιατί ένας στα πέρατα τ' ουρανού
και της γης αγωνίζεται. Ο Ένας. Κι αν χαθεί, εμείς έχουμε
την ευθύνη. Αν χαθεί, εμείς χανόμαστε", έγραφε στην
"Ασκητική".
Από το βιβλίο του "Καπετάν Μιχάλης": "Από όσα
κατάλαβα στα λίγα χρόνια που ζω και ζώνουμε, δεν είναι η
λευτεριά πέσε πίτα να σε φάω, είναι κάστρο, και το
παίρνεις με το σπαθί σου. Όποιος δέχεται από ξένα χέρια
τη λευτεριά, είναι σκλάβος".
Από την "Αναφορά στον Γκρέκο":
"Κάθε άνθρωπος άξιος να λέγεται γιος του ανθρώπου
σηκώνει το σταυρό του κι ανεβαίνει το Γολγοθά του,
πολλοί, οι πιο πολλοί, φτάνουν στο πρώτο, στο δεύτερο
σκαλοπάτι, λαχανιάζουν, σωριάζονται στη μέση της
πορείας και δε φτάνουν στην κορυφή του Γολγοθά -θέλω
να πω στην κορυφή του χρέους τους- να σταυρωθούν, ν'
αναστηθούν, και να σώσουν τη ψυχή τους. Λιποψυχούν
φοβούνται να σταυρωθούν, και δεν ξέρουν πως η
σταύρωση είναι ο μόνος δρόμος της ανάστασης, άλλον δεν
έχει".
Τύχη – Μοίρα
"Όσο ζούμε μιαν ευτυχία, δύσκολα τη νιώθουμε. Μονάχα
όταν περάσει και κοιτάξουμε πίσω μας, καταλαβαίνουμε
ξαφνικά -και πότε με κατάπληξη- πόσο σταθήκαμε
ευτυχισμένοι." («Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»)
"Ένα θεριό που δεν ξέρει πως είναι θεριό είναι η νιότη."
(«Αναφορά στον Γκρέκο»)
"Άστρα, πούλια, σπόροι μέσα στο χώμα, όλα υπακούουν.
Και μόνο ο άνθρωπος σηκώνει κεφάλι και θέλει να
παραβεί τον νόμο και να μετατρέψει την υπακοή σε
ελευτερία. Γι' αυτό κι απ' όλα τα πλάσματα του Θεού
αυτός μονάχα μπορεί να αμαρταίνει. Τι θα πει αμαρταίνει;
χαλνάει την αρμονία."
"Το πιο μεγάλο εγώ σε αυτή τη γης του αντρός λογαριάζω
χρέος, τη μοίρα του άσπλαχνα να πολεμάει και το γραφτό
να σβήνει."
Ποίημα
Καλότυχοι οἱ νεκροὶ ποὺ λησμονᾶνε
τὴν πίκρια τῆς ζωῆς. Ὅντας βυθίσει
ὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήσει,
μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νἆναι.
Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν καὶ πᾶνε
στῆς λησμονιᾶς τὴν κρουσταλλένια βρύση·
μὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίσει,
ἂ στάξει γι᾿ αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε.
Κι ἂν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται.
Διαβαίνοντας λιβάδια ἀπὸ ἀσφοδύλι,
πόνους παλιούς, ποὺ μέσα τους κοιμοῦνται.
Ἂ δὲ μπορεῖς παρὰ νὰ κλαῖς τὸ δείλι,
τοὺς ζωντανοὺς τὰ μάτια σου ἂς θρηνήσουν:
Θέλουν μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν.
Λ. Μαβίλης
Οι νεκροί, σύμφωνα με τον ποιητή, βρίσκονται σε
πλεονεκτική θέση γιατί με το θάνατό τους και πίνοντας το
νερό της λήθης έχουν τη δυνατότητα να ξεχάσουν τις
πίκρες και τα βάσανα της ζωής. Σε δυσμενέστερη θέση
βρίσκονται οι ζωντανοί και γι' αυτούς θα πρέπει κανονικά
κάποιος να θρηνεί. Η μνήμη των αγαπημένων νεκρών
προσώπων είναι αιώνια-παντοτινή γι' αυτό και πιο
βασανιστική
όσον
αφορά
τους
ζωντανούς.
Ο ποιητής καλοτυχίζει τους νεκρούς για τη μοίρα τους.
Για εκείνον οι νεκροί δεν είναι κακόμοιροι αλλά αντίθετα
καλόμοιροι, γιατί μπορούν να ξεχάσουν τις πίκρες, τα
βάσανα και τις δυστυχίες της ζωής, παρά το γεγονός ότι
στερούνται την ίδια τη ζωή. Η αρχή της νύχτας και το
τέλος της ημέρας με την ηρεμία και τη γαλήνη που
σταδιακά απλώνει παντού, κάνει τον άνθρωπο γενικά πιο
ευαίσθητο, πιο ανοιχτό και ελεύθερο σε εκμυστηρεύσεις,
πιο εκδηλωτικό ως προς όλα αυτά που νιώθει και κρατά
βαθιά στην ψυχή του. Γι' αυτό και ο ποιητής, γνωρίζοντας
πως το δείλι τα συναισθήματα γίνονται πιο έντονα,
προτρέπει τον κάθε αναγνώστη του να μην παραδίδεται σε
θρήνους για τους νεκρούς. Για εκείνον οι θρήνοι για τους
νεκρούς και την τύχη τους μοιάζουν ανώφελοι και μάταιοι.
Μας παραπέμπει επίσης λογικά και αβίαστα στις
μυθολογικές δοξασίες που ανά τους καιρούς και τις
εποχές ισχύουν και που εδώ, στο συγκεκριμένο σημείο,
αναφέρονται στο νερό της λησμονιάς που πίνουν οι νεκροί,
όταν φεύγουν από τη ζωή, και που χάρη σ' αυτό ξεχνούν
την προηγούμενη ζωή τους.
Το θολό νερό που μπορεί να πιουν οι ψυχές, επειδή
ακριβώς δεν είναι καθαρό αλλά αναμειγμένο με πόνο και
δάκρυα, τις κάνει κι αυτές να θυμούνται παλιά βάσανά
τους, κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής τους. Έτσι
μοιάζουν να ανασύρουν από τα βάθη της ψυχής τους
μνήμες που χάρη στο νερό της Λήθης τόσον καιρό έμειναν
καλά κρυμμένες εκεί. Ο ποιητής επιχειρεί να τις συγκρίνει
και να τις παρομοιάσει κατά κάποιο τρόπο με τους
ζωντανούς, οι οποίοι, όντας και παραμένοντας στη ζωή,
θυμούνται διαρκώς ό,τι τους προξενεί πόνο και θρήνο.
Έτσι οι νεκροί που πίνουν θόλο νερό και οι ζωντανοί
εξισώνονται εν μέρει.
Ο ίδιος προτρέπει και συγχρόνως συμβουλεύει τον
υποτιθέμενο συνομιλητή του να θρηνεί όχι για τους
νεκρούς αλλά για τους ζωντανούς. Οι ζωντανοί είναι
εκείνοι που η κατάστασή τους δημιουργεί σε κάποιον
συναισθηματική φόρτιση που φτάνει ως τη λύπη και το
θρήνο. Οι αναμνήσεις παγιδεύουν την ίδια τους τη ζωή,
τους καθηλώνουν και μολονότι επιδιώκουν να
δραπετεύσουν από αυτές και απ' ό,τι τους προκαλεί
δυστυχία και λύπη, δεν μπορούν να λυτρωθούν. Γι' αυτό
και κατά τον ποιητή ο θρήνος ανήκει δικαιωματικά σ'
αυτούς που, αν και ζωντανοί, βιώνοντας καθημερινά
καταστάσεις που επιφέρουν μελαγχολία, μοιάζουν με
ζωντανούς νεκρούς.
Καβάφης: για τη Μοίρα
"Τείχη"
Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω
Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.
Κανείς δεν ζήτησε την συγκατάθεση του Υποκειμένου, που
μέσα στο ποίημα αφηγείται, αν συμφωνεί με τον
εγκλωβισμό του μέσα στα τείχη. Χωρίς "περίσκεψιν"
χωρίς "λύπη", χωρίς "αιδώ", ανεπαισθήτως το έκλεισαν
μέσα στα τείχη. Δεν υπάρχει γραμμάριο ελευθερίας, δεν
υπάρχει "παράθυρο" διαφυγής προς την ελευθερία. Εκείνο
που υπάρχει είναι ένα τραγικό αδιέξοδο. Τραγικό, γιατί το
Υποκείμενο συνειδητοποιεί τη θέση του, την ελευθερία
του, την ύπαρξη μιας μοίρας, ενός κόσμου ανάγκης.
"Πόλις"
Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες
θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη
ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.
Ο Καβάφης όμως δεν υιοθετεί μια ηττοπαθή στάση που
καταρρακώνει την αξιοπρέπεια και την περηφάνια του
ανθρώπου. Ένας που πιστεύει πως δεν υπάρχει
ελευθερία αυτόματα παραιτείται από κάθε ηθική, αφού η
ηθική πράξη μόνο σε ένα πλαίσιο ελευθερίας μπορεί να
λογιστεί. Ο Καβάφης, δηλαδή, όχι μόνο δεν παραιτείται,
αλλά ορθώνει μια γενναία ηθική που στο κέντρο της
βρίσκεται η περηφάνια και η αξιοπρέπεια. Το κακό, τη
μοίρα, βέβαια, δεν μπορεί να τα αναιρέσει. Σε όλα τα άλλα
όμως αντιδρά υπεύθυνα, ανθρώπινα, με ανδρεία, καθώς
βρίσκεται αντιμέτωπος με τη συμφορά, αν και έχει βαθιά
επίγνωση του χαμένου παιχνιδιού.
"Θερμοπύλες"
Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες•
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία•
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε•
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.
Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.
Εδώ ορθώνει μια στάση υψηλού ηθικού χρέους του
ανθρώπου στα δεινά της ζωής, το οποίο βρίσκεται
αυστηρά μέσα στο πλαίσιο πνευματικής καθαρότητας,
όπου ισχύει η πρακτική ανιδιοτέλεια. Αυτό ακριβώς
συνιστά την έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Και
αυτή είναι η καβαφική στάση απέναντι στην ανθρώπινη
μοίρα: η αξιοπρέπεια που αποτελεί μια δυναμική διάσταση
της ελευθερίας.
Καβάφης: για το Θάνατο-Θεό
"Δέησις" (για Θεό)
Η θάλασσα στα βάθη της πήρ’ έναν ναύτη.Η μάνα του, ανήξερη, πηαίνει κι ανάφτει
στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί
για να επιστρέψει γρήγορα και νάν’ καλοί καιροί και όλο προς τον άνεμο στήνει τ’ αυτί.
Aλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,
η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,
ξεύροντας πως δεν θάλθει πια ο υιός που περιμένει.
Σε αυτό το ποίημα ο Καβάφης κατορθώνει με οκτώ μόλις
στίχους να αναδείξει τη διάσταση που υπάρχει ανάμεσα
στην επιθυμία των ανθρώπων να βρίσκονται υπό τη
συνεχή προστασία του Θεού και στη σκληρή, μα
αναπόφευκτη πραγματικότητα του θανάτου. Ένας νέος
πεθαίνει, μα η θεϊκή παρέμβαση, όσο κι αν είναι
επιθυμητή, δεν επέρχεται. Μένει αμέτοχη στο έργο του
θανάτου, που αποτελεί άλλωστε άφευκτη μοίρα όλων των
ανθρώπων. Παρουσιάζει όμως τη λύπη που αισθάνεται η
εικόνα της Παναγίας, για την απώλεια, δείχνοντας έτσι
πως το θεϊκό στοιχείο συμμετέχει στον πόνο των
ανθρώπων.
Μοίρα και Τύχη
Ο άνθρωπος, από τη στιγμή που μπορεί να αντιλαμβάνεται
και να κατανοεί τον κόσμο γύρω του, προσπαθεί και
επιδιώκει να γνωρίζει το μέλλον του. Ουσιαστικά η άγνοιά
του τον καθιστά αδύναμο και του προκαλεί φόβο. Γι' αυτό
τον λόγο τα περισσότερα πράγματα ή τις καταστάσεις τα
αποδίδει στην τύχη ή στη μοίρα. Μιλάμε για τύχη, όταν
κάποιος επηρεάζεται σημαντικά από ένα απρόοπτο
γεγονός. Αν κάποιο γεγονός, όμως, είναι καλό (ή κακό) για
το άτομο, αλλά δεν υπάρχει τίποτα το "τυχαίο" ή
απροσδόκητο, τότε δεν μιλάμε για τύχη. Η τύχη, όπως
προαναφέραμε, παρεμβαίνει στη ζωή μας και ορίζεται απ'
τη δική μας συμπεριφορά. Για παράδειγμα: "Όλοι έχουμε
δυο ζωές. Μια που μας δίνουν και μια που μπορούμε να
φτιάξουμε μόνοι μας." Μαίρη Κάρπεντερ
Η τύχη χρησιμοποιείται και ως τρόπος για να αποδώσει
κάποιος άνθρωπος τις ενοχές που νιώθει για κάτι που
δεν του ήρθε όπως ήλπιζε. Για παράδειγμα: ας
υποθέσουμε ότι αποδίδεις στην τύχη ότι πέρασες ένα
μάθημα στις εξετάσεις. Αυτό ασφαλώς μειώνει κάπως την
αξία του επιτεύγματος, αλλά αντιστάθμισμα προσφέρει μια
έτοιμη δικαιολογία για περίπτωση μελλοντικής αποτυχίας.
Όταν έρθει εκείνη η ώρα θα μπορείς να πεις: "Απέτυχα.
Αυτή τη φορά ήμουν άτυχος. Έπεσα ένα θέμα που δεν το
'χα διαβάσει πολύ καλά". Ρίχνοντας την ευθύνη για το
αποτέλεσμα στην κακή τύχη, απαλλάσσεις κάπως τον
εαυτό σου από το μερίδιο που σου αναλογεί που δεν
διάβασες όσο έπρεπε.
Επίσης αν επιχειρήσουμε να οργανώσουμε τις καταστάσεις
με τέτοιο τρόπο ώστε να μας ευνοήσει η τύχη, θα
μπορούσαμε να ορίσουμε κάποιους παράγοντες:
 το σύνολο των βοηθημάτων (εσωτερικών και
εξωτερικών) στα οποία βασιζόμαστε και τα οποία
αποτελούν τη δική μας τύχη
 το βάρος όσων είναι προκαθορισμένα: το πεπρωμένο
 το αναγκαίο μερίδιο του απρόβλεπτου, του τυχαίου
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι
Στο έργο του "Αδελφοί Καραμαζώφ" σχεδόν κάθε κύριο
πρόσωπο διαπράττει κάποιο έγκλημα, αν όχι στην πράξη,
πάντως στη σκέψη. Ακόμα και ο Αλιόσα δεν είναι άμοιρος
ενοχής, αφού δεν κατάφερε να αποτρέψει ή να προλάβει
το έγκλημα. Για τον Ντοστογιέφσκι το πρόβλημα δεν είναι
ηθικό, αλλά βαθύτατα υπαρξιακό. Ο άνθρωπος, ο κάθε
άνθρωπος, είναι ένα μείγμα πανουργίας και απλότητας,
αγνότητας και φιληδονίας, καλοσύνης και κακότητας. Ο
Ντιμίτρι λέει: «Ήμουν ένας παλιάνθρωπος, κι όμως
αγαπούσα τον Θεό... Το καλό και το κακό βρίσκονται σε
μια τερατώδη συνύπαρξη μέσα στον άνθρωπο». Ο Μέγας
Ιεροεξεταστής*
εντυπωσιάζεται
από
αυτή
την
αντιφατικότητα των ανθρώπων: διεφθαρμένοι άνθρωποι
είναι συχνά καλοσυνάτοι, εγκληματίες είναι τρυφεροί και
αισθηματικοί, πουριτανοί και ηθικιστές είναι σκληροί και
άσπλαχνοι, όλοι είναι εξίσου ικανοί για το κακό και για το
καλό.
*Πρόκειται για μια φανταστική ιστορία, όπου ο Ιησούς
Χριστός, μέσα στην αγάπη του για τον άνθρωπο, πολύ
πριν έρθει "εν δυνάμει" στη Δευτέρα του Παρουσία,
ξανακατεβαίνει για λίγο ως άνθρωπος σε κάποια
ευρωπαϊκή πόλη, τον καιρό τής Ιεράς Εξέτασης, για να
βρεθεί για λίγο και πάλι ως άνθρωπος ανάμεσά μας. Εκεί
τον συλλαμβάνει το Μέγας Ιεροεξεταστής, και τον
φυλακίζει. Και στη συζήτηση που ανοίγει μαζί Του,
βγαίνουν πολλά ενδιαφέροντα συμπεράσματα για την
ανθρώπινη ψυχολογία και νοοτροπία.
Ο άνθρωπος πάντοτε θα επιζητεί την ελευθερία, όσες
ευεργεσίες και αν του προσφέρουν η λογική και η ηθική.
Η ελευθερία δεν είναι για τον Ντοστογιέφσκι αυτό που
στη δυτική φιλοσοφία επικράτησε να λέγεται επιλογή
μεταξύ του καλού και του κακού. Μια τέτοια επιλογή είναι
για τον Ντοστογιέφσκι γελοία, διότι το καλό και το κακό
είναι ανάμεικτα στην ανθρώπινη ύπαρξη. Η ελευθερία
είναι κάτι οντολογικό, είναι η απόρριψη ή αποδοχή της
ίδιας της ύπαρξης μας.
Εάν ο άνθρωπος, ασκώντας την ελευθερία του, απορρίψει
την ύπαρξη, δεν έχει άλλη επιλογή από την αυτοκτονία.
Αν, αντιθέτως, αποδεχτεί την ύπαρξη, τότε δεν έχει άλλη
επιλογή από το να την αποδεχτεί όπως αληθινά είναι,
δηλαδή ως (παράλογη) οδύνη, ως Σταυρό. Αυτό ακριβώς
συνέβη στην Ενανθρώπηση του Κυρίου.
Η αποδοχή του Σταυρού σημαίνει ταύτιση με όλους τους
πάσχοντες, ανάληψη ευθύνης για όλο τον πόνο της
κτίσεως, ταύτιση μέχρι θανάτου. Μόνον έτσι επέρχεται η
λύτρωση από το κακό, όχι με την ηθική και τη λογική,
αλλά με την αγάπη που αυτοθυσιάζεται. Δεν πρόκειται
περί μαζοχισμού, διότι δεν πρόκειται για αυτοϊκανοποίηση
του θυσιασμένου. Πρόκειται για την διαπίστωση ότι ο
μόνος δρόμος για να νικηθεί το κακό και ο ίδιος ο θάνατος
είναι να τα υποστεί κανείς εκούσια, και τούτο προς χάρη
των άλλων.
Έτσι ο Ντοστογιέφσκι, ασφαλώς όχι τυχαία, επιλέγει ως
προμετωπίδα του μεγάλου έργου του το ευαγγελικό ρητό:
«εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη,
αυτός μόνος μένε εάν δε αποθάνη, καρπόν πολύν φέρει».
Ο Σταυρός δεν είναι αυτοσκοπός. Τελικός σκοπός είναι η
ανάσταση. Αλλά δεν φθάνει κανείς εκεί παρά περνώντας
από το Σταυρό.
Κάποιες φράσεις του
 Χωρίς Θεό, όλα επιτρέπονται.
 Αν ο άνθρωπος επινόησε το διάβολο, τότε τον
φαντάστηκε κατ’ εικόνα και ομοίωσή του.
 Όχι, άνθρωπέ μου, κανένας δεν μπορεί να ζήσει
ξεγράφοντας τον οίκτο ολότελα.
 Είναι καλύτερο να είσαι δυστυχισμένος και να
γνωρίζεις το χειρότερο παρά να είσαι ευτυχισμένος
στον παράδεισο των ηλιθίων.
 Μου φαίνεται πως το δεύτερο μισό της ζωής ενός
ανθρώπου δεν αποτελείται από τίποτε άλλο παρά
από τις συνήθειες που μάζεψε στο πρώτο μισό.